Η αλήθεια είναι πως τον λυπήθηκα τον καημένο. Όσο αστεία και να ήταν η κατάσταση κατά βάθος πρέπει να ένιωθε πολύ προσβεβλημένος. Πήγα στο μικρό κουζινάκι δίπλα απ'την αίθουσα των υπολογιστών και τον πλησίασα. Έφτιαχνε τον καπουτσίνο που του είχε ζητήσει ο Ελ. Τον παρακολούθησα αφηρημένη.

«Γιατί βάζεις τόση πολλή ζάχαρη;» τον ρώτησα που τον είδα να βάζει γύρω στις εφτά κουταλιές ζάχαρη.

«Ο Ριουζάκι λέει ότι η ζάχαρη τον βοηθάει να συγκεντρωθεί, όπως επίσης και τα γλυκά.»

«Θα τον παχύνουν τα πολλά γλυκά.»

«Αυτό του είπα κι εγώ μια φορά. Εκείνος όμως είπε ότι αν σκεφτόμαστε πολύ και βάζουμε το μυαλό μας σε εγρήγορση, καίμε θερμίδες κι έτσι δε παχαίνουμε. Το πιστεύει πολύ να φανταστείς, αφού σήμερα το πρωί έφαγε τρία σουφλέ σοκολάτας και εφτά φραουλένια κέικ! Μου κάνει εντύπωση πώς το αντέχει το σώμα του...»

«Φαντάζομαι το έχει συνηθίσει.» γέλασα.

Και πιάσαμε έτσι κουβέντα περί αυτού του θέματος. Μέχρι που ο Μάτσουντα άλλαξε θέμα.

«Μαρίνα, πιστεύεις ότι είμαι βλάκας;»

«Όχι βέβαια. Ο κάθε άνθρωπος είναι ξεχωριστός όπως κι εσύ. Μην κοιτάς τι σού λένε οι άλλοι. Εσύ τουλάχιστον ξέρεις ποιος είσαι.»

«Δεν είναι μόνο τα λόγια... Είναι και οι δουλειές που μου αναθέτουνε. Τι κάνω για να βοηθήσω στην υπόθεση; Τίποτα. Μόνο καφέδες φτιάχνω για τον Ριουζάκι. Μάλλον δε θα έρθει ποτέ η μέρα που θα δουν την αξία μου...»

«Θα έρθει. Στο χέρι σου είναι να τους δείξεις ότι μπορείς. Εγώ πάντως δεν πιστεύω ότι είσαι βλάκας. Αν ήσουν βλάκας δε θα γινόσουν αστυνόμος, που είναι μια τόσο σπουδαία δουλειά!» Προσπάθησα να τον ενθαρρύνω. Χαμογέλασε.

*

*

Αργότερα το απόγευμα, ο Μάτσουντα είπε ότι θα έβγαινε έξω για απογευματινή βόλτα. Οι ώρες περνούσαν και δεν εμφανιζόταν. Πέρασαν γύρω στις δυόμισι ώρες ώρες κι αρχίσαμε να ανησυχούμε. Κάποιοι τον πήραν στο κινητό, όμως έβγαινε ο τηλεφωνητής.

«Μα τι κάνει τόσες ώρες;»

«Ίσως έβαλε ακουστικά κι ακούει μουσική.» υπέθεσε ο διευθυντής.

«Και τι ακούει τόσες ώρες; Την μελωδία της ευτυχίας;» είπε ο Αϊζάβα

«Μπορεί να παίχτηκε κάνα φλερτ.» είπα χαριτολογώντας.

Τότε ήρθε μήνυμα στον υπολογιστή του Ελ από τον Ουάταρι.

«Λάβαμε ζώνη κινδύνου από την ζώνη του Μάτσουντα.»

