Ο Τζός πιλοτάρισε το θαλαμίσκο του μακριά από τη μητρικό σκάφος, με προορισμό την ηλεκτρομαγνητική θύελλα, όπου είχε εξαφανιστεί το μη-επανδρωμένο σκάφος. Παρότι από μέσα του έλεγε πως αυτό που έκανε ήταν τρέλα, που θα είχε σοβαρές συνέπειες – στην καλύτερη περίπτωση, θα του έψελνε άγρια ο Διοικητής Φιτζγκίμπον, στη χειρότερη να έχει την ίδια μοίρα όπως και το μη-επανδρωμένο σκάφος –, δεν τον ένοιαζε πια. Επιτέλους ήταν ελεύθερος και πίσω στο στοιχείο του.

Όπως και πολλοί άλλοι αστροναύτες στο παρελθόν, ο Τζός είχε πει, για προφανείς λόγους, ψέματα για το λόγο που ήθελε να έρθει σε αυτή την αποστολή: για να βιώσει την ελευθερία της πτήσης στο διάστημα όσο κανείς άλλος. Σε αντίθεση με τους συναδέλφους του, ούτε η δόξα, ούτε το κέρδος, ούτε η επιστήμη τον ενδιέφεραν. Μονάχα η τιμή να είναι άρχων των ουρανών, μακριά από το ρημαγμένο κόσμο που είχε καταντήσει η Γη, έστω και για λίγο, πάντα ήταν η βαθύτερη επιθυμία της ψυχής του. Και τώρα η ευχή του είχε επιτέλους πραγματοποιηθεί. Ήταν κυρίαρχος όλου του σύμπαντος, το άπειρο του διαστήματος να απλώνεται παντού τριγύρω του. Επιτέλους, ήταν ελεύθερος!

Κρατώντας σφιχτά τα χειριστήρια, με το σύστημα πλοήγησης να κάνει αυτόματα όλες τις απαραίτητες διορθώσεις πορείας, ακολούθησε την τροχιά του προς τη θύελλα. Μέσω της πίσω κάμερας του θαλαμίσκου, μπορούσε να δει το ΕΒΔΑ-Ένα να χάνεται στον ορίζοντα, ενώ μπροστά του η θύελλα, που όλο και πλησίαζε, έμοιαζε γιγαντιαία, σαν μια βαθιά άβυσσος. Κάπου από πίσω από εκείνα τα μπλε, σαν τον ηλεκτρισμό, σύννεφα και δίνες ήταν ο Εβδά-Άλφα, που τον περίμενε.

Απέχοντας μόλις 50,000 μίλια από την εξώσφαιρα του πλανήτη, πυροδότησε τους προωθητήρες επιβράδυνσης, σταματώντας στην άκρη της θύελλας. Από τόσο κοντά, αυτός και ο θαλαμίσκος του δεν ήταν παρά ένας κόκκος σκόνης μπροστά σε αυτό το θηρίο που ήταν η θύελλα.

Δεν είχε καμία οπτική επαφή μέσα από εκείνα τα σκούρα σύννεφα, που έλαμπαν με λάμψεις πλάσματος από όλη αυτή την ενέργεια. Ακόμη και το ραντάρ του δεν έδειχνε τίποτα εκτός από παράσιτα, λες και κοίταζε μέσα σε μία μαύρη τρύπα. Όλα τα όργανα πτήσης του, που υπολειτουργούσαν εξαιτίας των μαγνητικών παρεμβολών, έδειχναν βίαιες αναταράξεις και επικίνδυνα επίπεδα ραδιενέργειας. Δεν υπήρχε πουθενά ίχνος από το μη-επανδρωμένο σκάφος, το όποιο μάλλον είχε γίνει σκόνη περνώντας μέσα από εκεί. Οι μαγνητικές παρεμβολές μάλλον είχαν σακατέψει το σύστημα πλοήγησης του, στέλνοντας το τυφλά μέσα στη θύελλα, που το είχε διαλύσει.

Παρότι που ο θαλαμίσκος, σε αντίθεση με τα ευαίσθητα μη-επανδρωμένα σκάφη, ήταν γερό σαν τανκ, φτιαγμένο από τα πιο ανθεκτικά υλικά ώστε να αντέχει σε καταπονήσεις από ακόμη και τα πιο ακραία φυσικά φαινόμενα που υπήρχαν στη Γη, ο Τζός ήξερε πώς να επιχειρήσει να περάσει μέσα από εκεί θα ήταν αυτοκτονία. Χρειαζόταν να βρει κάποιο ομαλό πέρασμα μέσα από το μάτι της θύελλας – το μόνο σημείο όπου κόπαζαν οι αναταράξεις μέσα σε θύελλες σαν και αυτή.

Δεν άργησε να εντοπίσει ένα, από πρώτης απόψεως, καλό σημείο να εισέλθει στο κέντρο μιας από τις μεγαλύτερες δίνες της θύελλας. Πάνω από 1,200 χιλιόμετρα σε διάμετρο, το μάτι της δίνης δεν ήταν πάνω από πέντε χιλιόμετρα σε διάμετρο – ένα στενό, αλλά βατό πέρασμα μέσα από αυτή την ηλεκτρομαγνητική κόλαση…ίσως. Η στιγμή της αλήθειας είχε φτάσει.

Η τεχνολογία δοκίμασε και απέτυχε, σκέφτηκε ο Τζός με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από όσο θα έπρεπε να έχει κάποιος που έπαιζε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Ώρα να δοκιμάσουμε τον ανθρώπινο παράγοντα! Μπορεί να ρίσκαρε τη ζωή του, αλλά δεν του καιγόταν καρφάκι. Επιτέλους, θα έδειχνε σε αυτόν το Φιτζγκίμπον τι σήμαινε να είσαι ένας αληθινός διαστημικός πιλότος.

Με την επαγγελματική άνεση ενός έμπειρου πιλότου, ο Τζός υπολόγισε την πορεία του μέσα στον υπολογιστή πτήσης, βάζοντας πλώρη για το μάτι της δίνης. Ο υπολογιστής χάραξε την καινούργια πορεία και έδωσε σήμα για εκκίνηση. Ήταν ώρα για δράση!

Πυροδοτώντας τους προωθητήρες του πάλι, πέταξε σε ευθεία γραμμή μέσα στη δίνη, αποφεύγοντας τα επικίνδυνα σύννεφα πλάσματος της θύελλας. Μπορούσε να ακούσει την απόμακρη και πνιγμένη από παράσιτα φωνή του Φιτζγκίμπον στον ασύρματο να του φωνάζει, διατάζοντας τον να ακυρώσει την πτήση του. Μάλλον πίσω στον Έλεγχο έχαναν το σήμα του εξαιτίας των παρεμβολών και είχαν χεστεί πάνω τους, σκέφτηκε. Αλλά είχε έρθει πολύ μακριά ώστε να κάνει πίσω τώρα.

Πέταξε βαθιά μέσα στη καρδιά της θύελλας. Αυτά τα εντυπωσιακά σύννεφα ωμής ενέργειας, χιλιάδες φορές υψηλότερη από ολόκληρη την ηλεκτρική απόδοση όλων των εργοστασίων ενέργειας της Γης, του έφερναν ανατριχίλα. Ένα μόνο από αυτά τα σύννεφα να άγγιζαν το θαλαμίσκο του και θα τον εξαέρωναν ακαριαία. Ένα λαθάκι και θα έβλεπε τα ραδίκια ανάποδα.

Στην αρχή, όλα φαίνονταν να πηγαίνουν ρολόι, όταν ξαφνικά συνέβη το κακό. Το μάτι της δίνης, που τη μια στιγμή ήταν αρκετά χιλιόμετρα φαρδύ, ξαφνικά είχε αρχίσει να συρρικνώνεται. Έκλεινε σαν το στόμα από κάποιο γιγαντιαίο θηρίο του διαστήματος που ετοιμαζόταν να τον καταπιεί μαζί με το σκάφος του!

Γρήγορα ενεργοποιώντας τα συστήματα ακύρωσης πτήσης, ο Τζός ετοιμάστηκε να κάνει μεταβολή και να ξεκουμπιστεί από κει. Αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Προτού το καταλάβει, η θύελλα τον είχε αγκαλιάσει ολόκληρο. Μια δυνατή λάμψη χτύπησε το θαλαμίσκο καθώς άγγιξε τη θύελλα και, στη στιγμή, το σκάφος εξαφανίστηκε, σαν να μην ήταν ποτέ εκεί…

Η λάμψη άφησε για μια στιγμή το Τζός τυφλωμένο. Προτού μπορέσουν να καθαρίσουν τα αστεράκια από την όραση του, βρέθηκε βίαια ακινητοποιημένος στο κάθισμα του από μεγάλες δυνάμεις βαρύτητας. Ο θαλαμίσκος επιτάχυνε ραγδαία καθώς πιάστηκε στην πελώρια βαρυτική έλξη της θύελλας, που το παρέσερνε… προς τα που;

Προσπαθώντας να μην χάσει τις αισθήσεις του, η μύτη του να ματώνει από την τρομερή επιτάχυνση, ο Τζός προσπάθησε να ανακτήσει τον έλεγχο του σκάφους του. Τα χειριστήρια δεν ανταποκρίνονταν. Ο θαλαμίσκος ήταν τελείως εκτός ελέγχου και στο έλεος αυτής της μυστηριώδους θύελλας που τον παρέσερνε προς τη καταστροφή.

