Κεφάλαιο XXXV

[ Τέλη Ιουνίου, 749 Σ.Ε. ]

Επιστρέφοντας στην ηλιόλουστη Insomnia, το αρραβωνιασμένο ζευγάρι συμφώνησε να ακολουθήσουν το έθιμο της πόλης του στέμματος και να προμηθευτούν βέρες. Αντιλαμβάνονταν τον συμβολισμό και την ξεχωριστή, συναισθηματική αξία που θα αποκτούσαν τα συγκεκριμένα κοσμήματα έπειτα από τη γαμήλια τελετή. Επομένως, το κράμα των υλικών που θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή του κάθε δαχτυλιδιού, δεν θα έπρεπε να υστερεί σε ποιότητα.

Μια ημέρα που συνέπιπταν οι άδειες του ζευγαριού, οι δύο αγαπημένοι επέλεξαν να συναντηθούν στο σπίτι της Βανέσσα. Ενώ ήταν καθισμένοι στο κυκλικό τραπέζι του κεντρικού δωματίου, ο άνδρας από την Galahd κρατούσε κάποιες σημειώσεις σ' ένα κομμάτι χαρτί, έχοντας ένα φλυτζάνι καφέ που άχνιζε κοντά του. Την ίδια ώρα, η νεαρή ένοικος έπλεκε τα μακριά μαλλιά της σ' έναν σύνθετο τύπο πλεξίδας, την οποία θα ολοκλήρωνε με την κορδέλα μαλλιών που είχε λάβει ως δώρο από τον Λούτσε.

"Είπες ότι σου αρέσει η απέριττη ομορφιά που αποπνέει το ασήμι. Χθες το βράδυ, πραγματοποίησα μια έρευνα μέσω υπολογιστή, συλλέγοντας πληροφορίες για διαφορετικά είδη ευγενών μετάλλων. Έχω την εντύπωση ότι κάποιο από αυτά, θα μπορούσε να είναι καταλληλότερο για το δαχτυλίδι που θα φορέσει ο καθένας από εμάς. Είναι ένα μέταλλο που δεν διαφέρει χρωματικά από το ασήμι, ούτε υστερεί σε ποιότητα—για την ακρίβεια, η αντοχή του είναι ισχυρότερη. Οι πολίτες του στέμματος το ονομάζουν λευκόχρυσο, εισάγοντας τον εξ ολοκλήρου από την Altissia." Ο Λούτσε αρνιόταν να αποκλείσει αυτή την επιλογή, κι ας κόστιζε παραπάνω.

Η Βανέσσα γνώριζε το συγκεκριμένο μέταλλο και η γνώμη της γι' αυτό, ήταν βεβαίως θετική. Ταυτόχρονα όμως, την απασχολούσε το θέμα του κόστους.

"Όσα είπες, ισχύουν. Ο λευκόχρυσος είναι θαυμάσιος." Επεσήμανε η σύντροφος του, χαμογελώντας με συγκρατημένο ενθουσιασμό. Τα επιδέξια χέρια της, ολοκλήρωναν το χτένισμα που αναδεικνυόταν ακόμη περισσότερο χάρη στην βελούδινη, μπορντό κορδέλα. "Ας αναζητήσουμε κάποιο κατάστημα με καλή φήμη και ευρεία συλλογή κοσμημάτων. Έτσι θα αποκτήσουμε μια ακριβέστερη οπτική, αποφασίζοντας στο τέλος τι συμβαδίζει καλύτερα με το γούστο μας."

Ο Λούτσε πρότεινε να επισκεφτούν το κοσμηματοπωλείο απ' όπου εκείνος έμαθε για τον λευκόχρυσο, "Είδα αρκετά από τα εμπορεύματα που διαθέτουν, μέσω της αντίστοιχης διαδικτυακής σελίδας. Κρίνοντας από τις φωτογραφίες, φαίνεται η έμφαση στην λεπτομέρεια των κοσμημάτων και η ποιοτική κατασκευή τους."

