Όπου ο Μέρταγκ συνομιλεί με τη Ναζουάντα μέσω της μαγικής εικόνας.


Βορράς

Κεφάλαιο 36

"Καλημέρα Ναζουάντα."

Προσπάθησε να κρατήσει τον τόνο της φωνής του τυπικό και απόμακρο, χωρίς να είναι καθόλου βέβαιος ότι το είχε καταφέρει. Οι παλμοί της καρδιάς του Μέρταγκ επιταχύνονταν γοργά, αποδεικνύοντας στη λογική του ότι η ψυχρότητα πίσω από την οποία προσπαθούσε να κρυφτεί ήταν μάταιη. Ένοιωσε το αίμα να βράζει μέσα του καθώς ανέβαινε από το στήθος προς το κεφάλι, φλογίζοντας τους κροτάφους και τις αισθήσεις του. Κατάλαβε τα μέλη του να κινούνται γοργά πλησιάζοντας περισσότερο τη μαγική απεικόνιση, αφού ασυναίσθητα παραμέρισε τα ξωτικά για να σταθεί στο πλευρό του αδελφού του. Αργότερα θα έπρεπε να αναζητήσει την κατάλληλη δικαιολογία, για να εξηγήσει στον εαυτό του και στον Θορν, το γιατί είχε αποφύγει καλημερίζοντάς την να χρησιμοποιήσει τον επίσημο τίτλο που εκείνη έφερε, σαν βασίλισσα που ήταν.

"Σε χαιρετώ, Μέρταγκ δρακοκαβαλάρη του Θορν. Εύχομαι επίσης, να είναι ευνοϊκή τούτη η συγκυρία της συνάντησής μας. Χαίρομαι που εσύ και ο δράκος σου φαίνεστε υγιείς και δυνατοί." Η φωνή της ακούστηκε αβίαστα ευγενική να βγαίνει μέσα από την ακίνητη επιφάνεια του νερού, καθώς τα όμορφα μάτια της έστρεφαν αποκλειστικά προς την μεριά του παραβλέποντας την παρουσία του Έραγκον και της Άρυα. Τα χείλη της Ναζουάντα συσπάστηκαν σε ένα χαριτωμένο χαμόγελο. "Χωρίς να θέλω να δειχτώ αγενής, Έραγκον και Άρυα, θα επιθυμούσα να συνομιλήσω για λίγο με τον Μέρταγκ."

Η Ναζουάντα ακούστηκε σαφής, τούτη τη φορά η φωνή της γεμάτη βασιλικό μεγαλείο. Ο Έραγκον χαιρέτησε και απομακρύνθηκε οδηγώντας την Άρυα προς τον εξωτερικό κύκλο της ομάδας των ξωτικών. Το βλέμμα που αντάλλαξε μαζί της, φανέρωνε ανησυχία. Μέσα του ήταν βέβαιος, ότι η πρωινή αιφνίδια επικοινωνία του με τη Ναζουάντα, η παρουσία του στο πλευρό της Άρυα, καθώς και το αίτημά του είχαν κινήσει νήματα καχυποψίας πρωτόγνωρα στη σχέση του με τη βασίλισσα των ανθρώπων. Προφανώς εκείνη θα επιθυμούσε να αρνηθεί άμεσα το αίτημά του, δίσταζε όμως να το κάνει φοβούμενη την αντίδρασή του. Ίσως μία συζήτηση της με τον Μέρταγκ την έπειθε να συναινέσει στο σκοπό τους.

Οι ξωτικοί μαχητές της Λιττόρεν, ακολουθώντας το παράδειγμα της βασίλισσάς τους, απομακρύνθηκαν από το δέντρο, στις ρίζες του οποίου είχαν κατασκευάσει τραγουδώντας από βραδύς την υδάτινη λεκάνη. Κατευθύνθηκαν και αυτοί διακριτικά προς το κέντρο του ξέφωτου πιο κοντά στην ομάδα των ανθρώπων. Οι κυνηγοί τους αντιμετώπισαν με καχυποψία έχοντας έτοιμα τα όπλα, περιμένοντας γεμάτοι αγωνία δίχως να γνωρίζουν το παραμικρό από τα τεκταινόμενα, που τόσο θα επηρέαζαν τη μοίρα τους.

