Κεφάλαιο 8
Στον Όλυμπο
(Σήμερα)
"Αυτό είναι το δωμάτιό σου.", της είπε η Εκάτη κι η Περσεφόνη κοίταζε σαστισμένη το χώρο. "Δεν είναι ότι εσύ κι ο Άδης κοιμάστε χωριστά, απλώς όταν είχες πρωτοέρθει, έμενες εδώ. Εξάλλου, δε χωράνε στη ντουλάπα σας όλα σου τα ρούχα.", είπε δείχνοντας τα πανέμορφα φορέματα που βρίσκονταν στις κρεμάστρες.
"Δε μπορεί να είναι δικά μου όλα αυτά!"
"Κάνε ένα μπάνιο κι εγώ θα σου διαλέξω κάτι που ταιριάζει στην περίσταση."
Στο γραφείο του ο Άδης περπατούσε σκεπτικός. Διάβαζε τις αναφορές για τις ψυχές όμως δε μπορούσε να συγκεντρωθεί. Το μυαλό του ήταν κολλημένο στη γυναίκα του. Βλέποντάς τη να φοράει τα ρούχα του αλλά συγχρόνως να τον κρατάει σε απόσταση, τρελαινόταν. Θα έδινε τα πάντα να την έβλεπε να τον κοιτάζει ξανά όπως παλιά με βλέμμα γεμάτο αγάπη. Αγάπη για αυτόν, τον πιο μισητό από τους θεούς. Τώρα όμως τον κοιτούσε σαν ξένο, σαν δεσμοφύλακα. Ξάφνου, αισθάνθηκε μια παρουσία πίσω του και γύρισε.
"Μελινόη.", είπε μα το κορίτσι τον κοίταξε νευρικά.
"Δηλαδή, δε μπορώ να μιλήσω στην ίδια μου τη μητέρα;"
"Έχει περάσει ήδη πολλά."
"Είναι κακό που είμαι κόρη της;"
"Δεν είναι ακόμα έτοιμη για να της εξηγήσω τις συνθήκες της γέννησής σου."
"Μήπως δεν είσαι έτοιμος εσύ;"
"Μελινόη! Είμαι ο πατέρας σου και πρέπει να με υπακούς.", της είπε απότομα. Η κοπέλα γύρισε να φύγει όμως σταμάτησε στην πόρτα.
"Μπορεί να είσαι στ' αλήθεια ο πατέρας μου μα επέλεξες να ζεις στην άγνοια.", του είπε πριν φύγει κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Έπειτα ο Άδης έμεινε μόνος στη σιωπή του γραφείου του. Θυμήθηκε πώς οδηγήθηκαν στην απρόσμενη εγκυμοσύνη της Περσεφόνης και πως εκείνος είχε επιλέξει να μη μάθει ποτέ αν η Μελινόη ήταν κόρη δική του ή του αγνώστου που είχε βιάσει τη γυναίκα του. Δεν είχε καμία σημασία για αυτόν. Η Μελινόη ήταν το δικό του παιδί και κανείς δε μπορούσε να το αλλάξει.
Μόλις η Περσεφόνη τελείωσε το μπάνιο της, η Εκάτη τη χτένισε κι άρχισε ταυτόχρονα να της διηγείται διάφορες ιστορίες για τους θεούς που επρόκειτο να γνωρίσει εκείνη τη νύχτα.
"Ο Ερμής; Σε αποκαλεί 'Κόρη', για να δείξει ότι γνωρίζεστε από παλιά. Έχει αποκτήσει μερικούς γιους τώρα. Θυμάμαι μια φορά που είχατε τσακωθεί με τον Άδη και είχες φύγει απ' το βασίλειο. Σε είδε να μιλάς με τον Ερμή κι εκείνος τόλμησε να σε φιλήσει... Μπορούσες να τον κανονίσεις και μόνη σου αλλά ο Άδης βρήκε ευκαιρία να τα βάλει μαζί του. Βέβαια, ήταν μια παρεξήγηση. Για όλα έφταιγε αυτή η Μινθώ."
