Είχαν περάσει λίγες εβδομάδες από την περιπέτεια τους πάνω στο Μοναχικό Βουνό και η ζωή κυλούσε ήσυχα. Ο Μάρτιν ζούσε με τους Μούμιν σχεδόν τρεις μήνες και πίστευε πως η ζωή του δεν μπορούσε να είναι πιο ευτυχισμένη, εάν όχι λίγο βαρετή. Εδώ και πολλές μέρες είχε να τους τύχει και άλλη περιπέτεια και μάλλον δεν θα υπήρχε άλλη για αρκετό καιρό. Αυτό ήταν ώσπου την ημέρα που τους έκανε επισκεπτήριο η Μάιμπλ.

Η Μαμά Μούμιν την υποδέχτηκε θερμά όπως πάντα και πέρασαν στο σαλόνι όπου ο Μάρτιν δίδασκε στο Μπαμπά Μούμιν και τα παιδιά πως να παίζουν πόκερ. Η Μάιμπλ ευχαρίστησε τη Μαμά Μούμιν καθώς της έδωσε ένα ποτήρι τσάι.

"Συγνώμη που ήρθα έτσι απρόσμενα," τους είπε, "Ελπίζω να μην ενοχλώ." Η Μαμά Μούμιν της χαμογέλασε.

"Κανένα πρόβλημα, χρυσή μου," είπε στη Μάιμπλ, ακουμπώντας ένα δίσκο με αμυγδαλωτά φρέσκα από το φούρνο στο τραπέζι, "Στο γράμμα σου έγραφες πως χρειαζόσουν επειγόντως τη βοήθεια μας. Κάτι σχετικά με κάποιους επισκέπτες σου που θέλεις να στεγάσουμε;"

"Ναι, ο Πίερ και ο Μπούλ," της εξήγησε η Μάιμπλ, "Δυο ξωτικά από το βορρά. Εμφανίστηκαν στο κατώφλι μου τις προάλλες, ψάχνοντας για κάπου να μείνουν. Δεν είχαν καθόλου χρήματα για να πάνε στο πανδοχείο και βρίσκονται πολύ μακριά από το σπίτι τους... όπου και αν βρίσκεται αυτό. Δεν μου λένε από που έρχονται ή τη δουλειά έχουν στη Κοιλάδα μας."

"Ομολογώ, ακούγεται πολύ περίεργο," σχολίασε ο Μπαμπάς Μούμιν, πίνοντας μια γουλιά από το τσάι του, "Είναι άστεγα, λοιπόν;"

"Τα κακόμοιρα," είπε η Μαμά Μούμιν, νιώθοντας βαθιά συγκινημένη για τον Πίερ και τον Μπούλ, "Δηλαδή δεν έχουν πουθενά να μείνουν;"

"Δυστυχώς όχι, Μαμά Μούμιν," συνέχισε η Μάιμπλ, "Θα τα φιλοξενούσα εγώ ευχαρίστως, αλλά το πρόβλημα είναι ότι φεύγω για δουλειές αύριο και δεν θα γυρίσω μέχρι την άνοιξη. Ξέρω ότι έχετε πάντα τη καλοσύνη να φροντίζετε τη Μικρή Μυ όποτε λείπω, αλλά δεν ξέρω σε ποιον άλλον να στραφώ. Ρώτησα ήδη τη κα Ψιλολαίμη μήπως θα τους φιλοξενούσε και με πέταξε έξω με τις κλωτσιές."

"Τι μας λες," σχολίασε ο Μάρτιν από το τραπέζι, υψώνοντας τα βλέφαρα του, "Αφού αυτή η στρίγγλα είναι φιλόξενη όσο και η Κρουέλα Ντεβίλ... Ε, συγνώμη, Μαμά Μούμιν," πρόσθεσε, βλέποντας την απογοητευμένη έκφραση της μητριάς του. Η Μαμά Μούμιν ποτέ δεν ανεχόταν τέτοιο λεξιλόγιο μέσα στο σπίτι της, πόσο μάλιστα από τους γιούς της. Ο Μούμιν και ο Σνίφιν χασκογέλασαν, ενώ η Μικρή Μυ έσκασε κυριολεκτικά στα γέλια.

"Με μεγάλη μας χαρά θα τους φιλοξενήσουμε," είπε στη Μάιμπλ, μόλις είχαν ηρεμήσει όλοι, "Το σπίτι μας είναι πάντα ανοιχτό στο κουρασμένο ταξιδιώτη. Είμαι σίγουρη πως τα παιδιά θα θέλουν τη παρέα τους."

"Ω, ναι, οπωσδήποτε, μαμά!" είπε ο Μούμιν, πηδώντας από τη χαρά του. Όπως και η μητέρα του, και αυτός ήταν πάντοτε η ψυχή της φιλοξενίας.

"Ω, σας ευχαριστώ πολύ, Μαμά Μούμιν," την ευχαρίστησε η Μάιμπλ, "Θα τους ενημερώσω αμέσως πως μπορούν να μείνουν μαζί σας."

"Εμείς εν στο μεταξύ θα τους ετοιμάσουμε τον ξενώνα και ένα ωραίο γεύμα για όταν θα φτάσουν," είπε η Μαμά Μούμιν, συνοδεύοντας την Μάιμπλ έως την πόρτα, "Μην ανησυχείς για τίποτα, χρυσή μου." Γύρισε στον Μπαμπά Μούμιν.

