Κεφάλαιο 1
Μέσα Στον Κρόνο
Ο Κρόνος, ο νεώτερος από τους Τιτάνες, κοιτούσε αδιάφορα τον πατέρα του. Το πτώμα του Ουρανού κειτόταν μπροστά στα πόδια του και ο χρυσός ιχώρ είχε αρχίσει να απλώνεται παντού. Ένας αθάνατος είχε γίνει θνητός και είχε δολοφονηθεί. Ο Κρόνος άπλωσε τα αιματοβαμμένα χέρια του και πήρε το ολόχρυσο στέμμα από το άψυχο σώμα.
"Η τυραννική βασιλεία σου έφτασε στο τέλος της, πατέρα.", ανακοίνωσε καθώς φορούσε στο κεφάλι την κορώνα. "Τώρα είμαι εγώ ο βασιλιάς!".
Στο βασίλειο του Κάτω Κόσμου, η Νυξ, η θεά της νύχτας, έσφιξε το χέρι του άντρα της.
"Τελείωσε τώρα, αγάπη μου.", είπε το Έρεβος, θεός του σκότους, αδερφός και σύζυγος της Νυκτός.
"Είχε την εύνοιά μου.", ψιθύρισε εκείνη λυπημένη. "Του έδωσα το στέμμα, που τώρα φορά ο γιος του."
"Το ξέρω. Είναι το αναπόδραστο της μοίρας.".
Κάτω από την κυριαρχία των Τιτάνων, το σύμπαν μεγαλούργησε. Η Ρέα, σύζυγος και βασίλισσα του Κρόνου, καθόταν δίπλα στο παράθυρο του παλατιού τους κι αγνάντευε την αυτοκρατορία που είχε κατακτήσει ο άντρας της. Χάιδευε απαλά τη φουσκωμένη της κοιλιά, μέχρι που ένα χέρι κάλυψε ξαφνικά το δικό της.
"Ο γιος μας.", είπε ο Κρόνος αγκαλιάζοντας τρυφερά τη γυναίκα του. Αυτή χαμογέλασε ευτυχισμένη όμως σιγά-σιγά άρχισε να νοιώθει μια δυσφορία που γρήγορα μετατράπηκε σε πόνο.
"Έρχεται το μωρό!", του είπε κι ο Κρόνος τη βοήθησε να ξαπλώσει. Έπειτα φώναξε τις υπηρέτριες για να βοηθήσουν τη βασίλισσα ενώ αυτός περίμενε έξω από το δωμάτιο τη γέννηση του παιδιού του. Η γέννα διήρκεσε όλη τη νύχτα, ως τη στιγμή που ένα κλάμα κήρυξε τη γέννηση ενός πρίγκηπα.
"Κοίτα!", αναφώνησε η Νυξ δείχνοντας στο κάστρο που στεκόταν στην κορυφή της Όθρυος.
"Τι είναι;", ρώτησε το Έρεβος.
"Ένα πανέμορφο μωρό.", είπε την ώρα που η Ρέα έβαζε το νεογέννητο σε μια χρυσή κούνια. "Πάμε να το δούμε από κοντά;", πρότεινε και μπήκαν στο δωμάτιο σαν κλέφτες. Στάθηκαν πάνω από την κούνια κι εκείνο τους χαμογέλασε. "Α, είναι τόσο χαριτωμένος!", είπε με τρυφερότητα.
"Πώς να το λένε, άραγε;", αναρωτήθηκε το Έρεβος.
"Το όνομά του είναι Άδης Αιδονεύς.", απάντησε μια φωνή. Οι δύο θεότητες γύρισαν και είδαν τον Κρόνο να στέκεται στο κατώφλι.
"Κρόνε! Δεν ξέραμε ότι είσαι εδώ."
"Ούτε εγώ, θεία. Τι συμβαίνει;", ρώτησε καχύποπτα.
"Ήρθαμε να δούμε το μωρό. Θα σε πείραζε να το νανουρίσω;"
"Ελεύθερα.", της είπε κι η Νυξ πήρε τον πρίγκηπα στην αγκαλιά της και του τραγούδησε με απαλή φωνή. Ύστερα, αφού είχε αποκοιμηθεί όχι μόνο το μωρό αλλά και ο Κρόνος, το έβαλαν να ξαπλώσει στην κούνια του κι έφυγαν.
"Είχαμε κάνει μια συμφωνία, γιε μου.", είπε η Γαία ορμώντας στην αίθουσα του θρόνου την επόμενη μέρα.
"Την τήρησα, μητέρα. Ελευθέρωσα τα αδέρφια μου από μέσα σου.", απάντησε ψυχρά εκείνος.
"Τους φυλάκισες όμως στα Τάρταρα! Σε διατάζω να τα ελευθερώσεις εντελώς!"