"Σε ποιά περιοχή βρίσκεται η επιχείρηση; Μήπως σε κάποια οδό της κεντρικής αγοράς που ήδη γνωρίζουμε;" Διερωτήθηκε η Βανέσσα. Εκείνη την μέρα, είχαν και οι δύο ελεύθερο χρόνο για μια μεγάλη βόλτα στην πόλη.

"Όχι, θα πρέπει να κατευθυνθούμε μακριά από το κέντρο, κινούμενοι νοτιοανατολικά της πρωτεύουσας. Αν χρησιμοποιήσουμε το μετρό, θα φτάσουμε εκεί στο συντομότερο δυνατό χρόνο. Δεν νομίζω ότι έχουμε επισκεφτεί ξανά την συγκεκριμένη συνοικία. Με βάση όσες φωτογραφίες έχω προβάλλει μέσω υπολογιστή, εκείνη η γειτονιά διαθέτει ωραίους, καλοδιατηρημένους πεζόδρομους."

Η Βανέσσα ήταν σύμφωνη με το σχέδιο του συντρόφου της. Προσπάθησε να φανταστεί την περιοχή, γνωρίζοντας πως εκείνη η πλευρά της πόλης θεωρούνταν ιδιαιτέρως όμορφη, λόγω του ποταμιού και των καταπράσινων πάρκων που προσέδιδαν φωτεινά χρώματα στο γκρίζο, αστικό τοπίο.

"Θέλω να αναλάβω το κόστος και για τα δύο βέρες." Δήλωσε ο Λούτσε, "Αν θυμάμαι καλά, έχουμε ήδη μιλήσει σχετικά με αυτό το θέμα."

"Πράγματι, κάτι είχαμε συζητήσει. Όμως αν ακολουθήσουμε κατά γράμμα το έθιμο της πρωτεύουσας, η νύφη καθίσταται υπεύθυνη για τα έξοδα της βέρας του άνδρα της."

"Αυτό δεν είναι απολύτως υποχρεωτικό." Της απάντησε εκείνος ήρεμα, ακουμπώντας την κούπα του στο τραπέζι. "Μια παραλλαγή του ίδιου εθίμου, επιτάσσει τους γονείς να αναλαμβάνουν τα συγκεκριμένα έξοδα. Σκέψου την δυσκολία. Η μητέρα μου δεν είναι εν ζωή και οι δικοί σου κατοικούν έξω από τα όρια του Τείχους, δίχως να είμαστε ακόμη σίγουροι αν θα ενέκριναν την απόφαση που πήραμε."

"Έστειλα το γράμμα μου μέσω ταχυδρομείου, προχθές το πρωί..." Η φωνή της νεαρής γυναίκας ήταν χαμηλωμένη, σαν να ήθελε να κρύψει την αγωνία που αισθανόταν. Εισήλθε για λίγο στην κρεβατοκάμαρα και φόρεσε μια ελαφριά ζακέτα ίδιου χρώματος με την κορδέλα της. Όταν επέστρεψε, κάθισε ξανά στο τραπέζι, "Η Lucinia δεν είναι πολύ μακριά από την πρωτεύουσα. Πιστεύω ότι δεν θα αργήσουν να λάβουν την επιστολή και να μου απαντήσουν. Λούτσε, ό,τι κι αν ακούσω από τα μέλη της οικογένειας, θέλω να ξέρεις ότι θα είναι τιμή και χαρά μου να είμαι η σύζυγος σου."

Το βλέμμα του ανθρώπου ο οποίος είχε αγαπήσει την Βανέσσα, έλαμψε από τρυφερότητα, "Κι εγώ το ίδιο αισθάνομαι. Γι' αυτό δεν έχω αντίρρηση να κάνω ό,τι είναι εφικτό προκειμένου να δείξω στους δικούς σου πως βρίσκεσαι σε καλά χέρια. Νομίζω πως όλοι οι γονείς που σέβονται τα παιδιά τους, θέλουν να έχουν αυτή την βεβαιότητα."