Κοιτάζοντας τον υπολογιστή πτήσης, είδε πως τα συστήματα πλοήγησης του είχαν τρελαθεί, με ενδείξεις πως ο θαλαμίσκος, ή μπορεί και η ίδια η θύελλα, είχαν μόλις ξεπεράσει την ταχύτητα του φωτός, κατιτί το αδύνατο. Δεν έβγαζε κανένα νόημα.

Δεν μπορεί! σκέφτηκε ο Τζός, Τίποτα δεν ξεπερνάει την ταχύτητα του φωτός!

Κοιτάζοντας έξω από το φινιστρίνι, δεν μπορούσε να δει τα άστρα. Δεν μπορούσε να δει τίποτα. Μονάχα ένα απέραντο σκότος, που το διαπερνούσαν ατελείωτα κύματα ενέργειας. Ήταν λες και είχε εγκαταλείψει τελείως το γνωστό σύμπαν και βρισκόταν στο άγνωστο έξω από τα όρια του χωροχρόνου.

Προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να σκεφτεί μια λύση, ο Τζός ενεργοποίησε το φάρο έκτακτης ανάγκης. Παρότι έτρεμε να φανεί τόσο γελοίος μπροστά στο Διοικητή Φιτζγκίμπον, δεν υπήρχε κανένα νόημα να σκοτωθεί για το τίποτα.

«Σήμα κινδύνου! Εδώ Εξερευνητής Άλφα, δηλώνω σήμα κινδύνου!» φώναξε στον ασύρματο του, «Έχω χάσει τα συστήματα ελέγχου και πλοήγησης! Χρειάζομαι οδηγίες έκτακτης ανάγκης! Με λαμβάνει κανείς;» Όλα τα συστήματα επικοινωνιών είχαν νεκρωθεί. Δεν έπιανε τίποτα, ούτε καν στην κεραία υψηλής απολαβής. Την είχε πατήσει για τα καλά.

Πιστεύοντας πως ήταν χαμένος, ο Τζός εγκατέλειψε τις μάταιες προσπάθειες του και κρατήθηκε γερά. Όπου να ναι, ο θαλαμίσκος του δεν θα άντεχε άλλο αυτή την καταπόνηση και θα γινόταν κομμάτια, μαζί με αυτόν. Αλλά παρότι κοίταζε κυριολεκτικά το Χάρο στα μάτια, ο Τζός δεν ένοιωθε καθόλου τύψεις για την ατυχία του. Θα πέθαινε αξιοπρεπώς, σαν διαστημικός πιλότος που έκανε το καθήκον του… Αλλά προτού μπορούσε να συμβεί αυτό, η πτήση στη κόλαση τελείωσε.

Ξαφνικά, ο θαλαμίσκος εκσφενδονίστηκε έξω από την απέραντη πλευρά της θύελλας, καταπονημένος αλλά ακόμη άθικτος. Μέσα, ο πιλότος του καθόταν ταραγμένος και ζαλισμένος από διάσειση, τα σταγονίδια αίματος από τη ματωμένη μύτη του να λεκιάζουν το κράνος της στολής του, αλλά κατά τα άλλα ακόμη ζωντανός.

Μόλις συνήλθε κάπως, απορώντας πως την είχε γλιτώσει, ο Τζός προσπάθησε ξανά να ανακτήσει τον έλεγχο. Δυστυχώς, τα χειρότερα δεν είχαν περάσει ακόμη. Ο υπολογιστής του είχε σβήσει, οπότε είχε χάσει όλες τις παραμέτρους πτήσης του, χωρίς τις οποίες δεν μπορούσε να προσανατολιστεί. Ακόμη χειρότερα, οι κυψέλες καυσίμων του θαλαμίσκου είχαν βγει αυτόματα εκτός λειτουργίας από τις αναταράξεις της θύελλας – ένα σύστημα προστασίας για εκρήξεις από ασταθή καύσιμα – και δεν υπήρχε τρόπος να τις επαναφέρει σε λειτουργία κατά τη διάρκεια πτήσης. Οι μηχανές ήταν εκτός λειτουργίας, όπως και οι γεννήτριες. Ότι του απέμενε ήταν οι σταυρικοί προωθητήρες αλλαγής στάσης του σκάφους και οι εφεδρικές μπαταρίες που έδιναν ρεύμα στα βασικά συστήματα.

Με τον θαλαμίσκο του σακατεμένο και με ελάχιστες δυνατότητες ελέγχου, είδε πως πλησίαζε την ατμόσφαιρα του Εβδά-Βήτα. Σύντομα θα έπεφτε στην συννεφιασμένη, χλωμή ροζ ατμόσφαιρα του άγνωστου πλανήτη. Για κάποιο περίεργο λόγο, παρατήρησε πως η ατμόσφαιρα φαινόταν κάπως πιο…πυκνή από κοντά, σε αντίθεση με την αραιή ατμόσφαιρα που είχαν παρατηρήσει με τα τηλεσκόπια τους όταν είχαν ξυπνήσει από τη νάρκη. Αλλά ο Τζός είχε πολύ σοβαρότερα προβλήματα να τον απασχολεί αυτό τώρα.

Με τον θαλαμίσκο του να κινδυνεύει από λεπτό σε λεπτό να πέσει με απότομη γωνία στην ατμόσφαιρα και να καεί, ο Τζός έκανε αναγκαστική επανεκκίνηση των συστημάτων, προσπερνώντας όσες περισσότερες διαδικασίες μπορούσε. Εάν δεν προλάβαινε να επαναφέρει σε λειτουργία το σύστημα πλοήγησης για να υπολογίσει την επάνοδο του στην ατμόσφαιρα, θα καιγόταν ή θα εκσφενδονιζόταν πάλι έξω στο διάστημα, όπου θα πέθαινε από ασφυξία μόλις του τελείωνε το οξυγόνο.

Παρότι ο Εξερευνητής είχε αντέξει, η θύελλα είχε καταπονήσει πάρα πολύ το θαλαμίσκο. Η συστοιχία των κεραιών είχαν καεί, όπως και οι περισσότεροι εξωτερικοί αισθητήρες, κάνοντας αδύνατη την επικοινωνία με το μητρικό σκάφος. Ευτυχώς οι προωθητήρες και τα χειριστήρια λειτουργούσαν ακόμη, ώστε να μπορεί να ελέγξει την επάνοδο του, αλλά οι εφεδρικές μπαταρίες δεν θα κρατούσαν για πολύ ακόμη. Μόλις θα έσβηναν, ο θαλαμίσκος θα ήταν εντελώς ανεξέλεγκτος. Από την άλλη, εάν η ασπίδα προστασίας είχε πάθει ζημιά, θα καιγόταν σαν μετεωρίτης κατά τη διάρκεια της επανόδου του στην ατμόσφαιρα…

Δουλεύοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μετά βίας κατάφερε και επανέφερε το σύστημα πλοήγησης σε λειτουργία, το οποίο αυτόματα έκανε τη δουλειά του και έστειλε πολλαπλές εντολές πυροδότησης στους προωθητήρες, ισιώνοντας το σκάφος για ασφαλή επάνοδο. Ο Τζός κρατήθηκε γερά, τα χέρια του στα χειριστήρια, καθώς ο θαλαμίσκος εισήλθε στην ατμόσφαιρα, πέφτοντας από τον ουρανό σαν φλεγόμενος κομήτης.

Ο Τζός ένοιωσε τη βαρύτητα να επιστρέφει στο σώμα του καθώς έπεφτε προς την επιφάνεια. Εάν κατάφερνε να προσγειωθεί χωρίς να συντριβεί, ίσως να μπορούσε να κάνει κάποιες πρόχειρες επισκευές και να απογειωθεί ξανά για να επιστρέψει στο σκάφος. Φυσικά, εάν ξέμενε από οξυγόνο προτού μπορέσει να τελειώσει τις επισκευές, θα γινόταν ο πρώτος άνθρωπος να πεθάνει στην επιφάνεια του νέου κόσμου. Να σκοτωθεί στην επάνοδο, ή να πεθάνει καθηλωμένος στην επιφάνεια αυτού του πλανήτη… Η μοίρα μερικές φορές του ήταν πολύ μοχθηρή.

Πετώντας σχεδόν ενστικτωδώς, συνέχισε την κάθοδο του προς την επιφάνεια. Με τα μισά συστήματα του εκτός λειτουργίας λόγο χαμηλής ενέργειας, μεταξύ των οποίον και το ραντάρ εδάφους που θα του επέτρεπε να βρει ένα ομαλό σημείο για προσγείωση, ήταν μια πολύ επικίνδυνη πτήση. Εάν έκανε το παραμικρό λάθος, δεν θα είχε αρκετό χρόνο να το αντιστρέψει προτού γίνει η ζημιά.

Ο θαλαμίσκος ταρακουνιόταν βίαια από τη τριβή που ασκούσε ο καυτερός σαν λάβα αέρας στην άτρακτο. Ο Τζός χλόμιασε καθώς είδε τον μετρητή βαρύτητας να αγγίζει τα 9Gs καθώς το σκάφος του συνέχισε να πέφτει με ταχύτητα 500 μιλίων την ώρα, που ήταν αυτοκτονία. Οι δείκτες θερμοκρασίας ήταν στο κόκκινο, προειδοποιώντας πως η ασπίδα προστασίας δεν άντεχε άλλο αυτή την καταπόνηση.

