Κεφάλαιο 13

Ζήλεια

(Πριν από πολύ καιρό)

Μέρος 1ο
Ο Πείριθος και ο Θησέας εισήλθαν στον Κάτω Κόσμο κρατώντας τα ξίφη τους με αποφασιστικότητα.

"Δε μπορούσες να βρεις ευκολότερη νύφη;", ρώτησε ο Θησέας.

"Αφού ξέρεις ότι μου αρέσουν οι προκλήσεις."

"Δυστυχώς.". Ξαφνικά, ένας πελώριος και τερατώδης σκύλος άρχισε να γαβγίζει, έτοιμος να επιτεθεί.

"Μην αγχώνεσαι, τον έχουμε!", φώναξε.

"Χαίρομαι που έχεις αυτοπεποίθηση.", είπε ο Θησέας καθώς ο Πείριθος ύψωνε το σπαθί του αλλά μια δυνατή φωνή τον σταμάτησε.

"Κέρβερε, αρκετά!", φώναξε μια ψηλόλιγνη φιγούρα που εμφανίστηκε από τις σκιές. "Μπορώ να βοηθήσω σε κάτι;"

"Έχουμε έρθει να πάρουμε την ωραία Περσεφόνη από το σκοτεινό αυτό βασίλειο, για να την κάνω γυναίκα μου."

"Αυτός θέλει να την παντρευτεί.", είπε ο Θησέας δείχνοντας το φίλο του. "Εγώ ήρθα για συμπαράσταση.". Εκείνη τη στιγμή, τα μάτια του Θησέα άνοιξαν διάπλατα καθώς αναγνώρισε τον άλλον άντρα. "Πείριθε, πιστεύω πως αυτός... Είναι ο Πλούτων... Ο Άρχοντας Του Κάτω Κόσμου.". Αρχικά, ο Πείριθος πάγωσε από το φόβο του όμως στη συνέχεια γέλασε.

"Ώστε έτσι, ε;"

"Πράγματι, έτσι είναι.", είπε ο Άδης. "Γιατί δεν έρχεστε μαζί μου; Η Περσεφόνη λείπει. Είναι μαζί με τη μητέρα της, όπως είναι γνωστό στους περισσότερους μα μπορείτε να την περιμένετε στην τραπεζαρία μέχρι να επιστρέψει."

"Μπράβο! Ας μην κρατάμε κακίες. Η Περσεφόνη είναι τέλεια νύφη, εσύ το ξέρεις αυτό."

"Πείριθε, δε νομίζεις πως θα ήταν καλύτερα να φύγουμε;"

"Τι είναι αυτά που λες, Θησέα; Θα περιμένω τη νύφη!"

"Περάστε στην τραπεζαρία. Θα πρέπει να πεινάτε, άλλωστε. Καθίστε, παρακαλώ.", πρότεινε ο Άδης. Αμέσως μόλις κάθισαν όμως δέθηκαν στις καρέκλες τους.

"Τι συμβαίνει;", φώναξε ο Πείριθος.

"Δε θα αποκτήσεις ποτέ τη γυναίκα μου.", είπε ο Άδης και αποχώρησε.
Ο Πείριθος θα παρέμενε εκεί για την υπόλοιπη ζωή του, πάντα καθισμένος στην καρέκλα της λήθης χωρίς να θυμάται το γιατί. Ο Θησέας θα παρέμενε μέχρι τη στιγμή που θα τον έσωζε ο Ηρακλής και δε θα επέστρεφε ποτέ σε εκείνο το τρομαχτικό μέρος. Ήταν ολοφάνερο πως κανένας δε μπορούσε να τα βάλει με τον Άδη. Όταν η Περσεφόνη επέστρεψε, αγκάλιασε και φίλησε τον άντρα της.

"Έγινε τίποτε όσο έλειπα;", τον ρώτησε καθώς προχωρούσαν προς το παλάτι.

"Μπα, τίποτα σημαντικό."