Η κοπέλα από την Lucinia έγνεψε με συγκατάβαση και χαμογέλασε, "Υποθέτω ότι θα αισθανθούν πολύ έκπληκτοι με όσα ανακοινώνω στο γράμμα. Τόσο εκείνοι, όσο κι εγώ, πιστεύαμε ότι δεν θα προχωρούσα σε γάμο πριν κλείσω τα 25. Δεν είχα συζητήσει πολλές φορές το συγκεκριμένο θέμα μαζί τους ή οτιδήποτε σχετίζεται με έναν τόσο επίσημο δεσμό. Πάντως, θα μπορούσες να κερδίσεις την επιδοκιμασία τους. Εξάλλου, είσαι ο καλύτερος σύντροφος που θα μπορούσα να έχω."

Έπειτα από το άκουσμα της τελευταίας πρότασης, ο Λούτσε έγειρε προς την πλευρά της Βανέσσα, φιλώντας απαλά τα χείλη της, "Αργά ή γρήγορα, θα μάθουμε την γνώμη τους. Αναρωτιόμουν· τους έχεις πει ότι κατάγομαι από την Galahd;" Ρώτησε, ελέγχοντας συνειδητά τον τόνο της φωνής του, ώστε το αίσθημα της προσωπικής επιφύλαξης να μην γίνει εύκολα αντιληπτό.

"Δεν δίστασα να το αναφέρω. Είναι ένα από τα στοιχεία που μου αρέσει σχετικά μ' εσένα." Η απόκριση της συνοδεύτηκε με ένα ακόμη φιλί των χειλιών τους.

Το γεγονός ότι η μέλλουσα σύζυγος τηρούσε αυτή την οπτική, ήταν πολύ σημαντικό για εκείνον, "Χαίρομαι που τ' ακούω αυτό."


Πριν ξεκινήσουν την διαδρομή τους προς την ανατολική πλευρά της πόλης, επέλεξαν με προσοχή το ντύσιμο τους.

Το μελλόνυμφο ζευγάρι καθώς και οι σύμμαχοι τους από την ίδια ομάδα, γνώριζαν το εξής: ένας μεγάλος αριθμός των πολιτών του στέμματος, δεν εκτιμούσε την παρουσία των επαρχιωτών προσφύγων του Lucis στην πρωτεύουσα. Το γεγονός ότι η επίλεκτη στρατιωτική μονάδα του Βασιλιά Ρέγκις απαρτιζόταν εξ ολοκλήρου από φιλοξενούμενους των επαρχιών, δεν αρκούσε ώστε οι καχύποπτοι γηγενείς της Insomnia, να αλλάξουν την αρνητική στάση τους. Ένιωθαν μεν πιο προστατευμένοι, αλλά ταυτόχρονα ανησυχούσαν ότι η πολεμική δράση των Glaives ενίσχυε τις επιθετικές τάσεις που έδειχνε κάθε τόσο η Αυτοκρατορία.

Έως την στιγμή που θα ολοκλήρωναν την αγορά των γαμήλιων δαχτυλιδιών, συμφώνησαν να κρύψουν την ιδιότητα τους ως Glaive. Ήταν αναγκαίο για εκείνους να βεβαιωθούν πως δεν θα αντιμετώπιζαν άδικη μεταχείριση από τους πωλητές. Έχοντας ζήσει για αρκετό καιρό στην μεγάλη πόλη, ο Λούτσε και η Βανέσσα είχαν πλέον εξοικειωθεί με τις συνήθειες και τους κοινωνικούς κώδικες των γηγενών συμπολιτών τους. Επομένως, δύσκολα θα υποψιαζόταν κάποιος ότι εκείνοι προέρχονταν από άλλες περιοχές του Βασιλείου.

