Όπου ο Έραγκον και η Άρυα συζητούν και αποφάσεις λαμβάνονται.
Βορράς
Κεφάλαιο 34
Ο πράσινος δράκος αιωρήθηκε για αρκετά λεπτά πάνω από το ξέφωτο. Τα μάτια του στο χρώμα του κεχριμπαριού έδωσαν την εντύπωση στον Μέρταγκ ότι κατόπτευε με ζωηρό ενδιαφέρον τους άλλους δύο δράκους, τους καβαλάρηδες και την ομάδα των ανθρώπων. Ταυτόχρονα ο Μέρταγκ μοιραζόταν μέσω του δεσμού που τον ένωνε με τον Θορν την αγαλλίαση του συντρόφου του, επίσης μία αίσθηση πληρότητας και ελευθερίας. Ο κόκκινος δράκος χαιρόταν. Το νου και την καρδιά του πλημμύριζε μία αγαλλίαση τόσο μεγάλη, όσο ούτε τις πρώτες ημέρες της απελευθέρωσής τους από τα μάγια του Γκαλμπατόριξ είχε νοιώσει.
"Γινόμαστε όλο και περισσότεροι, Μέρταγκ! Ποτέ ξανά δεν θα είμαστε μόνοι."
Ο δρακοκαβαλάρης μπορούσε να κατανοήσει τον ενθουσιασμό του Θορν. Για όσο διάστημα ζούσαν στο κάστρο της Ουρου'μπαίην, ο δράκος είχε μοιραστεί μαζί του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του για το πράσινο αυγό. Ο νεοσσός που ζούσε μέσα σ' αυτό, ήταν το ίδιο αιχμάλωτος, παρόμοια σκλάβος του βασιλιά, όσο και οι ίδιοι.
Ο Μέρταγκ εστίασε όσο καλύτερα μπορούσε στην φιγούρα που καθόταν επάνω στη σέλα του πράσινου δράκου. Ακόμα και από την απόσταση που τους χώριζε μπορούσε καθαρά να διακρίνει την Άρυα, την πριγκίπισσα των ξωτικών. Την γυναίκα που είχαν σώσει κάποτε μαζί με τον Έραγκον από τα κελιά της φυλακής του Γκίλ'ιντ. Ήταν ντυμένη με ρούχα απλά στο χρώμα του ξύλου και στο πράσινο των φυλλωμάτων των δέντρων. Τα μακριά μαλλιά της ήσαν λυτά και ανέμιζαν πίσω της σαν μαύρη μπέρτα, στερεωμένα μονάχα με ένα ασημένιο διάδημα τριγύρω από τους κροτάφους. Ώστε γι' αυτήν είχε εκκολαφθεί το πράσινο αυγό!
Ένοιωσε μέσα του μία ενόχληση, όχι ακριβώς για την καβαλάρισσα ή για το πλάσμα που ενώθηκε μαζί της, αλλά για την παντελή άγνοια του ιδίου και του Θορν για την εκκόλαψη του αυγού. Απομονωμένοι και οι δύο τόσα χρόνια μέσα στο πέτρινο κάστρο του βουνού και απασχολημένοι με τα προβλήματα της επιβίωσης των ιδίων και των ανθρώπων τους, δεν είχαν καταφέρει να αισθανθούν το παραμικρό γι' αυτή την νέα γέννηση. "Γεγονότα τόσο σοβαρά όπως η εκκόλαψη του πράσινου αυγού συμβαίνουν σχεδόν πλάι μας, χωρίς εμείς να γνωρίζουμε το παραμικρό για αυτά." Ο Μέρταγκ φρόντισε να εκφράσει στον Θορν τη δυσφορία του, τίποτε όμως δεν μπορούσε να προσγειώσει τον κόκκινο δράκο από την ευαρέσκεια που αισθανόταν.
Είδαν μαζί από απόσταση τον Έραγκον και την Σαφίρα, να σπεύδουν για το καλωσόρισμα του πράσινου δράκου και της καβαλάρισσάς του. Η ξωτικιά αφίππευσε πηδώντας με χάρη από την σέλα του δράκου και πλησίασε τον Έραγκον. Το γαλάζιο ζευγάρι υποδέχθηκε τους δύο συνομιλητές του με άνεση και από την όλη συμπεριφορά τους, ο Μέρταγκ κατάλαβε πως γνώριζαν για την ύπαρξη του ζευγαριού.
