Κεφάλαιο 5
Εν τω μεταξύ οι τραγωδίες συνεχίζονταν στο χωριό. Ο ξάδερφός του, ο Γιάννος, βρέθηκε κρεμασμένος από ένα δέντρο, ενώ σε ένα σημείωμα παραδεχόταν πως ήταν ο δολοφόνος του Σέργιου. Η υπόθεση έκλεισε για όλους. Εκτός από τη Μυρσίνη. Αυτές τον σκότωσαν, συνέχισε να λέει, σε όποιον άκουγε, και το έλεγε ακόμα πιο δυνατά όσο ο γιος της επέμενε να παντρευτεί τη μεσαία Σταμίρη. Ο ερχομός της Ανέτ ελάφρυνε λίγο το κλίμα και την έκανε να σκεφτεί «λογικά».
Την ίδια στιγμή, η οικογένεια του Μιλτιάδη και του Λάμπρου περνούσε δύσκολα. Η ομολογία του Γιάννου τους είχε δημιουργήσει πολλά προβλήματα και είχε δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο την κατάσταση μεταξύ των δύο οικογενειών. Ο Λάμπρος, με τη Θεοδοσία δίπλα του, αντιμετώπιζε ακόμα ένα πρόβλημα, αυτή τη φορά στο σχολείο. Δεχόταν έξωθεν πιέσεις, από δυνάμεις που ήθελαν να τους διώξουν από το χωριό. Αυτός όμως δεν ήθελε να φύγει. Η επαφή του με την Ελένη, ακόμα και έτσι, ήταν πολύτιμη. Ήταν λάθος αυτό που της έκανε, ειδικά όταν δεν ήταν διατεθειμένος να χωρίσει με τη Θεοδοσία. Όπως ήταν λάθος και αυτό που έκανε στη Θεοδοσία. Συνέχιζε όμως.
Μέσα σε όλα αυτά, οι δικοί του κάτι ετοίμαζαν. Ο πατέρας του κλεινόταν με τις ώρες στο γραφείο με τον Κωνσταντή και τον Μελέτη. Δεν ήθελε να ξέρει τι συζητούσαν. Όπως δεν ήθελε να αναλάβει αυτός τα ηνία. Ο πατέρας του το έλεγε ξανά και ξανά, αυτός θα συνέχιζε την αυτοκρατορία τους. Ο ίδιος είχε άλλα όνειρα. Και αν ήθελε και η Ασημίνα, θα σηκώνονταν και θα έφευγαν, χωρίς να κοιτάξουν ποτέ πίσω τους. Η υπόθεση με τον πατέρα του όμως για κάποιο λόγο έκανε ακόμα χειρότερο το κλίμα με τον θείο του. Αφορούσε το χωριό, από ό,τι είχε καταλάβει. Και τα μεγαλεπήβολα σχέδια του πατέρα του για παγκόσμια κυριαρχία… Ή τέλος πάντων, πανθεσσαλική. Βιομηχανική ζώνη, άκουγε, χωράφια, αλλά δεν ήξερε ποιο ήταν το πρόβλημα, δεν ήξερε τι αφορούσε αυτή η βιομηχανική ζώνη. Η κατάσταση στο χωριό όμως γινόταν ολοένα και χειρότερη και πιο τεταμένη. Συχνά ήταν και ο ίδιο παραλήπτης φραστικών επιθέσεων από συγχωριανούς, που, όπως έλεγαν, έβλεπαν τις περιουσίες τους να εξανεμίζονται. Μια δυο φορές χρειάστηκε μάλιστα η επέμβαση του Λάμπρου και του Μιλτιάδη για να μην οξυνθούν τα πνεύματα. Ο Κωνσταντής δεν την είχε γλιτώσει και είχε έρθει στο σπίτι με μελανιές και πόνους στα πλευρά.
Ήξερε την οικογένειά του. Ήξερε τι ήταν ικανοί να κάνουν. Ήξερε πως δεν είχαν κανένα απολύτως σεβασμό για την ανθρώπινη ζωή. Για τον πατέρα του, όλα ήταν πόλεμος. Πόλεμος επιβίωσης, πόλεμος κυριαρχίας του ισχυρότερου. Αυτοί ήταν οι ισχυρότεροι. Το ισχυρότερο αρπακτικό στον κόσμο. Αυτοί θα νικούσαν. Γι'αυτό και ανησυχούσε. Ήξερε το τι ήταν διατεθειμένος να κάνει ο πατέρας του για να πετύχει αυτό που έβαζε στο μυαλό του. Και ακόμα περισσότερο, τον ανησυχούσε ότι δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν αυτό που είχε στο μυαλό του. Όταν ρωτούσε, άκουγε μόνο γενικόλογα για πρόοδο και ευημερία. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι η άποψη του πατέρα του περί προόδου και ευημερίας συμβάδιζε με τον ορισμό των εννοιών αυτών. Το ότι άκουγε έναν τόσο οπισθοδρομικό άνθρωπο να μιλά για «πρόοδο» και «ευημερία», τον τρόμαζε.