"Χρυσέ μου, μπορείς εσύ και τα παιδιά να ανοίξετε τα παράθυρα στο ξενώνα; Πρέπει να αεριστεί λίγο ο χώρος μέχρι να φτάσουν οι φιλοξενούμενοι μας. Εγώ θα ετοιμάσω το μεσημεριανό."

Η Μάιμπλ επέστρεψε μια ώρα αργότερα παρέα με δυο περίεργα πλασματάκια που θύμιζαν καλικάτζαρους. Όπως και όλοι οι κάτοικοι της Κοιλάδας, οι μικρούτσικοι Πιερ και ο Μπούλ, αν και κυρίως άνθρωποι εμφανισιακά, είχαν μακριές μύτες σαν τρομπέτες και μιλούσαν με σχεδόν ακαταλαβίστικες, ψηλές παιδικές φωνίτσες. Ο Μάρτιν παρατήρησε ότι πάντα περπατούσαν ο ένας κρατώντας το χέρι του άλλου και απαντούσαν ταυτόχρονα όταν τους μιλούσαν. Ακόμη μοιράζονταν ο ένας τα ρούχα του άλλου, κρίνοντας από τα παπούτσια τους που δεν ταίριαζαν το ένα με το άλλο.

Η Μαμά και ο Μπαμπάς Μούμιν τους υποδέχτηκαν θερμά. Τα δυο ντροπαλά πλασματάκια πέρασαν μέσα, νιώθοντας μεγάλη ανασφάλεια που βρέθηκαν ξαφνικά ανάμεσα σε τόσους πολλούς ξένους, οι οποίοι ήταν όλοι κυριολεκτικά γίγαντες μπροστά τους. Ακόμη και η Μικρή Μυ ήταν ψηλότερη τους. Από πίσω τους τραβούσαν μια παλιά ξεφτισμένη βαλίτσα, την οποία δεν έχαναν ούτε στιγμή από τα μάτια τους.

"Καλώς ήρθατε στο Σπίτι των Μούμιν, χρυσά μου," τους υποδέχτηκε θερμά η Μαμά Μούμιν, "Να σας συστήσω την οικογένεια μας. Αυτοί είναι οι γιοι μας, ο Μούμιν και ο Μάρτιν. Και από κει είναι ο Σνίφιν και η Μικρή Μυ."

Ο Μούμιν και ο Σνίφιν με χαρά έδωσαν τα χέρια τους στο Πιερ και τον Μπούλ, όμως όταν ο Μάρτιν πλησίασε να τους χαιρετήσει, οι δυο τους έκαναν πίσω, φοβισμένοι από αυτόν τον μεγαλόσωμο νεαρό που στεκόταν βουνό μπροστά τους. Η Μικρή Μυ γύρισε τα μάτια της.

"Αμάν, ηρεμήστε πια, φοβητσιάρικες μισές μερίδες!" φώναξε στον Πιερ και τον Μπούλ, "Αυτός ο μαντράχαλος μπορεί να είναι ένας πονοκέφαλος, αλλά δεν δαγκώνει! Εμένα μόνο πρέπει να προσέχετε όταν θυμώνω!" Ο Πιερ και ο Μπούλ έδειχναν κατατρομαγμένοι, λες και η Μικρή Μυ τους είχε μόλις πει πως σκόπευε να τους φάει ζωντανούς.

"Φρόνιμα, Μικρή Μυ!" τη προειδοποίησε η Μαμά Μούμιν, "Δεν υπάρχει λόγος ούτε να αναστατώνεις τους καλεσμένους μας, ούτε και να τους βρίζεις!" Γύρισε στους Πιερ και Μπούλ.

"Πρέπει να πεθαίνετε της πείνας. Ελάτε, να σας οδηγήσω στο ξενώνα και μετά θα φάμε μεσημεριανό. Να πάρω τη βαλίτσα σας;" Με το που αναφέρθηκε κάποιος στη βαλίτσα τους, ο Πίερ και ο Μπούλ ξαφνικά έπαθαν κρίση. Σαν τρελοί, άρπαξαν τη βαλίτσα τους, κρατώντας τη σφικτά, σαν για να την προστατέψουν.

"Όχι! Κανείς δεν αγγίξει βαλίτσα!" τσίριξαν ταυτόχρονα, τόσο δυνατά που οι ψηλές φωνίτσες τους ακούστηκαν σε ολόκληρο το σπίτι, "Βαλίτσα δικιά μας! Κανείς άλλος αγγίζει!" Αν και την είχε ξαφνιάσει η ξαφνική απότομη στάση τους, η Μαμά Μούμιν δεν το έκανε θέμα, νομίζοντας πως οι καλεσμένοι της ήταν απλώς πολύ ντροπαλοί ώστε να την αφήσουν να πάρει τη βαλίτσα τους. Τους οδήγησε στο ξενώνα στο πρώτο όροφο.

Ο Μάρτιν και οι άλλοι κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Ο Πιερ και ο Μπούλ φαίνονταν άκακοι, αλλά τι ήταν όλη αυτή η φασαρία με τη βαλίτσα τους; Γιατί ήταν άραγε τόσο προστατευτικοί μαζί της; Ήταν απλώς ντροπαλοί, ή έτρεχε κάτι άλλο;

Περίεργα, ο Πίερ και ο Μπούλ αρνήθηκαν τη πρόσκληση της Μαμάς Μούμιν να φάνε μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια, ζητώντας μόνο να τους φέρουν ένα δίσκο πάνω στο δωμάτιο τους. Η Μαμά Μούμιν φυσικά δεν είχε καμία αντίρρηση, αλλά οι άλλοι είχαν τις καχυποψίες τους.

