Κεφάλαιο 10
Το Πρώτο Φιλί
(Πριν από πολύ καιρό)
Αρνιόταν να του μιλήσει. Μετά το συμβάν στα Τάρταρα ήθελε να γυρίσει σπίτι της όμως αυτός δεν της το επέτρεψε. Δεν της ανέφερε αυτά που του είχαν αποκαλύψει οι Μοίρες, ακόμα κι όταν η Εκάτη τού είπε πως έπρεπε να μάθει την αλήθεια.
"Δε χρειάζεται να μάθει τίποτα."
"Θα σε μισήσει."
"Δεν πειράζει, όλος ο κόσμος με μισεί.", της είπε κι η Εκάτη έφυγε δίχως να καταφέρει να του αλλάξει γνώμη. Λίγες μέρες αργότερα πέρασε για επίσκεψη ο Έρως.
"Πώς είσαι, άρχοντα Άδη; Τι κάνει η καλή σου;"
"Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Θα σε ταΐσω στον Κέρβερο.", τον απείλησε ο Άδης.
"Ήρθα να δω πώς πάει το αριστούργημά μου. Να ξέρεις, η Δήμητρα είναι πολύ δυσαρεστημένη μαζί σου."
"Δε μπορώ να επιστρέψω την Περσεφόνη. Είναι αργά πια."
"Μην ξαφνιαστείς όμως, αν καταφθάσει εδώ σαν την τρελή."
"Δε θα εισέλθει στον Κάτω Κόσμο. Εδώ με το ζόρι άφησα εσένα να μπεις!", είπε ο άρχοντας. "Έχεις να μου πεις τίποτε άλλο;"
"Έλα, βρε Άδη, εγώ ήρθα να μάθω για τη σχέση σου κι εσύ δε μου είπες τίποτα. Έλα, μοιράσου τα αισθήματά σου.". Ο Άδης τού έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα κι ο Έρως κατάλαβε πως δε θα έπρεπε να ακούσει ποτέ ξανά τη μητέρα του. 'Πήγαινε στον Άδη', λέει. 'Μάθε πώς πάει ο έρωτάς τους', λέει. Ηλίθια!
"Δεν υπάρχει κανένα αίσθημα ανάμεσά μας, για να το μοιραστώ. Τώρα εξαφανίσου από μπροστά μου!", τον πρόσταξε ο Άδης. Ο Έρως παρέμεινε σκεπτικός. Δεν υπάρχει αίσθημα; Πώς είναι δυνατόν; Αφού έριξε και στους δύο το βέλος του.
"Ωχ! Επιστρέφω αμέσως.", είπε και βγήκε έξω τρέχοντας. Ύστερα από λίγο ακούστηκαν φωνές έξω από την αίθουσα του θρόνου.
"Πώς τολμάς; Θα σου τα σπάσω τα φτερά!", ακούστηκε να φωνάζει η Περσεφόνη σε έξαλλη κατάσταση κυνηγώντας τον Έρωτα και κρατώντας στα χέρια της ένα βέλος. "Αυτή τη φορά είσαι τυχερός! Την επόμενη δε θα γλυτώσεις!", φώναξε η θεά της άνοιξης ενώ ο καημένος ο Έρως πετούσε στο διάδρομο προσπαθώντας να ξεφύγει. "Πώς γίνεται αυτός ο Θεός του Έρωτα να τριγυρνάει εδώ μέσα ελεύθερα κι εγώ να μη μπορώ ούτε να περάσω τη Στύγα;", είπε η Περσεφόνη μπαίνοντας στην αίθουσα του θρόνου.
"Επειδή δε θα ήθελα τον Έρωτα να κατοικεί στον Κάτω Κόσμο.", απάντησε ο Άδης, που διασκέδαζε αφάνταστα να τη βλέπει θυμωμένη. Έμοιαζε σαν να πετάει σπίθες. Κοιτάζοντας όμως πιο προσεκτικά είδε πως δεν ήταν σπίθες μα λευκά ροδοπέταλα! Με δυσκολία κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο του. "Περσεφόνη, μαδάς.", της είπε κι εκείνη κοίταξε τριγύρω. Είδε τα πέταλα να πέφτουν στα πόδια της, ηρέμησε λίγο κι εκείνα σταμάτησαν.
