Όπου η μαγική επαφή με το παλάτι της Ιλίρια καθιερώνεται.
Βορράς
Κεφάλαιο 35
Οι πιο κρύες ώρες της νύχτας κυλούσαν αργά πάνω απ' το ξέφωτο. Άνθρωποι, ξωτικά και δρακοκαβαλάρηδες είχαν σχηματίσει νωρίτερα τρεις διαφορετικές ομάδες και είχαν περάσει ξεχωριστά τη βραδιά τους σε διαφορετικές άκριες του ξέφωτου.
Αφού πρώτα κανόνισαν σκοπιές για την προστασία τους, οι κυνηγοί είχαν γείρει πάνω στο χώμα, να ξαποστάσουν από την ένταση των γεγονότων της προηγούμενης ημέρας. Ο ύπνος τους είχε βρει με γυμνές τις λεπίδες των σπαθιών και των στιλέτων τους, με σφιγμένες τις λαβές τους ανάμεσα στα δάχτυλά τους, αγκαλιά με τα τόξα και τις φαρέτρες που φύλαγαν τα βέλη τους. Το ίδιο ίσως είχαν κάνει και τα ξωτικά στην αντίπερα μεριά του ξέφωτου.
Η Νολβέν, αφού πρώτα είχε τακτοποιήσει τα σκεπάσματα γύρω από το σώμα του πατέρα της, είχε φιλήσει τρυφερά τα λευκά μαλλιά που πλαισίωναν το μέτωπό του καληνυχτίζοντάς τον, κατόπιν είχε πλαγιάσει πλάι του και σε μικρή απόσταση από τη φωτιά που θα τους ζέσταινε τη νύχτα. Σύντομα γύρω της ακούστηκε η βαριά ανάσα των κοιμισμένων αντρών που τους συνόδευαν, να διακόπτεται από το περιστασιακό ροχαλητό ορισμένων. Οι σκιές των φρουρών που αγρυπνούσαν ξεχώριζαν μακρύτερα, πλαισιώνοντας τον κύκλο τους.
Παρά την κούρασή της, η αγωνία για το μέλλον δεν άφηνε την Νολβέν να ξαποστάσει. Τα ξωτικά είχαν διαλέξει για τους εαυτούς τους τη σκοτεινότερη μεριά του ξέφωτου. Κοντά στους κορμούς των μεγάλων δένδρων, που τα κλαδιά τους και η σκοτεινιά της νύχτας σκέπαζαν εντελώς την ομάδα τους. Η κοπέλα δεν θα μπορούσε να πει αν τα ξωτικά είχαν πλαγιάσει παρόμοια με τους ανθρώπους, δεν γνώριζε καν αν τα πλάσματα αυτά του δάσους χρειάζονταν τον ύπνο. Εδώ και ώρα όμως, από την μεριά τους ακουγόταν πια ησυχία. Το πολύβουο, μελωδικό μουρμουρητό τους είχε καταλαγιάσει, για να πάψει κάποια στιγμή εντελώς.
Η κόρη ανασηκώθηκε ανάμεσα στις κουβέρτες της ρίχνοντας μια ματιά προς την μεριά των καβαλάρηδων και των δράκων. Οι γιγάντιες σκιές των δύο από αυτούς ξεχώριζαν κοντά στην όχθη της μικρής λιμνούλας, που σχηματιζόταν από τα κρυστάλλινα νερά του ρυακιού καθώς κυλούσε μέσα από το ξέφωτο. Ακόμα και από την απόσταση που τους χώριζε, η Νολβέν μπορούσε να θαυμάσει τις φολίδες τους, που γυάλιζαν αστραφτερές κάτω από το φεγγαρόφωτο. Οι φιγούρες των δύο καβαλάρηδων διακρίνονταν καθισμένες πλάι-πλάι, κοντά στις κοιλιές των δράκων.
Η Νολβέν μπορούσε καθαρά να διακρίνει ότι ο Έραγκον και η βασίλισσα των ξωτικών δεν είχαν πλαγιάσει να κοιμηθούν ακόμα. Καθισμένοι με τις πλάτες τους στραμμένες προς το ξέφωτο κοίταζαν και οι δύο προς τα νερά της λίμνης, που μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας έμοιαζε με την επιφάνεια ενός μαύρου καθρέπτη, πάνω στον οποίον αντιφέγγιζαν οι χλωμές ακτίνες του φεγγαριού. Ο Μέρταγκ και ο Θορν δεν βρίσκονταν κάπου κοντά τους.
