Κεφάλαιο 11
Το Δείπνο
(Σήμερα)
Η Περσεφόνη κάθισε στο τραπέζι ανάμεσα στον Άδη και τον Ποσειδώνα ενώ ο Δίας καθόταν στην κορυφή. Ο Άδης δυστυχώς καθόταν δίπλα στον Διόνυσο και απέναντι από τον Απόλλωνα και τον Άρη.
"Να σου συστήσω τη γυναίκα μου, την Αμφιτρίτη.", είπε ο Ποσειδών στην Περσεφόνη. "Κανονικά δε θα έπρεπε να έρθει, γιατί δεν είναι θεά, είναι Νηρηίδα. Αλλά είναι η γυναίκα μου κι ανάθεμά με αν αφήσω τον Δία να μου λέει ποιους μπορώ να φέρνω σε δείπνο!"
"Αν την αγαπάς, τι πρόβλημα υπάρχει;"
"Ακριβώς.".
Η Περσεφόνη κοίταξε τον Άδη που έπαιζε με το πηρούνι του κι έμοιαζε λες και ήθελε να το χώσει στο κεφάλι του. Μετά όμως φάνηκε να αλλάζει γνώμη. Καλύτερα να το καρφώσει στην καρδιά του θεού του κρασιού. Η Περσεφόνη τού πήρε το πηρούνι από το χέρι και το άφησε στο τραπέζι.
"Όχι απόψε.", του είπε χαμογελαστή.
"Ξέρεις, θαυμάζω την αγάπη σου για τον αδερφό μου.", της είπε ο Ποσειδών μετά από λίγο.
"Αλήθεια;"
"Ναι. Δε θα τον αγαπούσαν πολλοί για αυτό που είναι μα εσύ τον έκανες άλλον άνθρωπο... Πιο ζωντανό. Κάποτε νόμιζα πως αν τον άγγιζα, θα εξαφανιζόταν μέσα σε καπνούς."
"Τώρα όμως τα κατέστρεψα όλα."
"Όχι, μην το λες αυτό. Πιστεύω πως η σχέση σας θα γίνει πιο δυνατή μετά από όλα αυτά. Ειλικρινά, ο Άδης σ' αγαπάει πάρα πολύ και ξέρω πως μια τέτοια αγάπη δε χάνεται έτσι απλά."
"Μακάρι!"
"Άκου με που σου λέω! Εγώ παλιότερα δεν ήμουν και τόσο καλός. Από την άλλη μεριά, ο Άδης πάντα σεβόταν τις γυναίκες. Εγώ έμοιαζα πιο πολύ στον Δία. Όμως η Αμφιτρίτη το άλλαξε αυτό. Θεωρώ πως όποιος πιστεύει πραγματικά στην αγάπη, κάποια στιγμή θα τη βρει.".
Ο Άδης άρχισε να χτυπά νευρικά το μαχαίρι στο πόδι του κι η Περσεφόνη το πήρε από κοντά του.
"Πώς θα φάω τώρα;", τη ρώτησε.
"Να χρησιμοποιήσεις το κουτάλι σου."
"Δε μπορώ να φάω τη μπριζόλα με κουτάλι."
"Αν σκοτώσεις τον Απόλλωνα, δε θα ξαναφάς μπριζόλα ποτέ.". Ο Άδης μούγκρισε κι άρχισε να τρώει τον πουρέ του με κουτάλι ενώ η Περσεφόνη γύρισε ξανά στον Ποσειδώνα. "Πώς έγινε άρχοντας του Κάτω Κόσμου;"
"Σε γενικές γραμμές, τραβήξαμε κλήρο και τα υπόλοιπα τα κανόνισαν οι Μοίρες. Αλλά καλύτερα να σου την πει ο ίδιος αυτή την ιστορία."
"Αν ο Διόνυσος ρίξει κρασί πάνω μου, παίρνω πίσω το μαχαίρι.", μουρμούρισε ο Άδης στο αυτί της.
"Εσύ κι ο Άδης έχετε περάσει τόσα πολλά. Μην καταστρέψετε την αγάπη σας.", είπε ο Ποσειδών.
