Τοποθεσία: Άγονοι Λόφοι, δυτικά από την Τριανταφυλλούπολη

Ηλιακή Μέρα: 2

Παρότι την κυριολεκτικά άπειρη αδρεναλίνη που φαινόταν να κυκλοφορεί στις φλέβες του, ο Τζός ήξερε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Η καρδιά του θα έσκαγε σαν μπαλόνι από την κόπωση. Περπατούσε ήδη 12 ώρες, χωρίς σχεδόν κανένα διάλειμμα. Αλλά έπρεπε, πάση θησεία, να βάλει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη απόσταση μπορούσε μεταξύ αυτού και εκείνων των γιγαντιαίων αρουραίων-τέρατα.

Πιστεύοντας πως οι αρουραίοι κατοικούσαν μόνο σε εκείνη τη πράσινη κοιλάδα όπου είχε συντριβεί ο θαλαμίσκος του, ο Τζός είχε καταλήξει στο συμπέρασμα πως θα είχε καλύτερες πιθανότητες να τους αποφύγει έξω στην έρημο. Τα μάτια του δεκατέσσερα, σαν κρυφός στρατιώτης σε εχθρικό έδαφος, το οποίο ήταν κυριολεκτικά η κατάσταση του, είχε ξεκινήσει την πεζοπορία του δυτικά, αφήνοντας το καταφύγιο της πράσινης όασης πίσω του.

Εδώ έξω, μακριά από την πράσινη κοιλάδα, ο Εβδά-Βήτα δεν ήταν παρά μια απέραντη, άγονη έρημος. Πέρα από την αναπνεύσιμη ατμόσφαιρα, δεν υπήρχε τίποτα εδώ που να συντηρεί τη ζωή. Μόνο άμμος και κόκκινα σαν το οξείδιο βράχια παντού. Τα προβλήματα του δεν άργησαν να αρχίσουν. Με το που έδυσαν οι δυο ήλιοι, ολόκληρος ο πλανήτης βυθίστηκε σε ένα τσουχτερό κρύο.

Παρόλο που το υλικό της στολής του είχε θερμομόνωση, με το κράνος του ανοιχτό για να αναπνέει, η περισσότερη ζέστη του σώματος του χανόταν από το άνοιγμα, αφήνοντας τον χωρίς καμία προστασία. Είχε δοκιμάσει να τυλίξει τη διαστημική κουβέρτα του γύρω από το κεφάλι του, κλείνοντας την τρύπα του κράνους, αλλά και πάλι δεν αρκούσε. Έπρεπε να βρει καταφύγιο για τη νύχτα αλλιώς θα ξεπάγιαζε.

Κάτω από το μπλε φως του πελώριου Εβδά-Άλφα και των άγνωστων αστερισμών που φαίνονταν από αυτόν το πλανήτη, άρχισε να ψάχνει τριγύρω, ώσπου ανακάλυψε μια σχισμή στην πλευρά ενός βράχου, που σχημάτιζε μια σπηλιά. Κλείνοντας την είσοδο με πέτρες για να μην μπαίνει το ψύχος, κουλουριάστηκε σε μια γωνιά για να κοιμηθεί, ελπίζοντας να επιζήσει την πρώτη του νύχτα στο πλανήτη. Θα ήθελε πολύ να ανάψει μια φωτιά, αλλά δεν είχε τίποτα που να καιγόταν εκτός από τις φωτοβολίδες του.

Ως τώρα, δεν είχε δει κανένα ίχνος άλλης βλάστησης ή νερού. Μήπως αυτό σήμαινε πως δεν υπήρχε άλλη όαση για εκατοντάδες χιλιόμετρα; Δεν θα μπορούσε να αντέξει για πολύ εδώ έξω χωρίς προμήθειες. Αλλά ήταν κατάκοπος και σύντομα αποκοιμήθηκε, απορώντας, πως θα πέθαινε τελικά σε αυτόν τον περίεργο, αφιλόξενο πλανήτη;

Όταν ξανάνοιξε τα μάτια του ήταν πάλι ημέρα. Το κρύο της νύχτας είχε περάσει και ο πλανήτης ήταν πάλι ζεστός, λόγω του φαινομένου του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Οι τοίχοι της σπηλιάς του έσταζαν με υγρασία από την πάχνη που έλιωνε.