"Τι τρέχει με αυτούς τους δύο άραγε;" απόρησε ο Μάρτιν, παίζοντας αφηρημένα με το φαγητό του. Κανείς τους δεν είχε πολύ όρεξη, καθώς τους έτρωγε ανελέητα η απορία με το μυστήριο της βαλίτσας.

"Αυτό που θα θελα να ξέρω είναι, τι στο καλό να κρύβουν εκεί μέσα το οποίο είναι τόσο πολύτιμο ώστε απαγορεύεται ακόμη να το δει κανείς;" ρώτησε ο Μπαμπάς Μούμιν, "Εμπιστευτικούς φακέλους;"

"Κάτι μου βρωμάει και εμένα με όλη αυτή την ιστορία," σχολίασε ο Μάρτιν, "Εάν δεν κρύβουν καμιά βόμβα από το Μαύρο Σεπτέμβρη εκεί μέσα, τότε εγώ είμαι στρουθοκάμηλος."

"Ίσως είναι εμπρηστές και τρελοί για δέσιμο," είπε ο Μούμιν, "Καλύτερα να κρύψουμε όλα τα σπίρτα προτού μας κάνουν το σπίτι στάχτη!"

"Ή είναι γεμάτη χρυσάφι," πρότεινε ο Σνίφιν, ο οποίος δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία άλλη λογική εξήγηση γιατί κάποιος θα ήθελε να φυλάει μια τόσο παλιά βαλίτσα σαν τα μάτια του, "Ίσως λήστεψαν καμιά τράπεζα!"

"Αν αυτοί οι δυο δεν είναι οι Νούμερο Ένα και Δυο καταζητούμενοι στη χώρα, τότε να με φάτε!" σχολίασε καχύποπτα η Μικρή Μυ, "Εγώ λέω να τους παραδώσουμε στον Επιθεωρητή για ανάκριση. Ποιος ξέρει, ίσως να υπάρχει καμιά γερή αμοιβή για τη σύλληψη τους!"

"Ναι, και αν αποδειχθούν αθώοι, ο Επιθεωρητής θα μας πάει όλους μέσα για ψεύτικο συναγερμό," είπε ο Μάρτιν, καθώς θυμήθηκε το συμβάν με την Αλίσια, "Εξάλλου, ίσως να μην είναι τίποτα. Ωστόσο," συνέχισε, "Θα ένοιωθα πολύ καλύτερα εάν μαθαίναμε μια και καλή τι υπάρχει μέσα σε εκείνη τη βαλίτσα."

"Τότε γιατί δεν τους ρωτάς απλά;" πρότεινε η Μαμά Μούμιν, "Θα ήταν μεγάλη αγένεια να ψάχνεις τα πράγματα ενός φιλοξενούμενου χωρίς την άδεια του." Το μήνυμα ήταν σαφέστατο: δεν θα τους επέτρεπε να σκαλίσουν τη βαλίτσα του Πίερ και του Μπούλ μόνο και μόνο επειδή τους έτρωγε η περιέργεια να δουν τι είχε μέσα.

Αν και εξακολουθούσε να τους τρώει η περιέργεια, η μυρωδιά της σπεσιαλιτέ κολοκυθόπιτας της Μαμάς Μούμιν σύντομα έδιωξε το μυστήριο της βαλίτσας από το μυαλό τους. Δυστυχώς, δεν γνώριζαν πως ο Πιερ και ο Μπούλ, εν αγνοία τους, είχαν προκαλέσει το θυμό ενός παλιού τους εχθρού, ο οποίος τους καταδίωκε εκείνη τη στιγμή...

Οι επόμενες δυο μέρες πέρασαν χωρίς κανένα συμβάν. Ο Πίερ και ο Μπούλ, αν και ήταν ευγενικότατοι, περνούσαν το περισσότερο καιρό μόνοι τους, ταμπουρωμένοι μέσα στο δωμάτιο τους μαζί με τη βαλίτσα τους. Ποτέ δεν απομακρύνονταν από το Σπίτι των Μούμιν και ο Μούμιν είχε κρυφακούσει έξω από τη πόρτα τους πως ανησυχούσαν τρομερά μήπως κάποιος ή κάτι τους ανακάλυπτε. Μυστήριο!

Ήταν Σαββατόβραδο. Ο Μούμιν είχε καλέσει τη Σνόρκα για να κάνουν παρέα. Ο Σνόρκιν είχε πολύ ευγενικά αρνηθεί τη πρόσκληση, αφού ήταν απασχολημένος στο εργαστήριο του όπως πάντα. Μετά το δείπνο, οι πέντε φίλοι κάθισαν στο σαλόνι, όπου ο Μάρτιν ετοίμαζε τον υπολογιστή του. Οι Μούμιν θα έβλεπαν για πρώτη φορά τη μαγεία του κινηματογράφου!