Η Ελένη, βέβαια, βρισκόταν απέναντί του. Ήταν η έχθρα των οικογενειών του, η έχθρα μεταξύ βρικολάκων και νεράιδων; Απλή, προσωπική έχθρα; Δεν είχε καταλάβει. Όλα και τίποτα. Ήταν άλλωστε και οι δύο πολύ στενόμυαλοι και πεισματάρηδες. Όσο τους πήγαιναν κόντρα, τόσο πείσμωναν. Η σύγκρουση μεταξύ τους, αν δεν ελεγχόταν, θα έκαιγε τα πάντα γύρω της. Δεν ήθελε να μπει στη μέση και να γίνει ο διαμεσολαβητής τους. Η λογική του έλεγε πως η πιο ασφαλής λύση για τον ίδιο και την Ασημίνα ήταν να κρατηθεί έξω από όλα αυτά. Η ένταση μεταξύ των οικογενειών τους μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στη σχέση τους. Ήθελε να την προφυλάξει, ήθελε να κρατήσει όλα αυτά τα προβλήματα μακριά. Πιο πολύ από όλα ήθελε τίποτα να μη στενοχωρεί την Ασημίνα.
Από τη στιγμή που είχαν αποφασίσει πως θα έμεναν στο χωριό όμως, δεν υπήρχε εναλλακτική. Η Ασημίνα δεν ήθελε ούτε να ακούσει να φύγει μακριά από τις αδερφές της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά της είχε πει, θα γινόταν ό,τι ήθελε εκείνη. Έτσι, μετά από πολλά προβλήματα, αντιρρήσεις και αντιδράσεις, μπήκε νύφη στο αρχοντικό των Σεβαστών. Μία νεράιδα κάτω από την ίδια στέγη με βρικόλακες. Δεν ήταν εύκολο. Η συμβίωση, κυρίως με τη μητέρα του, ήταν βασανιστική για την Ασημίνα. Ο πατέρας του για έναν περίεργο λόγο την συμπαθούσε, παρά τις διαφορές μεταξύ των δύο οικογενειών. Ίσως είχε να κάνει με το ότι του έσωσε τη ζωή. Έβλεπε την καλοσύνη της, την αθωότητά της, το πόσο αγαπούσε τον Νικηφόρο. Μπορεί να μην ήταν η νύφη από καλή οικογένεια που θα ήθελε για τον γιο του, μπορεί να ήταν νεράιδα, μπορεί να ήταν Σταμίραινα, αλλά ήταν καλόκαρδη και τον αγαπούσε. Πολλές φορές, στο καταφύγιο της κάμαρής τους της είχε προτείνει να φύγουν, να βρουν ένα δικό τους σπίτι, αφού η συμβίωση με την οικογένειά του της έκανε τόσο κακό. Στην αρχή θα ήταν δύσκολα, της έλεγε, αλλά θα έβρισκαν τον τρόπο. Αρκούσε η αγάπη τους, δεν χρειάζονταν τίποτα άλλο. Δεν ήθελε. Η μητέρα σου έχει ήδη χάσει ένα γιο, του έλεγε, δεν θα χάσει και δεύτερο.
Σιγά σιγά, άρχισε να δουλεύει και για τον πατέρα του. Ό,τι ήθελε να αποφύγει όλα αυτά τα χρόνια, γινόταν πραγματικότητα. Το βιβλίο του πήγαινε αργά. Ήταν το μυστικό του με την Ασημίνα. Τον γέμιζε χαρά και το ότι μπορούσε να το μοιράζεται με την Ασημίνα του αρκούσε. Η γνώμη της εξάλλου είχε τη μεγαλύτερη σημασία από όλες. Η δουλειά με τον πατέρα του δεν πήγαινε καλά. Τον πίεζε πολύ. Ήταν όμως και μία ευκαιρία να τον ελέγχει, να μαθαίνει τα σχέδια του. Κάτι έκρυβε, φαινόταν, θα το μάθαινε όμως. Ο πατέρας του ήθελε να πετύχει κάτι που θα επηρέαζε όλο το χωριό. Και έπρεπε να τον εμποδίσει.
