Κεφάλαιο 14
Ένας Λόγος Για Να Ζεις
(Σήμερα)
Μόλις ο Άδης έφτασε στην τραπεζαρία, αντίκρυσε την Περσεφόνη να είναι πεσμένη στο πάτωμα και να παίζει με τη Μελινόη. Οι δυο τους γελούσαν και διασκέδαζαν γλιστρώντας στο αλειμμένο με κερί δάπεδο.
"Θα μπορούσατε να μου πείτε τι συμβαίνει εδώ;"
"Το κάναμε συνέχεια αυτό παλιά, πριν...", είπε η Μελινόη κι ο Άδης χαμογέλασε. Την πήρε παράμερα για λίγο και συζητούσαν σιγανά.
"Τι είναι αυτό που δε θέλετε να μάθω;", ρώτησε η Περσεφόνη με καχυποψία, μισοκλείνοντας τα μάτια και σφίγγοντας τα χείλη. Αυτό ήταν το ύφος που έχουν όλες οι μαμάδες, ένα ύφος που η Μελινόη δεν είχε δει εδώ και πολλά χρόνια.
"Εμ... Δεν...", άρχισε να λέει το κορίτσι, που άντεξε λιγότερο από όσο θα περίμενε ο Άδης.
"Περσεφόνη μου, νομίζω πως ήρθε η ώρα να μάθεις κάτι σημαντικό. Μας συγχωρείς, Μελινόη.", είπε και οδήγησε τη θεά της άνοιξης μπροστά σε δύο χρυσές πύλες, πίσω από τις οποίες κρυβόταν ο ομορφότερος κήπος που είχε δει ποτέ.
"Αυτά είναι τα Ηλύσια Πεδία;"
"Τα θυμάσαι;"
"Αμυδρά. Δε μου τα έχεις ξαναδείξει, έτσι;"
"Από όταν ξαναγύρισες, όχι.", της είπε κι έπειτα σιώπησε. "Περσεφόνη... Πρέπει να σου πω κάτι."
"Τι συμβαίνει;", τον ρώτησε χαμογελώντας γλυκά.
"Η Μελινόη...", είπε αλλά μετά δίστασε. Η Περσεφόνη τον κοίταξε με ανησυχία. "Η Μελινόη είναι κόρη μας."
"Τι;", είπε σοκαρισμένη. "Δε γίνεται... Είμαστε σχεδόν συνομήλικες..."
"Είναι διαφορετικά για τους θεούς. Είμαστε αθάνατοι και δε γερνάμε."
"Δε μπορώ να πιστέψω ότι δεν τη θυμήθηκα. Το ίδιο μου το παιδί! Τι σόι μάνα είμαι εγώ;", είπε και ο Άδης κάθισε δίπλα της.
"Δε φταις εσύ. Δεν είσαι κακή μητέρα."
"Γιατί δε μου το είπες;"
"Συγχώρεσέ με."
"Πώς μπόρεσες;". Για λίγη ώρα δε μίλησε κανείς, ώσπου η Περσεφόνη σηκώθηκε όρθια. "Πρέπει... Δεν ξέρω. Πρέπει να σκεφτώ.". Ο Άδης την κοιτούσε καθώς απομακρυνόταν κι ευχήθηκε να μπορούσε να τη βοηθήσει. Μόλις η Περσεφόνη έφτασε στο παλάτι, συνάντησε τη Μελινόη στην είσοδο.
"Σου το είπε;"
"Ναι. Λυπάμαι αφάνταστα που δε σε θυμάμαι."
"Ούτε εκείνον τον θυμάσαι κι ας τον αγαπούσες τόσο."
"Αγαπούσα κι εσένα. Είσαι παιδί μου."
"Ναι, αλλά με εκείνον ήταν λες και μαζί μπορούσατε να καταφέρετε τα πάντα. Δεν έχω δει πιο χαζό πράγμα από την αγάπη σας.", είπε κι η Περσεφόνη γέλασε.
"Ναι, κάτι έχω ακούσει κι εγώ γι' αυτό. Πες μου, ήμουν σωστή μητέρα;"
"Αν σου πω 'ναι', θα με κοροϊδεύεις αργότερα, όταν ξαναβρείς τη μνήμη σου. Αν πάλι σου πω 'όχι', θα πληγωθείς τώρα αλλά θα γελάς αργότερα. Εντάξει, είσαι καλή μαμά. Ακόμη κι όταν έλειπες για μήνες. Πιστεύω όμως ότι δε χρειάζεται να συνεχίσεις να το κάνεις αυτό.". Η Περσεφόνη χαμογέλασε όταν η Μελινόη την αγκάλιασε ντροπαλά.
Την ίδια νύχτα πήγε στην κρεβατοκάμαρα του Άδη, την ώρα που διάβαζε τις αναφορές για τις ψυχές.