Μέρος 2ο
Όσοι είχαν δει τη βασίλισσα να φεύγει από τον Κάτω Κόσμο εκείνη τη νύχτα, πάντα θα θυμούνταν την οργή που ξεχείλιζε από μέσα της. Όπου πατούσε, το γρασίδι ξεραινόταν και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της ενώ ο Άδης έτρεχε ξωπίσω της.

"Περσεφόνη!", φώναξε και άρπαξε το χέρι της.

"Μη μ' ακουμπάς!"

"Άκουσέ με!". Εκείνη τον αγνόησε και συνέχισε να προχωρά, ώσπου αυτός στάθηκε μπροστά της. "Περσεφόνη, στάσου λίγο να με ακούσεις!"

"Γιατί; Για να μπορέσεις να μου πεις ψέματα;"

"Δε σου λέω ψέματα."

"Σε βρίσκω στο κρεβάτι με μια γυμνή νύμφη και νομίζεις πως μπορείς να τη γλυτώσεις;"

"Δεν προσπαθώ να τη γλυτώσω, να σου πω την αλήθεια προσπαθώ!"

"Την αλήθεια έπρεπε να μου την είχες πει εδώ και πολύ καιρό!"

"Τι θες να πεις;"

"Έπρεπε να μου πεις ότι με βαρέθηκες."

"Έτσι νομίζεις; Ότι δε σε θέλω πια;"

"Τι άλλο να σκεφτώ, δηλαδή;"

"Να με ακούσεις! Είμαι ο άντρας σου, υποτίθεται ότι με εμπιστεύεσαι."

"Πώς να σε εμπιστευτώ μετά από όσα είδα;"

"Δεν είδες σωστά."

"Αλήθεια; Μήπως ήμουν εγώ στο κρεβάτι;"

"Σε παρακαλώ, άσε με να σου εξηγήσω."

"Όχι, Άδη. Τελειώσαμε."

"Τελειώσαμε; Ούτε καν θα με ακούσεις; Έχεις ήδη αποφασίσει ότι ο γάμος μας δεν αξίζει να σωθεί;"

"Εσύ έχεις αποφασίσει ότι δεν αξίζει να τιμηθεί."

"Δεν έχω κάνει τίποτα. Πρέπει να με πιστέψεις."

"Θα πάω στη μητέρα μου. Δε μπορώ να σου μιλήσω τώρα."

"Δεν έκανα τίποτα.", είπε ξανά ενώ η Περσεφόνη έφευγε μακρυά του. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα γελάκι.

"Ποια είναι αυτή;"

"Η γυναίκα μου.", είπε ο Άδης σφίγγοντας τις γροθιές του.

"Ουπς!", είπε η νύμφη. Ξαφνικά η Περσεφόνη έκανε μεταβολή και τους πλησίασε. Ο Άδης καταλαβαίνοντας τον κίνδυνο έτρεξε κοντά της.

"Περσεφόνη, ηρέμησε."

"Ήρεμη είμαι.", είπε και με μια κίνηση του χεριού τον έριξε κάτω από έναν κορμό δέντρου. Ύστερα στράφηκε στη νύμφη που τώρα έτρεμε απ' το φόβο της. "Τι έκανες;"

"Με συγχωρείτε. Νόμιζα ότι λείπατε..."

"Γι' αυτό, σκέφτηκες ότι είναι η ιδανική στιγμή για να κοιμηθείς με τον άντρα μου;"

"Δεν ήξερα ότι είναι πιστός!". Η Περσεφόνη παρέμεινε σιωπηλή και για μια στιγμή η Μινθώ πίστεψε ότι είχε γλυτώσει... Ώσπου ξαναμίλησε.

"Τώρα το ξέρεις.", είπε και έτεινε το χέρι της προς τη νύμφη. Εκείνη ένοιωσε έναν τρομερό πόνο και έπεσε στο έδαφος σφαδάζοντας. Μετά από λίγο, το μόνο που είχε απομείνει από αυτήν ήταν ένα φυτό. Ο Άδης σηκώθηκε και πλησίασε την Περσεφόνη, η οποία κοιτούσε σοκαρισμένη αυτό που είχε κάνει.

"Της άξιζε.", είπε εκείνος.

"Δεν έπρεπε να το κάνω. Μια ανόητη νύμφη ήταν."