Υπήρχε αρκετός κόσμος μέσα στο βαγόνι του μετρό. Το ζευγάρι δεν κατάφερε να εντοπίσει τυχόν ελεύθερες θέσεις. Η Βανέσσα φύλαξε τα δύο εισιτήρια μέσα στη τσέπη της ελαφριάς ζακέτας που φορούσε. Μαζί με τον σύντροφο της, στάθηκαν κοντά σε ένα παράθυρο. Παρατηρώντας τον συμπολεμιστή της με διακριτικές ματιές, η κοπέλα αντιλήφθηκε ότι εκείνος δεν αισθανόταν άνετα. Χωρίς δισταγμό, τον ρώτησε χαμηλόφωνα τι συνέβαινε. Ο Λούτσε είχε το θάρρος να παραδεχτεί ότι οι υπερβολικά κλειστοί χώροι ήταν δυσάρεστοι για εκείνον, όπως και η ιδέα ότι το συγκεκριμένο μεταφορικό μέσο μετακινούνταν υπογείως.

Η Βανέσσα ενδιαφέρθηκε να συζητήσει αυτό το θέμα, αλλά ο χώρος όπου βρίσκονταν εκείνη την στιγμή, δεν προσέφερε την αναγκαία ιδιωτικότητα. Ένευσε με κατανόηση και πέρασε το χέρι της γύρω από το μπράτσο του άνδρα, θέλοντας να τον εμψυχώσει με την εγγύτητα της.

"Ό,τι και να γίνει, είμαι μαζί σου." Τον διαβεβαίωσε με έναν ζεστό τόνο στην φωνή της.

Ο Λούτσε χαμογέλασε και την έσφιξε μαλακά στην αγκαλιά του.

Σχεδόν μια ώρα μεσολάβησε μέχρι την άφιξη τους στην στάση. Ανέβηκαν τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν σε κεντρικό δρόμο της ανατολικής συνοικίας. Η μαχήτρια εξακολουθούσε να έχει το χέρι της περασμένο γύρω από το μπράτσο του συνοδοιπόρου της. Θα βρισκόταν στο πλευρό του, έως ότου η μνηστευμένη κοπέλα αισθανόταν την ένταση εκείνου να μειώνεται.

Νιώθοντας τον αέρα της πόλης και το φως του ήλιου στο δέρμα του, ο Λούτσε εισέπνευσε βαθειά, ξέροντας ότι το αίσθημα της ανησυχίας, θα υποχωρούσε.

"Βανέσσα, σ' ευχαριστώ. Είμαι εντάξει τώρα."

"Έχεις σπουδαία αυτοσυγκράτηση. Χειρίζεσαι με σωστό τρόπο τις καταστάσεις που σε αγχώνουν."

"Όπως κι εσύ. Μοιάζουμε σε αυτό."

Αφότου αναμίχθηκαν με τον κόσμο και τους γνώριμους θορύβους των δρόμων της Insomnia, η μαχήτρια έκρινε πως μπορούσαν να μιλήσουν πιο ελεύθερα, "Μου επιτρέπεις να ρωτήσω πως δημιουργήθηκε η δική σου φοβία;" Εξέφρασε την ερώτηση της ενώ κατευθύνονταν με την ησυχία τους προς έναν μεγάλο πεζόδρομο.

"Είμαι σίγουρος ότι σχετίζεται με την εισβολή του Niflheim στον τόπο μου. Ήμασταν περικυκλωμένοι από κάθε γωνιά της ξηράς. Όμως, αυτό που δημιούργησε την βαθύτερη ανασφάλεια μέσα μου, ήταν η αίσθηση πως ήμασταν εξίσου περικυκλωμένοι και από τον αέρα. Υποτίθεται ότι ο ουρανός θα έπρεπε να είναι ανυπότακτος και ελεύθερος. Τότε, καθώς παρακολουθούσα τα γιγάντια, ιπτάμενα θωρηκτά που μοιάζουν με κάστρα του πολέμου, αισθανόμουν σαν να μην υπήρχε απολύτως καμιά διαφυγή. Στην Galahd, υπάρχει το εξής παλιό ρητό, 'Όσο έχουμε τον ουρανό, μπορούμε να είμαστε ελεύθεροι'. Είναι μια έκφανση της δικής μας φιλοσοφίας· ο καθένας μπορεί να την ερμηνεύει σύμφωνα με την δική του οπτική. Πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους συσχετισμός μεταξύ του ρητού και της θέας των θωρηκτών να απλώνουν την σκιά τους πάνω από τα σύννεφα και τα βουνά μας."

