Κεφάλαιο 1

Η Συνάντηση

(Πριν από πολύ καιρό)

Μισούσε να βρίσκεται στον Όλυμπο. Όλοι φαίνονταν να ασχολούνται μόνο με τους εαυτούς τους, τόσο που τον αηδίαζε. Θα ήθελε να βρίσκεται στον Κάτω Κόσμο, μόνος βέβαια αλλά απόλυτα ικανοποιημένος. Εδώ όλοι τον απέφευγαν σαν την πανούκλα. Δεν είχε λόγο να βρίσκεται εδώ. Κάθε αιώνα τα ίδια! Η ετήσια συνάντηση... Δε λες καλύτερα το ετήσιο πάρτυ! Προσπαθούσε να βρει τρόπο να ξεφύγει, όταν τον πλησίασε ο αδερφός του.

"Άδη, χαίρομαι που βλέπω ότι ζεις ακόμη!", του είπε γελώντας.

"Δεν έχουν όλοι οι θεοί το χρόνο να διασκεδάζουν τόσο συχνά όσο εσύ.". Αν ο Δίας κατάλαβε το σαρκαστικό σχόλιο, δεν το έδειξε.

"Πρέπει να νοιώθεις μοναξιά εκεί κάτω με όλους τους νεκρούς. Απ' ό,τι ξέρω, δε λένε πολλά. Αν ποτέ χρειαστείς σύζυγο, ευχαρίστως σου προσφέρω κάποια από τις κόρες μου.". Πολλές μητέρες των κοριτσιών αυτών άρχισαν να κοιτάζουν με μίσος τον Άδη. "Εκτός από την Αθηνά, βέβαια.", είπε ο Δίας δείχνοντας προς την αγαπημένη του κόρη, η οποία ένοιωθε πως ο πατέρας της τη ντρόπιαζε. "Χρειαζόμαστε τη σοφία της ανάμεσα στους ζωντανούς."

"Σε διαβεβαιώ πως δε σκοπεύω να κάνω γυναίκα μου κάποια άτυχη θεά.". Όλες οι μητέρες τότε ηρέμησαν ενώ ο Άδης ένοιωθε πως κάποιος του έκανε μια ιδιαιτέρως κακόγουστη φάρσα.

"Κάποτε θα γίνει κι αυτό.", είπε ο Δίας χτυπώντας τον φιλικά στον ώμο. "Κάποτε θα γίνει."
Ευτυχώς ύστερα απομακρύνθηκε και τη θέση του πήρε η Εστία.

"Καημενούλη!"

"Εσύ το υπομένεις αυτό πιο συχνά."

"Ναι, αλλά σε 'μένα δε μιλάνε πολύ.", είπε η Εστία τραβώντας πίσω τα μακριά μαλλιά της.

"Λέω να πάω να πάρω λίγο αέρα.". Η Εστία έγνεψε χωρίς να αισθάνεται ότι αφήνει αυτήν μα όλους τους άλλους. Καθώς απομακρυνόταν από το χρυσό παλάτι του Δία, άκουσε φωνές να έρχονται προς το μέρος του.

"Δε σου είπα να μείνεις στο σπίτι; Δεν επιτρέπεται να είσαι εδώ."

"Μου επιτρέπεται, απλώς εσύ λες το αντίθετο. Όλοι οι θεοί έχουν το δικαίωμα να βρίσκονται εδώ, δε μπορείς να με αφήσεις απ' έξω!"

"Πρέπει να με υπακούς."

"Μα δεν έκανα τίποτα!"

"Δεν έχει σημασία. Πρέπει να ακούς τι σου λέω, Κόρη.". Οι δύο θεές ήρθαν και στάθηκαν μπροστά στον Άδη.

"Δήμητρα.", είπε ο Άδης με ελαφριά υπόκλιση και ψυχρό βλέμμα.

"Άδη.", είπε η Δήμητρα τυπικά. "Κόρη, γύρνα σπίτι. Τώρα. Έχω κάποιες δουλειές αλλά εάν μάθω ότι δεν επέστρεψες αμέσως, θα το μετανοιώσεις.", είπε η Δήμητρα κι έφυγε αφήνοντας πίσω την Κόρη.