Ο Μέρταγκ γονάτισε μπροστά στην ξύλινη λεκάνη σκύβοντας επάνω από την υδάτινη εικόνα της Ναζουάντα. Οι παλάμες των χεριών του σφίχτηκαν σπασμωδικά δεξιά και αριστερά επάνω στην περίμετρο της τραγουδισμένης ρίζας του δέντρου. Τα μηλίγγια του σφυροκοπούσαν με τον ίδιο τρόπο, που η αναστατωμένη του καρδιά παλλόταν βαθιά μέσα στο στήθος. Υπήρχαν τόσα πολλά που ήθελε να της πει! Τα λόγια όμως παρέμεναν πεισματικά φυλακισμένα πίσω από τα κλειστά του χείλη, χωρίς να είναι ικανός να βρει τον τρόπο να εξωτερικεύσει τις σκέψεις ή τα αισθήματά του. Στις άκρες του μυαλού του ένοιωσε την περιέργεια του Θορν να αυξάνει. Ο δράκος, επικεντρωμένος στην αναστάτωση που η γυναικεία μορφή προκαλούσε στον καβαλάρη του, παρακολουθούσε με αμείωτο ενδιαφέρον.

Σε μια προσπάθεια να σταματήσει το υγρό κάψιμο που ένοιωθε πίσω από τα βλέφαρά του, στύλωσε επίμονα το βλέμμα στα μαύρα, αμυγδαλωτά της μάτια. Ο χρόνος που είχε μεσολαβήσει από την τελευταία τους συνάντηση δεν ήταν τόσος, ώστε να προλάβει να αλλοιώσει την ομορφιά της. Η εικόνα της όμως, αυτή που αντίκριζε τώρα, σε τίποτε δεν του θύμιζε εκείνη την τότε, όταν τη συναντούσε στην αίθουσα της προφήτισσας βουτηγμένη στην αγωνία του βασανισμού της. Ούτε βέβαια και την άλλη, την καταπονημένη, όπως τη θυμόταν κατά την ολιγόλεπτη παραμονή τους επάνω στην ταράτσα της ακρόπολης της Ουρου'μπαίην, προτού αποχωρήσουν με τον δράκο του για πάντα. Η Ναζουάντα ήταν το ίδιο ωραία και επιβλητική, όσο την πρώτη μέρα που την πρωτογνώρισε στο Φάρδεν Ντουρ. Όταν, φυλακισμένος ο ίδιος μέσα στο πέτρινο δωμάτιο των νάνων, είχε δεχτεί την πρώτη της επίσκεψη. Μπορεί να είχε χάσει βέβαια την πρότερη δροσερή ανεμελιά της∙ μπορεί να φαινόταν πιο ώριμη τώρα, γεμάτη μεστωμένες έγνοιες, όμως τα μάτια της τον κοίταζαν με την ίδια με τότε ζέση.

"Πώς είσαι, Μέρταγκ;" Το επιτηδευμένο ύφος και ο βασιλικός τόνος φωνής, που είχε χρησιμοποιήσει πριν λίγο παρουσία των άλλων, άλλαζε. Τώρα μιλούσε για ν' απευθυνθεί σ' αυτόν η φίλη… η γυναίκα… Τα βάθη των ματιών της φανέρωναν αδιαφιλονίκητο ενδιαφέρον.

"Είμαι καλά, Ναζουάντα." Η απόκριση από τη μεριά του άργησε λίγο να έρθει, σαν και να προσπαθούσε να διατηρήσει σε μάκρος χρόνου τη μαγεμένη αυτή στιγμή. "Είμαστε και οι δύο, ο Θορν κι εγώ, καλά." Η παλάμη του χεριού του σύρθηκε για μια στιγμή ασυναίσθητα προς την εικόνα της, προς το ένα μάγουλό της, αναταράσσοντας για λίγο την ακίνητη επιφάνεια του νερού∙ δημιουργώντας ρυτιδώσεις στο άψογο δέρμα του προσώπου της. Αναστατωμένος τράβηξε το χέρι μακριά, σφαλίζοντάς το μέσα στην ασφάλεια της ζώνης του, επιτρέποντας στην εικόνα να επανέλθει στην προηγούμενη άψογη ακινησία της. Τι πήγαινε να κάνει, ο ανόητος; Νόμιζε μήπως, πως θα μπορούσε με τα ακροδάχτυλα να την αγγίσει; Πώς θα ήταν δυνατόν να χαϊδέψει το μελαχρινό δέρμα του προσώπου της; Εκείνος, που με τα ίδια του τα χέρια κάποτε…