Το κόκκινο ζευγάρι είχε προτιμήσει να περάσει την νύχτα του ξέχωρα από τους άλλους δύο καβαλάρηδες και δράκους. Κοντύτερα στους ανθρώπους που συνόδευαν και είχαν κάτω από την προστασία τους και πίσω από την λάμψη της φωτιάς της ομάδας των κυνηγών, είχαν κουρνιάσει ο ένας πλάι στον άλλον, για να περάσουν άγρυπνοι και αυτοί την κρύα νύχτα. Κοιτάζοντάς τους η όμορη κόρη στέναξε με προσμονή κι ελπίδα. Πότε θα απελευθέρωναν τα ξωτικά τους ανθρώπους της ομάδας τους, ώστε να επιστρέψουν και πάλι στο κρυμμένο χωριό και την ασφάλεια της καθημερινής ζωής τους; Η παρουσία της μητερούλας της είχε λείψει. Ποτέ πριν η Νολβέν δεν είχε χωριστεί από τη συντροφιά της λαίδης Λίντα. Τόσο που είχαν καθυστερήσει, η ευαίσθητη αρχόντισσα δεν θα είχε ανησυχήσει; Πότε ο αγαπημένος άρχοντάς της και ο δράκος του, θα τους συνόδευαν πίσω στη σιγουριά του πέτρινου κάστρου του βουνού τους; Πότε θα ξαναγίνονταν όλα όπως και πριν, τότε που ζούσαν μόνοι κι ευτυχισμένοι, πριν εκτεθούν στην αναστάτωση που έφερε η επίσκεψη του ξένου δρακοκαβαλάρη στο απομονωμένο άσυλό τους;
Μ' αυτές και άλλες σκέψεις ο ύπνος ήρθε να αγκαλιάσει την Νολβέν, μα ήταν πάμπολλες οι φορές που πετάχτηκε τρομαγμένη ξυπνώντας από εφιάλτες των φόβων που την στοίχειωναν. Γοργά όμως καθησύχαζε και πάλι. Ρίχνοντας ένα βλέμμα προς τη μεριά του αγαπημένου καβαλάρη και του δράκου του, κάθε φορά τους έβλεπε να ξαγρυπνούν, να μεριμνούν για την προστασία την δική της, του πατέρα και των ανθρώπων τους. Για την ασφάλεια όλων εκείνων, που ο ευγενικός άρχοντάς της Μέρταγκ είχε θεωρήσει και 'δικούς' τους ανθρώπους.
Η καινούρια ημέρα ξημέρωνε δροσερή κι ηλιόλουστη, με τις σκιές των δέντρων του δάσους να σέρνονται σαν σκούρο πέπλο γύρω από τις παρυφές του ξέφωτου. Το πρώτο φως της μέρας να ξεχύνεται πάνω στο πράσινο χορτάρι και τα άνθη, που ένα-ένα άνοιγαν τα πέταλά τους κάτω απ' τον ήλιο. Οι πρωινές σταλίδες της δροσιάς λαμπύριζαν σαν φωτεινά πετράδια πάνω στα φύλλα.
Πλάι στην όχθη της λιμνούλας οι δύο δράκοι ανασάλεψαν τεμπέλικα ξυπνώντας και τεντώθηκαν. Ο Έραγκον σηκώθηκε σιάχνοντας τα ρούχα του. Αυτός και η Άρυα δεν είχαν κοιμηθεί καθ' όλη τη διάρκεια της νύχτας, παρά είχαν φροντίσει να μοιραστούν σκέψεις και αναμνήσεις, συναισθήματα κι ελπίδες. Ο χρόνος που τους είχε χωρίσει δεν ήταν τίποτε μπροστά στις αθάνατες ζωές τους, μέσα στις καρδιές τους όμως είχαν νοσταλγία περισσή ο ένας για τον άλλον.