"Μινθώ; Έχει καμιά σχέση με τη μέντα;"
"Ναι, έτσι κατέληξε αφού τελείωσες με αυτήν. Τι μέρες κι εκείνες! Την είχες πιάσει στο κρεβάτι με τον Άδη.", είπε η Εκάτη κι η Περσεφόνη ένοιωσε έναν κόμπο στο λαιμό. Τελικά την είχε απατήσει. Για κάποιο λόγο αυτό την ενόχλησε πιο πολύ από όσο θα περίμενε. "Σηκώθηκες κι έφυγες! Ο Άδης ήταν μπερδεμένος, δε θυμόταν πώς είχε βρεθεί εκεί η Μινθώ. Βέβαια, πολλές νύμφες είχαν περάσει παλιότερα από το κρεβάτι του... Αυτό δεν έπρεπε να το πω. Όμως πραγματικά δεν έφταιγε αυτός! Αν θυμόσουν, θα το ήξερες.", της είπε για να την καθησυχάσει. Έμειναν σιωπηλές για λίγο, μέχρι που η Περσεφόνη ξαναμίλησε.
"Εκείνη η κοπέλα στην κουζίνα νωρίτερα, ποια ήταν;"
"Η Μελινόη. Ας το αφήσουμε εκεί προς το παρόν.". Η Περσεφόνη φόρεσε μια κατάμαυρη τουαλέτα και θαύμασε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Η Εκάτη την οδήγησε έξω, όπου την περίμενε ο Άδης δίπλα στο άρμα του. "Πήγαινε κοντά του.", την παρότρυνε κι εκείνη προχώρησε προσπαθώντας να δείχνει αυτοπεποίθηση.
"Γεια.", του είπε κι η αυτοπεποίθησή της εξαφανίστηκε. Ήταν πολύ κομψός και δυσκολεύτηκε να πάρει τα μάτια της από πάνω του.
"Είσαι πανέμορφη.", της είπε. Έμειναν να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο, ώσπου ο Άδης θυμήθηκε κάτι άξαφνα. "Είναι ήδη δικό σου.", της είπε δίνοντάς της ένα βελούδινο κουτί. Μέσα υπήρχε ένα χρυσό στέμμα με ζαφείρια, που λαμποκοπούσαν στο φως του ποταμού. "Είσαι έτοιμη;", τη ρώτησε καθώς το έβαζε στα μαλλιά της. Εκείνη έγνεψε, ανέβηκε στο άρμα και ξεκίνησαν για τον Όλυμπο. "Πώς πέρασες με την Εκάτη;"
"Καλά. Είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα."
"Δεν είχα καμιά αμφιβολία! Τι σου είπε;"
"Μερικά πράγματα για τους θεούς και για μια νύμφη, τη... Μινθώ;". Η έκφραση του Άδη έγινε σκληρή και οργισμένη.
"Δεν έπρεπε να σου μιλήσει για αυτό."
"Δεν υπάρχει πρόβλημα. Εννοώ, έγινε πολύ παλιά, έκανες ένα λάθος. Ούτε καν το θυμάμαι πια."
"Ποτέ δε σε απάτησα. Αλήθεια σου λέω."
"Σε πιστεύω."
"Δεν το νομίζω.", της είπε προκαλώντας της ενοχές. "Απλώς, δε σε νοιάζει καθόλου.". Έμειναν σιωπηλοί σε όλη την υπόλοιπη διαδρομή και μόνο όταν έφτασαν, ξαναμίλησε η Περσεφόνη.
"Μακάρι να μπορούσα να θυμηθώ!"
"Το ξέρω.", είπε ο Άδης βοηθώντας τη να κατεβεί από το άρμα. Καθώς προχωρούσαν προς το παλάτι των θεών, άγχος κυρίευσε την ψυχή της.
"Μη μ' αφήσεις μόνη μου ούτε για ένα λεπτό, ακούς;". Ο Άδης κράτησε το χέρι της σφιχτά και χαμογέλασε.
"Ποτέ δε σ' έχω αφήσει."