Μπαίνω με πολύ απότομη γωνία, σκέφτηκε ο Τζός, παρακάμπτοντας το αυτόματο σύστημα ελέγχου και περνώντας σε χειροκίνητη πτήση. Σηκώνοντας τη μύτη του σκάφους, επιβράδυνε κάπως το θαλαμίσκο προτού πάρει φωτιά. Έχοντας εισέρθει με ασφάλεια στην ατμόσφαιρα, απενεργοποίησε τους προωθητήρες και ενεργοποίησε τα ατμοσφαιρικά τζετ. Στην οθόνη της κονσόλας ελέγχου του, τα όργανα πτήσης για το διάστημα αυτόματα άλλαξαν σε όργανα αεροσκάφους – τεχνητός ορίζοντας, μετρητής ύψους και ταχύτητας και πυξίδα.

Τα τζετ λειτουργούσαν με πυρηνικά θερμικά σπειρώματα, τα οποία ζέσταναν τον αέρα που αναρροφούσαν και μετά τον απέβαλαν με υψηλή πίεση από πίσω, δημιουργώντας ώθηση, ακριβώς όπως οι μηχανές αεροπλάνων με καύσιμα, μόνο που αυτά είχαν απεριόριστο χρόνο λειτουργίας. Φυσικά αυτό ίσχυε μόνο με την προϋπόθεση πως οι κεντρικές μονάδες ισχύος του θαλαμίσκου λειτουργούσαν. Τα τζετ απαιτούσαν πολύ ρεύμα και γρήγορα εξαντλούσαν τις ήδη πεσμένες μπαταρίες.

Χρησιμοποιώντας τα πτερύγια πτήσης για να ελέγχει την κλήση και τη πορεία του, ο Τζός άρχισε να ψάχνει για ένα καλό σημείο προσεδάφισης. Τριγύρω του, τα σύννεφα ακόμη δεν έλεγαν να διαλυθούν. Δεν είχε καμία οπτική επαφή με το έδαφος και χωρίς ραντάρ, θα μπορούσε εύκολα να βρεθεί καρφωμένος στη πλευρά ενός βουνού. Τότε, καθώς πέρασε το ενάμισι χιλιόμετρο, βγήκε από τα σύννεφα και το έδαφος εμφανίστηκε από κάτω του.

Η πρώτη εντύπωση του Τζός για το νέο κόσμο ήταν πως αυτό το μέρος δεν ήταν παρά ένας άγονος και έρημος πλανήτης, όπως κάθε άλλος: μια απέραντη έρημο, γεμάτη με κοκκινωπά σαν οξείδιο βράχια – ένδειξη παρουσίας οξυγόνου που προκαλούσε οξείδωση στα μέταλλα του εδάφους –, χωρίς το παραμικρό ίχνος ζωής. Στον ορίζοντα προς τα δυτικά, ανέτελλε ο πελώριος γίγαντας αερίων Εβδά-Άλφα, γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν ο Βήτα, για τη νύχτα. Στα ανατολικά, οι δίδυμοι ήλιοι Κένταυρος Α και Β έδυαν καθώς πλησίαζε το σούρουπο. Σε αυτό τον κόσμο, η ανατολή και η δύση ήταν ανάποδα, οπότε όλα ήταν αντίστροφα.

Ο ουρανός δεν ήταν γαλάζιος όπως της Γης, αλλά ένα χλωμό ροζ-καγιάν χρώμα, ένα οπτικό φαινόμενο προερχόμενο από τη μεγάλη περιεκτικότητα ευγενών αερίων που αποτελούσαν μεγάλο μέρος της ατμόσφαιρας του Εβδά-Βήτα, όπως και του είχε εξηγήσει ο Δρ Στέτσον. Τον έτρωγε η περιέργεια το Τζός να κάνει μια ανάλυση της ατμόσφαιρας, αλλά με τους περισσότερους αισθητήρες του θαλαμίσκου κατεστραμμένους, ήταν αδύνατο.

Κοιτάζοντας το άγονο έδαφος, κατάλαβε πως ήταν παγωμένο. Ολόκληρα στρώματα παγετού εδάφους υπήρχαν παντού, ανακλώντας το φως των δυο ήλιων σαν καθρέφτες. Πάγος… Νερό! Μια από τις πιο σημαντικές πρώτες ύλες για ζωή, πέρα από τον αέρα, υπήρχε σε αυτό τον καινούργιο πλανήτη. Ίσως να μην ήταν το ίδιο όπως της Γης, αλλά ήταν ένα μεγάλο βήμα για τη γεωποίηση αυτού του πλανήτη. Και δεν ήταν η μόνη έκπληξη που έκρυβε αυτό το μέρος.

Κοιτάζοντας το τοπίο, το μάτι του Τζός ξαφνικά είδε κάτι στον ορίζοντα. Το θέαμα τον έκανε να μείνει με ανοιχτό το στόμα. Δεν μπορούσε να είναι αληθινό, σκέφτηκε, αλλά, ναι, είναι! Μπροστά του, αντίκριζε το πιο απίστευτο θέαμα που μπορούσε να φανταστεί ακόμη και ο πιο εκκεντρικός επιστήμονας όλου του κόσμου.

Το έρημο και άγονο τοπίο του πλανήτη από ένα σημείο και ύστερα άλλαζε εντελώς. Δέντρα, ολόκληρες εκτάσεις με πυκνή βλάστηση, απλώνονταν στα βάθη των κοιλάδων μεταξύ των βουνών που υπήρχαν τριγύρω στην επιφάνεια του Εβδά-Βήτα. Ήταν αδύνατο για τον Τζός να καταλάβει τι είδους βλάστηση ήταν αυτή από τόσο ψηλά, αλλά ήταν σίγουρα αληθινή. Στο βάθος της πράσινης κοιλάδας μπορούσε να δει και την επιφάνεια μιας μεγάλης λίμνης που θύμιζε μικρή θάλασσα, η οποία πότιζε τη βλάστηση αυτού του πράσινου παραδείσου. Ρυάκια και ποτάμια ξεκινούσαν από αυτή τη λίμνη, μεταφέροντας νερό και σε άλλα μέρη του πλανήτη. Είχαν κάνει τόσο δρόμο, περιμένοντας, στη καλύτερη περίπτωση, να βρουν έναν άγονο και αφιλόξενο πλανήτη, ο οποίος όμως να είχε τα απλά χημικά στοιχεία για να ξεκινήσει η ζωή – αυτό το μέρος, αντιθέτως, ήταν ένας ζωντανός κόσμος με δικό του αυτόνομο οικοσύστημα, που τους περίμενε εδώ και εκατομμύρια χρόνια. Είχαν βρει μια έτοιμη, καινούργια Γη!

Όλη αυτή η βλάστηση και το νερό επιβεβαίωναν πως ο Εβδά-Βήτα ήταν όντως ένας φιλόξενος πλανήτης, χωρίς να χρειάζεται καν γεωποίηση για να τον κάνουν κατοικήσιμο. Παρότι ενδέχεται να υπήρχαν ακόμη κάποια εμπόδια, τα οποία και θα έπρεπε να αντιμετωπίσουν, όπως άγνωστα εξωγήινα βακτήρια, καθώς και το κίνδυνο να μολύνουν αυτό το ανέγγιχτο περιβάλλον με τα δικά τους γήινα βακτήρια, οι πιθανότητες αποίκισης αυτού του πλανήτη ήταν καλύτερες από όσο μπορούσαν ποτέ να φανταστούν.

Δυστυχώς, δεν είχε αρκετό χρόνο να απολαύσει τη θέα του νέου κόσμου. Εκείνη τη στιγμή, άναψε μια προειδοποιητική λυχνία στην κονσόλα ελέγχου του. Οι μπαταρίες είχαν σχεδόν αδειάσει και θα έσβηναν από στιγμή σε στιγμή. Μόλις έσβηναν, το σκάφος δεν θα ήταν παρά ένα άψυχο, ανεξέλεγκτο κουφάρι τιτανίου, το οποίο θα έπεφτε από τον ουρανό σαν πέτρα. Έπρεπε οπωσδήποτε να βρει κάπου να προσγειωθεί και γρήγορα!

Κοιτάζοντας κάτω, είδε πως δεν υπήρχε πουθενά να προσγειωθεί. Από κάτω του υπήρχε παντού πυκνή βλάστηση. Ούτε και είχε αρκετό χρόνο να κάνει μεταβολή και να γυρίσει πίσω στην έρημο. Με μόνο δευτερόλεπτα μέχρι να ξεμείνει από ενέργεια, συμβουλεύτηκε το εγχειρίδιο πτήσης του για τις διαδικασίες αναγκαστικής προσγείωσης.

Για κανονική προσγείωση, ο Εξερευνητής ήταν κατασκευασμένο με τις προδιαγραφές των πολεμικών αεροσκαφών V/STOL, οπότε ο πιλότος είχε τη δυνατότητα κάθετης προσγείωσης σαν ελικόπτερο, καθώς και τη συνηθισμένη οριζόντια προσγείωση σε αεροδιάδρομο, όπως τα παλιά Διαστημικά Λεωφορεία. Για επείγουσες καταστάσεις, υπήρχε και η δυνατότητα προσθαλάσσωσης. Σε αυτή την περίπτωση, ο πιλότος θα χρησιμοποιούσε το κουμπί έκτακτης ανάγκης – ένα σύστημα το οποίο χώριζε το σκάφος στα δύο, αφήνοντας το πίσω τμήμα με τους κινητήρες και μετατρέποντας την καμπίνα στο μπροστινό μέρος σε σωσίβια λέμβο. Φυσικά, εάν το χρησιμοποιούσε, θα σκάφος θα αχρηστευόταν και δεν θα μπορούσε να απογειωθεί ξανά. Ο Τζός ήλπιζε να μην χρειαστεί αυτή την εσχάτη λύση.