Το υγρό κάψιμο των βλεφάρων επιτάθηκε αναγκάζοντας τον να ανοιγοκλείσει πολλές φορές τα μάτια, φυλακίζοντας πίσω από αυτά το παράξενο συναίσθημα. "Ναζουάντα… Περάσαμε πολλά, ο Θορν κι εγώ. Αρχικά περάσαμε πολλά και δύσκολα… Τώρα πια όμως, είμαστε και οι δύο καλά."

Πόσο πολύ θα ήθελε να της περιγράψει, το πόσο είχαν βασανιστεί και οι δύο να ξεχάσουν, κατά το πρώτο εκείνο διάστημα της ανέλπιστα κερδισμένης ελευθερίας τους… Όταν ο πόνος, το μίσος και η οργή για την άτυχή τους μοίρα συχνά-πυκνά επανέρχονταν, για να καταλάβουν τις καρδιές τους… Όταν αισθήματα, όπως το να γκρεμίσουν τα βουνά και να γεμίσουν τις θάλασσες με αίμα έτειναν να υπερισχύουν μέσα τους, καταβάλλοντας την εύθραυστη γαλήνη που με κόπο αποζητούσαν. Μονάχα η ζωή στη μοναξιά τους μέσα στις ερημιές του βορρά είχε συντελέσει στην προστασία των 'άλλων' από την επίκτητη εμπάθειά τους. Αυτή η μοναξιά της ερημίας, καθώς και η γεμάτη συναισθήματα ανάμνηση της δικής της εικόνας, απάνθρωπα δεμένης επάνω στο πέτρινο κρεβάτι της προφήτισσας. Το κουράγιο που τους είχε εμπνεύσει η θέλησή της, η σταθερότητα του χαρακτήρα και η δύναμη της ψυχής της… Η δική της μακροθυμία για κατανόηση…

Ο Μέρταγκ προσπάθησε να ανασύρει μέσα απ' την καρδιά του τα λόγια εκείνα, που θα ήταν ικανά να εκφράσουν τη λύπη του για ότι της είχε κάνει. Για ότι η κακία και η εμπάθεια του Γκαλμπατόριξ τον είχαν υποχρεώσει να της κάνει. Ακόμα τις νύχτες η λάμψη του πυρωμένου σίδερου φώτιζε με μακάβριο φως τους εφιάλτες του. Ακόμα αντηχούσαν στ' αυτιά του οι κραυγές του πόνου της, κάνοντάς τον να ξυπνά κάθιδρος και αποκαρδιωμένος. Προσπάθησε να της ζητήσει να τον συγχωρέσει, μήπως και μέσα απ' την συγχώρεση αυτή εύρισκε τη γαλήνη. Όμως δεν τα κατάφερε. Τα λόγια τα κατάλληλα δεν βρήκαν έξοδο από τα δικά του χείλη. Ίσως κάποτε άλλοτε… μα όχι ακόμα. Όχι, όσο ο ίδιος δεν είχε συγχωρέσει τον εαυτό του.

"Χαίρομαι, που είστε και οι δύο καλά." Η Ναζουάντα φύλαγε γι' αυτόν ένα γλυκό χαμόγελο, που φώτισε τα μάτια της περίσσια. Βλέποντάς τον να προσπαθεί, μα να δυσκολεύεται να βρει λόγους κατάλληλους, συνέχισε. "Ήλπιζα και ευχόμουν, Μέρταγκ, ότι τα χρόνια που μεσολάβησαν από την αρχή της αυτοεξορίας σας στον βορρά ως σήμερα, θα είχαν πλέον καταλαγιάσει μέσα σας την πικρία και την οργή σας. Καθώς με βεβαίωσες πριν από λίγο, αυτό έχει πλέον επιτευχθεί. Η παρουσία σου κοντά στον Έραγκον επίσης είναι μια πρόσθετη διαβεβαίωση για την αίσια αυτή επίτευξή σας. Θέλω να ξέρεις, ότι όλο τον καιρό που μεσολάβησε από… την τελευταία μας συνάντηση, πάντοτε προσευχόμουν να βρεις τον δρόμο σου∙ να γίνεις κάποτε αυτός που πάντοτε ήσουν προορισμένος για να γίνεις."