Οι μυς του να πονάνε από το κρύο καθώς και τον μακρινό περίπατο του χθες, ο Τζός σηκώθηκε, πεινασμένος σαν λύκος. Δεν είχε φάει τίποτα από τότε που είχε φύγει από το σκάφος, εκτός από λίγες γουλιές νερό από το μπουκάλι της στολής του. Οι προμήθειες έκτακτης ανάγκης που είχε ήταν ελάχιστες και ήθελε να της κάνει να κρατήσουν όσο το δυνατόν περισσότερο. Από την άλλη όμως, δεν γινόταν να συνεχίσει χωρίς φαγητό. Οι δυνάμεις του σύντομα θα εξασθενούσαν και θα ήταν το τέλος.

Πρώτα έπρεπε να βρει περισσότερο νερό. Αυτοσχεδιάζοντας έναν πρόχειρο συλλέκτη υγρασίας με το πόντσο του, την διαστημική κουβέρτα και λίγη κολλητική ταινία, μπόρεσε να μαζέψει περίπου είκοσι πόντους βρώμικου αλλά πόσιμου νερού από την υγρασία. Όχι πως του έλυνε το πρόβλημα, αφού ο άνθρωπος χρειαζόταν το λιγότερο μισό λίτρο την ημέρα μόνο για να μείνει ζωντανός.

Μετά από ένα μικροσκοπικό πρωινό με μια κουταλιά κρέμας πρωτεϊνών, το οποίο δεν έφτανε ούτε κατά διάνοια για να σβήσει τη πείνα του, ο Τζός μάζεψε τα πράγματα του και συνέχισε την πεζοπορία του προς τα δυτικά. Παρότι είχε αντέξει την πρώτη νύχτα, ήξερε πως δεν μπορούσε να επιζήσει για παρατεταμένο χρονικό διάστημα σε αυτή την ερημιά. Ακόμη και αν μπορούσε να βρει νερό και φαγητό, δεν υπήρχε περίπτωση να αντέξει τον πολικό χειμώνα που ερχόταν.

Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Δρ Στέτσον, λόγω της ελλειπτικής τροχιάς του γύρω από τον ήλιο, ο πλανήτης πάγωνε καθώς απομακρυνόταν από το Κένταυρο, το οποίο ήταν και ο χειμώνας του Εβδά-Βήτα. Η θερμοκρασία θα έπεφτε σε επίπεδα παγετού που κρατούσαν για μήνες. Αυτός είχε την ατυχία να φτάσει εδώ κάπου στα τέλη φθινοπώρου του πλανήτη. Σε λίγες εβδομάδες, θα έφτανε ο χειμώνας, τα πάντα θα πάγωναν και η επιβίωση εδώ θα ήταν αδύνατη. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να κάνει και πολλά από το να ελπίσει πως οι σύντροφοι του θα έστελναν αποστολή διάσωσης σύντομα.

Μετά ήταν και το πρόβλημα της τροφής. Ακόμη και με την μεγαλύτερη δυνατόν οικονομία, οι μερίδες πρωτεϊνών θα τελείωναν σε λίγες μέρες. Χωρίς να ξέρει πόσο καιρό θα βρισκόταν παγιδευμένος εδώ πέρα, χρειαζόταν να βρει κάποιο είδος τροφής από το τριγύρω περιβάλλον του. Με άλλα λόγια, έπρεπε να βρει μια άλλη όαση για να εγκατασταθεί – κάπου όπου δεν υπήρχαν άλλοι από εκείνους τους βάρβαρους, ανθρωπόμορφους αρουραίους.

Επιτέλους, μετά από πολλές ώρες δύσκολης πεζοπορίας, βρέθηκε στην άκρη ενός παλιού κρατήρα μετεωρίτη. Στη λεκάνη του κρατήρα απλωνόταν μια απέραντη έκταση με δέντρα και μικρές λίμνες. Στο κέντρο του κρατήρα υπήρχε και ένας περίεργος, ψηλός βράχος, που ξετρύπωνε πάνω από τα δέντρα. Παρόλο που αυτή η όαση δεν ήταν όσο μεγάλη όσο εκείνη που είχε δει στο σημείο προσεδάφισής του, φαινόταν κατοικήσιμη. Επιτέλους, είχε βρει καταφύγιο! Το μόνο ερώτημα ήταν, ήταν όσο ασφαλής όσο φαινόταν; Μήπως υπήρχαν και άλλοι από εκείνους του αρουραίους εκεί κάτω;

Προχωρώντας μέσα στα δέντρα, το όπλο του στο χέρι, είδε την ίδια βλάστηση που είχε δει νωρίτερα. Υπήρχαν επίσης και πολλά ζώα, όπως πουλιά, σαλιγκάρια, σκαντζόχοιροι, καθώς και πολλά έντομα. Όλα ήταν χωρίς αμφιβολία γήινα, αλλά πολύ μεγαλύτερα από το φυσιολογικό τους μέγεθος, κάτι το οποίο δεν μπορούσε να εξηγήσει με τίποτα ο Τζός, πολύ λιγότερο την παρουσία τους σε αυτό τον πλανήτη. Αλλά τουλάχιστον, θα βοηθούσαν για την επιβίωση του.