Σβήνοντας τις λάμπες, ο Μάρτιν έβαλε να παίζει μια ιστορική ταινία του Β' Παγκοσμίου, μια παλιά αγαπημένη του πατέρα του που είχε μέσα στα αρχεία του. Οι Μούμιν είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα, βλέποντας όλους αυτούς τους γενναίους πιλότους της Βασιλικής Αεροπορίας να καταδιώκουν τα βομβαρδιστικά της Λουφτβάφε. Η Σνόρκα, ειδικά, τους θαύμαζε, κυριολεκτικά μαγεμένη.

"Ω, τι γενναίοι που είναι!" μουρμούρισε με δέος, σαν ερωτευμένη, "Αληθινοί ήρωες, όλοι τους!"

"Σιγά τα λάχανα!" τσίριξε η Μικρή Μυ, που ανυπομονούσε να δει περισσότερα μακάβρια θεάματα αερομαχιών, "Μόνο καμιά πενηνταριά από τους κακούς κατάφεραν να κάνουν κιμά έως τώρα, οι άχρηστοι!"

"Σταμάτα Μικρή Μυ!" τη μάλωσε η Σνόρκα, "Τέτοιοι λεοντόκαρδοι είναι άξιοι σεβασμού για τα κατορθώματα τους!"

"Μην υπολογίσετε εμένα," μουρμούρισε ο Σνίφιν, καλύπτοντας με τα χέρια του τα μάτια του βλέποντας έναν πιλότο να πέφτει από το φλεγόμενο αεροπλάνο του με αλεξίπτωτο, "Εγώ δεν πηγαίνω εκεί πάνω ούτε με σφαίρες!"

"Ούτε και για όλο το χρυσάφι του κόσμου, Σνίφιν;" ρώτησε κοροϊδευτικά ο Μικρή Μυ. Ο Σνίφιν φαινόταν σαν να είχε καταπιεί τη γλώσσα του. Από τη μία, του έλλειπε το θάρρος, από την άλλη, τον έψηνε ο πυρετός του χρυσού στην αιώνια του αναζήτηση για πλούτη. Η Μικρή Μυ χασκογέλασε, βλέποντας την αντίδραση του.

"Το φαντάστηκα, ρε κότα!" Οι φίλοι της γέλασαν. Ο Σνίφιν όμως δεν το έβρισκε πολύ αστείο.

"Βούλωστο, Μικρή Μυ!"

Είχε περάσει η ώρα και η Σνόρκα ήθελε να γυρίσει σπίτι της προτού νυχτώσει. Ο Μούμιν προσφέρθηκε να τη συνοδέψει, αλλά εκείνη ευγενικά αρνήθηκε, διαβεβαιώνοντας τον πως μπορούσε να τα καταφέρει και μόνη της. Καληνυχτίζοντας τους, έφυγε να γυρίσει στον Οίκο των Σνόρκιν.

Η διαδρομή μέχρι το σπίτι της ήταν στην αρχή ευχάριστη. Η άνοιξη είχε σχεδόν τελειώσει και το καλοκαίρι πλησίαζε. Σύντομα, θα έπιαναν οι πρώτες ζέστες και αυτή και οι φίλοι της θα μπορούσαν να κάνουν τις πρώτες εκδρομές τους στη παραλία. Ίσως να μπορούσε να ζητήσει από τον Μάρτιν να τους φτιάξει ένα γιότ και να πήγαιναν μαζί κρουαζιέρα.

Ξαφνικά, η Σνόρκα σταμάτησε. Κάτι δεν ήταν σωστό με το καιρό. Η θερμοκρασία είχε αρχίσει ξαφνικά να πέφτει κατακόρυφα, κατιτί αδύνατο για τα μέσα της άνοιξης. Τριγύρω της, όλοι οι συνηθισμένοι θόρυβοι πουλιών και εντόμων είχαν σταματήσει. Μια νεκρική σιωπή είχε σκεπάσει ολόκληρη τη Κοιλάδα. Τι συνέβαινε εδώ πέρα;

Τρέμοντας ολόκληρη από τη παγωνιά, τα δάκτυλα της να μουδιάζουν από το κρύο, είδε τρομοκρατημένη το έδαφος να παγώνει κάτω από τα πόδια της. Τριγύρω της, μια γκρίζα ομίχλη είχε αρχίσει να βυθίζει τη Κοιλάδα στο σκοτάδι. Ήταν σαν ένας φρικτός εφιάλτης. Η Σνόρκα άρχισε να φοβάται, νιώθοντας μόνη και απροστάτευτη. Γιατί δεν είχε δεχτεί να τη συνοδέψει ο Μούμιν μέχρι το σπίτι της;

"Τι συμβαίνει;" μουρμούρισε, τρέμοντας ολόκληρη, "Ω, θεούλη μου, τι συμβαίνει;"

Ένα ψυχρό μουγκρητό από πίσω της την έκανε να πηδήξει. Γυρίζοντας τρομαγμένη, αντίκρισε ένα θέαμα που παραλίγο να τη κάνει να λιποθυμήσει. Μπροστά της στεκόταν ένα ψηλό σαν βουνό πλάσμα με μαύρο σαν τον Χάρο μανδύα και φωτεινά κίτρινα μάτια που έλαμπαν μέσα στην ομίχλη. Ήταν ο φόβος και ο τρόμος ολόκληρης της Κοιλάδας των Μούμιν. Το Γκρόκ!

