Ήταν μία ιδιαίτερα σκοτεινή νύχτα. Σαν να μην είχε φεγγάρι. Σαν το φεγγάρι να είχε κρυφτεί. Περίεργα σκοτεινή νύχτα, σκέφτηκε. Η σκέψη του προκαλούσε τρόμο. Είχε χρόνια που είχε φύγει από το χωριό, μην αντέχοντας να ζει κοντά στην οικογένειά του. Ο γάμος του αδερφού του τον έφερνε πίσω.

Δεν ήθελε να γυρίσει. Σκεφτόταν τον πατέρα, τα αδέρφια του. Εδώ και καιρό ήταν σαφές ότι δεν είχαν καμία σχέση, δεν υπήρχε καμία πιθανότητα σύγκλισης. Μόνο για τον γάμο, σκεφτόταν, μόνο για τον γάμο και θα γυρίσω πίσω.

Στο Παρίσι μπορούσε να αναπνέει ελεύθερα. Ήταν ελεύθερος να είναι ο εαυτός του. Οι φίλοι του τον αποδέχονται για αυτό που ήταν. Είχε μία δουλειά που τον συντηρούσε και είχε αρχίσει δειλά δειλά τα πρώτα συγγραφικά του βήματα. Η παρουσία της Ανέτ έκανε βέβαια τα πράγματα ευκολότερα. Η αγαπημένη του θεία – η δεύτερη μάνα του. Τον υποστήριζε και τον βοηθούσε σε ό,τι ήθελε να κάνει. Πολλές φορές ευγνωμονούσε την τύχη του, και τη μητέρα του, που τον βοήθησαν να μεγαλώσει με την Ανέτ.

Το ταξίδι πίσω ήταν μακρύ. Αεροπλάνο, τρένο, λεωφορείο. Είχε ήδη αργήσει, δεν θα προλάβαινε τον γάμο. Οι καθυστερήσεις των πτήσεων ήταν συχνές, αλλά παρόλα αυτά, προτιμούσε αυτό τον τρόπο στα ταξίδια του. Συχνά θαύμαζε την εφευρετικότητα των ανθρώπων. Ήθελε να βιώνει τις νέες καταστάσεις, να ζει την πρόοδο.

Για τη νύφη του αδερφού του δεν ήξερε πολλά. Είχε ακούσει το όνομα της οικογένειάς της στο χωριό και είχε την εντύπωση πως είχαν κάποιο πρόβλημα οι οικογένειές τους, αλλά ποτέ δεν έδωσε αρκετή σημασία στις δουλειές του πατέρα του για να έχει συγκρατήσει τι αφορά. Ήταν όμως περίεργος για το πώς κατέληξαν να παντρευτούν. Η Λενιώ, αν θυμόταν καλά, αγαπούσε τον ξάδερφό του τον Λάμπρο. Ο Λάμπρος του είχε μιλήσει χρόνια πριν, πριν μετακομίσει και παντρευτεί, για την Ελένη Σταμίρη, τη Λενιώ του, σε γράμματα. Τι να έγινε άραγε, αναρωτήθηκε.

Είχε βγει για λίγο έξω. Έμενε σε ένα πανδοχείο για το βράδυ. Το πρωί θα έπαιρνε το τρένο για Λάρισα. Και από το λεωφορείο για Διαφάνι. Ήθελε να πάρει λίγο αέρα. Ήταν το τελευταίο βράδυ που ανέπνεε ελεύθερος. Το βραδινό αεράκι τον ηρεμούσε. Έκανε τόση ζέστη και το δροσερό αεράκι ήταν ανακουφιστικό. Τελευταίο βράδυ, σκέφτηκε. Τελευταίο βράδυ.