"Γνώριζαν, όμως σ' εμάς δεν είπαν τίποτε!"
Το γεμάτο θυμό σχόλιο του Μέρταγκ δεν στάθηκε ικανό να παρασύρει τον κόκκινο δράκο, ώστε να μνησικακήσει εναντίων των άλλων. Το αίσθημα της χαράς υπερχείλιζε μέσα του καλύπτοντας την στιγμιαία έκπληξή του. Με τις βαριές πατούσες του έκανε μερικά βήματα προς την μεριά τους, έτοιμος να παρουσιάσει σ' αυτούς τον εαυτό του, πρόθυμος να κάνει την γνωριμία τους.
Ο Μέρταγκ όμως τον συγκράτησε. "Ίσως δεν θα ήταν και τόσο συνετή εκ μέρους μας παρόμοια βιασύνη." Τα ξωτικά είχαν αναφερθεί στο ζευγάρι που κατέφθασε σαν την ανώτατη αρχή τους, που ανέμεναν. Άρα η πριγκίπισσα των ξωτικών είχε στεφθεί βασίλισσα, κάτι που ο Μέρταγκ δεν γνώριζε, ούτε και είχε πληροφορηθεί γι' αυτό κατά τα ελάχιστα ταξίδια του στην Σίουνον.
Μόλις η καβαλάρισσα του πράσινου δράκου πάτησε το χορτάρι του ξέφωτου, όλα τα ξωτικά της ομάδας της Λιττόρεν υποκλίθηκαν μπροστά της με σεβασμό, φέρνοντας το δεξί τους χέρι στο στήθος και χαιρετώντας την κατά τα συνήθειά τους. Φρόντισαν όμως να κρατήσουν την απόστασή τους από την βασίλισσα και τον δράκο της δίνοντας σε αυτήν τον απαιτούμενο χρόνο, ώστε να συνομιλήσει με τον γαλάζιο δρακοκαβαλάρη. Με ένα νόημα της Λιττόρεν τα ξωτικά μοιράστηκαν σε τρεις ομάδες. Η πολυπληθέστερη από αυτές συνέχισε να επιτηρεί τους συγκεντρωμένους ανθρώπους, που έδειχναν αποθαρρημένοι κοιτάζοντας αμίλητοι τα τεκταινόμενα. Η ίδια μαζί με τους δύο υπαρχηγούς της παρέμεινε σαν υποδοχή της βασίλισσάς της, ενώ τα υπόλοιπα ξωτικά έτειναν την προσοχή τους στον Μέρταγκ και τον κόκκινο δράκο του, παρακολουθώντας και τους δύο με καχύποπτο βλέμμα.
Η Άρυα στάθηκε περήφανη μπροστά στον Έραγκον και την Σαφίρα. Τα μάτια της έλαμπαν και μία υποψία χαμόγελου τρεμόπαιζε πάνω στα χείλη της. Ο δρακοκαβαλάρης ήταν ο πρώτος που μίλησε, ανταλλάσσοντας με την βασίλισσα των ξωτικών τους αρμόζοντες χαιρετισμούς. Εκείνη έτεινε το χέρι της προς την μεριά του κι ο Έραγκον το έκλεισε τρυφερά μέσα στα δικά του. Χωρίς να μπορεί να συγκρατηθεί, ψιθύρισε απαλά την μυστική φράση που προσδιόριζε την εκλεκτή της καρδιάς του και που ήταν το αληθινό όνομά της. Με μάτια παράξενα υγρά, η ξωτικιά έσκυψε κοντά στο αυτί του και επανέλαβε το δικό του αληθινό όνομα.