"Θέλεις κάτι, γλυκειά μου;"
"Όχι. Δηλαδή, σκεφτόμουν... Αχ, πραγματικά θέλω να πετύχει αυτό. Δε γίνεται να περάσω την αιωνιότητα χωρίς να ξέρω την κόρη μου, τον άντρα μου! Προσπαθώ να θυμηθώ αλλά... Γι' αυτό, σκέφτηκα μήπως γύριζα στην παλιά μου καθημερινότητα, ίσως τότε να επέστρεφε η μνήμη μου..."
"Αν αυτό επιθυμείς..."
"Ναι. Τι νομίζεις πως πρέπει να κάνω;"
"Θα μπορούσες να κοιμηθείς εδώ απόψε. Να με βοηθήσεις και με αυτές τις αναφορές."
"Εντάξει. Μόνο για ύπνο όμως.", είπε η Περσεφόνη.
"Ό,τι πεις.", συμφώνησε ο Άδης. Συνέχισε να στέκεται κοντά στην πόρτα για λίγο και μετά πλησίασε το κρεβάτι με δειλά βήματα. Τράβηξε τα σκεπάσματα, κάθισε πλάι του και πέρασαν αρκετή ώρα μελετώντας τις αναφορές. Ο Άδης τής εξηγούσε κι εκείνη τον παρακολουθούσε με ενδιαφέρον ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έλεγε και τη γνώμη της. Σιγά-σιγά όμως τα μάτια της άρχισαν να κλείνουν και ξάπλωσε κρατώντας το χέρι του.
"Μίλα μου για 'σένα.", είπε κι αυτός μειδίασε.
"Δεν έχω κάτι να πω."
"Έλα τώρα!"
"Αλήθεια, δεν είμαι ενδιαφέρων τύπος."
"Δε νομίζω πως θα είχα παντρευτεί ένα βαρετό άντρα."
"Ίσως να είσαι βαρετή κι εσύ.", της είπε και για λίγη ώρα δε μίλησαν. "Είσαι καλά;"
"Διάβασα για αυτά που έχεις κάνει. Με τον πατέρα σου...". Ακούγοντας αυτά τα λόγια, σφίχτηκε το σώμα του.
"Νόμιζα ότι τα είχα πάρει αυτά από τη βιβλιοθήκη.", είπε εκνευρισμένος.
"Τα πήρες.", του είπε η Περσεφόνη αγνοώντας το ξαφνιασμένο ύφος του. "Δεν είπα τίποτα, διότι κατάλαβα πως δε θες να μιλάς για αυτά.", είπε πριν προλάβει να τη ρωτήσει πώς τα βρήκε.
"Όντως. Δε θέλω να μιλήσω."
"Απλώς... Δεν ξέρω. Ξέχνα το.". Ο Άδης άρχισε να της χαϊδεύει τα μαλλιά και να θυμάται ένα παρελθόν τόσο μακρινό...
"Έχει περάσει πολύς καιρός.", της είπε.
"Φοβόσουν τότε;"
"Όχι. Δεν είχα τίποτα να χάσω. Δε σκεφτόμουν καθόλου τη ζωή μου. Η Αόρατη Περικεφαλαία με βοήθησε πολύ. Το μόνο που με ενδιέφερε, ήταν να προκαλέσω κακό στον Κρόνο. Ήμουν αιμοβόρος και νέος, παγιδευμένος όλη μου τη ζωή. Ένα πράγμα χρωστάω στον Δία: Μου έδωσε την ευκαιρία να ζήσω."
"Οι Κύκλωπες σού έδωσαν την περικεφαλαία;"
"Ο Πολύφημος. Άδικο αυτό που του έκανε ο Οδυσσέας. Ο Ποσειδών είχε θυμώσει πολύ και τον τιμώρησε αναλόγως.". Η Περσεφόνη δεν κατάλαβε για ποιο πράγμα μιλούσε όμως δεν είπε τίποτα. "Ήθελα να δω τον πατέρα μου να περνά όσα είχα περάσει εγώ.", συνέχισε και το βλέμμα του σκοτείνιασε. "Γι' αυτό λέγονται τόσα για εμένα. Ότι είμαι σκληρός και δε δείχνω ποτέ έλεος. Αλήθεια είναι, βέβαια..."
"Δεν πιστεύω πως είσαι έτσι.", του είπε κι αυτός της φίλησε το χέρι.
"Πάντα πίστευες το καλύτερο για 'μένα, αγάπη μου."
"Δε μπορώ να φανταστώ πώς είναι να περνάς κάτι τόσο φοβερό.".
Εκείνος δε μίλησε για όταν την είχε βρει πληγωμένη κάτω από ένα δέντρο. Δε χρειαζόταν να το μάθει.
"Αν εκείνη την εποχή είχα εσένα και τη Μελινόη, δε θα είχα κάνει ούτε τα μισά από όσα έκανα."
"Γιατί;", τον ρώτησε.
"Επειδή εσείς μου δίνετε ένα λόγο για να ζω."