Η Ναζουάντα έπαψε να μιλά γέρνοντας λίγο το κεφάλι της στο πλάι, παρατηρώντας τον. Της φάνηκε λίγο πιο αδύνατος απ' όσο τον θυμόταν, το πρόσωπό του πιο γωνιώδες από πριν, η ένδυσή του ολοφάνερα πιο ταλαιπωρημένη. Μπορούσε όμως καθαρά να διακρίνει επάνω του μια περισσή αρρενωπότητα, μια ευγένεια και ηρεμία στη μορφή του. Την ηρεμία εκείνη που φέρνει ο χρόνος και τα βάσανα σε κάποιον, καθώς κι οι πόνοι οι αβάσταχτοι που έχει ζήσει. Της φάνηκε ωριμότερος από ποτέ, πιο μεστωμένος στους κόπους της ζωής. Και μπορεί τα μάτια του να την κοιτούσαν με βαθιά θλίψη, η εντύπωση όμως που έμενε ήταν, ότι έτρεφε γι' αυτήν τα ίδια συναισθήματα όπως στην τελευταία τους συνάντηση.

"Πες μου για σένα, Ναζουάντα" ο Μέρταγκ ρώτησε, με ύφος γεμάτο άπληστη λαχτάρα να ακούει τη φωνή της. "Πώς είναι η υγεία σου, η ζωή σου; Τα σχέδια σου για το μέλλον; Τα όνειρά σου;" Τα τελευταία αυτά λόγια ακούσια του ξέφυγαν, ώστε έσφιξε πεισματικά τα χείλη. Μήπως τολμήσει αθέλητα και του ξεφύγουν κι άλλα, χειρότερα απ' όσα ήδη είπε. Ποτέ δεν είχε καλλιεργηθεί αναμεταξύ τους τόση οικειότητα, ώστε να δικαιούται να τη ρωτά για τη ζωή και τα όνειρά της. Ακόμα κι όταν είχαν βρεθεί για λίγο αγκαλιασμένοι στη σκοτεινιά της αίθουσας της προφήτισσας, ακόμα και τότε σιωπηλά την κράτησε στα χέρια του. Δίχως ποτέ του να τολμήσει, να αναφέρει το παραμικρό απ' όσα είχε νοιώσει. Ακόμα κι όταν αυτή τον ρώτησε εκείνο το "γιατί;" εννοώντας το γιατί της είχε υποσχεθεί να κάνει ό,τι μπορεί για να τη σώσει, ούτε και τότε είχε βρει τη δύναμη. "Ξέρεις το γιατί" είχε περιοριστεί να απαντήσει. Δεν είχε τότε το δικαίωμα να μιλήσει για όσα φύλαγε κρυμμένα στην καρδιά του. Όχι μετά απ' όσα είχε κάνει… όσα τον υποχρέωσαν να κάνει. Λιγότερο ακόμα δικαίωμα είχε τώρα, να τη ρωτά για τη ζωή και τα όνειρά της.

Η Ναζουάντα γέλασε με συγκατάβαση. Πόσο παράξενες, αλήθεια, είχαν υπάρξει οι καταστάσεις που οι δύο αυτοί είχαν βιώσει! Πίσω απ' όλες τις ευθύνες και τους κόπους, που είχαν τόσο νωρίς βαρύνει τη ζωή της, εύρισκε τη συντροφιά του Μέρταγκ πάντοτε επιθυμητή. Ακόμα και κατά τις δύσκολες ώρες της φυλάκισής της μπορεί οι συζητήσεις που μοιράστηκαν να ήταν απλές, ίσως κοινότυπες∙ ανώδυνες κουβέντες για στιγμές από το παρελθόν, ή σχετικές με αδιάφορα αντικείμενα. Δεν είχαν πάψει όμως να είναι παράξενα μεστές, γεμάτες από μια βαθιά ανάγκη. Την ανάγκη ίσως να στηρίξουν δύο κακότυχοι ο ένας τον άλλον.