Η Άρυα σηκώθηκε κι αυτή κι αφήνοντας τους δράκους μόνους, έπιασε το χέρι του Έραγκον οδηγώντας τον κοντά στην ομάδα των ξωτικών της. Δραστήριοι οι κάτοικοι των δασών είχαν από βραδύς φροντίσει να κατασκευάσουν μία λεκάνη ξύλινη, τραγουδισμένη από τις ρίζες ενός γιγάντιου δέντρου. Η ξύλινη αυτή λεκάνη έστεκε τώρα γεμισμένη με νερό, που οι πολεμιστές της Λιττόρεν είχαν ήδη μεταφέρει απ' το ρυάκι, γεμίζοντάς την μέχρι το χείλος.
"Απ' όσο γνωρίζω τη Ναζουάντα, θα προτιμούσε να συζητήσει μια υπόθεση σαν και αυτή κατ' ιδίαν μαζί σου " είπε η Άρυα δείχνοντας την επιφάνεια του νερού στον Έραγκον. "Οι υποχρεώσεις της βασίλισσας ξεκινούν νωρίς. Καλά θα έκανες να επικοινωνήσεις πάραυτα μαζί της. Ίσως εκείνη δεν θα ήθελε να διακόψεις αργότερα κάποια από τις διασκέψεις με τους συμβούλους του παλατιού της."
Ο Έραγκον ένευσε θετικά. Απλώνοντας το χέρι με την Γκετγουέι Ιγκνάσια πάνω από το νερό, ψιθύρισε τις δύο μαγικές λέξεις που θα του επέτρεπαν να επικοινωνήσει με το παλάτι της Ιλίρια. "Νράουμρ Κόπα!" Η υγρή επιφάνειά της ξύλινης λεκάνης έλαμψε την άλλη στιγμή σαν καθρέφτης ασημένιος αντανακλώντας το φως.
Δεν χρειάστηκε να περιμένουν πολύ. Το όμορφο πρόσωπο της βασίλισσας εμφανίστηκε πάνω στη γυαλιστερή επιφάνεια, σαν η Ναζουάντα να πρόβαλε μέσα από το νερό της λεκάνης. Τα μάτια της φανέρωναν έκπληξη, που πολύ έντεχνα κατάφερε να κρύψει.
"Έραγκον! Είναι πάντα μεγάλη η χαρά μου, να συνομιλώ μαζί σου. Πώς είσαι;" Την άλλη στιγμή η μορφή της Άρυα εμφανίστηκε στο οπτικό της πεδίο, πλάι στον Έραγκον. "Ω, αγαπητή βασίλισσα των ξωτικών!" Αν είχε καταφέρει να κρύψει το ξάφνιασμά της λίγο πριν, βλέποντάς και τους δύο μαζί η Ναζουάντα αιφνιδιάστηκε. Υπήρξαν αρκετές οι φορές που είχε επικοινωνήσει με την Άρυα και τον Έραγκον μέσω του μαγεμένου καθρέφτη που ο δρακοκαβαλάρης είχε αφήσει στην κατοχή της. Το να βλέπει όμως και τους δύο αυτούς προσφιλείς συντρόφους μαζί, τον ένα πλάι στον άλλο την εξέπληξε. "Σε τι οφείλεται η μεγάλη τούτη χαρά;"
Ο Έραγκον και η Άρυα χαιρέτησαν τη βασίλισσα των ανθρώπων με τον αρχαίο τρόπο που τα ξωτικά εξέφραζαν τα σέβη τους. "Κατά πρώτον, εύχομαι όλα να βαίνουν καλώς μέσα στο βασίλειο του Μπρόντρικ, με ειρήνη, υγεία και ευημερία για την βασίλισσά του και τους ανθρώπους του" ευχήθηκε ευγενικά ο Έραγκον. Δίχως όμως να περιμένει απόκριση από τη Ναζουάντα, βιάστηκε να συνεχίσει. "Υπάρχει εκ μέρους μου κάποια παράκληση για ένα θέμα σοβαρό, που πολύ θα ήθελα να συζητήσω μαζί σου, κραταιή βασίλισσα."
"Και εγώ επίσης από τη μεριά μου έρχομαι να προσθέσω τις παρακλήσεις μου, ώστε να ευοδωθούν τα αιτήματα του δρακοκαβαλάρη" συμπλήρωσε η Άρυα.