"Ω θεοί!", είπε κουνώντας το κεφάλι της και μετά έπαψε σαν να κατάλαβε εκείνη τη στιγμή πως ήταν ο Άδης μπροστά. Τον κοίταζε για λίγο και μετά κατέβασε το κεφάλι. "Με συγχωρείτε.", μουρμούρισε.

"Έχω συνηθίσει τα επίμονα βλέμματα.", της είπε εκείνος.

"Δεν κοιτούσα επίμονα! Δηλαδή, κοιτούσα μα όχι επίτηδες και όχι επειδή είστε αυτός που είστε."

"Άδης."

"Ναι... Εγώ είμαι η Περσεφόνη... Αν σας νοιάζει... Που μάλλον δε σας νοιάζει, απλώς είπα να είμαι ευγενική...". Τον διασκέδαζε, αν και δεν το έδειχνε. Το σοβαρό του ύφος δεν τη βοηθούσε και πολύ να ξεπεράσει τη ντροπή της. "Συγγνώμη, είμαι λίγο απροσάρμοστη. Είναι γελοίο."

"Δεν υπάρχει λόγος να ντρέπεσαι."

"Απλώς, δεν έχω γνωρίσει πολλούς θεούς. Μόνο τη μητέρα μου... Δεν έχω εξασκηθεί μάλλον... Αλλά σε πολλούς θεούς δε θα άξιζε να μιλά κανείς...", είπε και αμέσως το μετάνοιωσε. Ξαφνιάστηκε όταν τον άκουσε να γελάει.

"Σε αυτό θα συμφωνήσω.", της είπε.

"Δε θέλω να είμαι αγενής αλλά είναι όλοι τόσο...''

"Ανόητοι και εγωκεντρικοί."

"Κάπως έτσι.". Ο Άδης παρατήρησε ότι άφηνε πολλές προτάσεις της ημιτελείς.

"Περσεφόνη είπες;". Του έγνεψε καταφατικά. "Νομίζω πως η Δήμητρα σε αποκάλεσε Κόρη."

"Α, αυτό!", είπε κι ο Άδης κατάλαβε πως ήταν παθιασμένη με το θέμα. "Δε με λένε Κόρη. Πώς θα σας φαινόταν, αν το όνομά σας σήμαινε 'κορίτσι'; Εντάξει, για εσάς θα ήταν περίεργο αλλά εγώ το μισώ! Οι Μοίρες μού έδωσαν το όνομα Περσεφόνη. Δε φταίω εγώ, αν δεν αρέσει στη μητέρα! Πραγματικά ποιος θα με πάρει στα σοβαρά με αυτό το όνομα;". Ξαφνικά έπαψε και κατέβασε τα μάτια. "Συγγνώμη αν σας ζάλισα."

"Δε με ζάλισες καθόλου.", της είπε ειλικρινά.

"Φλυαρώ τόση ώρα. Εσείς... Δε θα πείτε κάτι; Συγγνώμη, δεν ήθελα να φανώ περίεργη."

"Κυβερνώ τον Κάτω Κόσμο. Δεν υπάρχει τίποτε το ενδιαφέρον σε αυτή τη δουλειά."

"Εγώ το βρίσκω πολύ σπουδαίο.", είπε ντροπαλά.

"Ναι, τόσο που δεν το θέλει κανένας."

"Ίσως επειδή απαιτεί περισσότερη προσπάθεια. Δε θα ήθελα να κρίνω τους υπόλοιπους θεούς. Εσείς τους γνωρίζετε καλύτερα. Εγώ δεν ξέρω αν ταιριάζω μαζί τους. Μάλλον η μητέρα πέτυχε το σκοπό της."

"Η μητέρα σου απλώς θέλει να σε προστατεύσει. Πολλοί προστατεύουν αυτούς που αγαπούν."