Έμειναν για αρκετή ώρα απόμακροι από όλους. Τα χέρια τους ενωμένα κρυφο-ψιθυρίζοντας μεταξύ τους, καλύπτοντας επιτήδεια τις σκέψεις που αντάλλασσαν από τους υπόλοιπους. Η γαλάζια δράκαινα κόλλησε για λίγο το μουσούδι της σ' αυτό του Φίρνεν, ενώ μοιραζόταν μαζί εικόνες και συναισθήματα. Κατόπιν ο Έραγκον και η Άρυα απομακρύνθηκαν ο ένας από τον άλλο επανερχόμενοι στην συνήθη τυπικότητα, που ένας δρακοκαβαλάρης και μία βασίλισσα των ξωτικών όφειλαν να περνούν προς τους τρίτους. Εκείνος ανέλαβε την μεσολάβηση υπέρ της ομάδας των ανθρώπων και του κόκκινου ζευγαριού. Η Άρυα τον προσκάλεσε να περπατήσει μαζί της, παρασύροντάς τον μακριά από τα βλέμματα ξωτικών και ανθρώπων, ώστε η ιδιαίτερη συνομιλία τους να μην παρακολουθείται από κανέναν. Χάθηκαν και οι δύο στην πέρα μεριά του ξέφωτου, πίσω από τα πολύχρονα δέντρα, που έκρυψαν πίσω από πυκνά φυλλώματα κισσών την παρουσία τους.
Ο Μέρταγκ διάλεξε να επιστρέψει κοντά στους κατοίκους του χωριού και να παραμείνει κοντά τους. Στιγμή δεν του είχε διαφύγει η επαγρύπνηση των ξωτικών εναντίων του και εναντίων των ανθρώπων. Ο Έραγκον και η βασίλισσα των ξωτικών είχαν προτιμήσει να απομονωθούν συζητώντας, κάτι που επέτεινε την δυσαρέσκειά του. Ο Θορν βιάστηκε να ενωθεί με τους άλλους δύο δράκους κοντά στη λιμνούλα του ξέφωτου, με την καρδιά του να πλημμυρίζει ευτυχία για την παρουσία τους. Ο καβαλάρης του όμως ήταν πολύ χολωμένος με τις εξελίξεις, ώστε να μοιραστεί αυτή την χαρά μαζί του.
Ο Μέρταγκ κάθισε κοντά στους ανθρώπους της ομάδας του, ταυτόχρονα αποφεύγοντας την μεγάλη εγγύτητα με τον λόρδο Φιόρν. Η θυγατέρα του, η Νολβέν, είχε αναζητήσει την ασφάλεια στην πατρική παρουσία και τώρα βρισκόταν ζαρωμένη στο πλευρό του λόρδου, με τα όμορφα μάτια της γεμάτα φόβο για την παρουσία ενός ακόμα δράκου. Ο Μέρταγκ μπορούσε να καταλάβει τι σκεφτόταν η κόρη και όχι μόνο αυτή. Οι κυνηγοί έδειχναν προβληματισμένοι γι' αυτόν τον νέο επιπρόσθετο κίνδυνο. Ο πράσινος δράκος δεν είχε δείξει βέβαια επιθετική στάση εναντίων τους όπως είχαν κάνει τα ξωτικά. Είχε παραμείνει κοντά στην γαλανή Σαφίρα, ενώ ο Έραγκον και η καινούρια καβαλάρισσα είχαν εξαφανιστεί ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα. Η προσοχή του νέου αυτού δράκου όμως ήταν διαρκώς στραμμένη επάνω στους ανθρώπους, παρατηρώντας τους με αυξανόμενο ενδιαφέρον.
Με δυσφορία του ο Μέρταγκ είδε τον λόρδο Φιόρν να εγκαταλείπει το πλευρό της θυγατέρας του και να τον πλησιάζει με ασταθές βήμα. Προφανώς, λόγω των συνθηκών, ο λόρδος φρόντιζε να δείχνει προς τους έξω πολύ γεροντότερος και ασθενέστερος από όσο πραγματικά ήταν. Νόμιζε ίσως, ότι με παρόμοια καμώματα θα προκαλούσε το έλεος των αντιπάλων για το πρόσωπό του. Ο Μέρταγκ αισθάνθηκε την σπονδυλική του στήλη πιο άκαμπτη από πριν. Το πρόσωπό παρέμεινε μία πέτρινη μάσκα και το ατσάλινο βλέμμα των ματιών του στραμμένο σε έναν νοητό ορίζοντα, που ξετυλιγόταν πίσω από το όριο των δέντρων του ξέφωτου.