Κοιτάζοντας τριγύρω, είδε το μόνο μέρος που υπήρχε για να προσγειωθεί ήταν η επιφάνεια της λίμνης. Ήταν αρκετά μεγάλη, ώστε να επιχειρήσει μια οριζόντια προσγείωση…πάνω σε νερό! Ναι, μάλλον θα έμενε καθηλωμένος στην επιφάνεια, αλλά ήταν η μόνη του ελπίδα. Δεν του έμενε άλλη επιλογή από το να ελπίσει πως οι συνάδελφοι του θα προλάβαιναν να στείλουν ομάδα διάσωσης να τον μαζέψει.

Μονάχα τρία χιλιόμετρα μέχρι την άκρη της λίμνης, ο συναγερμός κινδύνου ακούστηκε καθώς το πρώτο τζετ έσβησε. Το δεύτερο ακολούθησε αμέσως μετά. Κοιτάζοντας την κονσόλα του, ο Τζός είδε πως οι ενδείξεις των μπαταριών είχαν φτάσει στο μηδέν. Είχε ξεμείνει τελείως από ενέργεια. Τα λιγοστά όργανα πτήσης που δεν είχαν αχρηστευτεί από το πέρασμα μέσα από τη θύελλα έκλειναν, το ένα μετά το άλλο, καθώς όλα το συστήματα απενεργοποιήθηκαν.

Άντε, μωρό μου, λίγο ακόμη. Μην απογοητεύσεις τον θειούλη σου το Τζός τώρα…

Ο Τζός συνέχιζε να μουρμουρίζει κουράγιο στο σκάφος του, παλεύοντας με τα χειριστήρια του που όλο και δεν ανταποκρίνονταν. Ισιώνοντας το θαλαμίσκο για τη τελική προσέγγιση, έβαλε το χέρι του στο κουμπί ενεργοποίησης του εφεδρικού αλεξιπτώτου επιβράδυνσης. Ήταν έτοιμος για προσγείωση. Εκείνη τη στιγμή έσβησε και το τρίτο τζετ. Με το τέταρτο και τελευταίο τζετ έτοιμο να σβήσει επίσης, ο Τζός κρατήθηκε γερά για την πρόσκρουση.

Καθώς έσβησε και το τελευταίο τζετ, αφήνοντας το σκάφος εντελώς εκτός ελέγχου, ο θαλαμίσκος έπεσε με την κοιλιά στην επιφάνεια της λίμνης με 200 χιλιόμετρα την ώρα. Η δύναμη της πρόσκρουσης ήταν τόσο βίαιη που ο Τζός εκτινάχθηκε μπροστά, παραλίγο σπάζοντας το σβέρκο του. Σαν ταχύπλοο, ο θαλαμίσκος όργωσε την επιφάνεια της λίμνης, πηγαίνοντας προς την απέναντι όχθη, με κίνδυνο να τσακιστεί μόλις έφτανε στα ρηχά.

Ο Τζός γρήγορα πάτησε το κουμπί πυροδότησης του πυροτεχνικού μηχανισμού του αλεξίπτωτου, το οποίο εκτινάχθηκε από τη θήκη του στο πίσω μέρος του σκάφους και άνοιξε σαν μια γιγαντιαία ομπρέλα. Αυτό και το νερό δημιουργούσαν αρκετή αντίσταση ώστε να επιβραδύνει το σκάφος. Τελικά σταμάτησε λίγες δεκάδες μέτρα από την όχθη, καταπονημένο και η άτρακτος μαυρισμένη από την επάνοδο, αλλά ακόμη άθικτο.

Μόλις συνήλθε από τη ζαλάδα, ο Τζός αναστέναξε, ευγνωμονώντας το Θεό που ήταν ακόμη ζωντανός. Είχε επιβιώσει και στο παρελθόν από αναγκαστικές προσγειώσεις και συντριβές, καθώς και να βρεθεί αντιμέτωπος με δύσκολες συνθήκες επιβίωσης, αλλά αυτό ήταν κάπως διαφορετικό. Ένοιωθε σαν η ίδια η μοίρα να του είχε αναθέσει αυτόν τον αγώνα, ώστε να κερδίσει την τιμή να είναι ο πρώτος άνθρωπος να δει αυτόν τον καινούργιο πλανήτη. Όπως και να έχει, σε λίγο θα γινόταν ο πρώτος άνθρωπος να πατήσει το πόδι του στην επιφάνεια του νέου κόσμου!

Προτού μπορούσε να συλλογιστεί πως τα χειρότερα μάλλον δεν είχαν περάσει ακόμη, πρόσεξε πως ο θαλαμίσκος είχε πάρει μια απότομη, κάθετη κλήση. Ακούγοντας τον ήχο νερών που έμπαζαν μέσα στην άτρακτο κατάλαβε πως βυθιζόταν! Το τμήμα των κινητήρων στο πίσω μέρος, το οποίο ήταν πολύ βαρύ για να επιπλεύσει, τον τραβούσε στο πάτο σαν βαρίδι. Ο Τζός γρήγορα πάτησε το κουμπί κινδύνου να αποσυνδέσει τη καμπίνα από το υπόλοιπο σκάφος, αλλά δεν έγινε τίποτα. Χωρίς ρεύμα, το σύστημα ήταν εντελώς άχρηστο.

Μη έχοντας πια κανένα τρόπο να σώσει το σκάφος του, άρα καλύτερα να προσπαθούσε να σώσει το τομάρι του προτού ήταν πολύ αργά, ο Τζός ετοιμάστηκε να εγκαταλείψει το σκάφος του. Πατώντας το κουμπί αναγκαστικής εξόδου, άνοιξε την καταπακτή της αεροπαγίδας. Το πιλοτήριο αμέσως άρχισε να μπάζει νερά, τα οποία έμπαιναν από την ανοιχτή καταπακτή, καθώς ο θαλαμίσκος βυθιζόταν, παίρνοντας τον μαζί του σε έναν υγρό τάφο.

Κάνοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ο Τζός άνοιξε ένα ντουλαπάκι πάνω από το κάθισμα του και έβγαλε μια ερμητικά κλειστή θήκη, φτιαγμένη από το ίδιο αεροστεγές υλικό της διαστημικής στολής του, που θύμιζε σακίδιο. Αυτό ήταν το κιτ επιβίωσης, το οποίο κουβαλούσαν όλοι οι θαλαμίσκοι του ΕΒΔΑ-Ένα. Πετώντας το έξω από την ανοιχτή καταπακτή, προσπάθησε να βγει και αυτός, αλλά, τη χειρότερη δυνατόν στιγμή, η ζώνη ασφαλείας του είχε φρακάρει.

Το πιλοτήριο του θαλαμίσκου είχε πλημμυρίσει εντελώς. Νιώθοντας σαν άνθρωπος που τον πέταγαν πειρατές στη θάλασσα με μια άγκυρα δεμένη στα πόδια του, ο Τζός είδε την επιφάνεια της λίμνης να χάνεται πάνω από το κεφάλι του. Ολόγυρα του, όλα σκοτείνιασαν από το θολό, πρασινωπό νερό. Ο αχρηστεμένος πια θαλαμίσκος ταρακουνήθηκε έντονα καθώς χτύπησε το βυθό της λίμνης. Ευτυχώς, ο Τζός φορούσε ακόμη τη διαστημική στολή του, που του επέτρεπε να αναπνέει κάτω από το νερό.

Συνέχισε να προσπαθεί να ανοίξει τη ζώνη του, αλλά ο μηχανισμός είχε κολλήσει ερμητικά και δεν έλεγε να ανοίξει με τίποτα. Ήταν παγιδευμένος. Θα μπορούσε να αντέξει λίγες ώρες εδώ κάτω με το οξυγόνο της στολής του, αλλά δεν θα τον έβρισκαν ποτέ εδώ κάτω, καθώς ο φάρος έκτακτης ανάγκης του θαλαμίσκου δεν μετέδιδε σήμα κάτω από το νερό και ο εφεδρικός ήταν μέσα στο κιτ επιβίωσης που τώρα επέπλεε παρατημένο κάπου πάνω από το κεφάλι του.

Βγάζοντας μια μικρή αξίνα περισυλλογής πετρωμάτων από την εργαλειοθήκη της στολής του, στρώθηκε στη δουλειά, προσπαθώντας να κόψει τη ζώνη με τη κοφτερή άκρη. Ήταν δύσκολη και χρονοβόρα δουλειά, καθώς η ζώνη ήταν φτιαγμένη από πολύ σκληρά υφάσματα, χωρισμένα σε χιλιάδες γερά σαν σύρματα ανθρακονήματα, τα οποία εμπόδιζαν τη ζώνη να σπάσει εξαιτίας κάποιου μικρού σκισίματος. Με την αξίνα του, άρχισε να κόβει τα ανθρακονήματα ένα-ένα. Όλη αυτή την ώρα ο συναγερμός της στολής του βούιζε έντονα, προειδοποιώντας ότι ανέπνεε πολύ γρήγορα και ότι είχε ταχυκαρδία – ταχυκαρδία από άγχος λόγο της απελπίστηκα αργής δουλειάς του να ελευθερωθεί, καθώς και από φόβο πως θα τρύπαγε κατά λάθος τη στολή του, και τότε θα την είχε βαμμένη.

