Κεφάλαιο 12

Ο Σατανάς

(Σήμερα)

"Άδη!", φώναξε η Περσεφόνη τρέχοντας στην αίθουσα του θρόνου και μαδώντας απ' τα νεύρα της.

"Ναι;", της είπε.

"Δε μου είπες ότι... Είμαστε συγγενείς!"

"Α, ξέχασα να το αναφέρω;", είπε ο Άδης με κέφι.

"Ξέχασες; Δε σε πιστεύω!"

"Ηρέμησε. Είσαι ταραγμένη αυτή τη στιγμή. Εντάξει, είμαι αδερφός του πατέρα σου αλλά..."

"Του πατέρα μου; Νόμιζα ότι είσαι αδερφός της μητέρας μου!", φώναξε η Περσεφόνη.

"Α, ναι, σωστό κι αυτό."

"Δεν είχα φανταστεί πως έχω πατέρα. Νόμιζα πάντα ότι η μητέρα με γέννησε από μόνη της."

"Είσαι παιδί του Δία.", της είπε γελώντας.

"Του Δία; Δηλαδή, εσύ είσαι θείος μου κι ο Δίας είναι πατέρας μου; Τέλεια!"

"Ο πατέρας σου είναι και αδερφός της Δήμητρας."

"Τι;", ψέλλισε η Περσεφόνη. Ο Άδης σηκώθηκε από το θρόνο του και την έπιασε από τους ώμους προσπαθώντας να μη γελάσει.

"Άκου με λίγο. Οι σχέσεις μεταξύ των θεών δεν είναι σαν αυτές των θνητών. Όλοι έχουμε κάποια συγγενική σχέση μεταξύ μας και δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον αδελφικό δεσμό και στον αισθηματικό, πόσο μάλλον ανάμεσα σε θείο και ανηψιά. Αν και θα προτιμούσα να μη με αποκαλέσεις ποτέ 'θείο'. Βασικά, θα επιμείνω πάνω σε αυτό.", της εξήγησε κι αυτή στάθηκε μακρυά του.

"Δεν ξέρω. Πρέπει να το σκεφτώ... Να το συνηθίσω.", είπε σιγανά κι έφυγε. Ο Άδης αναστέναξε. Δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να τη βοηθήσει. Η Περσεφόνη σταμάτησε στο κατώφλι και τον κοίταξε. "Η μαμά μου είναι καλά; Δε θέλω να ανησυχεί."

"Γνωρίζει ότι είσαι ασφαλής. Εάν όμως θες να τη δεις..."

"Ίσως θα έπρεπε."

"Εντάξει, θα το κανονίσω. Θα πάμε μαζί."

"Ωραία.", είπε η Περσεφόνη αλλά πριν φύγει τον άκουσε να γελάει. "Τι έγινε;"

"Τα πόδια σου...". Εκείνη κοίταξε κάτω και είδε τα ροδοπέταλα, τα οποία καθώς προχωρούσε, γίνονταν περισσότερα.

"Κάν' τα να σταματήσουν!", φώναξε τρέχοντας γύρω-γύρω. Ο Άδης γέλασε και την έπιασε από τη μέση. Τη σήκωσε στα χέρια του κι άρχισε να τη γυρίζει πολύ γρήγορα ενώ η Περσεφόνη είχε σκάσει στα γέλια. Μετά από λίγο έπεσαν κι οι δυο στο πάτωμα. "Τι παράξενο!"

"Είσαι παράξενος άνθρωπος.", της είπε ο Άδης κι η Περσεφόνη τού έβγαλε τη γλώσσα.

"Σ' ευχαριστώ για τη μητέρα μου.", του είπε μετά από λίγο. "Πρέπει να της μιλήσω οπωσδήποτε."

"Μην το συζητάς.", είπε ο Άδης την ώρα που η Εκάτη στάθηκε μπροστά τους και τους κοίταξε βαριεστημένα. Η Περσεφόνη ένοιωσε το κεφάλι της να βαραίνει κι έπεσε προς τα πίσω. Ο Άδης πρόλαβε να την πιάσει και την κοίταξε με αγωνία. "Είσαι καλά, Περσεφόνη μου;"

"Μισό λεπτό...", είπε με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού. Η μία μετά την άλλη, αναμνήσεις πλημμύρισαν το μυαλό της: Παγωμένα βλέμματα, γελαστά πρόσωπα, σαρκαστικά χαμόγελα... Σηκώθηκε απότομα κι έτρεξε στην αγκαλιά της συγκινημένη. "Σε θυμάμαι εσένα!"