"Ευγενικέ δρακοκαβαλάρη και προστάτη όλων μας," άρχισε το λογύδριό του ο λόρδος υποκλινόμενος μπροστά του "θα έπρεπε ίσως να αποτείνουμε τους πρέποντες χαιρετισμούς στον νέο αυτόν πράσινο δράκο, που τόσο απρόσμενα προστέθηκε στην συντροφιά μας. Ίσως εσύ μπορούσες να με συνοδέψεις μέχρι εκεί που βρίσκεται, να με συστήσεις στην μεγαλοσύνη του." Ένα ανεπαίσθητο τρέμολο στη εξασκημένη στις κολακείες φωνή του λόρδου, φανέρωνε τον τρόμο που είχε νοιώσει νωρίτερα μπροστά στην καινούρια αυτή παρουσία.
"Λόρδε μου," αντιγύρισε ψυχρά ο Μέρταγκ "όπως πολύ καλά μπορεί να καταλάβει η χάρη σου, ίσως δεν είναι συνετό να διακόψουμε έτσι απότομα την συνομιλία και ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα σε τρεις δράκους. Βρίσκω πως τώρα δεν είναι η ώρα η πιο κατάλληλη για συστάσεις."
Ο λόρδος Φιόρν έκανε ένα βήμα πίσω. Αν η απόκριση του Μέρταγκ στο αίτημά του τον δυσαρέστησε, φρόντισε να μην το δείξει. Το πονηρό βλέμμα του παρέμεινε στραμμένο προς την μεριά της λιμνούλας εξετάζοντας εξονυχιστικά τους δράκους, όταν ξεστόμισε την παρακάτω ερώτηση. "Εσύ, ω άρχοντα τρανέ, γνώριζες πριν για την ύπαρξη του συγκεκριμένου αυτού δράκου και της καβαλάρισσάς του;"
Ο Μέρταγκ έσφιξε θυμωμένος τις γροθιές του, τα μάτια του σκλήρυναν. Δίχως να απαντήσει παραδεχόμενος την γνώση, ή την άγνοιά του, κεραυνοβόλησε τον λόρδο Φιόρν. "Όπως μόλις ανέφερα, καλύτερο θα ήταν να αποτραπεί η όποια επαφή μας με τον ξένο δράκο των ξωτικών. Η υπομονή είναι μεγάλη αρετή, λόρδε μου, ιδίως σε παρόμοιες με αυτήν καταστάσεις. Είμαι παραπάνω από βέβαιος, ότι αυτό το έχεις καλά διδαχθεί στις αυτοκρατορικές αίθουσες της Ουρου'μπαίην."
"Τότε τι συμβουλεύεις, ότι θα ήταν το καλύτερο που οφείλουμε να κάνουμε, δρακοκαβαλάρη;" Η νέα φωνή που ακούστηκε δεν προερχόταν από τον λόρδο Φιόρν, παρά από τον Γιάν Σβένσον που, καθισμένος ανάμεσα στους πάνοπλους στρατιώτες του, έσφιγγε στο χέρι την λαβή από το γυμνό σπαθί του.
Ο Μέρταγκ στράφηκε προς την μεριά του αξιωματικού. Τα πρόσωπα των αντρών γύρω του ήταν πασίδηλα γεμάτα ανησυχία. Φαίνονταν όμως όλοι αποφασισμένοι να πουλήσουν πολύ ακριβά τις ζωές τους, αν χρειαζόταν. "Θα περιμένουμε" απάντησε ο δρακοκαβαλάρης. "Θα περιμένουμε και θα παραμένουμε ταυτόχρονα σε πλήρη ετοιμότητα. Τίποτε δεν έχει ακόμα κριθεί όσον αφορά την τύχη της ομάδας μας."