"Κανείς δε με διατάζει εμένα! Πώς τολμάς να έρχεσαι εδώ και να δίνεις εντολές; Χάσου από μπροστά μου!"
"Θα το μετανοιώσεις αυτό, Κρόνε! Σε καταριέμαι να έχεις την ίδια μοίρα με τον πατέρα σου.", είπε η Γαία φεύγοντας.
"Χάσου από μπροστά μου!", βροντοφώναξε ο Κρόνος ενώ η κατάρα ηχούσε ακόμη στα αυτιά του. Η ηγεμονία του είχε μόλις αρχίσει κι όμως το τέλος ήδη φαινόταν στον ορίζοντα. Όχι, είχε τόσα πολλά να κάνει ακόμα! Κανένας δε θα του στερούσε το πεπρωμένο του. Ούτε καν τα παιδιά του. Κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα, όπου η γυναίκα του τάιζε το μωρό και δίπλα της καθόταν η κόρη τους, η Εστία. Χαμογελώντας πήρε τα παιδιά στην αγκαλιά του, τα φίλησε στο μέτωπο, άνοιξε το στόμα του και τα καταβρόχθισε. Η Ρέα ξέσπασε σε κλάματα κι άρχισε να τον χτυπάει απαιτώντας εξηγήσεις. Μόλις της ανέφερε την προφητεία της Γαίας ως δικαιολογία, η Ρέα συνειδητοποίησε πλήρως το πάθος του συζύγου της για εξουσία. Τα δύο παιδιά συνέχισαν να μεγαλώνουν μες στο σκοτάδι ενώ οι φωνές της Νυκτός και του Ερέβους τούς μιλούσαν και τους δίδασκαν όλα αυτά που θα ήταν χρήσιμα στη ζωή τους αργότερα. Πέρασαν έτσι λίγα χρόνια, όταν μια μέρα τα δύο αδέρφια άκουσαν έναν ήχο που έμοιαζε με κλάμα. Μόλις πλησίασαν την πηγή του, αντίκρυσαν ένα μωρό.
"Τι είναι αυτό;", ρώτησε ο Άδης κοιτώντας το με περιέργεια.
"Μη ρωτάς τι αλλά ποια είναι.", του είπε η Εστία.
"Ποια είναι αυτή τότε;"
"Είναι η αδερφή σας, η Ήρα.", ακούστηκε η φωνή του Ερέβους.
"Έχετε μια μικρή αδερφούλα τώρα. Δεν είναι μια γλύκα;", είπε η Νυξ. "Θα πρέπει να τη φροντίσετε."
"Να τη φροντίσουμε;", επανέλαβε ο Άδης.
"Ακριβώς.", τους είπε το Έρεβος. "Θα της κάνετε παρέα, θα της μάθετε πράγματα και θα φροντίσετε να μην κλαίει."
"Θα καταφέρω να το κάνω εγώ αυτό;", αναρωτήθηκε ο Άδης, που φαντάστηκε ότι η ανατροφή μιας μικρής αδερφής είναι κάτι πολύ σπουδαίο.
"Θα σε βοηθήσω κι εγώ.", είπε η Εστία. "Κράτα την απαλά στα χέρια σου. Από 'δώ και πέρα, θα είσαι ο μεγάλος της αδερφός. Κατάλαβες;". Ο Άδης έγνεψε καταφατικά, πήρε το μωρό στην παιδική αγκαλιά του και της χαμογέλασε, όπως μόνο ένας μεγάλος αδερφός μπορεί. Τα χρόνια πέρασαν και υπήρχαν πια τρία μικρά αδερφάκια. Λίγο καιρό μετά την Ήρα είχε έρθει ο Ποσειδών και η τελευταία που είχε προστεθεί στην οικογένεια ήταν η Δήμητρα. Όλοι είχαν τελείως διαφορετικές προσωπικότητες μεταξύ τους και πολλές φορές συγκρούονταν. Η Ήρα κι ο Ποσειδών, για παράδειγμα, ήταν υπερήφανα πλάσματα και πάντοτε έβρισκαν τρόπους να ενοχλούν ο ένας τον άλλο. Ο Άδης το κατανοούσε και το αποδεχόταν, αφού η περηφάνεια δεν ήταν απαραιτήτως κάτι κακό. Αυτό όμως που απαιτούσε, ήταν δικαιοσύνη και αμοιβαίος σεβασμός. Οι διαφωνίες, βέβαια, εξακολουθούσαν.
"Ήρα, σου έχω πει να μην παίζεις με τα πράγματά μου!", φώναξε ο Ποσειδώνας τραβώντας τον παλιό του χιτώνα απ' τα χέρια της. Βλέποντας τις τρύπες που είχε ανοίξει, της τράβηξε τα μαλλιά με ένα άγριο γρύλισμα κι εκείνη έβαλε τα κλάματα.