Ο Τζός είχε μεγαλώσει στο αγρόκτημα του θείου του στο Χάμσιρ της Αγγλίας, οπότε ήξερε αρκετά πράγματα για φυτά και ζώα. Αυτές οι προ πολλού ξεπερασμένες γνώσεις αγροτών, σε συνδυασμό με τις στρατιωτικές του γνώσεις επιβίωσης, τώρα θα του έσωζαν τη ζωή. Με λίγο πειραματισμό και εικασίες, θα μπορούσε να βρει τροφή από το τριγύρω περιβάλλον του. Όπως ο Ροβινσώνας Κρούσος, ήταν 'ναυαγός' και έπρεπε να βρει όλους του απαραίτητους πόρους για να ικανοποιήσει της ανάγκες του.

Κατ' αρχάς, έπρεπε να βρει καταφύγιο. Μια κουφάλα ψηλά στον κορμό μιας πανάρχαιας ιτιάς του τράβηξε τη προσοχή. Χρησιμοποιώντας την αξίνα της στολής του σαν γάντζο αναρρίχησης, σκαρφάλωσε μέχρι το άνοιγμα της κουφάλας, η οποία μάλλον ήταν κάποτε η φωλιά κάποιου προ πολλού πεθαμένου σκίουρου. Μέσα, ήταν ευρύχωρα και στεγνά και, καθώς βρισκόταν αρκετά μέτρα πάνω από το έδαφος, ήταν μια τέλεια κρυψώνα όπου θα ήταν ασφαλής.

Χρησιμοποιώντας το πόντσο του σαν κουρτίνα, μπόρεσε να κλείσει την είσοδο ώστε να μην μπορεί να μπαίνει μέσα η βροχή και το κρύο. Τον ιμάντα της στολής του τον πέρασε μέσα από μια καμπαρντίνα που είχε ασφαλίσει σε ένα γερό κλαδί πάνω από την είσοδο της κουφάλας και έφτιαξε ένα βαρούλκο, ώστε να μπορεί να ανεβοκατεβαίνει το δέντρο χωρίς να χρειάζεται να σκαρφαλώνει. Χρησιμοποιώντας λίγα ξερά φύλλα και χόρτα, αυτοσχεδίασε και ένα πρόχειρο κρεβάτι. Τώρα που είχε ένα ασφαλές καταφύγιο, έπρεπε να βρει προμήθειες.

Αφήνοντας τη διαστημική στολή του, η οποία δεν του χρησίμευε σε τίποτα πια, μέσα στη κουφάλα, πήρε το όπλο και τον εξοπλισμό του και έφυγε να εξερευνήσει το μέρος το οποίο θα αποκαλούσε προς το παρόν σπίτι του. Προτού πάει όμως, ζωγράφισε ένα φωσφορούχο βέλος στον κορμό του δέντρου ώστε να μπορεί να βρει τον δρόμο πίσω εάν νύχτωνε προτού είχε τελειώσει.

Η 'γήινη' βλάστηση του Εβδά-Βήτα μπορεί να ήταν ανεξήγητα γιγαντιαία, αλλά, όπως και ανακάλυψε σύντομα ο Τζός, πολύ αποδοτική. Υπήρχε άφθονη τροφή, όπως βατόμουρα, μεγάλα σαν μπαλάκια του τένις, καθώς και πολλοί άλλοι άγριοι καρποί. Δοκιμάζοντας ένα, βρήκε πως ήταν ζουμερό και νοστιμότατο. Λίγο παραπέρα, υπήρχε και ένα ρυάκι με πόσιμο νερό.