Μπήγοντας μια στριγκλιά, η Σνόρκα έκανε μεταβολή και έτρεξε να σωθεί. Γλιστρώντας και σκοντάφτοντας στο παγωμένο έδαφος, έτρεξε πίσω προς το Σπίτι των Μούμιν. Από πίσω της, το Γκρόκ την ακολουθούσε, δείχνοντας της τα μεγάλα αστραφτερά δόντια της. Η Σνόρκα κατάλαβε. Αυτό το τέρας ήθελε να τη καταβροχθίσει!

"Βοήθεια! Μούμιν! Μάρτιν! Σώστε με!"

Πίσω στο σπίτι των Μούμιν, όλοι ετοιμάζονταν για ύπνο. Η Μαμά Μούμιν είχε μόλις τελειώσει τα πιάτα και έσβηνε τις λάμπες, όταν ξαφνικά άκουσε κάποιον να χτυπάει τρομαγμένα την πόρτα της βεράντας.

"Βοήθεια! Βοηθήστε με!"

Αναγνωρίζοντας τη φωνή της Σνόρκας, η Μαμά Μούμιν έτρεξε να της ανοίξει. Η Σνόρκα πέρασε μέσα βολίδα, πέφτοντας στην αγκαλιά της Μαμάς Μούμιν. Φαινόταν κατατρομαγμένη.

"Ευτυχώς! Σε ευχαριστώ, Μαμά Μούμιν!" έκλαψε στον ώμο της, "Νόμιζα πως σίγουρα θα με έπιανε το τέρας!"

"Ηρέμησε, Σνόρκα," τη καθησύχασε η Μαμά Μούμιν, "Τι συμβαίνει; Ποιος σε κυνηγάει;" Εκείνη τη στιγμή, ο Μούμιν, ο Μάρτιν, ο Μπαμπάς Μούμιν, ο Σνίφιν και ακόμη και η Μικρή Μυ ήρθαν τρέχοντας στη σάλα να δουν τη συμβαίνει.

"Τι συνέβη, Σνόρκα;" ρώτησε ανήσυχος ο Μούμιν, παίρνοντας τη στην αγκαλιά του για να τη καθησυχάσει, "Τι έπαθες;"

"Είναι το Γκρόκ!" κλαψούρισε η Σνόρκα, ακόμη τρομοκρατημένη, "Το Γκρόκ βρίσκεται εδώ!" Τους πάγωσε όλων το αίμα.

"Το... Γκρόκ;" μουρμούρισε με γουρλωμένα μάτια ο Σνίφιν. Μετά τη τρομαχτική περιπέτεια τους στο Μοναχικό Βουνό, αυτός, πρώτος και καλύτερος, δεν ήθελε να ξαναδεί αυτό το τέρας στη ζωή του, "Το τέρας είναι εδώ πέρα; Ωχ, όχι!"

"Είσαι σίγουρη πως ήταν το Γκρόκ;" ρώτησε ο Μάρτιν, χωρίς να μπορεί να πιστέψει στα αυτιά του. Τι δουλειά είχε άραγε το Γκρόκ εδώ πέρα, αφού την είχαν αφήσει και το Ρουμπίνι της στην ησυχία τους στη κορυφή του Μοναχικού Βουνού εδώ και πολλές εβδομάδες; Η Σνόρκα του νέψε τρέμοντας ολόκληρη.

"Εμφανίστηκε από το πουθενά," τους είπε, "Ετοιμαζόταν να με φάει ζωντανή...! Ωχ, παρά τρίχα γλίτωσα!" Ο Μούμιν θύμωσε. Εάν αυτό το τέρας τολμούσε να κάνει κακό στη φίλη του, θα το μετάνιωνε πικρά!

Κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, ο Μάρτιν παρατήρησε πως ολόκληρος ο κήπος είχε αρχίσει να παγώνει. Το τζάμι άρχισε να θολώνει και τα κεριά του πολυελέου να τρεμοπαίζουν. Το Γκρόκ πράγματι βρισκόταν στη Κοιλάδα των Μούμιν! Δεν υπήρχε ούτε λεπτό για χάσιμο.

"Κλειδώστε όλες τις πόρτες και τα παράθυρα!" είπε, "Γρήγορα!"

Χωρίς να χάσουν λεπτό, η παρέα χωρίστηκε, κλειδώνοντας όλες τις πόρτες και τα παράθυρα, ταμπουρώνοντας τους εαυτούς τους μέσα στο σπίτι. Εκείνη τη στιγμή, όλα τα φώτα έσβησαν και το σαλόνι βυθίστηκε στο σκοτάδι. Τριγύρω τους, η θερμοκρασία συνέχισε να πέφτει, κάνοντας τις ανάσες τους να βγαίνουν σε σύννεφα ατμού.

"Το τέρας θα μας επιτεθεί!" κλαψούριζε ο Σνίφιν, "Θα μας φάει όλους! Το ξέρω πως θα μας φάει...!"

"Πάψε, προσπαθώ να ακούσω!" ψιθύρισε ο Μάρτιν. Μπορούσαν όλοι τους να ακούσουν τα μουγκρητά του Γκρόκ που έμοιαζαν με σφύριγμα έξω, κάνοντας τους να ανατριχιάζουν. Τι έκανε άραγε; Η φουκαριάρα η Σνόρκα κρατούσε αγκαζέ τον Μούμιν, τρέμοντας ολόκληρη από το φόβο της. Εκείνος τη τράβηξε καθησυχαστικά κοντά του και ο Μπαμπάς Μούμιν έκανε το ίδιο με τη Μαμά Μούμιν.