"Αυτό είναι γελοίο.", είπε και γύρισε να φύγει.
"Περσεφόνη! Θες να πάμε έναν περίπατο μαζί;", της πρότεινε ο Άδης.
"Θα είναι το σπίτι μου ο προορισμός;"
"Θα ήθελα να θεωρείς σπίτι σου τον Κάτω Κόσμο."
"Γιατί με κρατάς εδώ, Άδη;"
"Κάποτε απολάμβανες την παρέα μου.", της είπε.
"Ακόμα ισχύει. Αλλά δε γίνεται να απολαμβάνω κάτι που μου επιβάλλεται."
"Η Δήμητρα σού επιβαλλόταν."
"Ναι, για δες όμως πού καταλήξαμε!", του είπε. "Ακριβώς γι' αυτό ήθελα να φύγω μακρυά της."
"Εγώ θέλω να γίνουμε φίλοι."
"Στη φιλία είναι απαραίτητη η εμπιστοσύνη."
"Πρέπει να με εμπιστευτείς, Περσεφόνη. Δε μπορώ να σε αφήσω να φύγεις."
"Γιατί;", τον ρώτησε απελπισμένη. Ο Άδης δε μπορούσε να αντικρύζει τα βουρκωμένα μάτια της κι έφυγε χωρίς να της δώσει την απάντηση που γύρευε.
"Δε μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν ξέρει πώς να δείξει στοργή.", της είπε η Εκάτη πλησιάζοντας.
"Στοργή το λέτε εσείς αυτό;"
"Ναι. Όταν σώνεις τη ζωή κάποιου, το κάνεις επειδή νοιάζεσαι.", απάντησε αφήνοντας την Περσεφόνη άφωνη.
"Τι εννοείς;"
"Αφού δε σου μίλησε εκείνος, δεν πρέπει να σου μιλήσω ούτε εγώ."
"Εκάτη, τι τρέχει;"
"Ας πούμε ότι ο κήπος σου τώρα τελευταία έχει κάποια φονικά φυτά.", της είπε και την άφησε μόνη. Η Περσεφόνη όμως είχε ανάγκη από κάποιες εξηγήσεις. Έψαξε παντού τον Άδη, ώσπου τον βρήκε στα Ηλύσια Πεδία.
"Περσεφόνη, χαίρομαι πολύ που σε ξαναβλέπω."
"Τι φυτά είναι αυτά στον κήπο μου;"
"Φυτά; Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα μιλάς.", της είπε.
"Μη μου λες ψέματα."
"Δε σου λέω ψέματα. Ο κήπος σου είναι κατάφυτος. Πού να ξέρω τι φυτρώνει εκεί πέρα;". Είχε τα χέρια πίσω από την πλάτη του και δεν την κοιτούσε. Η Περσεφόνη εκνευρισμένη πήγε και στάθηκε μπροστά του.
"Γιατί βρίσκομαι εδώ;"
"Γιατί βρίσκεσαι εδώ; Τι θα γινόταν, αν σου έλεγα ότι βρίσκεσαι εδώ για χάρη μου;"
"Είσαι τόσο εγωιστής;"
"Δε φαντάζεσαι πόσο.", είπε ο Άδης. Δεν άντεχε άλλο, ήθελε απεγνωσμένα να μάθει τι ένοιωθε για αυτόν.
"Πες μου.", του είπε την ώρα που πλησίαζε το πρόσωπό του στο δικό της.
"Τι να σου πω;"
"Γιατί βρίσκομαι εδώ;", τον ξαναρώτησε κι εκείνος τη φίλησε απαλά. "Περίμενε! Πρέπει να μου δώσεις μια απάντηση."
"Επειδή σε θέλω. Ευχαριστημένη;"
"Άδη, πες μου την αλήθεια!", του είπε με δυνατή φωνή κι ο Άδης υποχώρησε.
"Εντάξει. Θα σου την πω. Οι Μοίρες είπαν πως αν σε έστελνα πίσω, θα πέθαινες εξαιτίας ενός θανατηφόρου φυτού."