"Είναι βαριά η διακυβέρνηση του κράτους, Μέρταγκ" αποκρίθηκε τελικά η Ναζουάντα. "Η μόνη μου ελπίδα είναι να παραμένω υγιής, για να φροντίζω για την ευημερία των υπηκόων μου. Το μόνο όνειρό μου είναι να καταφέρω το καλύτερο για όλους τους κατοίκους της Αλαγαισίας."

Η Ναζουάντα επέτρεψε ελάχιστη ακόμα σιωπή αναμεταξύ τους. Τα μάτια του Μέρταγκ της έλεγαν πολλά, ακόμα και μέσα από τη σιωπή του. Μιλούσαν για την εσώψυχη επιθυμία του, να βρεθεί κοντά της. Αλλά και η ίδια πολύ θα το ήθελε, να απευθύνει σ' αυτόν μια πρόσκληση. Η παρουσία ενός δρακοκαβαλάρη στο πλευρό της θα ήταν σωτήρια, ιδίως για τις απόπειρες που είχαν γίνει εις βάρος της ζωής της διακυβεύοντας το έργο και το όνειρό της. Ο Έραγκον όμως είχε βιαστεί να αρνηθεί αυτόν το ρόλο. Η Ναζουάντα πίστευε, ότι και ο Μέρταγκ θα έκανε το ίδιο. Ίσως και η ίδια, σαν υψηλή βασίλισσα, δεν είχε το δικαίωμα να ζητήσει κάτι τέτοιο. Η ανάμνηση της τυραννίας του Γκαλμπατόριξ ήταν νωπή ακόμη. Ποιος από τους συμβούλους, τους ευγενείς, τους υπηκόους της θα αποδεχόταν την παρουσία του δρακοκαβαλάρη τόσο κοντά στον θρόνο;

"Πες μου για σένα, Μέρταγκ," ζήτησε. "Τα σχέδιά σας με τον Θορν ποια είναι;"

"Θα σου ανέφερε ο Έραγκον, φαντάζομαι, ότι σκεφτόμαστε να ταξιδέψουμε μαζί τους στη γη των δράκων." Κάθε θέμα συζήτησης που βοηθούσε να κρύψει το βαθύ συναίσθημα που ένοιωσε πιο πριν, ήταν πανάκεια. "Ίσως σου μίλησε και για τους λόγους, που κάτι τέτοιο εμποδίζεται επί του παρόντος."

Η Ναζουάντα ένευσε σκεπτική. "Εσύ θα ήθελες να πας μαζί τους;"

Η ειλικρίνεια που ανέδυε το βλέμμα της τον γέμισε συγκίνηση. Το ίδιο και η ανιδιοτέλεια της ψυχής της. Νοιαζόταν για τον ίδιο καθαρά, δίχως το κίνητρό της να είναι οι βουλές του Έραγκον και της Σαφίρα. Ασυναίσθητα ο Μέρταγκ έσκυψε μπροστά, φέρνοντας το πρόσωπό του πιο κοντά στην επιφάνεια του νερού∙ πιο κοντά στα χείλη και τα δικά της μάτια, που τον κοίταζαν μέσα από την υδάτινη λεκάνη. "Ο Θορν θα επιθυμούσε να γνωριστεί με άλλους του είδους του" ομολόγησε. Είναι σημαντικό για μένα, να του κάνω το χατίρι."

Η Ναζουάντα χαμογέλασε θλιμμένα. "Μπορώ να κατανοήσω τη σχέση που σε ενώνει με τον δράκο σου" του είπε. "Η ακριβής ερώτησή μου όμως, ήταν άλλη. Θέλεις εσύ ο ίδιος, να ταξιδέψεις με τον Έραγκον; Θέλεις να εγκαταλείψεις κι εσύ, όπως αυτός έχει ήδη κάνει, τα εδάφη της Αλαγαισίας;"