"Τέλεια!", είπε ο Άδης ακουμπώντας απογοητευμένος πάνω στον τοίχο.

"Το ήξερα ότι θα με θυμόσουν.", είπε η Εκάτη χαμογελώντας θριαμβευτικά. Συνέχισαν να συζητούν έντονα, έως ότου ο Άδης αναστέναξε και σηκώθηκε να φύγει. "Ω!", είπε η Εκάτη προς τη φιγούρα του που απομακρυνόταν.

"Αχ, όχι... Ο καημένος...", είπε η Περσεφόνη.

"Τρέξε να τον προλάβεις.", της είπε κι εκείνη έτρεξε και του έπιασε το χέρι.

"Λυπάμαι."

"Για ποιο λόγο;", της είπε με ένα πικρό χαμόγελο και την άφησε να στέκεται εκεί, θλιμμένη και μόνη.

"Μην αισθάνεσαι άσχημα.", της είπε η Εκάτη. "Ούτε εσύ ούτε αυτός μιλάτε εύκολα για τα αισθήματά σας. Θα το ξεπεράσει, μην ανησυχείς.".
Το επόμενο πρωί, ο Άδης χτύπησε την πόρτα της Περσεφόνης.

"Πάμε να συναντήσουμε τη μητέρα σου."

"Τώρα;", ρώτησε η θεά κλείνοντας μερικά συρτάρια.

"Τι ψάχνεις;"

"Τίποτα.", είπε και φόρεσε τα παπούτσια της. "Είμαι έτοιμη, πάμε.".
Πήγαν σε μια ήσυχη καφετέρια, όπου τους περίμενε η Δήμητρα. "Μητέρα.", είπε η Περσεφόνη προσπαθώντας να μην τρέξει στην αγκαλιά της γυναίκας που της κατέστρεψε τη ζωή. Ήταν μητέρα της, την αγαπούσε αλλά δεν είχε το δικαίωμα να την πάρει μακρυά.

"Κόρη!", ψέλλισε η Δήμητρα κι έτρεξε να την αγκαλιάσει με δάκρυα στα μάτια. "Κόρη, μωρό μου!"

"Μαμά, γιατί το έκανες αυτό;"

"Εγώ ήθελα να σε σώσω.", είπε κλαίγοντας.

"Από τι να με σώσεις, μαμά; Δε νομίζω πως ήμουν δυστυχισμένη. Ούτε καν τώρα.". Ακούγοντας αυτά τα λόγια, ο Άδης ήρθε και στάθηκε στο πλάι της.

"Κόρη, νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να μιλήσουμε μόνες."

"Εγώ νομίζω πως η Περσεφόνη πρέπει να αποφασίσει.", είπε ο Άδης κι η Δήμητρα τον αγριοκοίταξε.

"Ξέρω τι χρειάζεται το παιδί μου."

"Αν ήξερες, δε θα είχαμε φτάσει εδώ."

"Είναι η κόρη μου."

"Εμένα είναι η γυναίκα μου."

"Δε σε θυμάται όμως."

"Εξαιτίας σου!", φώναξε ο Άδης αλλά αμέσως ηρέμησε. "Μπορεί να αποφασίσει η ίδια."

"Θέλω να μείνεις.", είπε η Περσεφόνη. Η Δήμητρα ξεφύσηξε όμως αναγκάστηκε να το δεχτεί. Κάθισαν κι οι τρεις σιωπηλοί. "Γιατί;", ρώτησε τελικά η Περσεφόνη ενώ ο Άδης τής κρατούσε το χέρι κάτω από το τραπέζι.

"Ήθελα να σε προστατεύσω. Είχα αποτύχει παλιότερα κι ήθελα επιτέλους να σου προσφέρω μια φυσιολογική ζωή."

"Προφανώς, είχα μια φυσιολογική ζωή κι εσύ μου το πήρες αυτό."

"Είμαι μητέρα σου. Είναι δουλειά μου να φροντίζω για την ασφάλειά σου."

"Μαμά, είμαι μεγάλη πια. Μπορώ να φροντίζω τον εαυτό μου."

"Δεν καταλαβαίνεις. Σου έκαναν κακό!". Ο Άδης δεν άντεξε άλλο και πετάχτηκε πάνω ρίχνοντας την καρέκλα του.