Μετά από είκοσι λεπτά κουραστικής δουλειάς, το τελευταίο ανθρακόνημα κόπηκε και η ζώνη άνοιξε. Δεν χρειάστηκε καν να σηκωθεί. Σαν φυσαλίδα, η γεμάτη με αέρα στολή του τον ανέβασε μέσα από την ανοιχτή καταπακτή, προς την επιφάνεια. Βγαίνοντας στην επιφάνεια, άρπαξε το κιτ επιβίωσης του και κολύμπησε προς την ακτή. Σε λίγο βρισκόταν στην αμμώδη όχθη της λίμνης, η στολή του μούσκεμα και μέσα στα φύκια, αλλά κατά τα άλλα, σώος και αβλαβής. Ο πρώτος διαστημικός ναυαγός έκανε τα πρώτα του βήματα στην επιφάνεια του Εβδά-Βήτα.

Πέφτοντας στα γόνατα του για να ηρεμήσει, ο Τζός γύρισε να κοιτάξει έξω στη λίμνη, όπου ο θαλαμίσκος του είχε βυθιστεί. Φυσαλίδες και ατμός έβγαιναν ακόμη στην επιφάνεια από το ναυάγιο στο πάτο. Μόνο το αλεξίπτωτο παρέμενε ακόμη στην επιφάνεια, δείχνοντας τη θέση της συντριβής του θαλαμίσκου. Όσο για τον ίδιο, εκτός από μια ματωμένη μύτη και ίσως μια μικρή διάσειση, δεν είχε υποστεί κανένα σοβαρό τραυματισμό. Αλλά δεν ήταν η ώρα να πανηγυρίζει γιατί τώρα βρισκόταν σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση.

Πίσω στη Γη, πάντα υπήρχαν κίνδυνοι σε κατάσταση επιβίωσης, αλλά εκεί τουλάχιστον ένας άνθρωπος δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για ορισμένα απλά πράγματα, όπως για παράδειγμα να μπορεί να αναπνέει. Σε αυτό τον μακρινό, άγνωστο πλανήτη δεν μπορούσε να πάρει κανείς τίποτα σαν δεδομένο.

Το πρώτο και καλύτερο ερώτημα ήταν αυτό του αναπνεύσιμου αέρα. Παρότι δεν υπήρχε πια αμφιβολία πως υπήρχε ατμόσφαιρα με αρκετή πίεση και οξυγόνο (το γεγονός πως υπήρχε βλάστηση και νερό σε υγρή μορφή εδώ πέρα το επιβεβαίωνε), ο Τζός δεν μπορούσε έτσι απλώς να επιχειρήσει να την αναπνεύσει. Μπορεί η χημική σύσταση της να ήταν ίδια με εκείνη της Γης, αλλά μπορεί να ήταν μολυσμένη με τοξικά αέρια ή βλαβερά μικρόβια, στα οποία το ανθρώπινο σώμα ίσως δεν είχε καμία ανοσία. Δυστυχώς όμως, δεν είχε και πολλές επιλογές.

Ο θαλαμίσκος του ήταν ξεγραμμένος και μαζί του το σχέδιο να επιχειρήσει να κάνει επισκευές και να επιστρέψει στο σκάφος, που βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη. Δεν υπήρχε άλλη λύση από το να περιμένει για τον βρει μια αποστολή διάσωσης. Αλλά αυτό θα μπορούσε να πάρει αρκετές μέρες και η στολή του είχε οξυγόνο μόνο για περίπου τέσσερις ώρες ακόμη. Ο αγώνας του για επιβίωση είχε μόλις ξεκινήσει.

Πρώτα έπρεπε να κάνει εκτίμηση της κατάστασης του. Ακουμπώντας το κιτ επιβίωσης του πάνω σε ένα βράχο να στεγνώσει, έκανε ένα πλήρη διαγνωστικό έλεγχο της στολής του. Η μικρή οθόνη ελέγχου στο μανίκι του έλεγε πως όλα τα συστήματα λειτουργούσαν άψογα: η στεγανότητα της στολής, η μπαταρία, η τροφοδοσία οξυγόνου και αζώτου και όλα τα όργανα είχαν καλές ενδείξεις. Ευτυχώς, το νερό δεν είχε χαλάσει τίποτα.

Βγάζοντας το φορητό υπολογιστή του από τη θήκη του, έκανε πρόσβαση στο πρόγραμμα παρακολούθησης της πτήσης – ένα είδος ασύρματου μαύρου κουτιού, όπου όλα τα δεδομένα τηλεμετρίας του θαλαμίσκου αυτόματα αποθηκεύονταν για μελλοντική ανάλυση. Αλλά, παρότι ο υπολογιστής δεν είχε πάθει καμιά ζημιά, οι ηλεκτρομαγνητικές παρεμβολές από τη θύελλα είχαν κάνει λίμπα τα δεδομένα πτήσης, δυσκολεύοντας τον να υπολογίσει που ακριβώς είχε πέσει. Από ότι μπορούσε να καταλάβει, είχε βγει εκτός πορείας στη κάθοδο και βρισκόταν περίπου 2,000 χιλιόμετρα βόρεια του ισημερινού – περίπου εκεί όπου, πίσω στη Γη, βρισκόταν η αγαπημένη του η Αγγλία. Τι σύμπτωση και αυτή, σκέφτηκε.

Ενεργοποιώντας τον αναλυτή περιβάλλοντος, έλεγξε την ατμόσφαιρα. Προς μεγάλη του έκπληξη, οι ενδείξεις στο μετρητή ήταν θετικές, χωρίς ίχνη από τοξικά αέρια:

ΑΝΑΛΥΣΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΟΣ:

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ: 55% ΑΖΩΤΟ, 25% ΟΞΥΓΟΝΟ, 1% ΔΙΟΞΕΙΔΙΟ ΑΝΘΡΑΚΟΣ, 15% ΗΛΙΟ, 3% ΑΡΓΟ, 1% ΥΓΡΑΣΙΑ

ΠΙΕΣΗ: 0,85 ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΕΣ

ΘΕΡΜΟΚΡΑΣΙΑ: 18,5 ΒΑΘΜΟΙ ΚΕΛΣΙΟΥ

ΗΛΙΑΚΗ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ: 4% UV, 45% ΟΡΑΤΗ, 51% ΥΠΕΡΥΘΡΗ

ΒΑΡΥΤΗΤΑ: 0,89 Gs

ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΜΕ ΓΗΙΝΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ: 87% ΘΕΤΙΚΟ

Παρότι ο αέρας αυτού του πλανήτη διέφερε πολύ από τον αέρα της Γης, με μεγάλα ποσοστά άκακων ευγενών αερίων, φαινόταν αναπνεύσιμος. Δεν υπήρχαν ίχνη επικίνδυνου ιονισμού ή τίποτε άλλο βλαβερό για ανθρώπους. Ο Τζός τα είχε χαμένα. Πως γινόταν ο άγονος πλανήτης που είχαν δει από μακριά να είναι τελικά φιλόξενος, με ατμόσφαιρα, νερό και βλάστηση; Πως τους είχαν διαφύγει όλες αυτές οι πράσινες εκτάσεις; Ήταν ο αέρας όντως αναπνεύσιμος ή απλώς έβλεπε παραισθήσεις εξαιτίας κάποιου τραυματισμού από τη συντριβή; Υπήρχε μόνο ένας τρόπος να μάθει.

Ο Τζός δίστασε καθώς άνοιξε τα πιαστράκια ασφαλείας του κράνους του. Εάν έκανε λάθος ο μετρητής, θα ήταν νεκρός. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, άνοιξε τη πρόσοψη του κράνους. Ένοιωσε ένα μικρό πόνο στα αυτιά του λόγο της χαμηλότερης ατμοσφαιρικής πίεσης και τρομοκρατήθηκε. Μήπως δεν ήταν τόσο καλή ιδέα; Θα είχε αρκετό χρόνο να επαναφέρει τη πίεση στη στολή του προτού πάθει εμβολή; Πήρε την πρώτη του ανάσα από τον αέρα του Εβδά-Βήτα.

Τα πνευμόνια του, που δεν είχαν συνηθίσει σε τέτοια ασυνήθιστη ατμόσφαιρα, αρχικά δεν φαίνονταν να την δέχονται. Ο Τζός άρχισε να βήχει και να φτύνει, σαν να είσπνεε κάποιο δηλητηριώδες αέριο. Μετά από αρκετές προσπάθειες, το συνήθισε και μπόρεσε να ανασάνει. Ο εξωγήινος αέρας, παρότι είχε περίεργη γεύση, όπως τα μίγματα αερίων στις φιάλες των δυτών, ήταν υπέροχα αναζωογονητικός. Παρά τη χαμηλότερη ατμοσφαιρική πίεση, η υψηλότερη ποσότητα οξυγόνου βοηθούσε. Φυσικά, δεν υπήρχε τρόπος να γνωρίζει εάν υπήρχαν τίποτα μολυσματικά μικρόβια, αλλά τουλάχιστον ο κίνδυνος να πεθάνει από ασφυξία είχε οριστικά περάσει.