Ο Σνίφιν, τρέμοντας ολόκληρος από τη τρομάρα του, σκούπισε το παράθυρο για να ρίξει μια ματιά έξω - και είδε το πρόσωπο του Γκρόκ να τον κοιτάζει μέσα από το τζάμι! Τσιρίζοντας σαν τρελός, έτρεξε να κρυφτεί κάτω από το τραπέζι του καφέ.

Οι υπόλοιποι έτρεξαν στο παράθυρο και είδαν πως το Γκρόκ περιτριγύριζε το σπίτι, λες και ψάχνοντας κάποιο σημείο εισόδου. Πήγε και στάθηκε κάτω από ένα παράθυρο, όπου ήταν το δωμάτιο του Πίερ και του Μπούλ.

"Τι κάνει εκεί άραγε;" ψιθύρισε ο Μάρτιν, βλέποντας που κοιτούσε το Γκρόκ, "Τι να ψάχνει;" Κανείς δεν του απάντησε. Ότι και αν αναζητούσε το Γκρόκ εδώ πέρα, ήταν ένα μυστήριο για όλους τους.

Πάνω στο υπνοδωμάτιο, ο Πίερ και ο Μπούλ είχαν κρυφτεί κάτω από το κρεβάτι, μαζί με τη πολύτιμη βαλίτσα τους.

"Έρχεται! Είναι εδώ, τη νιώθω!" μουρμούρισε τρομαγμένος ο Πίερ. Οι δυο τους κρύφτηκαν πιο βαθιά στο σκοτάδι κάτω από το κρεβάτι.

"Σου είπα πως δεν είμαστε ασφαλείς," συμπλήρωσε ο Μπούλ, "Ξέρει ότι είμαστε εδώ!"

Κάτω στο κελάρι, ο Μπαμπάς Μούμιν είχε βρει το παλιό τουφέκι του. Όλοι τους είχαν οπλιστεί με ότι αυτοσχέδιο όπλο μπορούσαν να βρουν. Αφού το Γκρόκ ήθελε μάχη, θα της την έδιναν!

Ο Μάρτιν είχε οπλιστεί με δυο χασαπομάχαιρα από τη κουζίνα, σαν Χελώνα Νίτζα. Ο Μούμιν είχε βρει ένα βαρύ σφυρί από την εργαλειοθήκη. Η Μαμά Μούμιν είχε το σίγουρο τηγάνι της, ο Σνίφιν μια σκούπα και η Μικρή Μυ ένα πλάστη. Οπλισμένοι σαν αστακοί, προχώρησαν προς στην πόρτα και την άνοιξαν.

Άφαντο το Γκρόκ. Μόνο ένα μονοπάτι από πάγο στο γκαζόν όπου είχε βαδίσει απέμενε. Τριγύρω, οι τριανταφυλλιές της Μαμάς Μούμιν είχαν όλες μαραθεί εξαιτίας του παγετού που είχε εξαπολύσει το τέρας στο διάβα του. Τα μάτια τους δεκατέσσερα, προχώρησαν έξω, αλλά δεν υπήρχε ίχνος από το Γκρόκ πουθενά.

"Εξαφανίστηκε," είπε ο Μούμιν, χαμηλώνοντας το σφυρί του. Όμως ο Μάρτιν μπορούσε ακόμη να διαισθανθεί τη παρουσία του Γκρόκ κάπου εκεί κοντά. Ξαφνικά, η Μαμά Μούμιν αναφώνησε.

"Μάρτιν, φυλάξου!"

Γυρίζοντας, ο Μάρτιν είδε το Γκρόκ να βγαίνει από τις σκιές ακριβώς δίπλα του. Προτού μπορέσει να αντιδράσει, στεκόταν μεταξύ εκείνου και το σπίτι, αποκόβοντας τον από τους φίλους του. Ο Μάρτιν ένοιωθε σαν να αντικρίζει τον ίδιο το Χάρο. Αλλά δεν ήταν έτοιμος να πεθάνει χωρίς να πολεμήσει.

"Κάνε πίσω!" μούγκρισε στο Γκρόκ, σηκώνοντας τα μαχαίρια του, "Ένα βήμα πιο κοντά και θα σου φυτέψω μια λεπίδα στα σωθικά!"

Αλλά το Γκρόκ είχε ξεπεράσει προ πολλού το φόβο. Με τα δυο της πελώρια χέρια, άρπαξε τα μαχαίρια από τις λεπίδες. Στη στιγμή, το μέταλλο των μαχαιριών είχε γίνει δυο στήλες πάγου. Βγάζοντας μια κραυγή πόνου, ο Μάρτιν άφησε τα μαχαίρια. Κοιτάζοντας τις παλάμες του, είδε πως ήταν μέσα στα κρυοπαγήματα. Έχοντας αφοπλίσει με επιτυχία τον αντίπαλο της, το Γκρόκ παράτησε τα μαχαίρια, τα οποία έπεσαν στον έδαφος, όπου και έγιναν θρύψαλα σαν γυαλί.

Βλέποντας τον γιο του να κινδυνεύει, ο Μπαμπάς Μούμιν σήκωσε το όπλο του, σημαδεύοντας το Γκρόκ στο κεφάλι.