"Μην τολμήσεις να το πας εκεί πάλι!", είπε με δηλητηριώδη φωνή και η Περσεφόνη το ένοιωσε κι ας μην απευθυνόταν σε αυτήν.

"Άδη.", του είπε απαλά κι εκείνος γύρισε να την κοιτάξει οργισμένος όσο ποτέ τρομάζοντάς την. Αμέσως συνήλθε, ξανακάθισε και κράτησε το χέρι της.

"Με συγχωρείς."

"Είναι οξύθυμος. Δε μπορείς να εμπιστευτείς το θυμό του.", είπε η Δήμητρα.

"Ούτε εσένα. Διάβασα για αυτά που έκανες. Μητέρα, σκότωσες ανθρώπους, τους πήρες τη ζωή, το φαγητό, το καταφύγιο!"

"Για 'σένα το έκανα!"

"Δεν ήθελα κάτι τέτοιο. Ποτέ δε θα το ήθελα αυτό."

"Προσπάθησα να αποτρέψω αυτό που συνέβη σ' εμένα να συμβεί και σ' εσένα... Μα συνέβη.". Η Περσεφόνη κοίταξε μπερδεμένη τον Άδη. "Δεν το ξέρει. Δεν της είπες τίποτα, έτσι δεν είναι;"

"Σου είπα να μην το αναφέρεις.", της είπε ο Άδης.

"Για ποιο πράγμα μιλάτε;", τους ρώτησε η Περσεφόνη.

"Γιατί προσπαθείς να την πληγώσεις τώρα; Για να συνεχίσεις να το παίζεις στοργική μητέρα, που θα της απαλύνει τον πόνο; Ξέρω τι έχεις περάσει, Δήμητρα και λυπάμαι ειλικρινά. Αλλά δε θα σε αφήσω να τη στενοχωρήσεις.". Η Δήμητρα τον κοίταξε ξαφνιασμένη.

"Εντάξει, λοιπόν. Πάρε την κόρη μου μακρυά πάλι. Εγώ έκανα ό,τι μπορούσα.", είπε κι έφυγε.

"Τι σημαίνουν όλα αυτά;", ρώτησε η Περσεφόνη και ο Άδης την αγκάλιασε.

"Το μόνο που θέλω, είναι η ευτυχία σου."

"Δε θα μου πεις, έτσι;"

"Θα σου πω όταν περάσει λίγος καιρός και συνηθίσεις την καινούρια σου ζωή.", της είπε κι αυτή το δέχτηκε δίχως διαμαρτυρίες. Εξάλλου, δεν είχε διάθεση να ακούσει τίποτα κακό. "Πάμε να φύγουμε; Πάντα αισθάνομαι παράξενα όταν βρίσκομαι ανάμεσα σε θνητούς.". Περπατούσαν στο δρόμο αγκαλιασμένοι, όταν η Περσεφόνη έβγαλε από την τσέπη του ένα πακέτο τσιγάρα.

"Τι είναι αυτά;"

"Εντάξει, δε θα με σκοτώσουν κιόλας!", της είπε μόλις το πήρε απ' τα χέρια της.

"Δεν έχει σημασία. Είναι κακή συνήθεια."

"Η μητέρα σου φταίει, με αγχώνει."

"Τότε θα πρέπει να αρχίσω κι εγώ το κάπνισμα, επειδή με έχει αγχώσει όλη αυτή η κατάσταση."

"Εντάξει, σταμάτα.", είπε ο Άδης και πέταξε το πακέτο σε έναν κάδο. "Ευχαριστήθηκες τώρα;"

"Ναι. Δεν είμαι υπέρ του καπνίσματος."

"Είμαι ο Σατανάς. Αυτό κάνω."

"Εμένα δε μου αρέσει η γεύση του."

"Σκοπεύεις να δοκιμάσεις τη γεύση του;", της είπε μα εκείνη τον αγνόησε. "Γιατί αν ήθελες, δε θα με πείραζε.", της ψιθύρισε στο αυτί.

"Δεν είχα καμιά αμφιβολία. Θα δούμε τι θα γίνει.", είπε γελώντας.

"Θα γίνει.", είπε αυτός. Η Περσεφόνη κοίταξε τον ουρανό κι αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να είχε παντρευτεί έναν άντρα σαν τον Άδη.