Αυτή η μέρα γίνεται όλο και καλύτερη…

Χαρούμενος που είχε την άνεση να αναπνέει εδώ πέρα χωρίς διαστημική στολή, ο Τζός έβγαλε το κράνος, τις φιάλες οξυγόνου και τα γάντια του, για να έχει λίγη ελευθερία. Κοίταξε ψηλά στον ουρανό, όπου βρισκόταν το σκάφος του σε τροχιά, στην άλλη πλευρά της θύελλας. Οι συνάδελφοι του σίγουρα θα απορούσαν τι είχε απογίνει.

«Νομίζεις πως πέθανα, ε, Φιτζγκίμπον;» μονολόγησε, φαντάζοντας την έκφραση στο πρόσωπο του Διοικητή του όταν τον ξανάβλεπε, «Λοιπόν, καλύτερα να το ξανασκεφτείτε, κ. Διοικητά! Το μη επανδρωμένο σκάφος σας έγινε σκόνη, αλλά εγώ ακόμη ζω και βασιλεύω! Ο άνθρωπος νικάει τη μηχανή!»

Βγάζοντας τη διαστημική στολή του και αφήνοντας την απλωμένη στον ήλιο για να στεγνώσει, γύρισε να εξετάσει τις προμήθειες του. Άνοιξε το κιτ επιβίωσης, το οποίο ήταν χωρισμένο σε πολλά τμήματα, και έβγαλε τα διάφορα περιεχόμενα του για έλεγχο και καταγραφή. Η Ε.Β.Δ.Α. δεν είχε υπολογίσει καθόλου τα έξοδα όταν χρηματοδότησε αυτή την αποστολή, για κανένα κομμάτι εξοπλισμού τους, αφού ακόμη και τα κιτ επιβίωσης περιείχαν όλα τα απαραίτητα για επιβίωση σε ένα εξωγήινο περιβάλλον. Και, ακόμη καλύτερα, ως ειδικός εξόδων της αποστολής, ο Τζός ήταν άριστα εκπαιδευμένος σε πρωτόκολλα επιβίωσης.

Οι ιατρικές προμήθειες περιλάμβαναν ένα κουτί Α' Βοηθειών με γάζες, επιδέσμους, αντισηπτικά, ένα αποστειρωμένο νυστέρι, ψαλίδι και φάρμακα έκτακτης ανάγκης όπως μορφίνη, δεξαμεθαζόνη και πενικιλίνη, τα οποία χορηγούνταν στον ασθενή με πιστόλι-σύριγγα. Εκτός από τα ιατρικά υλικά, υπήρχαν τρόφιμα σε μορφή πλούσιας σε θερμίδες κρέμας σε σωληνάρια, σε διαφορετικές γεύσεις, αρκετά για 72 ώρες. Δεν υπήρχε νερό, καθώς ο κάθε αστροναύτης πάντα κουβαλούσε ένα παγούρι με καλαμάκι μέσα στη στολή του, σαν χάμστερ. Ωστόσο, υπήρχε ένα φορητό σύστημα περισυλλογής νερού από την υγρασία του περιβάλλοντος, με ταμπλέτες χλωρίου για φιλτράρισμα. Είτε ο Εβδά-Βήτα είχε πόσιμο, μεταλλικό νερό, ή βρώμικο, μολυσμένο νερό υπονόμου, ο Τζός θα μπορούσε να το πιει, χωρίς κανένα φόβο δηλητηρίασης.

Για καταφύγιο, το κιτ είχε μια αλουμινένια διαστημική κουβέρτα και ένα ελαφρύ, αδιάβροχο πόντσο. Όσο για εργαλεία, υπήρχε ένας μικρός πυρσός υδρογόνου για συγκολλήσεις ηλεκτρονικών, ένα ηλεκτρικό πολυεργαλείο με δέκα διαφορετικές κεφαλές, όπως κατσαβίδι, τρυπάνι και κόπτης, ένας φακός LED με φωτεινότητα έως και ένα εκατομμύριο κεριά, μια μάσκα αερίων, ένα ρολό κολλητική ταινία, ένας χημικός αναλυτής εδάφους, ένας μετρητής Γκάιγκερ και ένα ζευγάρι υπέρυθρα γυαλιά.

Όσο αφορά τις επικοινωνίες, υπήρχε ένα περίεργο μηχάνημα με τρίποδο και κεραίες, που θύμιζε έντομο. Αυτό ήταν το ELF, ένας πομπός και αναμεταδότης χαμηλών συχνοτήτων, που επέτρεπε επικοινωνία μεταξύ του ασύρματου μικρής εμβέλειας της στολής και το μητρικό σκάφος σε περίπτωση ανάγκης. Κανονικά, αυτό γινόταν μέσω των συστημάτων τηλεπικοινωνιών του θαλαμίσκου κατά τη διάρκεια πτήσεων, τα οποία φυσικά βρίσκονταν τώρα πια στο βυθό της λίμνης. Εκτός από το πομπό, υπήρχε και, ως εσχάτη λύση, ένα παλαιομοδίτικο πιστόλι φωτοβολίδων με δέκα φυσίγγια, καθώς και ένα πακέτο φωσφορούχες ράβδοι.

Το τελευταίο εξάρτημα του κιτ ήταν ένα μικρό οπλοστάσιο – το πρώτο του είδους του σε διαστημική αποστολή. Η ΕΒΔΑ προφανώς δεν είχε αποκλείσει το ενδεχόμενο να συναντήσουν ακόμη και εχθρικούς εξωγήινους. Η θήκη περιείχε ένα πρωτότυπο πιστόλι ηλεκτρομαγνητικών παλμών, το οποίο έριχνε εκρήξεις πλάσματος, όπως και οι κινητήρες ιόντων του Εβδά-Ένα. Αυτά τα τεχνολογικά εξελιγμένα όπλα δεν χρειάζονταν ούτε σφαίρες, ούτε πυρομαχικά. Οι εκρήξεις πλάσματος τους προκαλούσαν βαθιές καυτηριασμένες πληγές σαν λέιζερ, οι οποίες μπορούσαν να διαπεράσουν ακόμη και ατσάλινη πανοπλία, κάνοντας τα εξαιρετικά αποτελεσματικά όπλα. Για βοηθητικό όπλο, υπήρχε και ένα υψηλής τάσης Τέιζερ αναισθητοποίησης.

Αδειάζοντας τις τσέπες του, συμπεριλάμβανε το σουγιά του, που είχε κατά λάθος μαζί του από το σκάφος, το διαστημικό ρολόι του, τις ταμπελίτσες αναγνώρισης και το στυλό του στον εξοπλισμό του. Αυτά τα μικροπράγματα, η στολή του και το κιτ επιβίωσης ήταν όλα όσα είχε για να παραμείνει ζωντανός ώσπου να τον βρουν.

Μόλις είχε σιγουρευτεί πως όλος ο εξοπλισμός του ήταν εντάξει, ο Τζός κάθισε να σκεφτεί το επόμενο βήμα του. Έπρεπε το συντομότερο να βρει κάποιο ασφαλές μέρος για να στήσει καταφύγιο. Μόλις περνούσε η ηλεκτρομαγνητική θύελλα, θα μπορούσε να στήσει το ELF και να στείλει σήμα κινδύνου. Δεν υπήρχε λόγος να δοκιμάσει νωρίτερα, καθώς η θύελλα θα διέκοπτε όλες τις επικοινωνίες. Πρώτα όμως, έπρεπε να τιμήσει την αρχαία παράδοση εξερευνητών της χώρας του.

Βγάζοντας μια Αγγλική σημαιούλα σε ένα καλαμάκι που είχε φέρει από τη Γη από τη τσέπη του, την φύτεψε σε ένα βουναλάκι άμμο στην όχθη. Στάθηκε σε στάση προσοχής και τη χαιρέτησε στρατιωτικά, ετοιμάζοντας ένα μικρό λόγο.

«Στο εξής, αυτή η γη, με το μέλι και το γάλα της το ξινισμένο, ανήκει στο Βασιλιά Γεώργιο τον Έβδομο του Ηνωμένου Βασιλείου και των Κοινοπολιτειών, και σε όλη την ανθρωπότητα!»

Κάποιες από τις μεγαλύτερες στιγμές στην Ιστορία συμβαίνουν κάτω από τις πιο ανήκουστες συνθήκες, σκέφτηκε ο Τζός, νιώθοντας κάπως περίεργα που δεν υπήρχε ούτε ένας θεατής να τον χειροκροτήσει. Κανονικά, αυτή η τελετή θα γινόταν με ολόκληρο το πλήρωμα παρών, ώστε να μπορεί ο καθένας τους να αντιπροσωπεύει επίσημα τη χώρα του στο βίντεο που θα μετέδιδαν σε όλα τα ΜΜΕ μετά την επιστροφή τους στη Γη.

