Κεφάλαιο 3
Βγήκε μια βόλτα στο χωριό. Με το μοντέρνο του κοστούμι και τον παριζιάνικο αέρα του ξεχώριζε. Οι κοπέλες του χωριού τον είχαν βάλει στο μάτι. Ήταν καλός γαμπρός. Όμορφος, μορφωμένος, Σεβαστός. Τυχερή η γυναίκα που θα τον έπαιρνε.
Προχωρούσε ανέμελα, χωρίς να δίνει σημασία στα βλέμματα και τους ψιθύρους. Το να βρει νύφη από το Διαφάνι και να εγκλωβιστεί εκεί για πάντα ήταν ό,τι χειρότερο μπορούσε να σκεφτεί. Ήταν ήδη μερικές ώρες στο χωριό και ένιωθε την ανάγκη να ξεφύγει. Βυθισμένος στις σκέψεις του, είδε ξαφνικά μια κοπέλα, να βαδίζει γρήγορα, εμφανώς αναστατωμένη, κρατώντας μερικά τόπια ύφασμα. Καθώς προχωρούσε, μερικά τόπια της έπεσαν χωρίς να το καταλάβει. Τον είχε προσπεράσει, αλλά το βλέμμα του που την ακολουθούσε τα είδε.
-Δεσποινίς…σταθείτε να σας βοηθήσω, της είπε δίνοντάς της τα τόπια. Η έκφρασή της σοβαρή, προβληματισμένη, σκέπαζε τα μπλε της μάτια, με ένα πέπλο συννεφιάς.
-Σας ευχαριστώ πολύ, τον ευχαρίστησε, χωρίς να τον κοιτάξει.
-Σας συμβαίνει κάτι; ρώτησε. Ήταν εμφανές πως κάτι την προβλημάτιζε, από κάτι ήθελε να ξεφύγει.
-Όχι, είμαι μια χαρά, απάντησε απότομα.
-Αν μπορώ να κάνω κάτι για εσάς; Την ρώτησε ευγενικά. Η απάντησή της δεν ήταν ανάλογη της ευγένειάς του.
-Σας είπα είμαι μια χαρά, σας ευχαρίστησα. Μπορώ να φύγω τώρα;
-Δεν σας εμποδίζω. Ούτε ήθελα να φανώ φορτικός. Καλή σας μέρα.
Η κοπέλα συνειδητοποίησε την αγένειά της. Συνειδητοποίησε επίσης πως ο νεαρός διέφερε από τους άλλους νέους του χωριού. Είχε έναν διαφορετικό αέρα, μια έμφυτη ευγένεια. Δεν τον είχε ξαναδεί. Ίσως ήταν περαστικός. Ίσως επισκεπτόταν κάποιο συγγενή, ποιον όμως; Ο ευγενικός τρόπος που της μίλησε παρά την αγένειά της, την έκανε να νιώσει άσχημα.
-Ζητώ συγγνώμη, είπε, καθώς αυτός έκανε να φύγει. Σας μίλησα απότομα χωρίς να φταίτε σε κάτι.
Ο νεαρός γύρισε, με ένα μεγάλο χαμόγελο να φωτίζει το πρόσωπό του.
-Κάποιος σας φταίει όμως, είπε παιχνιδιάρικα. Κι αν τον ήξερα δεν θα τον άφηνα να σας στενοχωρήσει ξανά.
-Δεν είναι κάποιος…
-Τότε αυτό το κάτι θα το σκότωνα.
Αυτή τη στιγμή ήξερε. Σαν τα κομμάτια ενός παζλ να κόλλησαν, ένιωσε κάτι να αλλάζει μέσα της. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ήταν αυτό, αλλά το πρωτόγνωρο αυτό συναίσθημα, μαζί με τα λόγια του νεαρού την άφησαν να τον κοιτάει βαθιά στα μάτια, χωρίς να έχει λόγια για αρκετά ώρα.
Η ίδια συνειδητοποίηση είχε έρθει μερικές στιγμές πριν για τον Νικηφόρο. Με το πρώτο, θυμωμένο βλέμμα που του έριξε, ήξερε.
-Με συγχωρείτε, πρέπει να φύγω, του είπε, εμφανώς πιο ήρεμη.
Καθώς έφευγε, γύρισε και τον κοίταξε – εκείνος, εκεί, ακόμα να την κοιτάει και να σκέφτεται αυτή την απρόσμενη συνάντηση.
Ο Νικηφόρος ήταν… διαφορετικός. Ήταν ο μόνος από τα παιδιά του Δούκα και της Μυρσίνης που είχε πάρει χαρακτηριστικά και από τον βρικόλακα πατέρα του και από τη μάγισσα μητέρα του. Οπότε όταν ήθελε κάτι, απλά γινόταν. Είχε…τους τρόπους του να πείθει τον κόσμο. Ο πατέρας και τα αδέρφια του χρησιμοποιούσαν σωματική ή πνευματική βία. Η μητέρα του, που κυρίως έβλεπε τα μελλούμενα, με ξόρκια πετύχαινε αυτό που ήθελε. Ο Νικηφόρος είχε έναν πιο έμμεσο τρόπο. Ήταν σαν η παρουσία του και τα λόγια του απλά να… έπειθαν. Είχε, όμως, επίγνωση των δυνάμεών του. Ποτέ δεν τις χρησιμοποιούσε για να επηρεάσει κάποιον αρνητικά ή να κάνει κάτι που δεν ήθελε. Η ανατροφή του από την Ανέτ και η έμφυτη ευγένειά του τον έκαναν να σέβεται την αυτονομία και βούληση των ανθρώπων γύρω του. Όπως και γενικά είχε μία αρκετά καλή αίσθηση του τι σκέφτονταν και αισθάνονταν οι άλλοι – άλλο ένα δώρο από την ιδιαίτερη καταγωγή του.