Ο Μέρταγκ την αντιμετώπισε για λίγο σκεφτικός. Αλήθεια ήταν, ότι το πέτρινο φρούριο που είχε ανακαλύψει στα βάθη του βουνού – και είχε επεκτείνει με τη βοήθεια του Θορν – υπήρξε γι' αυτόν ένα ασφαλές καταφύγιο. Η υποτέλεια που έδειχναν σ' αυτούς οι κατατρεγμένοι από το χωριό των προσφύγων, τον κολάκευε. Θα μπορούσαν να ζουν έτσι για χρόνους πολλούς, ίσως για πάντα∙ αυτοί σαν υπήκοοι κι εκείνος ο άρχοντάς τους. Καταλάβαινε όμως πολύ καλά, ότι ελάχιστα μπορούσε να συνεισφέρει στην διαβίωσή τους. Ήταν η ανάγκη που τους είχε σμίξει τους προηγούμενους χρόνους. Η θέση του Μέρταγκ και του Θορν δεν ήταν αυτή, που είχαν αποδεχτεί εξ ανάγκης.

Από την άλλη, μπορούσαν μήπως να επιστρέψουν στην Ουρου'μπαίην – Ιλίρια τώρα πια – και στην παλιά ζωή τους; Μπορούσαν να ζουν κάπου κοντά ίσως και να επισκέπτονται περιοδικά το βασίλειο της Ναζουάντα; Γινόταν μήπως να αναλάβουν κάποια καθήκοντα στο πλευρό της;

Προφανώς όχι! Όσο και αν το ήθελε ο Μέρταγκ, κανένας από τους άρχοντες και τους υπηκόους της Ναζουάντα δεν θα τους αποδεχόταν. Όχι τουλάχιστον ακόμα, όχι τόσο σύντομα, μετά από την πτώση του τυράννου και από τον ρόλο που είχε επιβάλει ο Γκαλμπατόριξ στο κόκκινο ζευγάρι στο πλευρό του. Τελικά, η απόφαση ήταν μονόδρομος. Μόνο κοντά στον Έραγκον ίσως γινόταν να ξεχαστεί από τους κατοίκους της Αλαγαισίας το αμαυρωμένο όνομά τους. Έπειτα υπήρχαν και τα ξωτικά, που φύλαγαν για αιώνες το μίσος άσβεστο. Οι νάνοι…

Ο Μέρταγκ αντιγύρισε το βλέμμα της Ναζουάντα με ατσαλωμένη αποφασιστικότητα. "Πίστεψέ με, Ναζουάντα. Το ταξίδι που, πολύ ευγενικά, μας πρότειναν ο Έραγκον και η Σαφίρα, είναι ίσως το καλύτερο για μας στην παρούσα φάση. Μας υποσχέθηκαν ένα μέρος, όπου κανείς δεν θα μας βλάψει. Νομίζω, είναι το καλύτερο για μας, αφού δεν περιέχει και κάποια υποχρεωτική δέσμευση από τη μεριά μας. Θα θέλαμε και οι δύο να ταξιδέψουμε, για να γνωρίσουμε καινούρια μέρη. Αυτό βέβαια, αν καταφέρουμε να εγκαταστήσουμε τους ανθρώπους, που έχουμε κάτω από την επίβλεψή μας, νοτιότερα."

"Ναι, βέβαια… οι πρόσφυγες… Τα μάτια της Ναζουάντα τον κοίταζαν με μια πρωτοφανέρωτη γλυκύτητα. Ο τόνος της φωνής της φανέρωνε μέγιστη θλίψη. Ο Μέρταγκ είχε δίκιο. Η παρουσία του κοντά της, έστω και περιστασιακή, θα ήταν πρόβλημα. Οι ευγενείς της και οι υπήκοοι δύσκολα θα τους αποδέχονταν. Αυτή η ίδια θα επηρεαζόταν αρνητικά, αφού η παρουσία τους μπορεί να γινόταν μια διαρκής ανάμνηση του βασανισμού της κατά τη διάρκεια της φυλάκισής της από τον Γκαλμπατόριξ. Ίσως πάλι… αργότερα… άμα μεσολαβούσαν και άλλοι χρόνοι ανάμεσα στο τότε και στο μέλλον…

Αποφασισμένη η Ναζουάντα πήρε ξανά το βασιλικό της ύφος. "Χαίρομαι τόσο που μιλήσαμε, Μέρταγκ. Ελπίζω να επαναλάβουμε κάποια στιγμή τη συζήτησή μας γι' αυτά και για άλλα θέματα. Αν θέλεις τώρα, ζήτησε, σε παρακαλώ, από τον Έραγκον να έλθει. Θα πρέπει να συζητήσω μαζί του σχετικά με την πρότασή του, για αυτούς όλους τους ανθρώπους."


