Μια κραυγή έσκισε τη νύχτα. Φύγε από πάνω της, ούρλιαξε, η Ελένη. Η δίψα του για αίμα όμως ήταν ασίγαστη. Όρμισε στην κοπέλα, έτοιμος να της ρουφήξει το αίμα. Οι αδερφές της είχαν πέσει πάνω του, προσπαθούσαν να τον απομακρύνουν. Χωρίς να καταλάβουν πώς, η Ελένη άρπαξε ένα παλούκι που βρισκόταν εκεί δίπλα και τον κάρφωσε απότομα. Αστόχησε, τον τραυμάτισε όμως αρκετά για να μπορέσει η Ασημίνα να ακινητοποιήσει τα πόδια του. Η Δρόσω κράτησε τα χέρια του. Και η Ελένη, αυτή τη φορά σίγουρη, κάρφωσε το παλούκι στην καρδιά του.

Ο Σέργιος Σεβαστός, γιος του Δούκα και της Μυρσίνης Σεβαστού και βρικόλακας, είχε πεθάνει.

Η μέρα δεν είχε ξεκινήσει με τις καλύτερες προοπτικές. Ο γάμος ήταν μια συναλλαγή. Γινόταν για τη γη. Οι οικογένειές τους είχαν έχθρα εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Οι Σεβαστοί ήταν οι αρχαιότεροι βρικόλακες στην περιοχή. Είχαν πολλή εξουσία και επηρέαζαν τους πάντες και τα πάντα. Οι Σταμίραινες ήταν… ιδιαίτερες. Ο πατέρας τους ήταν άνθρωπος. Η μητέρα τους νεράιδα. Τα κορίτσια γεννήθηκαν με ξεχωριστές ιδιότητες η καθεμία. Ειδικά η μικρή, η Δρόσω, που έμοιαζε περισσότερο από όλες στη μητέρα της, είχε νεραϊδίσια φωνή, ιδιαίτερη τρίχα και ομιλούν αίμα. Όλοι στο χωριό την θαύμαζαν, αλλά αυτή ήθελε να φύγει, να γλιτώσει από το χωριό.

Η Βαλεντίνη Σταμίρη, λοιπόν, είχε μάθει στον άντρα της πώς να προστατεύεται από τους βρικόλακες. Παρότι πέθανε νέα, η Δρόσω μόλις μερικών μηνών, η οικογένειά της δεν κινδύνευε από την επιρροή των Σεβαστών. Το αίμα των νεράιδων όμως καλούσε τους βρικόλακες. Όπως επίσης η γη του Γιώργη. Η γη αυτή ήταν το τελευταίο οχυρό για τον Δούκα. Τη γη αυτή ήθελαν ακόμα και οι πρόγονοί του. Θα ήταν, λοιπόν, τεράστιο επίτευγμα για τον ίδιο να καταφέρει να την αποκτήσει. Ο γάμος του Σέργιου με την Ελένη την έφερνε ένα βήμα πιο κοντά.

Ο γάμος, λοιπόν, ήταν μια συναλλαγή. Δεν υπήρχε αγάπη, ούτε καν συμπάθεια. Η Ελένη είχε μείνει μόνη της με τις μικρότερες αδερφές τους. Έπρεπε να τις εξασφαλίσει. Έπρεπε να δεχτεί αυτό τον γάμο. Κι ας ήταν η καρδιά της ακόμα στον Λάμπρο. Αυτός είχε φύγει, είχε συνεχίσει τη ζωή του. Δεν μπορούσαν να είναι μαζί. Ο Λάμπρος. Ο παιδικός της έρωτας. Σεβαστός κι αυτός. Γιος του Μιλτιάδη όμως. Ο Μιλτιάδης, παρότι βρικόλακας, ήταν ευγενική και σοφή ψυχή. Μιλούσε πάντα με σύνεση και λογική. Όταν ήταν μικρή οι οικογένειές τους ήταν κοντά. Κάποια στιγμή όμως ψυχράθηκαν. Ο πατέρας της δεν ήθελε να τον βλέπει. Έκανε μάλιστα ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην έχουν επαφές τα παιδιά και θύμωνε όταν δεν τον άκουγε η Ελένη. Αυτή, όμως, ξεροκέφαλη και πείσμων, δεν σταματούσε να βλέπει τον Λάμπρο. Και ενώ θα πήγαινε κόντρα ακόμα και στον ίδιο της τον πατέρα, αυτός την παράτησε.

Ο γάμος αυτός, λοιπόν, ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να εξασφαλίσει μια καλή ζωή για τις αδερφές της. Είχαν εξάλλου περάσει τα χρόνια και το να βρει γαμπρό γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Όχι ότι δεν θα μπορούσε ήδη να έχει παντρευτεί. Ο αγαπημένος της Ζάχος, παιδικός της φίλος, την είχε ζητήσει. Ο πατέρας της τον αγαπούσε, όπως αγαπούσαν και τα κορίτσια την κυρά-Μάρω. Τους είχε σταθεί σα δεύτερη μητέρα όταν έχασαν την μητέρα τους. Ο Ζάχος όμως ήταν στρατιωτικός και πήρε μετάθεση στη Λέσβο. Η Λενιώ δεν μπορούσε να αφήσει τον πατέρα της, τις αδερφές της, τα χωράφια της.

Ο Σέργιος δεν είχε τραφεί πριν τον γάμο. Παρά τις παραινέσεις της οικογένειάς του, τους αγνόησε. Το βράδυ του γάμου, λοιπόν, πεινούσε σα…βρικόλακας. Συνήθως μπορούσε να τραφεί από ανθρώπους χωρίς να το σκοτώνει…όταν ήθελε. Ουκ ολίγες φορές αναγκάστηκε ο πατέρας του να καλύψει καταστάσεις που είχαν ξεφύγει. Η απόρριψη της Λενιώς όμως αυτό το βράδυ τον εξαγρίωσε. Επιτέθηκε στη μικρή. Ήταν και το τελευταίο πράγμα που έκανε.