Η Βανέσσα δεν άφησε ούτε μια λέξη να ξεφύγει την προσοχή της. Έμεινε σιωπηλή για λίγο, προσπαθώντας να φανταστεί τι είχε βιώσει ο Λούτσε εκείνη την μέρα. Δεν ήταν ακατόρθωτο, ούτε ιδιαίτερα δύσκολο· εξάλλου, η Αυτοκρατορία ακολούθησε μια παρόμοια τακτική όταν εισέβαλλε και στην δική της παραθαλάσσια γενέτειρα. Τα πελώρια θωρηκτά του Niflheim, κάλυψαν τον ουρανό και έσπειραν ένα απερίγραπτο δέος.

"Μπορώ να σε καταλάβω. Κατά την διάρκεια της εισβολής στις δυτικές ακτές της Lucinia, το βίωμα του φόβου ήταν αναπόφευκτο και οδυνηρά έντονο. Χρειάστηκε να περάσει πολύς καιρός προκειμένου να αποβάλλω εκείνο το συναίσθημα. Το αποτελεσματικότερο αντίδοτο ήταν η στρατολόγηση μου στην Insomnia. Αν δεν έφευγα από την πατρίδα μου, πιθανώς θα πάλευα ακόμη με τις τραυματικές μνήμες των ημερών της εισβολής..."

"Εσύ άφησες πίσω την ανάμνηση του δικού σου φόβου. Κι αυτό είναι σαφώς καλύτερο. Όσο για την δική μου αντίστοιχη ανάμνηση, φαίνεται πως γαντζώθηκε στο υποσυνείδητο των σκέψεων και με ακολούθησε ως την πρωτεύουσα." Συλλογίστηκε ο Λούτσε, κοιτώντας εμπρός του.

Η νεαρή γυναίκα τον κοίταξε για λίγο καθώς περπατούσαν. Η κορμοστασιά του απέπνεε μια ήρεμη περηφάνια, παρ' ότι ο ίδιος είχε αισθανθεί αποδυναμωμένος πριν μερικά λεπτά. "Πιστεύω ότι δεν σου λείπει η δύναμη να απελευθερωθείς. Αναγνωρίζω βέβαια πως κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνο. Μολονότι αισθανθήκαμε ανασφάλεια όταν τα ιπτάμενα θωρηκτά παραβίασαν την αυτονομία μας, τώρα πολεμούμε ό,τι πρεσβεύουν."

"Σωστά. Ορισμένες προκλήσεις αντιμετωπίζονται με περισσότερη ευκολία όταν κάποιος έχει τους ιδανικούς ανθρώπους, δίπλα του." Υπήρχε μια στοχαστική διάθεση σε εκείνα τα λόγια, καθώς και ένα ευχάριστο υπονοούμενο που χαροποίησε την συνομιλήτρια.

Ο Λούτσε κράτησε την Βανέσσα γύρω από την μέση της, ενώ συνέχισαν να περπατούν. Σε λίγο θα έφταναν στην οδό του καταστήματος όπου θα πραγματοποιούσαν την επίσκεψη τους.

Η βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου ήταν προσεγμένη και οργανωμένη με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε προϊόν να αναδεικνύεται όπως έπρεπε. Σε ορισμένα είδη των συλλογών, αναγραφόταν η τιμή, ενώ σε άλλα -μάλλον πολύ πιο ακριβά- απουσίαζε.

