Κεφάλαιο 4
Η Ασημίνα άφησε ένα ποτήρι νερό μπροστά του. Την κοίταζε με ένα αμυδρό χαμόγελο, αυτή σοβαρή κοιτούσε μπροστά.
- Ώστε συναντηθήκατε τυχαία στο δρόμο, έσπασε τη σιωπή η Ελένη.
Ο Νικηφόρος πλέον χαμογελούσε. – Ναι, αλλά δεν είχα ιδέα ποια είναι. Πού να φανταστώ;
Εξηγούσε πολλά αυτή η κατάσταση. Είχε ακούσει στο σπίτι μέσα σε όλη την αναταραχή πως οι Σταμίραινες ήταν νεράιδες. Ή μισές νεράιδες. Ίσως αυτή η διαφορά που είχε η Ασημίνα οφειλόταν σε αυτό. Από την άλλη, οι αδερφές της δεν της έμοιαζαν. Ήταν πολύ πιο ανοιχτές. Κάθισε αρκετή ώρα στο σπίτι να συζητήσουν τα διαδικαστικά της κηδείας. Μια δύσκολη συζήτηση. Η Ελένη δεν φαινόταν ιδιαίτερα στενοχωρημένη, λογικό, σκέφτηκε, ο γάμος ήταν από προξενιό. Ήταν περισσότερο ζήτημα τιμής και υποχρέωσης για εκείνη, παρά αγάπη.
- Σε ευχαριστώ πολύ, Ελένη, είπε αφού είχαν συμφωνήσει και σηκώθηκε από το τραπέζι. Το εκτιμώ. Πρέπει να επιστρέψω. Θα μπορούσα να έχω λίγο νερό για το άλογό μου, είπε κοιτώντας την Ασημίνα. Αυτή, που απέφευγε να τον κοιτάξει τόση ώρα, γύρισε απότομα και τον κοίταξε και αμέσως μετά κοίταξε την Ελένη, για να πάρει την άδειά της.
- Ναι, ναι, είπε διστακτικά. Μπορώ να σου φέρω.
Οι δυο τους βγήκαν από το σπίτι. Ο Νικηφόρος κρατούσε τα χαλινάρια του αλόγου, ενώ η Ασημίνα έφερνε το νερό.
- Είναι μικρός ο κόσμος τελικά, είπε χαμογελώντας.
- Δεν ξέρω για τον κόσμο, δεν τον έχω δει, απάντησε εκείνη. Το χωριό μας είναι σίγουρα μικρό. Λυπάμαι πολύ για τον αδερφό σου. Είναι τρομερό αυτό που έγινε.
- Ναι, είναι.
- Ζεις στο εξωτερικό, σωστά;
- Στο Παρίσι. Επέστρεψα για να είμαι στον γάμο του αλλά δεν πρόλαβα. Δεν φαντάστηκα ότι θα ήμουν στην κηδεία του.
- Πραγματικά λυπάμαι.
- Έτσι είναι η ζωή. Γεμάτη εκπλήξεις, απρόοπτα, σαν τη συνάντησή μας.
Η κοπέλα κοίταξε κάτω σαν κάτι να την προβλημάτισε.
- Σ'ευχαριστώ για το νερό. Είχε πλέον ανέβει στο άλογο. Μας ξεδίψασες και τους δυο σήμερα.
- Δεν έκανα τίποτα. Καλό δρόμο, απάντησε εκείνη χαμογελώντας και χαϊδεύοντας το άλογο.
- Αύριο μας περιμένει μια πολύ δύσκολη μέρα, χαίρομαι που θα είσαι κι εσύ εκεί.
Η δύσκολη μέρα ήρθε και πέρασε. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και πάλι, ένα έντονο βλέμμα, γεμάτο ένταση. Η ένταση του βλέμματός τους την τρόμαξε και κατέβασε γρήγορα τα μάτια της. Όχι, δεν έπρεπε. Δεν ήταν σωστό, δεν ήταν πρέπον. Ήταν αδερφός του άντρα της αδερφής της. Ήταν αδερφός του άντρα που σκότωσαν. Ήταν γιος βρικόλακα. Αυτή κόρη νεράιδας. Ήταν ένας Σεβαστός. Αυτή μια Σταμίρη.
Αυτά σκεφτόταν εκείνο το βράδυ που πήγε να τον βρει. Σε ένα στενάκι στο χωριό. Μόνο αυτός και εκείνη.
- Το 'ξερα ότι θα έρθεις, της είπε γεμάτος χαρά.
Τα μάτια της άστραφταν. Πώς μπορούσε να μην πάει; Αφού πλέον δεν άκουγε τη λογική που της έλεγε πως ήταν λάθος. Σκεφτόταν μόνο πως ήθελε να τον δει ξανά. Να τον δει να της χαμογελά. Να δει τα ζεστά, καστανά του μάτια που φωτίζονταν κάθε φορά που την έβλεπε. Το χαμόγελό του έφτανε στα μάτια του και της χαμογελούσαν κι αυτά. Να ακούσει την όμορφη, απαλή φωνή του. «Αυτό το κάτι θα το σκότωνα» της είχε πει. Ακόμα είχε τον ήχο του στα αυτιά της. Ήθελε να τον ακούσει και πάλι.