Βάδιζαν ο ένας πλάι στον άλλον ανάμεσα στα μεγάλα δέντρα, κάτω από τις πράσινες φυλλωσιές που κάλυπταν το τελευταίο φως του σούρουπου. Ο κόσμος γύρω τους σκοτείνιαζε, όμως τα μάτια τους παρέμεναν γεμάτα φως εξ αιτίας της απρόσμενης εγγύτητάς τους. Το χέρι του Έραγκον ακούμπησε απαλά την παλάμη της Άρυα, αυτήν που σκόρπιζε την ανεπαίσθητη ασημένια λάμψη της Γκετγουέι Ιγκνάσια. Ταυτόχρονα εικόνες ιπτάμενων δράκων, που πετούσαν στους γαλάζιους ουρανούς του μακρινού τόπου του, ξεχείλιζαν από τον νου του γεμίζοντας τον δικό της. Λαμπερές φολίδες διαφόρων χρωμάτων γυάλιζαν κάτω από το χρυσαφένιο φως ενός ζεστού ήλιου, ενώ οι απλωμένες μεμβράνες των φτερών τους σκίαζαν το ζεσταμένο χώμα. Οι εικόνες άλλαζαν γοργά, δείχνοντας άλλους δράκους καθισμένους περήφανα σε ψηλές βουνοκορφές, ενώ άλλοι λούζονταν στην φαρδιά κοίτη του ποταμού, πλάι στις χορταριασμένες όχθες. Αναμμένες φωτιές μπροστά στις καμωμένες από λάσπη και χορτάρι καλύβες των λίγων κατοίκων της κοιλάδας, γέμιζαν με την κόκκινη ζεστασιά τους ένα βραδινό τοπίο, ενώ ξωτικά τραγουδούσαν και χόρευαν γύρω από τις φλόγες, κάτω από τους ήχους των καλαμένιων τους αυλών.
Το να μοιράζεται εμπειρίες όπως αυτή με την αγαπημένη γυναίκα, έκανε την καρδιά του νεαρού δρακοκαβαλάρη να πάλλεται πιο γρήγορα. Η ανταλλαγή συναισθημάτων μεταξύ τους – κάποτε αδιανόητη και απαγορευμένη – έφερνε μέσα του μια αίσθηση ευτυχίας. Η βασίλισσα των ξωτικών, παρά τα βάρη, τις δυσκολίες, ακόμα και τις πικρίες της διοίκησης του λαού της, έδειχνε πιο δεκτική σ' αυτόν και την εξιστόρηση με εικόνες της καινούριας ζωής του. Ο Έραγκον μοιράστηκε γενναιόδωρα με την Άρυα τις εμπειρίες του. Και παρά το ότι θα ήταν πολύ γι' αυτόν να περιμένει μία παρόμοια αντίδραση από την μεριά της, διαπίστωνε ότι εκείνη αφηνόταν πιο εύκολα στις νοητές διηγήσεις του απ' όσο παλιά. Το γεμάτο διαύγεια όμορφο μυαλό της παρουσιαζόταν ολάνοιχτο μπροστά του, ώστε να μοιραστεί μαζί του την κάθε σκέψη, φροντίδα, ανησυχία και ελπίδα του.
Η δεκτικότητά της προς αυτόν έφτανε μέχρι το σημείο να μοιραστεί μαζί του ακόμα και τα συναισθήματα που είχαν γεννηθεί μέσα της μετά την ένωσή της με τον Φίρνεν.
Ήταν τώρα η σειρά της να περάσει στο μυαλό του εικόνες από την κοινή ζωή της με τον δράκο επάνω στους ψηλούς βράχους του Τέλ'Ναΐρ. Επίσης και από τις πτήσεις μαζί του πάνω από τα δάση των ξωτικών. Μέσα από τα δικά της μάτια πέρασαν στο νου του ασημένια ποτάμια, που ξεδιπλώνονταν ανάμεσα στο καταπράσινο φόντο των δέντρων. Πράσινα φυλλώματα, που έκλειναν μέσα στην αγκαλιά τους γαλάζιες λίμνες με κρυστάλλινα νερά. Παρά τα μεγάλα βάρη και τα βαθιά πένθη που η Άρυα έσερνε πίσω της, ήταν ολοφάνερο, ότι η ύπαρξη του Φίρνεν είχε προσφέρει στην ζωή της ανακούφιση.