Έχοντας τελειώσει με τις τυπικότητες, ο Τζός γύρισε την προσοχή του πίσω στην καινούργια του αποστολή: την επιβίωση. Το περιβάλλον ήταν φιλόξενο, με αέρα, νερό και βλάστηση, αλλά αυτό μπορεί να μην κρατούσε για πάντα. Σύμφωνα με τις μετεωρολογικές εκτιμήσεις του Δρ Στέτσον, ο πλανήτης παρέμενε σχετικά ζεστός κατά τη διάρκεια της ημέρας εξαιτίας του φαινομένου του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, αλλά τη νύχτα οι θερμοκρασίες έπεφταν σε επίπεδο παγετού – και αυτό δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με τον χειμώνα του πλανήτη… Κρίνοντας από τις θέσεις των δυο ήλιων στον ορίζοντα, είχε ακόμη περίπου τρεις ώρες μέρα. Τρείς ώρες μέχρι να ξεκινήσει ο βαρύς παγετός της νύχτας. Έπρεπε να βρει καταφύγιο πριν το ηλιοβασίλεμα.

Κάνοντας μια μικρή βόλτα κατά μήκος της όχθης, έμεινε με ανοιχτό το στόμα κοιτάζοντας την χλωρίδα αυτού του μυστηριώδη πλανήτη. Από μακριά, νόμιζε πως θα έβρισκε άγνωστα, εξωγήινα φυτά αλλά τώρα που τα έβλεπε από κοντά, κατάλαβε πως δεν του ήταν καθόλου άγνωστα. Η περιέργεια να τον τρώει, έβγαλε πάλι τον φορητό υπολογιστή του και έκανε μια βιολογική σάρωση σε ένα παρτέρι βρύα πάνω σε κάτι βράχια.

«Τι στο καλό…; Μα αυτό είναι αδύνατο!» μουρμούρισε, κοιτάζοντας κατάπληκτος τις ενδείξεις στον υπολογιστή του. Σύμφωνα με το βιολογικό σαρωτή, αυτά τα βρύα ήταν από το είδοςArbuchanaria, ένα συνηθισμένο γήινο βρύο – ναι, γήινο! Βρισκόταν σε έναν άγνωστο πλανήτη, έτη φωτός μακριά από τη Γη, όπου υπήρχαν γήινα φυτά! Όλη η χλωρίδα αυτού του μέρους, σύμφωνα με τον σαρωτή του, αποτελούταν από γήινα είδη, κυρίως εύκρατης ζώνης, καθώς και λίγα τροπικά και αρκτικά είδη που είχαν προσαρμοστεί στον αλλόκοτο κύκλο εποχών του Εβδά-Βήτα, αλλά αναμφίβολα γήινα. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι πίσω στη Γη! Πως μπορούσε να εξηγήσει κανείς αυτό το μυστήριο;

Οι πιθανότητες να ανακαλύψει κανείς έναν πλανήτη με μια τελείως βιώσιμη ατμόσφαιρα ήταν σχεδόν μηδενικές. Αλλά να ανακαλύψει και ένα γήινο οικοσύστημα εδώ πέρα ήταν σκέτη τρέλα. Πως γινόταν να υπάρχουν γήινοι οργανισμοί εδώ πέρα; Από που είχαν εμφανιστεί; Ήταν κάποια ανήκουστη σύμπτωση, ή μήπως ήταν κάτι άλλο…;

Καθώς στεκόταν εκεί, απορώντας για αυτό το ανεξήγητο μυστήριο, ο Τζός ξαφνικά άκουσε θορύβους από το δάσος. Κάποιος ή κάτι βρισκόταν ήταν εκεί έξω και τον πλησίαζε γρήγορα. Αφήνοντας της βοτανικές του έρευνες, ο Τζός πετάχτηκε όρθιος. Έως αυτή τη στιγμή, δεν του είχε περάσει από το μυαλό ότι όπου υπήρχαν φυτά, μπορεί να υπήρχαν και επικίνδυνα, άγρια ζώα. Τεντώνοντας τα αυτιά του, προσπαθώντας να ακούσει, έπαθε πλάκα καθώς άκουσε κάτι το οποίο κανένας δεν θα περίμενε να βρει σε αυτό το μέρος στον αιώνα των άπαντα – φωνές, ανθρώπινες φωνές, που μιλούσαν στα Αγγλικά!

Ο Τζός ένοιωθε σαν να είχε ριζώσει στο έδαφος από την έκπληξη. Σίγουρα ονειρευόταν ή του είχε στρίψει για τα καλά, σκέφτηκε. Τα είχε χαμένα. Πως γινόταν να υπάρχουν ανθρώπινες φωνές σε αυτό το πλανήτη; Δεν μπορεί να άνηκαν στους συντρόφους του, αφού βρίσκονταν όλοι πίσω στο σκάφος τους, που βρισκόταν σε τροχιά γύρω από τον πλανήτη.

Τα πόδια του να δουλεύουν σχεδόν από μόνα τους, ο Τζός πλησίασε προς την άκρη του δάσους να ερευνήσει. Μπορούσε να ακούσει τώρα πιο καθαρά τις φωνές, που όλο και πλησίαζαν. Σε όποιους και να άνηκαν, υπήρχε μια έντονη συζήτηση μεταξύ τους.

«…Εμπρός, Σάλιβαν, άχρηστε παιδοβούβαλε! Κουνήσου!» φώναζε μια αγριεμένη, απειλητική φωνή σε κάποιον. Ο Τζός μπορούσε να ακούσει βαριά, γοργά βήματα και τον ήχο τροχών να τσουλάνε στο έδαφος. Όποιοι και να ήταν, κατάλαβε, χρησιμοποιούσαν κάποιο τροχοφόρο όχημα που το τραβούσε ζώο. Μια δεύτερη φωνή απάντησε.

«Πηγαίνω όσο γρήγορα μπορώ, Τζένερ!» διαμαρτυρήθηκε η φωνή, «Για όνομα του Μεγάλου Κουκουβάγιου, κακώς πηγαίνουμε μόνοι μας! Πρέπει να ειδοποιήσουμε την Φρουρά αμέσως…!» Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του. Ακούστηκε ένα ανατριχιαστικό χτύπημα και μια κραυγή πόνου, καθώς ο έξαλλος σύντροφος του τον μαστίγωσε.

«Σιωπή και προχώρα!» του φώναξε, «Γρήγορα, θα το χάσουμε…!»

Προτού προλάβει ο Τζός να τρέξει να κρυφτεί, οι δυο άγνωστοι που μιλούσαν εμφανίστηκαν μπροστά του – και δεν ήταν καθόλου άνθρωποι. Ο Τζός παραλίγο να πάθει συγκοπή καθώς αντίκρισε το πιο τρομακτικό θέαμα που είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

Μπροστά του βρίσκονταν, σάρκα και οστά, δυο γιγαντιαίοι, ανθρωπόμορφοι αρουραίοι με μεσαιωνικά χιτώνια και πανοπλίες. Ο καθένας τους οδηγούσε ένα πελώρια άρμα που το τραβούσαν γιγαντιαία κουνέλια, πελώρια σαν άλογα. Βλέποντας αυτόν τον μυστηριώδη άνθρωπο που είχε εμφανιστεί από το πουθενά να στέκεται μπροστά τους, οι αρουραίοι σταμάτησαν τα άρματα τους, κοιτάζοντας με ανοιχτό το στόμα τον Τζός. Και τότε, έγινε ο χαμός.

Ένας μεγαλόσωμος αρουραίος με μια σατανική έκφραση, ο οποίος μάλλον ήταν ο αρχηγός των δυο, συνήλθε πρώτος. Τα κόκκινα μάτια του έγιναν σχιστά από ένα θανάσιμο θυμό αντικρίζοντας τον Τζός – ή, πιο συγκεκριμένα, το έμβλημα του ΕΒΔΑ-Ένα που θύμιζε κουκουβάγια στα ρούχα του – και του όρμησε, τραβώντας το σπαθί του. Ο Τζός μετά βίας πρόλαβε να πεταχτεί στην άκρη, αποφεύγοντας την κοφτερή λεπίδα του σπαθιού, η οποία πέρασε ξυστά πάνω από το κεφάλι του. Σηκώνοντας όρθιος, έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε πίσω στη κατασκήνωση του, όπου ήταν τα όπλα του.

Μουγγρίζοντας σαν δαιμονισμένος, ο βάρβαρος αρουραίος πήδηξε από το άρμα του και όρμησε καταπάνω του Τζός, έτοιμος να τον κάνει κομμάτια. Ανοίγοντας το κιτ του, ο Τζός έβγαλε το Τέιζερ του, καθώς ο αρουραίος ξανασήκωσε το σπαθί του. Η διχαλωτή άκρη του όπλου σπινθήρισε εν ζωή και το ακούμπησε στο θώρακα του αρουραίου.

Μια βίαια εκκένωση ηλεκτρικού φορτίου πέρασε μέσα από το σώμα του αρουραίου σε κλάσμα του δευτερολέπτου. Η μεταλλική πανοπλία του, η οποία ήταν φτιαγμένη να τον προστατεύει από σπαθιά και δόρατα, ήταν άχρηστη για προστασία από ηλεκτροσόκ. Ο ηλεκτρισμός τον αγκάλιασε ολόκληρο και στη στιγμή σωριάστηκε αναίσθητος στο έδαφος. Ο σύντροφος του, ένας κοντόχοντρος αρουραίος με πονηρά μάτια, βλέποντας τον αρχηγό του να πέφτει, έκανε μεταβολή το άρμα του και το έβαλε πανικόβλητος στα πόδια, προτού μπορέσει ο Τζός να τον σταματήσει. Ο κίνδυνος είχε περάσει. Αλλά δεν θα κρατούσε για πολύ ακόμη.