Εδώ βέβαια χρειάζεται να πω ότι μόλις μπήκα στην ομάδα, ο Ουάταρι είχε δώσει στους αστυνόμους ψεύτικες ταυτότητες καθότι είναι γνωστό ότι ο Κίρα εκτός από πρόσωπο θέλει και όνομα για να σκοτώσει. Επιπλέον, τούς είχε δώσει και ζώνες που ήταν σαν κανονικές ζώνες για παντελόνι, μόνο που όταν πατάς την αγκράφα χτυπάει το κινητό του Ουάταρι κι έτσι ενημερώνεται για τυχόν κινδύνους της ζωής του αστυνόμου. Κι εμένα μού έδωσαν μετά από λίγες μέρες, αν και θεώρησα πως δεν τα χρειάζομαι. Με τους αστυνόμους στο πλευρό μου δεν είχα να φοβηθώ τίποτα.

«Στην Γιότσουμπα; Τι γυρεύει εκεί;» απόρησε ο Αϊζάβα.

«Είναι προφανές! Μάθαμε ότι συνεργάζεται ο Κίρα με την Γιότσουμπα και θέλει να βρει επιπλέον στοιχεία,» απάντησα. «Σε μένα αν θέλετε να ξέρετε, έκανε παράπονα ότι δεν τον εκτιμάτε αρκετά.»

«Καμία σχέση. Δεν είπαμε κάτι τέτοιο. Εκείνος είναι ο μυγιάγγιχτος! Και στο κάτω κάτω της γραφής, μια απλή διαφωνία είχαμε.» είπε ο Αϊζάβα.

«Δεν θα το έλεγα ακριβώς διαφωνία. Για ψύλλου πήδημα τσακωθήκατε, αλλά ας μην το αναφέρω καλύτερα.» είπε και ο Λάιτ.

«Αφήστε τα αυτά κι ας μπούμε στο προσκείμενο,» είπε ο ντετέκτιβ και στρέψαμε το βλέμμα μας πάνω του. «Είναι στην Γιότσουμπα. Πιθανόν να τον έχουν πάρει είδηση. Εγώ τώρα θα τον πάρω τηλέφωνο για να δω τι συμβαίνει. Σε περίπτωση που βρίσκεται κάποιος δίπλα του και ακούσει ο,τι λέμε, θα προσποιηθώ ότι είμαι κάποιος φίλος του.»

Έβγαλε το κινητό του και τον κάλεσε. «Που'σαι Ματσούι!» είπε αλλάζοντας την φωνή του. «Ο Χιρόσι είμαι! Που χάθηκες; Χρόνια και ζαμάνια!... Δεν ακούγεσαι έξω. Σπίτι είσαι; Μόνος σου είσαι;... Α, μάλιστα.»

Κράτησε το ακουστικό μακριά από το αυτί του. «Λέει ότι είναι μόνος του. Δεν μπορούμε όμως να είμαστε σίγουροι. Ποτέ δεν ξέρεις.» Ξαναέβαλε το ακουστικό. «Έλεγα να βγαίναμε για κανένα ποτό, μωρέ. Τι, πάλι δεν έχεις λεφτά; Κατάλαβα... Δεν πειράζει, άλλη φορά. Άντε, τα λέμε. Τσάο.» έκλεισε το κινητό.

«Δεν ξέρω αν τα έβγαλε από το μυαλό του ή αν τού έκαναν υπόδειξη τα μέλη. Αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι τον έπιασαν στα πράσα. Τον άκουσα λίγο αγχωμένο. Όπως και να'χει, πρέπει να τον σώσουμε το συντομότερο δυνατό.» είπε.

«Ναι, αλλά πώς; Η Γιότσουμπα πιθανόν ήδη ξέρει ότι κυνηγάμε τον Κίρα. Κι αν μας σκοτώσουν;» απόρησα.

«Έχω βρει κιόλας σχέδιο. Ένα παράλογο σχέδιο, αλλά δεν υπάρχει κι άλλη λύση. Λοιπόν, ακούστε προσεκτικά.