"Τι λέτε εσείς τόση ώρα;", ρώτησε η Αμφιτρίτη.
"Τίποτα, αγάπη μου. Καυχιέμαι για τη γυναίκα μου."
"Ναι, καλά!", του είπε κι αυτός τη φίλησε.
"Έλεος, τρώμε!", διαμαρτυρήθηκε ο Έρως κι ο Ποσειδών χαμογέλασε.
"Θέλετε κι άλλο; Έλα, γυναίκα, πρέπει να δώσουμε στους θεούς αυτό που ζητούν!", είπε και σηκώθηκε από την καρέκλα του παίρνοντας μαζί την Αμφιτρίτη.
"Τι κάνει τώρα εκεί;", είπε ο Άδης βαριεστημένα.
"Έλα...", είπε η Περσεφόνη χτυπώντας τον ελαφρά στο στέρνο.
"Κυρίες και κύριοι, ένα χειροκρότημα για τον Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτη!", φώναξε ο Ερμής.
"Φίλα την!", είπε η Αφροδίτη κι όλοι στο τραπέζι γέλασαν δυνατά.
"Να φιλήσω τη γυναίκα μου; Απίστευτο!"
"Σαν μικρό παιδί κάνεις, Ποσειδών.", του είπε η Νηρηίδα και πήγε να καθίσει πάλι μα ο Θεός της Θάλασσας την άρπαξε στην αγκαλιά του.
"Τώρα, καλή μου, θα σου δείξω πόσο σ' αγαπώ.", είπε φιλώντας τη με ένταση καθώς όλοι άρχισαν να επευφημούν.
"Πάντα έτσι είναι οι συγκεντρώσεις στον Όλυμπο;", ρώτησε η Περσεφόνη.
"Συνήθως, ναι. Γι' αυτό και τις αποφεύγω.", απάντησε ο Άδης. Κάποιος τότε φώναξε να φιλήσουν όλοι οι θεοί τις γυναίκες τους και η Ήρα με την Περσεφόνη αλληλοκοιτάχτηκαν ανήσυχες.
"Κοιτάξτε, ξεκίνησα μόδα!", είπε ο Ποσειδών γελώντας. Ο Δίας, που θα προτιμούσε να φιλήσει κάποια νύμφη, τράβηξε κοντά τη γυναίκα του. Ήταν προφανές ότι η Ήρα δεν το ήθελε όμως ο Δίας ήταν ο βασιλιάς των θεών. Φιλήθηκαν δειλά, άβολα, σαν να μην ήξεραν πώς να φιληθούν πλέον. Στη συνέχεια, όλα τα βλέμματα στράφηκαν προς τον Άδη και την Περσεφόνη.
"Γαμώτο!", ψιθύρισε αυτή κι ο Άδης κοίταζε γύρω του σαν να τους προκαλούσε όλους να τον αναγκάσουν να φιλήσει τη γυναίκα του. "Γιατί όχι;", την άκουσε να λέει και την κοίταξε εμβρόντητος. Η Περσεφόνη στάθηκε όρθια κι ο Άδης την ακολούθησε σαστισμένος.
"Για να ξέρετε, όλο αυτό το βρίσκω εντελώς ανόητο.", ήταν η δήλωση του Άδη.
"Κάν' το τότε!", του είπε ο Ποσειδών. Κοίταζαν ο ένας τον άλλον ακίνητοι για πολλή ώρα.
"Πριν αρχίσει ο δεύτερος Τρωικός πόλεμος, παρακαλώ!", είπε ο Έρως μα σταμάτησε να γελάει μόλις ο Άδης τον κοίταξε έτοιμος να τον σκοτώσει. Μπροστά του ζωντάνεψε η ανάμνηση της ημέρας που του είχε ρίξει το βέλος του.
"Μην είστε έτσι! Ουσιαστικά, μόλις χτες τον γνώρισε η κοπέλα!", τους μάλωσε η Άρτεμις.