"Είναι στ' αλήθεια ένα καλό σημείο για να κάνουμε μια έρευνα αγοράς." Αποφάνθηκε η Βανέσσα, έχοντας παρατηρήσει το περιεχόμενο της μεγάλης βιτρίνας με προσήλωση. Μαγαζιά τέτοιου είδους δεν υπήρχαν στην συνοικία των προσφύγων ή στους γειτονικούς δρόμους. Το συγκεκριμένο, θύμισε σε εκείνη τον τόπο όπου είχε μεγαλώσει.

Αυτή η λεπτομέρεια λειτούργησε ενθαρρυντικά, επιτρέποντας στην υποψήφια πελάτισσα να εισέλθει με υψηλότερο ηθικό στο κοσμηματοπωλείο. Κατάφερε να μεταδώσει το ίδιο θάρρος και στον αγαπημένο της.

Αν ήταν αναγκαίο, θα συστήνονταν ως φύλακες του στέμματος προκειμένου να έχουν δίκαιη αντιμετώπιση σε μια τόσο σημαντική συναλλαγή. Εξάλλου, οι ρόλοι ενός βασιλικού φύλακα και των Glaives, δεν διέφεραν σε μεγάλο βαθμό μεταξύ τους, με εξαίρεση την χρήση της μαγείας.

Η εργαζόμενη του καταστήματος, επιβεβαίωσε την αυξημένη αντοχή του λευκόχρυσου έναντι του ασημιού. Επιπλέον, όταν άκουσε ότι οι δύο μελλόνυμφοι εργάζονταν ως μέλη της ασφάλειας της βασιλικής οικογένειας, αναφέρθηκε και στο τιτάνιο. Το περιέγραψε ως ιδιαίτερα ανθεκτικό μέταλλο, κατάλληλο για κοσμήματα των οποίων οι κάτοχοι ασχολούνταν με επαγγέλματα που απαιτούσαν έντονη δράση του σώματος.

Οι βέρες που προορίζονταν για τους μελλόνυμφους, θα ήταν εξατομικευμένες και χειροποίητες. Αφότου περιεργάστηκαν μια σειρά εξαιρετικών δειγμάτων που διέθετε το κατάστημα, οι υποψήφιοι αγοραστές προσέγγιζαν ήδη τις τελικές επιλογές τους. Ήταν μια διαδικασία η οποία αποδείχτηκε πιο ευχάριστη -και λιγότερο αγχωτική- απ' ό,τι περίμεναν.

Έχοντας προσέξει την μεγάλη γκάμα δειγμάτων που ήταν οργανωμένη σε βελούδινη θήκες, η Βανέσσα καταστάλαξε στην τελική της απόφαση, νιώθοντας σίγουρη για το υλικό του δαχτυλιδιού της. Το κυρίαρχο μέταλλο θα ήταν ο λευκόχρυσος. Μια λεπτή γραμμή θα αυλάκωνε το μέσο των εξωτερικών τοιχωμάτων του κοσμήματος, η οποία θα διακοσμούνταν με μικροσκοπικά διαμάντια 14 καρατίων, τεχνητά χρωματισμένων με κομψό, λιλά χρώμα. Το ανεπαίσθητο βαθούλωμα της παράλληλης, λεπτής γραμμής θα ήταν κατασκευασμένο από τιτάνιο, ώστε τα πολύτιμα πετράδια να παραμένουν στερεωμένα στο δαχτυλίδι με μεγαλύτερη ασφάλεια. Προηγουμένως, η επιλογή διαμαντιών ίδιου μεγέθους 18 καρατίων, είχε απορριφθεί, όχι τόσο εξαιτίας της τιμής, αλλά λόγω της ευαισθησίας που διέκρινε την σύσταση αυτών, σε συνάρτηση με το επάγγελμα της μελλοντικής κατόχου. Το γεγονός ότι η λάμψη ενισχυόταν σύμφωνα με τον αριθμό των καρατίων, δεν σήμαινε το ίδιο και για την ανθεκτικότητα του πολύτιμου λίθου στις κακουχίες. Αντιθέτως, ίσχυε το αντίστροφο.