Αφού είχε χορτάσει, έφτιαξε μια τσάντα με την κουβέρτα του και λίγη κολλητική ταινία και τη γέμισε με βατόμουρα και άλλα φρούτα που είχε βρει. Τώρα είχε αρκετή τροφή για να αντέξει αρκετές εβδομάδες εάν χρειαζόταν. Ήταν επιτέλους άρχοντας του μικρού βασιλείου του – ένα βασίλειο το οποίο όμως θα μάθαινε σύντομα πως δεν άνηκε μονάχα σε αυτόν.

Καθώς σταμάτησε να γεμίσει το παγούρι του στο ρυάκι, άκουσε κάτι να κουνιέται στους θάμνους από πίσω του. Γυρίζοντας ξαφνιασμένος, του κόπηκε η χολή καθώς αντίκρισε μια γιγαντιαία ποντικίνα να τον κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. Σε αντίθεση με τους άγριους αρουραίους που είχε δει νωρίτερα, αυτή ήταν ένα άκακο κοριτσάκι. Βλέποντας αυτόν τον άνθρωπο να την κοιτάζει, έμπηξε μια στριγκλιά και το' βαλε στα πόδια, κατατρομαγμένη.

«Ωχ, γαμώτο…!»

Μουρμουρίζοντας μια βρισιά για την απροσεξία του που τον είχαν δει, ο Τζός έτρεξε ξοπίσω της. Δεν ήθελε να της κάνει κακό, αλλά, από την άλλη, δεν μπορούσε να την αφήσει να τον προδώσει, αλλιώς εκείνοι οι φονιάδες αρουραίοι θα βρίσκονταν πάλι ξωπίσω του προτού προλάβει να πει κύμινο.

Τρέχοντας εκεί όπου είχε δει τη μικρή, βρήκε κάτι που της είχε πέσει καθώς έτρεχε να του ξεφύγει. Ήταν μια πάνινη κεντητή κούκλα, ίδιο με τα παιχνίδια που είχαν και τα παιδιά στη Γη. Βάζοντας το στη τσέπη του, ακολούθησε τα χνάρια της.

Σε λίγο, έφτασε σε μια αγροικία στους πρόποδες του βράχου που βρισκόταν στο κέντρο του κρατήρα. Γούρλωσε τα μάτια του αντικρίζοντας το πιο αδιανόητο των αδιανόητων που είχε δει κανένας αστροναύτης στην ιστορία: πολιτισμός, πολύ απλός σε σύγκριση με τον τεχνολογικά εξελιγμένο κόσμο της Γης, αλλά αληθινός.

Βρισκόταν στην άκρη ενός χωραφιού με ψηλές σαν έλατα καλαμποκιές και σιτάρι, όπως και η υπόλοιπη γιγαντιαία βλάστηση του πλανήτη. Στο βάθος, μπορούσε να δει κάποιου είδους κατοικίας, μάλλον ένα αγροτόσπιτο. Για μια στιγμή, ο Τζός ήταν έτοιμος να κάνει μεταβολή και να γίνει καπνός, προτού κάποιος τον έβλεπε, αλλά τον έτρωγε η περιέργεια και προχώρησε αθόρυβα μέσα στις καλαμποκιές για να ρίξει μια καλύτερη ματιά. Μπορούσε να ακούσει δυο γυναικείες φωνές να μιλάνε κάπου εκεί κοντά. Κρυφοκοιτάζοντας μέσα από τις καλαμποκιές, είδε δυο ποντικίνες να φορτώνουν καλαμπόκι σε μια άμαξα.

Η μία ήταν μια όμορφη, νεαρή ποντικίνα με ένα γλυκό πρόσωπο και γαλανά μπλε μάτια. Παρότι το κουρελιασμένο μανδύα που φορούσε, που ήταν και το μόνο ρούχο της, πήγαινε να σπάσει η καρδιά του Τζός με την ομορφιά της. Η δεύτερη, νεότερη ποντικίνα, που είχε παρόμοιο καφετί σαν τη σοκολάτα τρίχωμα και γαλανά μάτια, μάλλον ήταν η κόρη της. Παρότι ήταν ποντίκια, έμοιαζαν πολύ σαν άνθρωποι, αφού καλλιεργούσαν φυτείες, φορούσαν ρούχα και ήξεραν να φτιάχνουν πράγματα όπως εργαλεία και άμαξες.

«…Εντάξει, Τερέζα, αυτό ήταν το τελευταίο,» έλεγε η ποντικίνα μητέρα, αναστενάζοντας από την κούραση, «Πάμε να σκουπιστούμε και μετά θα φάμε. Είδες πουθενά τον Τίμμυ;»

«Είπε πως δεν αισθανόταν πολύ καλά, μαμά,» είπε η έφηβη ποντικίνα ονόματι Τερέζα, «Μάλλον την άρπαξε πάλι που κολυμπούσε στη λίμνη χθες. Του είπα να πάει να ξαπλώσει.»