"Μη στενοχωριέσαι. Δε φταις εσύ."

"Δεν ξέρω τι μ' έπιασε κι αντέδρασα έτσι. Συγγνώμη, Άδη."

"Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη.", της είπε και χάιδεψε τα μαλλιά της. "Δεν είμαι ο πατέρας σου. Δεν είμαι σαν τον Δία.".
Την επόμενη μέρα η Περσεφόνη επέστρεψε στη μητέρα της χωρίς ακόμη να είναι σίγουρη για το τι συνέβη. Ο Άδης το κατάλαβε αυτό και ήλπιζε πως το διάστημα που θα έμεναν χωριστά θα καταλάβαινε πως την αγαπούσε ακόμα.

"Έλα τώρα, Κόρη. Κάτι σου έκανε, έτσι δεν είναι;", τη ρώτησε ο Ερμής ένα πρωί.

"Άσε με, Ερμή. Δε θέλω να μιλήσω για αυτό."

"Είσαι πολύ όμορφη, Κόρη.", είπε και τη χάιδεψε στο πρόσωπο.

"Ερμή, σταμάτα.", του είπε ευγενικά.

"Δε νοιάζεται για 'σένα, Κόρη. Αν τον πληγώσεις κι εσύ, θα νοιώσεις καλύτερα. Σε έχει πάρει από κάτω κι εγώ δε μπορώ να σε βλέπω έτσι. Εσένα, που είσαι πάντα γεμάτη ζωντάνια...", της είπε και τη φίλησε απαλά. Η Περσεφόνη τον απομάκρυνε όμως ο Άδης τον είχε ήδη δει.

"Καθόλου έξυπνο αυτό.", είπε.

"Άρχοντα Άδη... Τι έκπληξη..."

"Σου έχω ένα μήνυμα προς παράδοση, Ερμή."

"Ποιο είναι αυτό, άρχοντα;"

"Δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι πρέπει να το παραδώσεις στον Τάρταρο. Καλή διασκέδαση!", είπε ο Άδης και εξαφάνισε τον Ερμή προτού προλάβει να διαμαρτυρηθεί. Άκουσε όμως τις οργισμένες διαμαρτυρίες της Περσεφόνης και ο μόνος τρόπος που βρήκε για να την ηρεμήσει, ήταν να την τυλίξει σφιχτά με καπνό. "Συγγνώμη, Περσεφόνη, μα πρέπει να με ακούσεις. Σ' αγαπώ, Περσεφόνη μου. Πάντα σε αγαπούσα και μα τους θεούς αυτό δε θα αλλάξει ποτέ. Δε συνέβη τίποτα με τη Μινθώ. Μπήκε στον Κάτω Κόσμο κι ο Κέρβερος ήταν έτοιμος να της επιτεθεί. Εγώ ήθελα να κάνω κάτι ευγενικό, χάρη σ' εσένα. Ήθελα να σου δείξω ότι μπορώ να είμαι καλός. Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι, είναι εσένα να φωνάζεις και στο κρεβάτι μου μια γυμνή γυναίκα, που δεν ήσουν εσύ. Αν ήσουν, θα ήταν λογικό. Δεν την άγγιξα. Δεν ήθελα να το κάνω. Εγώ εσένα αγαπάω. Σ' αγαπώ περισσότερο από κάθε τι.", της είπε και σιγά-σιγά την έλυσε.

"Μην τολμήσεις να το ξανακάνεις αυτό.", του είπε μόλις ο καπνός εξαφανίστηκε και πάτησαν τα πόδια της στη γη. Εκείνος έγνεψε αμέσως καταφατικά και περίμενε την απάντησή της. "Σε πιστεύω.", είπε κι ο Άδης χαμογέλασε ανακουφισμένος και την αγκάλιασε. "Μη νομίζεις, βέβαια, πως έχεις γλυτώσει. Πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη απ' τον Ερμή."

"Αφού πρώτα ζητήσεις εσύ συγγνώμη από τη μέντα."

"Εμ... Όχι."

"Το φαντάστηκα.", είπε ο Άδης γελώντας.