Ενώ φαινόταν ότι οι επιθυμίες των αρραβωνιασμένων θα ταυτίζονταν ως προς την επιλογή του κυρίαρχου μετάλλου, ο άνδρας από την Galahd παρέκκλινε από την αρχική του προτίμηση. Μιλώντας με την υπάλληλο που είχε αναλάβει την εξυπηρέτηση τους, αιτήθηκε η βέρα του να είναι κατασκευασμένη από τιτάνιο, ασημένιου χρώματος ώστε να ταιριάζει με εκείνη που θα αποκτούσε η αρραβωνιαστικιά του. Προκειμένου να τονιστεί το ταίριασμα των κοσμημάτων τους, θα χαράσσονταν δύο λεπτές, γραμμές στο άνω και κάτω άκρο των τοιχωμάτων της βέρας, οι οποίες θα διέθεταν ελαφρώς πιο σκούρα, ασημί απόχρωση. Το τελικό αποτέλεσμα της σχεδίασης θα ήταν προσεγμένο, επιβλητικό και αρρενωπό.

Η επιχείρηση κοσμημάτων την οποία είχε εμπιστευτεί το ζευγάρι, στόχευε στην τελειότητα των έργων που προσφέρονταν προς πώληση, υπογραμμίζοντας την σημασία ακόμη και της παραμικρής λεπτομέρειας. Τα μέταλλα που θα χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή των βερών, προέρχονταν από την Altissia και την Insomnia αντίστοιχα.

"Λούτσε; Νόμισα ότι θα επιλέγαμε και οι δύο τον λευκόχρυσο." Επεσήμανε διακριτικά η Βανέσσα, περιμένοντας με ενδιαφέρον να ακούσει τον λόγο που εκείνος είχε αλλάξει γνώμη τελικά. Την ίδια στιγμή, η υπάλληλος απομακρύνθηκε από το σημείο όπου είχε σταθεί νωρίτερα, έχοντας προσέξει ότι οι πελάτες ήθελαν να συσκεπτούν για κάποιο ζήτημα.

"Κοιτώντας τα δείγματα από κοντά και όχι απλώς μέσα από μια οθόνη, αποφάσισα ότι εκείνο το μέταλλο δεν ταιριάζει επακριβώς με την ιδιοσυγκρασία που έχω, ή το στυλ που υιοθετώ γενικότερα." Η φύση του τιτανίου ήταν ανθεκτικότερη από εκείνη που διέθετε ο χρυσός ή το ανοξείδωτο ατσάλι. Ταυτόχρονα, ήταν ελαφρύ μέταλλο και προσέφερε μια αίσθηση άνεσης. Ο μελλοντικός κάτοχος θεωρούσε ότι ήταν η ιδανικότερη επιλογή, λαμβάνοντας υπ' όψιν τον ρόλο του ως Glaive και το πρόγραμμα της συχνής εκγύμνασης του.

Η αρραβωνιασμένη κοπέλα πείστηκε. Υπήρξε βέβαια ένας άλλος προβληματισμός στο νου της, σχετιζόμενος με το κόστος, "Οποιοδήποτε είδος μετάλλου ή πετραδιών από την Altissia, πρέπει να είναι εξαιρετικά πολύτιμο..."

"Όπως κι εσύ, Βανέσσα." Απάντησε ζεστά ο Λούτσε. "Καμιά από τις επιλογές που έχουμε κάνει ως τώρα, δεν είναι υπερβολική."