"Δηλαδή, μου έσωσες τη ζωή;", τον ρώτησε ξαφνιασμένη κι ο Άδης την κοίταξε σιωπηλός. Ένοιωσε πολύ μπερδεμένη και θέλησε να επιστρέψει στο δωμάτιό της. Οι σκέψεις της τη βασάνιζαν. Ήθελε να μείνει με τον Άδη όμως ήθελε και να γυρίσει πίσω στο σπίτι της. Ο άρχοντας αποφάσισε να την κρατήσει στο βασίλειό του δίχως να ζητήσει τη γνώμη της... Μα το έκανε για να τη σώσει... Αλλά αυτό δεν άλλαζε το γεγονός πως την είχε κοροϊδέψει... Δε γινόταν να δεχτεί έτσι απλά κάτι τέτοιο.
"Ξαφνιάζεσαι που σε έσωσε ο άρχοντας του Κάτω Κόσμου;", τη ρώτησε η Εκάτη και η Περσεφόνη τρόμαξε καθώς δεν την είχε δει να μπαίνει στο δωμάτιο. "Αυτό είναι; Δεν πίστευες πως ο Άδης θα είχε ευγενική ψυχή;"
"Δεν είπα ποτέ κάτι τέτοιο!", τόνισε η Περσεφόνη.
"Τον αγαπάς;"
"Τι σημασία έχει;"
"Έχει τεράστια σημασία.", είπε η Εκάτη πηγαίνοντας κοντά της όμως η Περσεφόνη τής γύρισε την πλάτη.
"Μπορείς να με αφήσεις ήσυχη για λίγο;"
"Μπορείς να παραδεχτείς τα αισθήματά σου;"
"Τα αισθήματά μου δε σε αφορούν! Δεν υπάρχει τίποτα. Τώρα άσε με μόνη μου!", ξέσπασε η Περσεφόνη. Η Εκάτη ξαφνιάστηκε, αφού κανείς δεν της είχε ξαναμιλήσει με αυτόν τον τρόπο. Όμως κατάλαβε ότι δε μπορούσε να κάνει τίποτα για αυτή τη νεαρή θεά.
"Είναι παράλογο να συνεχίσεις έτσι. Σ' αρέσει, δε σ' αρέσει, είσαι κάτοικος του Κάτω Κόσμου πλέον.", είπε κι έφυγε πραγματοποιώντας την επιθυμία της να την αφήσει μόνη.
Την ίδια νύχτα, η Περσεφόνη βγήκε από την κάμαρά της και κατευθύνθηκε στο γραφείο του Άδη.
"Περσεφόνη, χρειάζεσαι κάτι;", τη ρώτησε.
"Οχι, απλώς τριγυρνούσα.", απάντησε δειλά εκείνη.
"Μη λες ψέματα.", της είπε.
"Εντάξει... Ήρθα να σου πω ότι ήταν λάθος μου που σε έκρινα τόσο αυστηρά. Εκτιμώ όλα όσα έκανες για 'μένα. Αλλά... Πρέπει να σε ρωτήσω... Μήπως υπάρχει κάποιος τρόπος να γυρίσω πίσω;"
"Δυστυχώς, όχι.", της είπε θλιμμένα. "Με συγχωρείς, δε σκεφτόμουν καθαρά, όταν σου έδωσα το ρόδι. Λυπάμαι πραγματικά.". Η Περσεφόνη κοίταξε αλλού και τα μάτια της φάνηκαν να βουρκώνουν. Για μια στιγμή, ο Άδης πίστεψε πως θα έβαζε τα κλάματα. Όταν όμως τον ξανακοίταξε, είχε μάτια στεγνά.
"Εντάξει.", είπε ουδέτερα.
"Εντάξει;", ρώτησε ο Άδης σοκαρισμένος μα εκείνη χαμογέλασε απλά.
"Μη νομίζεις... Πάντα θα σου κρατάω κακία. Όμως αν εγώ ήμουν εκεί κι εσύ εδώ, τότε δε θα μπορούσα να κάνω αυτό...", είπε κι έτρεξε να τον φιλήσει.
"Περσεφόνη, τι κάνεις;"
"Μη με αμφισβητείς.", του είπε και συνέχισε να τον φιλά. Ο Άδης την έκλεισε στην αγκαλιά του ευτυχισμένος. Θα μπορούσε να το συνηθίσει αυτό.