«Δεν αισθάνεται καλά;» ρώτησε με ανησυχία η μητέρα της, «Τερέζα, πηγαίνεις σε παρακαλώ να δεις μήπως θέλουν βοήθεια η Θεία Μυγαλή και ο Μάρτιν; Εγώ πάω να δω πως είναι ο αδελφός σου.» Έφυγε βιαστική προς το αγροτόσπιτο στην άλλη άκρη του χωραφιού.

Εν στο μεταξύ, ο Τζός παρακολουθούσε όλα αυτά με ενδιαφέρον. Ξαφνικά, του είχε παρουσιαστεί μια ωραία, αλλά ριψοκίνδυνη ιδέα. Αυτά τα ποντίκια, σε αντίθεση με τους βάρβαρους αρουραίους, φαίνονταν ακίνδυνοι, ίσως και φιλόξενοι. Μήπως, εάν τους πλησίαζε, θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν;

Κανονικά, μια τέτοια ιδέα θα ήταν σκέτη τρέλα. Ποιος ξέρει πως θα αντιδρούσαν εάν έβλεπαν ένα άνθρωπο από το διάστημα να ξετρυπώνει από το πουθενά; Ίσως να τον πρόδιδαν στους αρουραίους. Από την άλλη, εάν δεν έβρισκε κάποιο καλύτερο καταφύγιο προτού φτάσει ο χειμώνας, δεν θα είχε καμιά σημασία, γιατί θα ήταν νεκρός.

Προτού μπορούσε να βρει το θάρρος να φανερωθεί στις ποντικίνες, άκουσε κάποιον να τον πλησιάζει από πίσω. Για δεύτερη φορά σε μια μέρα, στην αφηρημάδα του δεν πρόσεχε τα νώτα του. Γυρνώντας, πρόλαβε να δει μια άλλη, γριά ποντικίνα, χοντρή σαν βαρέλι και εξίσου δυνατή, να ρίχνει το σκεπάρνι που κρατούσε στο κεφάλι του. Η μεταλλική άκρη τον βρήκε με δύναμη στο κρόταφο και τότε όλα σκοτείνιασαν τριγύρω του…

Η Τερέζα Φρίσμπι είχε μόλις φορτώσει τα τελευταία κομμάτια καλαμπόκι στην άμαξα της και η μέση της την πέθαινε. Η Τερέζα ήταν μια δωδεκάχρονη αγροτοποντικίνα, η μεγαλύτερα από τέσσερα αδέλφια, που ζούσε όλη της τη ζωή στο Υπήνεμο Βράχο, όπως και ονομαζόταν η περιοχή όπου βρισκόταν το αγρόκτημα τους. Έχοντας μείνει ορφανή από πατέρα μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση του πριν από λίγα χρόνια, ζούσε με τη χήρα μητέρα της και τα αδέρφια της, τον Μάρτιν, τη Σύνθια και τον Τίμοθι στην φάρμα τους.

Οι μόνοι γείτονες τους ήταν η Θεία Μυγαλή, η θεία της μητέρας τους, που ζούσε σε ένα άλλο μικρό σπίτι δίπλα στο αγρόκτημα, και ο κύριος Πάππος, ένας εκκεντρικός γέρο-βοτανολόγος και εφευρέτης που ζούσε μόνος του μέσα στο δάσος, όπου ασχολιόταν με τις εφευρέσεις του.

Καθώς ήταν η μεγαλύτερη, η Τερέζα φρόντιζε τα αδέλφια της μαζί με τη μητέρα τους, καθώς η οικογένεια αγωνιζόταν καθημερινά να συντηρούν τη μικρή φάρμα τους. Με την υπομονή και εργατικότητα της καλοκάγαθης μητέρας τους, είχαν φαγητό στο τραπέζι και μια στέγη πάνω από τα κεφάλια τους, και αυτά τους αρκούσαν.

Δεν υπήρχε σχολείο στο Υπήνεμο Βράχο. Ο πατέρας τους, ένας μορφωμένος και έξυπνος ποντικός, αρχαιολόγος στο επάγγελμα, ήταν κάποτε ο δάσκαλος της οικογένειας, ο οποίος μάθαινε στα παιδιά του, καθώς και στη σύζυγο του πώς να διαβάζουν και να γράφουν – μια παράδοση την οποία η Τερέζα συνέχιζε μόνη της πια.