Χωρίς να χάσει λεπτό, ο Τζός γρήγορα μάζεψε τον εξοπλισμό του, ετοιμάζοντας για αναχώρηση. Ως έμπειρος στρατιωτικός, ήξερε πως ο δεύτερος αρουραίος θα επέστρεφε σύντομα με ενισχύσεις. Σε λίγο, όλη η περιοχή θα ήταν γεμάτη με δεκάδες ή και εκατοντάδες από αυτά τα θηρία, για να τον σκοτώσουν. Παρότι οι οδηγίες έκτακτης ανάγκης έλεγαν ξεκάθαρα πως έπρεπε να παραμείνει κοντά στο σημείο της συντριβής μέχρι να τον βρουν, τώρα πια ήταν θέμα ζωής και θανάτου. Εάν έπεφτε στα χέρια αυτόν των άγριων αρουραίων, θα τον έσφαζαν! Δεν ήταν πια ασφαλής εδώ.

Αρπάζοντας το κιτ επιβίωσης και ξαναφορώντας τη διαστημική στολή του, γύρισε και το έβαλε στα πόδια, λίγο προτού ο αρουραίος που είχε αφήσει καταγής άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις του. Παρότι δεν υπήρχε λόγος να φοράει μια βαριά διαστημική στολή σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε αέρας, δεν ήθελε να αφήσει κανένα ίχνος της παρουσίας του εδώ. Και η διαστημική στολή του είχε τον υπολογιστή και όλα τα όργανα προσανατολισμού του, τα οποία ίσως να του φανούν χρήσιμα.

«Τι είδους κόλαση είναι αυτό το μέρος;» μονολόγησε καθώς έτρεχε. Ακόμη δεν μπορούσε να ξεπεράσει το σοκ από αυτά που είχε δει. Σε αυτό το μέρος κατοικούσαν γιγαντιαίοι αρουραίοι που μιλούσαν σαν άνθρωποι! Αυτός ο πλανήτης που αρχικά έμοιαζε παράδεισος είχε μετατραπεί σε κανονικό εφιάλτη! Είχε την τιμή να είναι ο πρώτος άνθρωπος να πατήσει το πόδι του εδώ, αλλά τώρα, ίσως να γινόταν και ο πρώτος που θα πέθαινε εδώ πέρα…

Εν στο μεταξύ, ο αρουραίος ονόματι Τζένερ είχε ανακτήσει τις αισθήσεις του, μόνο να δει πως ήταν ήδη πολύ αργά. Εκείνος ο ανεπιθύμητος εισβολέας, ο άνθρωπος του είχε ξεφύγει. Ο στρουμπουλός σύντροφος του, ο Σάλιβαν, φοβούμενος την τιμωρία που άφηνε τον αφέντη του στο έλεος εκείνου του ανθρώπινου κτήνους με τις υπερδυνάμεις, είχε κάνει μεταβολή και είχε γυρίσει πίσω να βοηθήσει τον Τζένερ, βρίσκοντας τον σώο αλλά μόνο του. Ο άνθρωπος το είχε σκάσει.

Οι δυο αρουραίοι ήταν υψηλά κυβερνητικά στελέχη του Βασιλικού Συμβουλίου της Τριανταφυλλούπολης, η πρωτεύουσα της χώρας τους. Ο Στρατηγός Τζένερ, ένας βετεράνος στρατιωτικός αρουραίος, ήταν ο αποξενωμένος ανιψιός του Βασιλιά Νικόδημου της μεγάλης Αυτοκρατορίας των Αρουραίων. Ένας εξτρεμιστικά φιλόδοξος και αιμοδιψής τύπος, δεν δίσταζε ποτέ να πάει ακόμη και στα πιο ακραία άκρα για τα συμφέροντα του.

Οι Αρουραίοι της Τριανταφυλλούπολης ήταν ένας αρχαίος και εφημερεύον λαός. Ευλογημένοι από τη θεότητα τους, τον Μεγάλο Κουκουβάγιο, οι υπήκοοι του Νικόδημου ζούσαν αρμονικά στις υπόγειες πολιτείες τους. Παρότι οι περισσότεροι Αρουραίοι ζούσαν αρμονικά και πλουσιοπάροχα, τα κοινωνικά απόβλητα αυτής της κοινωνίας τρωκτικών – οι ποντικοί – ζούσαν ταπεινές ζωές ως γεωργοί, εργάτες ή υπηρέτες πλούσιων Αρουραίων σε μικρούς, διάσπαρτους οικισμούς.

Σύμφωνα με τις παραπλανητικές Ιερές Γραφές των Αρουραίων, οι παλαιότεροι πρόγονοι τους ήταν σκλάβοι των αδίστακτων, βάρβαρων ανθρώπων της απόμακρης, διαβολικής Γης της Εβδά. Βλέποντας τα μαρτύρια των τέκνων του, ο Κουκουβάγιος τους είχε δώσει το θειο δώρο της νοημοσύνης, που τους επέτρεψε να δραπετεύσουν από τους πρώην κυρίαρχους τους. Όπως η έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, οι Αρουραίοι του Εβδά-Βήτα είχαν ιδρύσει έναν δικό τους πολιτισμό. Αλλά, ο φόβος πως κάποια μέρα οι άνθρωποι της Εβδά θα τους ανακάλυπταν και θα τους αφάνιζαν όλους, όπως η Ημέρα της Αποκάλυψης στην ανθρώπινη Βίβλο, εξακολουθούσε επί αιώνες να τους γεμίζει τις καρδιές με τρόμο.

Σε αντίθεση με πολλούς μορφωμένους και ανοιχτόμυαλους Αρουραίους όπως ο θείος του, οι οποίοι επέμεναν πως η Γη της Εβδά δεν ήταν παρά δεισιδαιμονίες και θρησκοληψίες, ο Τζένερ ήταν ένας φημισμένος πιστός και αυτοαποκαλούμενος αφοσιωμένος προστάτης της φυλής των Αρουραίων – με ανώτερο σκοπό της ζωής του να τους οδηγήσει σε τελική νίκη ενάντια της Εβδά και των ανθρώπινων δαιμόνων της. Και σήμερα, αυτό που για χρόνια προειδοποιούσε τους πάντες ότι θα γίνει κάποια μέρα, είχε συμβεί.

Αυτός και ο βοηθός του ο Σάλιβαν οδηγούσαν τα άρματα τους μόνοι τους, κάνοντας επιθεωρήσεις στους γειτονικούς καταυλισμούς ποντικών και μαζεύοντας φόρους από τους έπαρχους εκεί, όταν ξαφνικά είδαν το θαλαμίσκο του Τζός να πέφτει από τον ουρανό. Πηγαίνοντας να ερευνήσουν, οι υποψίες του Τζένερ είχαν εξακριβωθεί τη στιγμή που αντίκρισε εκείνον τον αληθινό, με σάρκα και οστά, άνθρωπο, σημαδεμένο με το σήμα της Εβδά, στην όχθη.

Ο Σάλιβαν τον βοήθησε να σηκωθεί, «Ο Μεγάλος Κουκουβάγιος να μας φυλάει! Το είδες αυτό, Τζένερ;» αναφώνησε, έχοντας χλομιάσει σαν το μάρμαρο κάτω από το τρίχωμα του. «Καλέ, αυτό ήταν ένας αληθινός άνθρωπος! Ένας άνθρωπος, Τζένερ!» Ο Τζένερ όμως δεν του απάντησε, καθώς ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Έχοντας δει τις απίστευτες δυνάμεις των όπλων αυτού του ανθρώπου, κατάλαβε πως αυτή ήταν όντως η χρυσή ευκαιρία που περίμενε ώστε να εκπληρώσει τις σκοτεινές φιλοδοξίες του για εξουσία.

«Πρέπει να το πούμε αμέσως στο Νικόδημο…!» έλεγε πανικόβλητος ο Σάλιβαν, έτοιμος να ξανανέβει στο άρμα του για να επιστρέψουν στην Τριανταφυλλούπολη και να σημάνουν συναγερμό. Αλλά ο Τζένερ είχα άλλα σχέδια. Αρπάζοντας τον Σάλιβαν από τον γιακά, τον ακινητοποίησε σε ένα δέντρο από το λαιμό, κοιτάζοντας τον κατάματα.

«Σου απαγορεύω να πεις κουβέντα για το ότι συνέβη εδώ σήμερα σε κανέναν, ειδικά αυτό το γέρο-ξεκούτη, με ακούς;» του μούγγρισε κατάμουτρα. Η έκφραση του ήταν άγρια και δολοφονική, «Δεν καταλαβαίνεις, ανόητε; Είναι ένα σημάδι! Εμείς και μόνο εμείς δώσαμε όρκο τιμής πως κάποια μέρα θα νικήσουμε την Εβδά και τώρα επιτέλους μας παρουσιάστηκε η ευκαιρία που περιμέναμε τόσο καιρό! Αυτός ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί και να μου τον φέρουν πίσω ζωντανό, ώστε να μάθω το μυστικό των δυνάμεων της Λίθου…»

Σημείωση από τον συγγραφέα: Συγγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά οι ιστορίες επιστημονικής φαντασίας είναι δύσκολη δουλειά. Παρακαλώ αφήστε και καμία κριτική!