Με λίγα λόγια και απλά, ο Έραγκον περιέγραψε στη Ναζουάντα τον κύριο λόγο του ταξιδιού του στην Αλαγαισία, που ήταν η εύρεση του Μέρταγκ και του κόκκινου δράκου του. Της εξήγησε την πρόθεσή του, να τους προσκαλέσει στη γη των δράκων, ώστε να ζήσουν και να εργαστούν μαζί μ' αυτόν και τη Σαφίρα. Όχι μονάχα τώρα, για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα, αλλά και στο μέλλον κάτω από κάποια μόνιμη βάση. Απέφυγε βέβαια να αναφέρει σ' αυτήν τους φόβους τους δικούς του και της δράκαινας, για ένα πιθανά ανεξέλεγκτο κόκκινο ζευγάρι, που γνώριζε τόσο καλά τη χρήση της μαγείας. Σκοπός του ήταν να καθησυχάσει τις ανησυχίες της Ναζουάντα και όχι να την ανησυχήσει.
Της μίλησε βέβαια για την έκπληξή του, που ενώ πρόσμενε να βρει τον Μέρταγκ και τον Θορν να ζουν μονάχοι, κάτω από την προστασία και τις διαταγές τους ανακάλυψε ολόκληρο χωριό προσφύγων. Επικεντρώθηκε στους ανθρώπους αυτούς περιγράφοντας της τις δυσκολίες της ζωής τους στον άγριο βορρά, τις ελλείψεις αγαθών και τις ανάγκες τους. Ζήτησε τέλος, να συναινέσει η Ναζουάντα ώστε να εγκατασταθούν κάπου νοτιότερα μέσα στα εδάφη της Αλαγαισίας, ώστε να είναι δυνατόν στον Μέρταγκ και τον Θορν ν' ακολουθήσουν στη γη των δράκων τον ίδιο και την Σαφίρα του.
Η Άρυα συνέτεινε στα λόγια του Έραγκον, προσθέτοντας στις παρακλήσεις του και τις δικές της. Τονίζοντας, ότι οι ξωτικοί υπήκοοί της θεωρούσαν ανεπίτρεπτο οι κυνηγοί αυτών των κατατρεγμένων, να μολύνουν σε κάθε κυνήγι τα εδάφη τους με τον θάνατο αθώων ζώων.
Η Ναζουάντα αντιμετώπισε σκεπτική την απρόσμενη τούτη περίσταση. "Όπως πολύ καλά καταλαβαίνεις Έραγκον κι εσύ Άρυα, βασίλισσα των ξωτικών, μία απόφαση όπως αυτή που μου ζητάτε, δεν γίνεται να ληφθεί έτσι άμεσα. Όχι τουλάχιστον χωρίς να συσκεφθώ με τους συμβούλους μου, ή χωρίς τη συναίνεση του λαού μου. Ποιοι είναι οι άνθρωποι αυτοί του παλιού καθεστώτος της αυτοκρατορίας; Ποια τα εγκλήματα που τους βαραίνουν και ίσως καταμαρτυρούνται εναντίων τους; Μήπως η πίστη τους στον Γκαλμπατόριξ εξακολουθεί να τους δεσμεύει; Καθώς πολύ καλά καταλαβαίνετε, θα χρειαστώ περισσότερες πληροφορίες. Προτού ληφθεί η όποια απόφαση, θα πρέπει να γίνουν κάποιες διαπραγματεύσεις, όμως…" Η Ναζουάντα σταμάτησε απότομα να μιλά. Τα όμορφα, αμυγδαλωτά της μάτια άνοιξαν έκπληκτα και τα χείλη της ψιθύρισαν ένα όνομα, που είχαν καιρό πολύ να ψελλίσουν. "Μέρταγκ;"
Πίσω από τον Έραγκον και τη βασίλισσα των ξωτικών είχε εμφανιστεί στο βάθος του καθρέφτη η μορφή εκείνου, που ακόμα στοίχειωνε τις νύχτες τα όνειρά της.
Έχοντας αφήσει την συντροφιά του Θορν και την ομάδα των ανθρώπων κυνηγών, ο δρακοκαβαλάρης του κόκκινου δράκου πλησίαζε τη σύναξη των ξωτικών, να δει και να ακούσει τι λεγόταν.
(συνεχίζεται)