»Θα πάρω τηλέφωνο τον Μάτσουντα και θα του πω να τους πει ότι δεν είναι αστυνομικός αλλά μάνατζερ της Μίσα κι ότι θα κάνει γιορτή στην Γιότσουμπα αφιερωμένη σε όλα μέλη που είναι θαυμαστές της. Ο Μάτσουντα θα προσποιηθεί τον μεθυσμένο και θα σκαρφαλώσει στο μπαλκόνι σε κάποια βεράντα. Εμείς από τον κάτω όροφο θα τον πιάσουμε με ένα μεγάλο στρώμα, και η Μαρίνα που έχει περίπου το ίδιο ύψος με τον Μάτσουντα, θα έχει φορέσει από πριν τα ανάλογα ρούχα και μια περούκα για να μοιάζει ακριβώς μ'αυτόν, και θα ξαπλώσει στον δρόμο. Έπειτα θα καλέσουμε ασθενοφόρο, που δεν θα είναι κανονικό ασθενοφόρο, αλλά ένα από τα οχήματα που βρίσκονται στο γκαράζ της μυστικής μας βάσης.»

Όλοι συμφωνήσαμε ότι το σχέδιο ήταν τρελό, αλλά παρ'ολα αυτά έπρεπε να σώσουμε τον συνεργάτη μας.

*

*

Ο Ελ ξαναπήρε τηλέφωνο τον Μάτσουντα να τού εξηγήσει το σχέδιο. Ευτυχώς όπως μάς πληροφόρησε, δεν υπήρχε κανείς γύρω του οπότε μπορούσε άνετα να τού εξηγήσει. Έπειτα τηλεφώνησε στην Μίσα, την οποία πετύχαμε σε ώρα που τέλειωνε τα γυρίσματα μιας ταινίας. Είπε ότι θα πει και στις υπόλοιπες συναδέλφισσές της να έρθουν να γίνει η γιορτή πιο πειστική. Ζήτησε από τον Αϊζάβα να πάει να φέρει το άσπρο βαν που ήταν στο γκαράζ, και σε εμένα έφερε μια αστυνομική σχολή να δει αν είναι στο νούμερό μου. Μού πήγαινε γάντι.

Η μυστική βάση της Γιότσουμπα δεν ήταν πολύ μακριά. Υπολογίζω να ήταν περίπου στα δεκαπέντε χιλιόμετρα. Ανεβήκαμε με το ασανσέρ στον δέκατο τέταρτο όροφο, ο οποίος ήταν από κάτω απ'τον όροφο της Γιότσουμπα, και που ήταν αποθήκη οπότε κανένας δεν μπορούσε να μας πάρει είδηση. Είδαμε την Μίσα από τον δρόμο να καταφθάνει με τις συναδέλφισσές της ντυμένες προκλητικά. Σήκωσε τον αντίχειρα.

Πέρασε μόνο ένα τέταρτο αλλά εμένα μού φάνηκε μια μέρα. Καθόμασταν όλοι σε αναμμένα κάρβουνα. Κάποια στιγμή ο Μάτσουντα πήρε τηλέφωνο.

«Είμαι στην τουαλέτα και δεν μ'ακούνε. Γίνεται η ψεύτικη γιορτή που είπαμε. Όλα πάνε ρολόι. Εσείς πού είστε;»

«Πολύ ωραία,» απάντησε ο Ελ. «Εμείς είμαστε στον από κάτω όροφο. Κάνε τον μεθυσμένο όπως είπαμε. Εμείς θα σε πιάσουμε με το στρώμα και η Μαρίνα θα ξαπλώσει στον δρόμο φορώντας την αστυνομική στολή που της έδωσα.»

«Ναι, ξέρω.» είπε κι έκλεισε το τηλέφωνο.

Κατέβηκα γρήγορα το κτήριο να σταθώ σε κάποια γωνία, ώστε όταν έρθει η σειρά μου να ξαπλώσω αμέσως στον δρόμο. Ευτυχώς η μπαλκονόπορτα ήταν ανοιχτή, κι έτσι άκουγα τι γινόταν μέσα.