Εκείνη χαμογέλασε και ένευσε συγκινημένη, χαμηλώνοντας για λίγο το βλέμμα. Αυτές οι στιγμές ήταν εντελώς πρωτόγνωρες και ιδιαίτερες για τους δύο συμμάχους που είχαν επιλέξει να επισημοποιήσουν την σχέση τους.

"Το σχέδιο της βέρας που επέλεξες, θα ταιριάζει υπέροχα με το χέρι σου. Οι πέτρες που θα δεθούν, καθώς επίσης και τα χρώματα της, έχουν μια ποιητικότητα, όπως ό,τι αντικρίζω σ' εσένα." Υπήρχε ένας τρυφερός αυθορμητισμός στις λέξεις που αναδύθηκαν από τα χείλη του συντρόφου της. "Ελπίζω να σου άρεσε και το σχέδιο που προτίμησα για την δική μου. Μήπως θα ήθελες να αλλάξω κάτι;"

Η Βανέσσα παρακολούθησε εκείνα τα λόγια κοιτώντας τον κατάματα κι έπειτα κράτησε το χέρι του μέσα στα δικά της. Γενικότερα, βλέποντας την προσέγγιση με την οποία ο Λούτσε είχε εξατομικεύσει κάποια στοιχεία του αμυντικού οπλισμού του ως Glaive, ήταν εμφανές πως είχε καλό γούστο και σωστή αίσθηση του μέτρου. Τα ίδια γνωρίσματα θα αντανακλούσε και η βέρα του.

"Δεν θα χρειαστεί." Αποκρίθηκε εκείνη, ξεδιπλώνοντας την γνώμη της, "Ο τρόπος που εναρμονίζονται μεταξύ τους οι ασημί αποχρώσεις καθώς και η λάμψη τους, ταιριάζει με το ανοιχτόχρωμο δέρμα σου, αλλά και με το στυλ ντυσίματος που ακολουθείς πιο συχνά."

Για την ολοκληρωμένη κατασκευή της καθεμιάς από τις βέρες που είχαν επιλεγεί από το ζευγάρι, απαιτούνταν συνολικά δύο μήνες. Η λίστα αναμονής όσων αγοραστών είχαν πραγματοποιήσει ήδη την παραγγελία τους, δεν επέτρεπε ένα συντομότερο χρονοδιάγραμμα για τους αγαπημένους μελλόνυμφους. Πάνω απ' όλα, τα άτομα που εκπροσωπούσαν το κοσμηματοπωλείο, ενδιαφέρονταν για την άρτια εξυπηρέτηση των πελατών τους.

Η έμπειρη υπάλληλος αφιέρωσε μερικά λεπτά στον υπολογισμό της αξίας των αγορών. Έπειτα συμβουλεύτηκε τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης μέσω τηλεφώνου. Διευθέτησε την διαδικασία πληρωμής με τον Λούτσε, ο οποίος ήταν απόλυτα διατεθειμένος να ανταποκριθεί στο κόστος που θα προέκυπτε από την σημερινή συνδιαλλαγή· ήταν εμφανές ότι δεν είχε επηρεαστεί από τους άγραφους κανόνες ή την προθυμία που είχε δείξει η Βανέσσα σε ό,τι αφορούσε τα προσωπικά τους έξοδα.

Η αγαπημένη του καταλάβαινε ότι με αυτή την πράξη, εκείνος επιθυμούσε να προβάλλει στους μελλοντικούς πεθερούς πως ήταν άξιος σύζυγος και ότι μπορούσε να φροντίσει την εκλεκτή της καρδιάς του, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος δεν προερχόταν από μια εύπορη οικογένεια.

Υπήρχε η φήμη ότι το πείσμα των ανθρώπων της Galahd ήταν απαράμιλλο. Μα ακόμη κι έτσι, η Βανέσσα σκόπευε να συνεισφέρει στην προετοιμασία του γάμου τους, απολαμβάνοντας το κάθε βήμα και όλες τις στιγμές που εκείνοι θα μοιράζονταν μέχρι την σημαντική ημέρα.