Γυρνώντας απότομα προς την μεριά της, ο Έραγκον στάθηκε παίρνοντας μέσα στα χέρια του και τα δύο δικά της. "Πολλές ήταν οι φορές, εκεί πίσω στην μακρινή εξορία μου, που αναλογίστηκα, πόσο πολύ θα ήθελα να δω τον κόσμο μέσα από τα δικά σου μάτια" τόλμησε να της πει. Αν παλαιότερα του είχε ξεφύγει να ξεστομίσει κάτι παρόμοιο, το σίγουρο ήταν ότι εκείνη θα είχε αποτραβηχτεί μακριά του, φροντίζοντας να τον επαναφέρει πάραυτα στη θέση του με τον σκληρότερο τρόπο. Τώρα όμως, μετά από το ύψιστο μυστικό που είχαν μοιραστεί οι δύο τους, τα αληθινά ονόματά τους, ο Έραγκον ήταν βέβαιος πως δεν θα το έκανε. Προς μεγάλη του χαρά και ανακούφιση, έτσι και έγινε.
Η Άρυα χαμογέλασε τρυφερά κοιτάζοντας βαθιά μέσα στα καστανά του μάτια. Ο έφηβος που κάποτε υπήρξε ο Έραγκον, αυτό το παιδί των ανθρώπων με την μόνιμη περιέργεια στο βλέμμα και τις συχνές ερωτήσεις, που κάποιες φορές έφερναν τους άλλους σε δύσκολη θέση, είχε γίνει πια άντρας. Μέσα από τους κινδύνους και τις ευθύνες που κάποτε αντιμετώπισε, είχε εδώ και χρόνους ωριμάσει. Είχε αναμετρηθεί με την μαύρη καρδιά του Γκαλμπατόριξ και είχε νικήσει. Είχε επιτυχημένα σταθεί αρωγός στην αρχηγό των ανθρώπων, για αρκετό χρονικό διάστημα. Είχε υποστηρίξει και πετύχει την ισότητα και δικαιοσύνη για όλα τα γένη, τα οποία κατοικούσαν την γη της Αλαγαισίας. Είχε φροντίσει να απομακρυνθεί εγκαίρως από τα εδάφη της, πολύ πριν η εξουσία και ο υπέρμετρος θαυμασμός των άλλων μπορέσει να διαφθείρει την ύπαρξή του. Είχε δουλέψει σκληρά και είχε ζήσει μονάχος, πιστός στην υπόσχεση που είχε μοιραστεί μαζί της. Η βασίλισσα των ξωτικών αναγνώριζε, ότι την μοιρασιά των εικόνων και συναισθημάτων του μυαλού και της καρδιάς της την είχε επάξια κερδίσει.
"Είναι όμορφος ο κόσμος των δράκων, που τόσο γενναιόδωρα μοιράστηκες μαζί μου, σούρτουγκαλ" είπε η βασίλισσα. "Θα ήταν αγένεια από μέρους μου, αν απέφευγα να ανταποκριθώ με παρόμοιο τρόπο."
Ήταν δική του σειρά να χαμογελάσει ευχαριστημένος από την παραδοχή της. Η αποδοχή της και τα συναισθήματα που λίγο πριν μοιράστηκαν, τον έκαναν να νοιώθει πλήρης. Γύρω τους ο κόσμος ολοένα και σκοτείνιαζε. Η φωνή από το νυχτοπούλι που ξυπνούσε, έτοιμο να πετάξει πάνω από το ξέφωτο για το κυνήγι, αντήχησε ανάμεσα από τα δέντρα. Ζευγάρια λαμπερά ματάκια μικρών ζώων έλαμψαν ανάμεσα από τις λόχμες. Οι τόσο γνώριμες μυρωδιές της νύχτας ξεχύθηκαν μέσα από το δάσος. Ο Έραγκον επανήλθε στο εδώ και στο τώρα. Η ομάδα των ανθρώπων, που μαζί με τον Μέρταγκ είχαν συνοδέψει μέχρι εδώ, σίγουρα θα είχαν τρελαθεί από τον φόβο τους. Ο ίδιος ο αδελφός του είχε αφεθεί να παραδοθεί στην κρίση των ξωτικών, για να προστατέψει τις ζωές τους.
"Βασίλισσά μου," είπε ο Έραγκον "θα πρέπει να συζητήσουμε για την τύχη των ανθρώπων, που έχουν συλληφθεί μέσα στο δάσος των ξωτικών από τους πολεμιστές σου."