"Μακριά από το γιο μου, τέρας!" φώναξε ο Μπαμπάς Μούμιν, "Σε προειδοποιώ! Θα μετρήσω μέχρι το δέκα! ΄Ενα! Δύο! Τρία...!"

Κοιτάζοντας από το όπλο του Μπαμπά Μούμιν και πίσω στο Μάρτιν, το Γκρόκ τον κοίταξε κατάματα.

"Το θέλω πίσω," ψιθύρισε με μια ανατριχιαστική σαν σφύριγμα φωνή, ψυχρή όπως και η ίδια, "Δώστε το πίσω, αλλιώς θα έρθω εγώ να το πάρω..."

"Να σου δώσουμε πίσω τι;" ρώτησε ο Μάρτιν. Τι σήμαιναν όλα αυτά; Όμως το Γκρόκ δεν του απάντησε. Λίγο πριν φτάσει ο Μπαμπάς Μούμιν το δέκα, έκανε μεταβολή και εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα. Μέσα στο σπίτι, τα φώτα ξανάναψαν και η παγωνιά πέρασε.

"Μάρτιν, είσαι καλά;" ρώτησε με ανησυχία η Μαμά Μούμιν, τρέχοντας κοντά του, "Ω, θεούλη μου, τα χέρια σου!" Τα χέρια του Μάρτιν είχαν κοκκινίσει από τα κρυοπαγήματα, αλλά τουλάχιστον δε φαινόταν να είχε γίνει καμία σοβαρή ζημιά. "Έλα, να δούμε τι μπορούμε να βρούμε για σένα."

"Ωχ, Μάρτιν, κοίτα τι σου έκανε αυτό το τέρας!" αναφώνησε η Σνόρκα, έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

"Ήσουν πολύ γενναίος," μουρμούρισε με θαυμασμό ο Μούμιν, και με το δίκιο του. Ελάχιστοι άνθρωποι στο κόσμο θα τολμούσαν να τα βάλουν με το Γκρόκ!

Κανείς στο Σπίτι των Μούμιν δεν έκλεισε μάτι εκείνο το βράδυ. Όλες οι πόρτες παρέμεναν ερμητικά κλειδωμένες, τα φώτα αναμμένα και όλοι κυκλοφορούσαν οπλισμένοι, φοβούμενοι πως το Γκρόκ θα επέστρεφε από στιγμή σε στιγμή. Αλλά όλα ήταν ήσυχα για την υπόλοιπη νύχτα.

Το επόμενο πρωί, η οικογένεια κάθισε κακοδιάθετη για πρωινό, όλοι κατάκοποι από τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. Η Μαμά Μούμιν είχε επιδέσει τα χέρια του Μάρτιν, διαβεβαιώνοντας τον πως δεν είχε γίνει καμία μόνιμη ζημιά. Ο Μάρτιν της είχε ζητήσει συγνώμη που είχε καταστρέψει τα καλύτερα μαχαίρια της, αλλά εκείνη τον καθησύχασε. Η υγεία του της ήταν πολύ πιο σημαντική από λίγα παλιά μαχαίρια.

"Κάτι πρέπει να γίνει με αυτό το τέρας, το Γκρόκ," είπε ο Μπαμπάς Μούμιν, "Δεν μπορούμε να περάσουμε τις υπόλοιπες ζωές μας ζώντας μέσα στο φόβο πως θα εμφανίζεται κάθε νύχτα να μας τρομοκρατεί!"

"Κοιτάξτε τι έκανε στο καημένο το Μάρτιν," πρόσθεσε η Σνόρκα, "Και οι τριανταφυλλιές της Μαμάς Μούμιν. Κάτι πρέπει να κάνουμε!"

"Εγώ νομίζω πως πρέπει να εγκαταλείψουμε τη Κοιλάδα των Μούμιν αμέσως!" πρότεινε ο Σνίφιν, τρέμοντας ολόκληρος. Ο φουκαράς είχε περάσει όλο το βράδυ κρυμμένος κάτω από το κρεβάτι του. "Το τέρας θα γυρίσει να μας αποτελειώσει όλους!"

"Δεν γίνεται να εγκαταλείψουμε το σπίτι μας, Σνίφιν!" διαμαρτυρήθηκε ο Μούμιν, "Εγώ πάντως δεν πρόκειται να υποχωρήσω τόσο εύκολα για χάρη του Γκρόκ!"

"Εγώ προτείνω να της στήσουμε παγίδα και να τη πιάσουμε μέσα σε ένα δίχτυ!" είπε με ένα διαβολικό χαμόγελο η Μικρή Μυ, "Τότε θα μπορούμε να ανοίξουμε δικό μας παγωτατζίδικο, χρησιμοποιώντας τη σαν καταψύκτη!"

"Γιατί δεν δοκιμάζουμε να της μιλήσουμε;" πρότεινε η Μαμά Μούμιν, "Ίσως να μπορούμε να συνεννοηθούμε μαζί της..."

"Το Γκρόκ θέλει κάτι από μας," τους διέκοψε ο Μάρτιν, σκεπτόντας αυτά που του είχε πει το Γκρόκ, "Υπάρχει κάτι δικό της εδώ πέρα που θέλει να της το επιστρέψουμε." Οι Μούμιν τα είχαν χαμένα.