Κάπου ανάμεσα στον ταραγμένο ύπνο της προηγούμενης νύχτας και το ξημέρωμα, η Νολβέν ονειρεύτηκε 'εκείνον'. Μέσα στο όνειρο, οι δύο τους βρίσκονταν πίσω στο πέτρινο κάστρο του, πάνω από τη σκάλα του βουνού που ένωνε την κατοικία του με το χωριό των προσφύγων. Δεν ήταν όμως σκοτεινές και έρημες οι σπηλαιώδεις αίθουσές του, παρά έλαμπαν πλημυρισμένες από ηλιόφως. Ως δια μαγείας, κλαδιά δέντρων ξεπρόβαλαν μέσα απ' το βράχο στολίζοντας τους τοίχους∙ λουλούδια φύτρωναν ανάμεσα στο παχύ χορτάρι, που κάλυπτε το δάπεδο. Η Νολβέν είχε βαλθεί να κόβει τα λουλούδια γεμίζοντας με αυτά ασημένια βάζα, σαν και αυτά που χρησιμοποιούσε κάποτε στο Γκίλ'ιν η μητέρα της, η λαίδη Λίντα. Κατόπιν τοποθετούσε τα βάζα επάνω στο μακρόστενο πέτρινο τραπέζι του, ενώ ο Μέρταγκ παρακολουθούσε σιωπηλός. Μέσα στο όνειρο η κόρη παρότρυνε τον άρχοντά της, να πιάσει τα λουλούδια ∙ να ψαύσει με τα δάχτυλα των χεριών του την απαλή υφή των πολύχρωμων πέταλων και των χνουδάτων στημόνων. Ζητούσε, να φέρει εκείνος μέχρι τα χείλη του τον κάθε ανθό, να νοιώσει με όλες τις αισθήσεις το γλυκό άρωμά του. Το όνειρο όμως είχε απότομα τελειώσει, δίχως ο Μέρταγκ να ανταποκριθεί στο αίτημά της.

Ξυπνώντας η Νολβέν διαπίστωσε μεγάλη κινητικότητα προς τη μεριά των ξωτικών. Οι άρχοντες του δάσους είχαν διακριτικά περικυκλώσει τη βασίλισσά τους και τον ξένο δρακοκαβαλάρη κρύβοντας από τους ανθρώπους τη θέα, ενώ ο Μέρταγκ είχε πλησιάσει για να ενωθεί μαζί τους. Οι κυνηγοί παρέμεναν συναθροισμένοι, σαν μια αγέλη ανήσυχων ζώων που αποζητούσαν ο ένας κοντά στον άλλον προστασία, να παρακολουθούν εγρήγορση γεμάτοι τα ξωτικά από απόσταση. Ο πατέρας της, καθισμένος ανάμεσα στους πολεμιστές του Γκίλ'ιντ, με το βλέμμα του γεμάτο ολοφάνερη καχυποψία προσπαθούσε με τεταμένη προσήλωση, να διακρίνει τι γινόταν στο αντίπαλο στρατόπεδο. Όταν ο λόρδος Φιόρν έπαιρνε ύφος σαν αυτό, η κόρη του γνώριζε καλύτερα από τον καθένα, πως το μόνο που δεν χρειαζόταν ήταν εκείνη να τριγυρνά ανάμεσα στα πόδια του ενοχλώντας. Άλλωστε, η υπηρέτρια που τους είχε συνοδέψει μέχρι εδώ σ' αυτό το ταξίδι, είχε προφανώς ήδη φροντίσει για όλες τις πρωινές του ανάγκες. Έτσι η Νολβέν έκρινε σκόπιμο να αποσυρθεί κάπου μονάχη μακριά από τους ανθρώπους της ομάδας της, πράξη που της επέτρεψε να επιτείνει για λίγο ακόμα χρόνο μέσα στην καρδιά της και το νου την πολύτιμη αίσθηση του ονείρου.