"Έλα, Περσεφόνη, αφού κατάφερε να το κάνει η Ήρα, μπορείς κι εσύ!", είπε η Αθηνά κι όλοι ξέσπασαν σε γέλια. Ο Δίας την κοίταξε εκνευρισμένος όμως δεν είπε τίποτα. Η Αθηνά ήταν το αγαπημένο του παιδί.
"Φαντάσου ότι είμαι κάποιος άλλος, αν σε βοηθάει.", ψιθύρισε ο Άδης.
"Μπα, δε χρειάζεται.", είπε η Περσεφόνη και τον φίλησε. Ο Άδης δε μπορούσε να το πιστέψει. Η γυναίκα του τον φιλούσε ξανά μετά από τόσα χρόνια και μάλιστα μπροστά σε όλους τους θεούς!
"Τελικά ο Άδης μάς ξεπέρασε όλους.", είπε ο Ποσειδών και χτύπησε θριαμβευτικά την πλάτη του αδερφού του. Κάθισαν πάλι κάτω με κόκκινα μάγουλα και δεν έριχναν ματιά ο ένας στον άλλον, ώσπου ο Έρως κι η Ψυχή έγιναν κάπως υπερβολικοί με τα φιλιά τους.
"Αυτό δεν είναι δείπνο, είναι φεστιβάλ φιλιού.", είπε η Περσεφόνη.
"Μάλλον έχει έρθει η ώρα να φύγουμε.", είπε ο Άδης.
"Αντίο, Ποσειδών. Χάρηκα που μιλήσαμε.", είπε η Περσεφόνη φεύγοντας κι ο Άδης τον κοίταξε ερωτηματικά.
"Τι τρέχει, αδερφέ;", ρώτησε ο Ποσειδών.
"Τίποτα.", απάντησε ο Άδης.
"Θα έπρεπε να με ευχαριστείς.", του είπε γελώντας πονηρά ενώ ο Άδης προσπάθησε να κρύψει το δικό του χαμόγελο. Έπειτα τον χαιρέτησε και ακολούθησε την Περσεφόνη.
"Αναρωτιέμαι ποιον θα φιλήσει η Αφροδίτη.", της είπε μόλις ανέβηκαν στο άρμα. "Τον άντρα της ή τον Άρη; Ή κάποιον άλλο;"
"Πάντως όχι εσένα."
"Εντάξει, εγώ τα καταφέρνω καλύτερα από τα αδέρφια μου και χωρίς τη βοήθεια της Αφροδίτης.", της είπε γελώντας κι εκείνη κοκκίνισε. "Δική σου ιδέα ήταν."
"Οδήγα το άρμα!"
"Πάντως, ακόμα φιλάς τέλεια.", είπε ο Άδης.
"Κι εσύ δεν ήσουν τόσο κακός."
"Δεν ήμουν τόσο κακός; Αν ρωτούσες τις νύμφες που είχα πριν γνωριστούμε, θα σου έλεγαν τα καλύτερα."
"Φαίνεται ότι οι νύμφες δεν έχουν εμπειρία."
"Ενώ εσύ έχεις;", της είπε ο Άδης. Η Περσεφόνη πήγε να απαντήσει αλλά δεν κατάφερε να βγάλει μιλιά. "Αυτό λέω κι εγώ.", κατέληξε και τα άλογα ξεκίνησαν για τον Κάτω Κόσμο.
"Είσαι γελοίος."
"Εσύ με παντρεύτηκες."
"Έτσι λες εσύ.", του είπε κι ο Άδης σοβάρεψε απότομα.
"Ο Ήφαιστος μάς τις έφτιαξε.", είπε βγάζοντας τη βέρα του. Για μια στιγμή, η Περσεφόνη φοβήθηκε ότι θα την πετούσε στα δέντρα. Εντούτοις, της την έδωσε κι εκείνη διάβασε την εγχάρακτη επιγραφή: Άδης και Περσεφόνη, παντοτινά. Άπλωσε το χέρι του χωρίς να την κοιτάξει και ξαναφόρεσε τη βέρα. Η Περσεφόνη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του και άφησε τον άνεμο να της φυσάει τα μαλλιά.