Η Άρυα τέντωσε ψηλά το χέρι, δημιουργώντας μία σφαίρα σμαραγδένιου φωτός πάνω από τα κεφάλια τους. Τα δέντρα γύρω τους φωτίστηκαν, επιτρέποντας στο μονοπάτι που τους είχε οδηγήσει ως εδώ, να ξεχωρίζει ολοκάθαρα στα μάτια τους. "Γνωρίζω τα σχετικά με τους ανθρώπους" είπε με φωνή αυστηρή. "Εδώ και μεγάλο χρονικό διάστημα, ο Μέρταγκ με τον κόκκινο δράκο του συνοδεύει αυτούς τους κυνηγούς στις εξορμήσεις τους." Περνώντας το χέρι της γύρω από το μπράτσο του Έραγκον, η Άρυα συνέχισε να βαδίζει αργά στο μονοπάτι παρασύροντας και τον ίδιο να ακολουθήσει την πορεία της. "Όσον καιρό περιόριζαν τους εαυτούς τους στις παρυφές των δασών μας, τα ξωτικά μου είχαν εντολή να μην επεμβαίνουν στις ανόσιες πράξεις τους. Τώρα όμως έχουν ξεπεράσει κάθε όριο. Καθώς καλά καταλαβαίνεις, οι άνθρωποί μου απαιτούν δικαιοσύνη." Η Άρυα έστρεψε το μεγαλόπρεπο κεφάλι της, ρίχνοντας προς το μέρος του μια πλάγια ματιά. "Ίσως θα ήθελες να διευκρινίσεις, τι ακριβώς ζητάτε εσύ και η Σαφίρα ανάμεσά τους;"
Ο Έραγκον ένευσε με κατανόηση στο αίτημά της. Ήτανε μάλιστα παράξενο το γεγονός, ότι δεν του είχε απευθύνει την συγκεκριμένη ερώτηση ως τώρα. "Προτίθεμαι να εξηγήσω όλες τις κινήσεις μου, βασίλισσα Άρυα. Τον λόγο για τον οποίο βρέθηκα ξανά στα εδάφη της Αλαγαισίας, παρά την υπόσχεση που κάποτε έδωσα στον εαυτό μου. Αρχικά επρόκειτο για την αναζήτηση του Μέρταγκ" παραδέχτηκε, για να κερδίσει μία παραξενεμένη ματιά από την μεριά της.
Χρησιμοποιώντας σύντομες προτάσεις, μα περιεκτικό λόγο, ο Έραγκον διηγήθηκε στην Άρυα τα βασικότερα μέρη της περιπέτειάς του. Της περιέγραψε την αναζήτησή του μαζί με τη Σαφίρα για τον Μέρταγκ και τον Θορν, την ανακάλυψή του κόκκινου ζεύγους που ζούσε στις κορυφές των βράχων. Απέφυγε όμως να αναφέρει τα σχετικά με το μυστικό άσυλό τους, μιας και η υπόσχεση που έδωσε στον αδελφό του τον δέσμευε. Ανέφερε την ύπαρξη των προσφύγων του βασιλείου του Μπρόντρικ, που είχαν καταλύσει στα σπηλαιώδη ανοίγματα του βουνού στήνοντας εκεί τις κατοικίες τους και περιέγραψε τις δύσκολες συνθήκες της ζωής τους. Αν οι κυνηγοί των ανθρώπων βρίσκονταν κατά περιόδους τόσο κοντά στα δάση των ξωτικών, αυτό οφειλόταν στις ανάγκες τους για κάλυψη τροφής και μόνο. Για όλους αυτούς τους κατατρεγμένους δεν υπήρχε τρόπος διαβίωσης άλλος στα άγονα, πετρώδη εδάφη, που είχαν καταφύγει για να ζήσουν.