"Τι έγινε πάλι;", είπε ο Άδης ενώ η Εστία έτρεξε να παρηγορήσει την αδερφή της.
"Η Ήρα τρύπησε το χιτώνα μου."
"Είναι αλήθεια, Ήρα;"
"Ο χιτώνας είναι παλιός και δεν του κάνει πια. Εγώ ήθελα να παίξω κι αυτός μου τράβηξε τα μαλλιά.", απάντησε κατσουφιάζοντας.
"Έπρεπε να ζητήσεις την άδεια πρώτα."
"Αφού δεν τον χρειάζεται!"
"Δεν έχει σημασία. Δεν ήταν σωστό να πειράξεις τα πράγματά του. Ποσειδών, εσύ γιατί τράβηξες τα μαλλιά της;", ρώτησε ο Άδης κι η Ήρα χαμογέλασε. Είχε φοβηθεί πως θα τιμωρούσε μόνο εκείνη. Πάλι καλά που θα την πλήρωνε κι ο Ποσειδώνας!
"Μα… Αυτή το ξεκίνησε! Τρύπησε τα ρούχα μου!", φώναξε ο Ποσειδών δίχως να καταλαβαίνει γιατί του έκανε αυτή την ερώτηση. Ανακρίνεις μόνο αυτόν που φταίει κι εδώ ξεκάθαρα έφταιγε η Ήρα!
"Σου έκανα μια ερώτηση.", επέμεινε ο Άδης.
"Γιατί ήμουν θυμωμένος κι ήθελα εκδίκηση.", παραδέχτηκε ο μικρός.
"Σε καταλαβαίνω, αδερφέ μου, όμως πρέπει να μάθεις ότι δεν είναι σωστό να ενεργούμε εν βρασμώ. Ήταν αρκετό να τη μαλώσεις και μετά να το αναφέρεις σε 'μένα. Εσύ, Ήρα, ξέρεις ότι δεν είναι σωστό να καταστρέφεις τα πράγματα των άλλων. Επομένως, από τη στιγμή που έχετε άδικο και οι δύο, πρέπει να ζητήσετε συγγνώμη ο ένας από τον άλλον."
"Συγγνώμη.", είπαν ταυτόχρονα.
"Ωραία. Ήρα, τώρα πρέπει να επιδιορθώσεις τα ρούχα. Ποσειδών, εσύ να χτενίσεις τα μαλλιά της αδερφής σου.". Τα δύο παιδιά συμφώνησαν κι αμέσως έπιασαν δουλειά.
"Άδη, αγκαλίτσα!", είπε η μικρή Δήμητρα και στάθηκε μπροστά του με τεντωμένα χέρια. Ο Άδης χαμογέλασε με αγάπη και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. "Η Ήρα κι ο Ποσειδών είναι κακά παιδιά;"
"Όχι, απλώς είναι υπερβολικά υπερήφανοι."
"Αυτό είναι κακό;"
"Η περηφάνεια κάνει κάποιον εγωιστή και αναιδή. Γι' αυτό, φρόντισε να την κρατάς σε χαμηλά επίπεδα, αδερφούλα.", είπε τρίβοντας τη μύτη του στη δική της με στοργή. Εκείνη γέλασε χαριτωμένα και τύλιξε τα χεράκια της γύρω απ' το λαιμό του.
Με τη σοφία και τη δικαιοσύνη του Άδη, τα πέντε αδέρφια ζούσαν ευτυχισμένα και ήρεμα για πολλά χρόνια, έως την ημέρα που το έδαφος άρχισε να τρέμει σκορπώντας τον τρόμο.
"Αδερφέ μου, τι συμβαίνει;", ρώτησε η Εστία.
"Βγαίνουμε έξω. Έξω από τον Κρόνο.", απάντησε ο Άδης αυτό που του ψιθύρισε το Έρεβος.
"Τι υπάρχει έξω;", ρώτησε ο Ποσειδών, που προσπαθούσε να κρύψει πως έτρεμε η φωνή του (και όχι εξαιτίας του σεισμού).
"Δεν έχω ιδέα…", απάντησε με ειλικρίνεια ο Άδης. Αυτά τα λόγια τούς τρόμαξαν πιο πολύ κι απ' το σεισμό. Η προοπτική να αντιμετωπίσουν το άγνωστο τούς προξενούσε απέραντο φόβο. Όμως ό,τι κι αν τους περίμενε εκεί, ο Άδης θα προστάτευε τα αδέρφια του πάση θυσία. "Μαζευτείτε όλοι πίσω μου.", τους είπε κι έτσι ένας-ένας βγήκαν από τη σκοτεινή φυλακή τους στον έξω κόσμο.