Έτσι πέρασαν πολλή ώρα να μιλάνε. Τον ρωτούσε για τα σχέδια του. Τον καταλάβαινε, καταλάβαινε την πίεση που είχε από την οικογένειά του, από τον πατέρα του. Μοιράζονταν σκέψεις και όνειρα. Για τη ζωή του στο Παρίσι, για τις αδερφές της. Γελούσαν, αστειεύονταν. Σαν να μην υπήρχε καμιά διαφορά μεταξύ τους. Μαζί του ξεχνούσε τι ήταν, ξεχνούσε ότι σκότωσε τον αδερφό του. Δεν ήταν Σεβαστός. Ήταν ο Νικηφόρος. Δεν ήταν Σταμίρη, φόνισσα του αδερφού του. Ήταν η Ασημίνα. Μια ερωτευμένη κοπέλα.
- Και δηλαδή θέλεις να γίνεις συγγραφέας… Σαν τον Παπαδιαμάντη;
Γι'αυτόν τα πράγματα ήταν πιο απλά. Ήξερε πως ένιωθε και δεν υπήρχε τίποτα να τον εμποδίζει να το παραδεχτεί και να την διεκδικήσει. Οι γονείς του θα αντιδρούσαν – δεν τον ενδιέφερε. Θα την έπαιρνε και θα έφευγαν στο Παρίσι. Ή αν δεν ήθελε θα έμενε μαζί της. Το να παντρευόταν στο χωριό ήταν το χειρότερο σενάριο που θα μπορούσε να φανταστεί, ναι. Αλλά όχι με την Ασημίνα δίπλα του. Ο μόνος τρόπος, ο μόνος λόγος για τον οποίο θα έμενε στο χωριό ήταν αυτός. Της το είπε. Την είδε να κλείνεται πάλι στον εαυτό της.
- Πρέπει να φύγω. Αν με πάρουν είδηση, θα βρω τον μπελά μου.
- Μείνε λίγο ακόμα. Σε παρακαλώ.
- Τόση ώρα μιλάμε. Τι άλλο να πούμε;
- Η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που ακόμα δεν έχουμε ταξιδέψει. Τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα. Κι αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο από όλα, δε στο χω πει ακόμα.
Έσκυψε και ακούμπησε απαλά τα χείλη του με τα δικά της. Ένα φιλί ήρεμο στην αρχή που έγινε δυνατό. Το πρώτο τους φιλί. Το πρώτο της φιλί. Το σκεφτόταν ακόμα την επόμενη μέρα και χαμογελούσε. Με το ζόρι άκουσε την Ελένη που την φώναζε. Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά. Παρά τη λογική που της έλεγε ότι δεν έπρεπε, παρά τα προβλήματα που υπήρχαν, πλέον δεν υπήρχε άλλος δρόμος. Κάθε φορά που της έλεγε ποίημα, χαρασσόταν στο μυαλό και την καρδιά της. Κάθε φιλί του έκανε την καρδιά της να πεταρίζει. Τα λόγια του την έκαναν ευτυχισμένη και δυστυχισμένη ταυτόχρονα. Πώς μπορούσαν να είναι μαζί; Μετά από όσα είχαν γίνει, πώς ήταν δυνατόν;
Αυτός έκανε υπομονή. Έβλεπε ότι είχε ενδοιασμούς. Οι οικογένειές τους, ο γάμος των αδερφών τους. Της έλεγε συνεχώς πως τίποτα δεν είχε σημασία. Μόνο οι δυο τους. Θα την έπαιρνε και θα έφευγαν. Η καρδιά του της ανήκε. Προσπαθούσε να την πείσει ότι θα τα καταφέρουν, μέρα με τη μέρα. Όταν άκουσε ότι αρραβωνιαζόταν άλλον, έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Δεν γινόταν να την αφήσει, ήταν λάθος, θα ήταν και οι δύο δυστυχισμένοι.
Πήγε στο σπίτι της και διέλυσε τους αρραβώνες. Η Ελένη είχε την αναμενόμενη αντίδραση όταν έμαθε την αλήθεια. Προέβαλε τα προβλήματα μεταξύ των οικογενειών τους, τον γάμο της με τον Σέργιο. Τίποτα από όλα αυτά δεν είχαν σημασία μπροστά στην αγάπη τους. Δεν επρόκειτο να αφήσει μερικές ώρες και μια ανόητη έχθρα να τον κρατήσουν μακριά από την γυναίκα που αγαπούσε.
Ούτε αυτή. Ήταν σίγουρη για την αγάπη της. Ήταν σίγουρη για την αγάπη του. Ήταν σίγουρη πως μπορούσε να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες, αρκεί να τον είχε στο πλευρό της. Το μυστικό της ήταν αβάσταχτο, το ήξερε, οι ενοχές την έπνιγαν. Αλλά η αγάπη της για τον Νικηφόρο ήταν τόσο μεγάλη που τα νικούσε όλα.
Ένα φωτεινό πρωινό καλοκαιριού, στην καταπράσινη ρεματιά έξω από το χωριό, του είπε χίλιες φορές ναι. Και του έδωσε την καρδιά της για πάντα.