Η κοπέλα που συνάντησε αυτό το μεσημέρι, όμως, ήταν ένα μυστήριο. Πώς δεν την είχε δει τα καλοκαίρια που ερχόταν στο χωριό; Ευτυχώς τα αισθήματά της φαίνονται τόσο καθαρά στο πρόσωπό της, σκέφτηκε και χαμογέλασε ασυναίσθητα. Κατά τα άλλα δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα για εκείνη. Είχε μία…ιδιαίτερη αύρα, κάτι που δεν είχε συναντήσει ξανά και ούτε μπορούσε να προσδιορίσει. Αυτά βέβαια τα συνειδητοποίησε αργότερα που έφερνε στο μυαλό του τη συνάντησή τους. Όταν ήταν μαζί, η παρουσία της, το βλέμμα της δεν τον άφησαν να σκεφτεί κάτι άλλο. Ήταν απλά δύο…άνθρωποι – ένας άντρας και μία γυναίκα. Και η καταγωγή του, και η καταγωγή της κοπέλας δεν είχαν καμία σημασία – η σύνδεση που είχαν εκείνη τη στιγμή τα βλέμματά τους ήταν μαγική από μόνη της.
Έπρεπε να την ξαναδεί.
Το πτώμα του αδερφού σταμάτησε αυτές τις σκέψεις. Βρέθηκε σε ένα χαντάκι. Με τον αδερφό του δεν είχε τις καλύτερες σχέσεις. Πιο συγκεκριμένα, αν δεν ήταν αδερφός του, δεν θα ήθελε να έχει καμιά σχέση μαζί του. Ήταν ένας νταής, που δεν σεβόταν ποτέ τους άλλους. Νόμιζε ότι όλος ο κόσμος έπρεπε να υποταχθεί στα θέλω του και έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να το πετύχει. Ήταν βίαιος, με τις γυναίκες, με τον ξάδερφό τους, με όποιον θεωρούσε αδύναμο. Ο θάνατός του, όμως, έριξε το σπίτι τους σε θλίψη. Ο πρωτότοκος γιος του Δούκα Σεβαστού, ο συνεχιστής του, είχε χαθεί. Με τον χαρακτήρα του ο Σέργιος είχε αποκτήσει πολλούς εχθρούς. Κάποιος από αυτούς θα τον είχε σκοτώσει, έλεγαν όλοι. Εκτός από τη μητέρα του. Η Μυρσίνη ήταν σίγουρη ότι τον είχε σκοτώσει η γυναίκα του και οι αδερφές της. Αυτές τον σκότωσαν, έλεγε ξανά και ξανά. Κανείς δεν έδινε σημασία στα λεγόμενά της. Η θλίψη της μάνας που έχασε τον γιο της, σκέφτονταν.
Δεν ήταν όμως κανείς σε θέση να πάει να συζητήσει με την Ελένη. Μόνο ο Νικηφόρος, ως πιο ψύχραιμος και μην έχοντας καμία επαφή με τις τρεις αδερφές. Πήρε λοιπόν το άσπρο του άλογο και κίνησε προς το σπίτι τους. Ήταν λίγο πιο έξω από το χωριό. Μπροστά από το σπίτι υπήρχαν τρεις ψηλές λεύκες και ένα χωράφι γεμάτο όμορφα κίτρινα λουλούδια. Ανέβηκε τις ασβεστωμένες σκάλες και χτύπησε την πόρτα.
Η πόρτα άνοιξε απότομα. Η γυναίκα που είχε μπροστά του είχε δυνατό βλέμμα. Ήταν μια γυναίκα που είχε αντιμετωπίσει πολλές δυσκολίες στη ζωή της και φαινόταν. Χρειάστηκε από μικρή να αναλάβει ευθύνες. Φαινόταν σαν αυτή να έπαιρνε τις αποφάσεις του σπιτιού. Είχε την αίσθηση πως η γυναίκα που είχε μπροστά του, είχε έναν ρόλο που σε αυτά τα χώματα ακόμα είχαν μόνο οι άντρες. Δυναμική και ανεξάρτητη.
-Νικηφόρος Σεβαστός, απάντησε στην ερώτηση της Ελένης. Ο μικρός αδερφός του Σέργιου. Λυπάμαι που γνωριζόμαστε έτσι, είπε ευγενικά, απλώνοντας το χέρι του για χειραψία.
-Πέρασε και…συλλυπητήρια, απάντησε η Ελένη, απαντώντας στην χειραψία του.
Ο Νικηφόρος πέρασε μέσα στο σπίτι.
-Η αδερφή μου, η Δρόσω, είπε καθώς έκλεινε την πόρτα για την κοπέλα που βρισκόταν στο δωμάτιο. Ο Νικηφόρος έγνεψε χωρίς καν να την κοιτάξει.
Μια πόρτα μέσα στο σπίτι ανοιγόκλεισε.
-Και η άλλη μου αδερφή, η Ασημίνα.