Τα αληθινά λουλούδια του ξέφωτου, που άνοιγαν την ομορφιά τους στο πρωινό φως, την τράβηξαν κοντά στο ρυάκι, να ανασάνει τον μυρωμένο αγέρα. Με μάτια προσηλωμένα στην πολύχρωμη ομορφιά τους, με τα απαλά της δάχτυλα να χαϊδεύουν τον ένα μετά τον άλλον τους ανθοκάλυκες, απόμεινε ακίνητη, μονάχη. Παρέμεινε να συλλογιέται τα παράξενα του ονείρου∙ ν' αναλογίζεται τη μοναξιά των καιρών και την ερημία των τόπων.

"Παιδί των ανθρώπων!"

Μπορεί η φωνή να την ξάφνιασε αποσπώντας την από τα λιβάδια της φαντασίας, που ο νους της είχε ταξιδέψει. Με κανέναν όμως τρόπο δεν ακούστηκε αυστηρή, ούτε και θυμωμένη. Η Νολβέν στράφηκε απότομα. Η γυναίκα αρχηγός των ξωτικών, η αρχοντική Λιττόρεν, είχε πλησιάσει και τώρα στεκόταν πίσω της, χωρίς η κόρη να την έχει καταλάβει. Η Νολβέν βιάστηκε να σηκωθεί, να αντιμετωπίσει την αξιωματικό των φρουρών τους.

"Παιδί των ανθρώπων," επανέλαβε η ξωτικογυναίκα, ο τόνος της φωνής της γεμάτος με ευγένεια. "Η ομορφιά της μορφής σου και η αβρότητα των τρόπων σου εύκολα σε εντάσσουν στο περιβάλλον το δικό μας. Κάποιος θα στοιχημάτιζε, ότι είσαι παιδί του δάσους, που κάποτε οι άνθρωποι σε έκλεψαν ζηλεύοντάς σε, παρουσιάζοντάς σε τώρα για δικό τους."

Ακούγοντας αυτά τα λόγια, η Νολβέν χαμογέλασε δειλά κάνοντας μια μικρή υπόκλιση στην ξωτικιά. "Είμαι όμως παιδί πραγματικό των ανθρώπων, λαίδη μου" την προσφώνησε. "Πατέρας μου είναι ο λόρδος Φιόρν, ο άρχοντας του Γκίλ'ιντ. Μητέρα μου η λαίδη Λίντα, η σύζυγός του."

Η Λιττόρεν παρατήρησε για λίγο την κοπέλα. Τα ρούχα της ήταν παλιωμένα και τραχιά, τα περισσότερα από δέρμα αυτοσχέδια καμωμένα. Φορούσε τα μακριά μαλλιά της πλεγμένα μια κοτσίδα, που τριγύριζε σαν στέμμα το κεφάλι. Τα γαλανά της μάτια κοιτούσαν αθωότητα γεμάτα και τα ακροδάχτυλά της χάιδευαν πριν λίγο τα λουλούδια. Την πρώτη στιγμή που την είδαν, τραγουδούσε αγκαλιάζοντας τα δένδρα. "Δεν παύω να πιστεύω, ότι η θέση σου θα έπρεπε βρίσκεται κοντά μας" της ψιθύρισε με τη μελωδική φωνή της ν' ανεβαίνει δύο τόνους. "Η ευγένεια της ψυχής σου σε εντάσσει στο δικό μας περιβάλλον." Η ξωτικιά έφερε μία βόλτα γύρω απ' το κορίτσι, κατόπιν την άγγισε απαλά στον ώμο. "Λίγο ταιριάζεις με αυτούς όλους, τους… αγρίους" και μ' ένα νεύμα έδειξε προς τους ανθρώπους φτύνοντας τη λέξη σαν να ήτανε κατάρα. "Αν το αποφάσιζες, υπάρχει τρόπος να σε δεχτούμε ανάμεσά μας με χαρά, να μείνεις στα εδάφη μας για πάντα."


Σ/Σ : Εύχομαι σε όλους καλά Χριστούγεννα, με υγεία, αγάπη και ειρήνη!

(συνεχίζεται)