Τέλος ο Έραγκον τόνισε στην βασίλισσα, πόσο σημαντικό θεωρούσε το να παρασύρει τους Μέρταγκ και Θορν μακριά από τους ερημότοπους του βορρά. Ζώντας οι δύο τους μονάχοι και ανεξέλεγκτοι, κανένας δεν θα μπορούσε να προβλέψει πού ίσως κατέληγαν. Ο Μέρταγκ ήταν ισχυρός πολεμιστής εκτός από δρακοκαβαλάρης και οι γνώσεις του γύρω από την μαγεία επικίνδυνες. Ο Έραγκον και η Σαφίρα είχαν αποφασίσει, ότι για αυτόν τον λόγο και για άλλους, τους ήθελαν μαζί τους. Είχαν μάλιστα κατορθώσει να τους πείσουν, ώστε φεύγοντας οι ίδιοι να τους ακολουθήσουν στη γην των δράκων μακριά από τα εδάφη της Αλαγαισίας. Το μόνο εμπόδιο για την απόφαση του Μέρταγκ είχε σταθεί η υπευθυνότητα που ένοιωθε για αυτούς τους απόκληρους ανθρώπους, που είχαν εμπιστευθεί τις ζωές τους στην προστασία του. Τώρα ο Έραγκον ζητούσε από την βασίλισσα των ξωτικών, να σταθεί επιεικής στην κρίση της απέναντί τους. Να μεσολαβήσει επίσης στη Ναζουάντα, ώστε να τους δεχτεί και πάλι πίσω στα εδάφη της, σε μέρη όπου θα μπορούσαν να επιβιώσουν.
Η Άρυα έσφιξε ενθαρρυντικά το χέρι του μέσα στο δικό της. "Για το πρώτο, μην έχεις έγνοια, σούρτουγκαλ" του υποσχέθηκε. "Δεν θα μου είναι δύσκολο να επηρεάσω την κρίση των αρχόντων της περιοχής υπέρ αυτών των ανθρώπων." Κατόπιν όμως τον κοίταξε προσεκτικά στα μάτια. "Γι' αυτό το δεύτερο βέβαια… Θα πρέπει να μεσολαβήσεις μόνος σου στη Ναζουάντα. Είναι γνωστό πως η βασίλισσα των ανθρώπων είναι φιλεύσπλαχνη και ελεήμων. Υπάρχει περίπτωση να τους δεχτεί και πάλι στα εδάφη της, εάν βέβαια πειστεί από εσένα, ότι κανένας τους δεν αποτελεί κίνδυνο για τον λαό της και την εξουσία της. Κάνε εσύ την πρώτη κίνηση υπέρ τους και, αν χρειαστεί, θα προσθέσω τις παραινέσεις μου στις δικές σου. Όπως καταλαβαίνεις βέβαια, η θέση μου είναι λεπτή. Δεν θα ήθελα να θεωρηθεί, ότι το γένος των ξωτικών επεμβαίνει στις υποθέσεις του βασιλείου των ανθρώπων."
Ο Έραγκον ένευσε θετικά στα λόγια της. Χαιρόταν μεν που η Άρυα θα μεσολαβούσε στα ξωτικά υπέρ του αδελφού του και του δράκου του και υπέρ της ομάδας των κυνηγών των ανθρώπων. Είχε ελπίσει όμως σε περισσότερη βοήθεια από την μεριά της, σχετικά με την επανεγκατάστασή τους σε νέα εδάφη. Ζώντας κοντά σ' αυτούς τους ανθρώπους κατά τα τελευταία εικοσιτετράωρα, είχε πειστεί, πως ο κίνδυνος που αποτελούσαν δεν ήταν μεγάλος. Υπήρχε πάντα και ο τρόπος να τους αναγκάσει να πάρουν όρκους χρησιμοποιώντας την μαγεία του. Μέσα του όμως είχε ευχηθεί, να μην χρειαζόταν να καταφύγει σε τέτοιους τρόπους. Από την άλλη, φοβόταν την αντίδραση του Μέρταγκ σε μια παρόμοια κίνηση. Στα βάθη του μυαλού και της καρδιάς του είχε ελπίσει, ότι θα ήταν τα ξωτικά αυτά που θα επέτρεπαν στους ανθρώπους να κατοικήσουν κοντά στα εδάφη τους, να τους προσέχουν.
Παρά τις παραπάνω σκέψεις του έσφιξε και πάλι το χέρι της Άρυα μέσα στο δικό του χαμογελώντας ενθαρρυντικά. "Αύριο, τότε" τόνισε. "Αύριο θα είναι η μέρα, που θα φροντίσω να επικοινωνήσω με τη Ναζουάντα."
Σ/Σ: Ελπίζω να είστε όλοι καλά και ο covid-19 να μην σας άγγιξε.
(συνεχίζεται)