"Δηλαδή έχουμε κλέψει κάτι από το Γκρόκ;" απόρησε ο Μούμιν, "Τι όμως;"

"Δεν έχω ιδέα," είπε ο Μάρτιν, μπαίνοντας σιγά σιγά στο νόημα, "Αλλά νομίζω ξέρω ποιος μπορεί να μας πει."

"Ο Πιερ και ο Μπούλ!" αναφώνησε η Σνόρκα. Ο Μάρτιν της ένεψε.

"Αυτοί φταίνε;" ρώτησε η Μικρή Μυ, προσπαθώντας να μην γελάσει, "Αυτοί οι δυο σπόροι δεν έχουν τα κότσια να κλέψουν τίποτα από κανέναν!"

"Πάω στοίχημα πως όλη αυτή η φασαρία έχει να κάνει με ότι και να κρύβουν μέσα στη βαλίτσα τους," συνέχισε ο Μάρτιν, "Πρέπει να μάθουμε τι είναι προτού επιστρέψει πάλι το Γκρόκ."

"Ναι, αλλά πως;" ρώτησε η Σνόρκα, "Δεν νομίζω να μας πουν τι κρύβουν."

"Θα μιλήσουν, εάν θέλουν το καλό τους," είπε με ένα μακάβριο ύφος η Μικρή Μυ, "Ή αυτοί οι δυο σπιούνοι μας εξηγούν τα ανεξήγητα, ή τους δίνουμε μαζί με τη βαλίτσα τους δώρο-πακέτο στο Γκρόκ!"

"Όχι, δεν πρόκειται να κάνουμε κάτι τόσο κακό σε κανέναν!' είπε αυστηρά η Μαμά Μούμιν, "Γιατί δεν τους πηγαίνω το πρωινό τους και να τους ρωτήσω;" Οι Μούμιν όμως δεν πίστευαν πως θα κατάφερναν τίποτα με αυτό το τρόπο.

"Σταθείτε, έχω μια καλύτερη ιδέα," είπε ο Μάρτιν και σηκώθηκε ξαφνικά. Χωρίς να πει δεύτερη κουβέντα, έτρεξε πάνω στο δωμάτιο του και άρπαξε τον υπολογιστή του από το γραφείο. Ψάχνοντας μέσα στο συρτάρι του κομοδίνου του, βρήκε και το κινητό του, το οποίο έως τώρα του ήταν εντελώς άχρηστο σε αυτό το κόσμο. Αυτό όμως θα άλλαζε σύντομα.

Το κινητό του είχε μια εφαρμογή που του επέτρεπε ασύρματη σύνδεση με τον υπολογιστή του για μεταφορά δεδομένων. Εάν μπορούσε να τη προσαρμόσει ώστε να έχει απευθείας σύνδεση με τη κάμερα του κινητού, θα είχαν ένα τέλειο αυτοσχέδιο κοριό με το οποίο θα μπορούσαν να μάθουν όλα τα μυστικά του Πιερ και του Μπούλ, στυλ Τζέημς Μποντ.

Φυσικά, η σύνδεση δεν θα μπορούσε να κρατήσει για μακρινές αποστάσεις, αλλά δεν πείραζε. Αρκεί να κρατούσε από τη κουζίνα στο ισόγειο, μέχρι το υπνοδωμάτιο στο πρώτο όροφο. Το δύσκολο μέρος του σχεδίου ήταν φυσικά πως να φυτέψουν το κοριό μέσα στο δωμάτιο χωρίς να τους πάρουν είδηση οι δύο μασκαράδες.

"Η Σνόρκα μπορεί να μας το φυτέψει," πρότεινε ο Μούμιν, "Είμαι σίγουρος ότι ο Πίερ και ο Μπούλ θα τη δεχτούν. Είναι τόσο καλή." Η Σνόρκα κοκκίνισε.

"Είναι τόσο σημαντική αποστολή," μουρμούρισε η Σνόρκα, ξαφνικά νιώθοντας πολύ σημαντική, "Νιώθω λίγη νευρικότητα..."

"Να θυμάσαι, εάν σε υποψιαστούν, δεν θα σου πουν κουβέντα," τη προειδοποίησε ο Μπαμπάς Μούμιν, "Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να νομίσουν ότι τους κατασκοπεύουμε για να μάθουμε τα μυστικά τους."

"Μα αυτό ακριβώς δεν πάμε να κάνουμε;" ρώτησε η Μικρή Μυ, σηκώνοντας το βλέφαρο της, "Να τους κατασκοπεύσουμε;"

"Δεν υπάρχει άλλη λύση," είπε ο Μάρτιν. Ούτε και εκείνου δεν του πολυάρεσε η ιδέα να κατασκοπεύουν έτσι ύπουλα τους φιλοξενούμενους τους, αλλά, μετά από όσα τους είχαν συμβεί το περασμένο βράδυ, έπρεπε να γίνει. Το Γκρόκ τους καταδίωκε αυτούς του δυο για κάποιο λόγο και έπρεπε να μάθουν γιατί. Ήταν ο μόνος τρόπος να δώσουν ένα τέλος σε αυτόν τον εφιάλτη στον οποίο είχαν μπλέξει.

Σημείωση από το συγγραφέα: Έφτασα επιτέλους και στη ενότητα 12! Παρακαλώ αφήστε καμία κριτική!