«Αααχ! Τι ωραία που είναι η ζωή!» ακούστηκε ο Μάτσουντα κάνοντας την φωνή του μεθυσμένου.

«Τι κάνετε παιδιά; Καλά; Μπράβο, πάντα καλά! Υγεία πάνω απ'όλα!»

«Καλέ, αυτός μέθυσε!»

«Ααχ! Μπορεί να είναι μεταδοτικό!» φώναξε μια γυναικεία φωνή

«Πώς κάνετε έτσι, παίδες; Μια ζωή την έχουμε. Ας την χαρούμε λοιπόν!»

Βγήκε στο μπαλκόνι και σκαρφάλωσε στην κουπαστή.

«Τι κάνεις εκεί;! Θα πέσεις!» φώναζαν κάποιοι.

«Και τώρα, σάς παρουσιάσω την παράσταση με τίτλο "Matsuda's show time!"»

Σήκωσε τα πόδια του στον αέρα σαν να κάνει κατακόρυφο και τα ανοιγόκλεινε. Από κάτω, ο Αϊζάβα και ο διευθυντής κράταγαν το στρώμα στην έξω μεριά του μπαλκονιού να πέσει ο Μάτσουντα. Τελικά προσγειώθηκε στο στρώμα και ένας από τους αστυνομικούς πέταξε ένα μαξιλάρι στον δρόμο να φανεί ότι κάποιος έπεσε. Αστραπιαία ξάπλωσα στην μεριά που έπεσε το μαξιλάρι και άνοιξα διάπλατα τα χέρια και τα πόδια μου. Ο Μόγκι βγήκε στο δρόμο κι άρχισε να φωνάζει μη πειστικά:

«Χριστός και Παναγία! Κύριε είστε καλά;! Κάποιος να καλέσει το 166!»

Χειρότερο ρόλο δεν είχαν να μού δώσουν...Σκέφτηκα.

Απ'το κτήριο ακούγονταν αναστατωμένες φωνές. Άκουσα κάποιους να λένε: «Τουλάχιστον σκοτώθηκε μόνος του. Δεν χρειάστηκε να τον σκοτώσουμε εμείς...»

«Δηλαδή από την αρχή κατάλαβες ότι ασχολείται με την υπόθεση Κίρα.»

«Φυσικά. Αλλά δε σας είπα να τον σκοτώσουμε για να δω τι σκαρώνει.»

Το βαν έφτασε μπροστά απ'το κτήριο και οι φορείς που ήταν ο Λάιτ και ο Ελ, με έβαλαν μέσα σ'ένα μικρό κρεβάτι. Έκλεισαν την πόρτα κι εγώ έβγαλα την περούκα που φορούσα.

«Να υποθέσω πως δεν μάς κατάλαβαν. Είναι άσπρο το βαν και το πέρασαν για ασθενοφόρο.» είπε ο Λάιτ.

«Πράγματι, έτσι είναι. Ο Μάτσουντα όμως είναι τελείως ηλίθιος.» απάντησε ο Ελ δαγκώνοντας τον αντίχειρα του.

Απ'έξω ακούστηκε ο Μόγκι να μιλάει με μια άγνωστη φωνή. Ίσως ήταν μέλος της Γιότσουμπα.

«Τι έγινε εδώ;» έκανε τάχα ότι δεν ήξερε.

«Έπεσε ένας από τον δέκατο πέμπτο όροφο λόγω μέθης.»

«Αα, μάλιστα... Πώς τον λέγανε;»

«Μάτσουι Τάρο νομίζω.»

«Μέθυσε ρε ο Μάτσου;!» γέλασε ο Μόγκι.

«Τον ξέρεις;»

«Αν τον ξέρω λέει; Από παιδιά γνωριζόμαστε! Χαχαχαχα!! Ρε τον μπεκρούλιακα!» Συνέχισε να γελάει μέχρι που μπήκε στο βαν.