"Μάλλον.", αναστέναξε. "Με συγχωρείτε, δεν ήθελα να σας φορτώσω με τα προβλήματά μου. Άλλωστε, εσείς έχετε περισσότερες υποχρεώσεις."

"Η Δήμητρα ίσως να είναι υπερπροστατευτική όμως σε μεγάλωσε σωστά.". Η Περσεφόνη κοκκίνισε κι ο Άδης σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τη βλέπει να κοκκινίζει παντοτινά.

"Πρέπει να πηγαίνω. Είναι μεγάλη επιτυχία που θα επιστρέψω μόνη μου. Χάρηκα για τη γνωριμία.", είπε η Περσεφόνη κατεβαίνοντας τα σκαλιά.

"Η χαρά είναι όλη δική μου.", τη χαιρέτησε κι ο Άδης. Μόλις έκανε μεταβολή, αντίκρυσε τα ξανθά μαλλιά του Έρωτα, το τεντωμένο τόξο του κι ένα σαρδόνιο χαμόγελο στα χείλη του. "Μη...", ξεκίνησε να λέει μα ήταν πια πολύ αργά. Το χρυσό βέλος τον είχε πετύχει στο στέρνο. "Έρως,", είπε αργά, "τι είναι αυτό;"

"Αυτό, φίλε μου, είναι ένα από τα βέλη μου."

"Και γιατί το βέλος σου μού τρυπάει το στήθος;", είπε ο Άδης με φωνή που έσταζε φαρμάκι και με βλέμμα γεμάτο μίσος.

"Υπέθεσα ότι εκεί θα βρίσκεται η καρδιά σου, αν έχεις."

"Είναι κάποιου είδους αστείο αυτό;"

"Όχι, η Αφροδίτη ήταν ξεκάθαρη όταν είπε να ρίξω το συγκεκριμένο βέλος."

"Η Αφροδίτη; Τι νόμιζε πως θα πετύχει με αυτό;", είπε βγάζοντας το βέλος και σπάζοντάς το στα δύο.

"Εε... Αυτό ήταν το καλύτερο βέλος μου!", κλαψούρισε ο Έρως.

"Τι σημαίνει αυτό;", βρυχήθηκε ο Άδης κι ο Έρως άρχισε να τρέμει.

"Είσαι ερωτευμένος, βασιλιά μου.", είπε κάνοντας μια υπόκλιση. "Συμβαίνει και στους καλύτερους. Ή στους χειρότερους."

"Διόρθωσέ το!"

"Λυπάμαι. Ό,τι έγινε, έγινε. Για να δούμε τώρα, ποια κατέκτησε την παγωμένη σου καρδιά.". Κοίταξε γύρω και είδε τη νεαρή θεά που απομακρυνόταν. "Ωραία... Ποια είναι;"

"Η Περσεφόνη."

"Ωχ! Καλή τύχη με τη Δήμητρα! Θα περάσεις καλά. Εγώ πάντως σίγουρα.", είπε και γύρισε να φύγει.

"Α, όχι!", είπε ο Άδης και τον έπιασε απ' το λαιμό. "Να το διορθώσεις αυτή τη στιγμή!"

"Δε μπορώ!", είπε ο Έρως καθώς πνιγόταν.

"Πάρ' το πίσω!"

"Είναι αργά πια. Δε γίνεται! Άφησέ με, σε παρακαλώ! Εγώ τη δουλειά μου έκανα.", τον ικέτευσε ο Έρως. Ο Άδης τον άφησε κι αυτός έπεσε κάτω. "Αυτή είναι η τελευταία φορά που σε πλησιάζω σε απόσταση βολής!", φώναξε ο Έρως κι έτρεξε μακρυά του.

"Θα τη σκοτώσω την Αφροδίτη!", είπε ο Άδης και γύρισε στο παλάτι. "Αφροδίτη!", φώναξε και όλοι πάγωσαν.

"Έχει φύγει.", κατάφερε να ψελλίσει κάποιος. Ο Άδης έφυγε πηγαίνοντας κατευθείαν στο άρμα του. Θα την κανόνιζε αργότερα.