Μετά τη μυστηριώδη εξαφάνιση του συζύγου της Τζόναθαν σε μια αρχαιολογική αποστολή του, αναζητώντας τη μυθική Ακανθωτή Κοιλάδα όπου έλεγαν βρισκόταν ο χαμένος Ναός του Μεγάλου Κουκουβάγιου, η κυρία Φρίσμπι είχε αναλάβει την ιεραρχία της οικογένειας, με τη βοήθεια της Θείας Μυγαλής. Κατά τη διάρκεια των μεγάλων και κρύων χειμώνων, όταν η τροφή συχνά ήταν ελάχιστη, η Τερέζα και τα αδέλφια της κάθονταν γύρω από το τζάκι, ακούγοντας ιστορίες για τις περιπέτειες του προ πολλού νεκρού πατέρα τους – η μόνη παρηγοριά που είχαν από τότε που τον έχασαν. Πόσο ήθελαν κάποια μέρα να άλλαζε όλο αυτό και να είχαν ξανά την παρουσία ενός πατρικού προσώπου ανάμεσα τους, να καλύψει το κενό που είχε αφήσει αυτή η τραγωδία στην καρδιά της μητέρας τους…

Έχοντας τελειώσει τη δουλειά της, ο Τερέζα ετοιμαζόταν να πάει να ελέγξει τον αδελφό της, τον Μάρτιν, ο οποίος υποτίθεται πως βοηθούσε τη θεία τους να κόψει καυσόξυλα – ή, το πιθανότερο να την είχε στήσει για να αποφύγει τη δουλειά ο τεμπέλης, σκέφτηκε –, όταν ξαφνικά άκουσε μια φασαρία κοντά στο φράκτη. Τρέχοντας, βρήκε τη θεία της να σκύβει πάνω από έναν ξένο με αλλόκοτη εμφάνιση, κρατώντας σφικτά στα χέρια της το σκεπάρνι με το οποίο τον είχε ρίξει αναίσθητο. Από πίσω της ήταν η Σύνθια, που έτρεμε ολόκληρη, δείχνοντας τρομοκρατημένη τον ξένο. Κάτι είχε συμβεί.

«Θεία Μυγαλή, τι τρέχει εδώ πέρα;» αναφώνησε η Τερέζα, κατατρομαγμένη από την βίαια στάση της θείας της απέναντι στον ξένο. Η θεία Μυγαλή συχνά είχε τα νεύρα της, ειδικά με τα παιδιά, αλλά ποτέ δεν είχε δείξει τέτοια βία σε κανέναν. Γιατί είχε χτυπήσει αυτόν τον ξένο; Και ποιος ήταν;

«Πάνω στην ώρα, Τερέζα,» μούγγρισε η θεία Μυγαλή, χωρίς να παίρνει τα μάτια της από τον ξένο, μήπως και ξανασηκωθεί, «Αυτός ο αλήτης κυνηγούσε την αδελφή σου! Και τώρα τον τσάκωσα να προσπαθεί να κλέψει καλαμπόκι!» Με την άκρη του σκεπαρνιού, γύρισε τον αναίσθητο Τζός, ώστε να μπορούν να δουν το πρόσωπο του. Η Τερέζα αναφώνησε από την έκπληξη καθώς κατάλαβε πως αυτός ο τύπος δεν ήταν ούτε ποντικός, ούτε αρουραίος.

«Καλά, αυτός είναι… είναι άνθρωπος!» Θυμόταν όλες αυτές τις συναρπαστικές ιστορίες που τους έλεγε ο πατέρας τους όταν ζούσε, για αυτά τα μυθικά πλάσματα που λέγονταν άνθρωποι. Παρότι ήταν ένα ταμπού σύμφωνα με τη θρησκεία των Αρουραίων, ήταν ένα αγαπητό παραμύθι για παιδιά, όπως τα αδέρφια Φρίσμπι, «Ο μπαμπάς έλεγε τόσα πολλά για αυτούς…»

«Πάψε με τις ανοησίες του πατέρα σου, κορίτσι μου!» φώναξε εκνευρισμένη η Θεία Μυγαλή. Σε αντίθεση με τα ανίψια της, η γριά ποντικίνα δεν είχε απολύτως κανένα ενδιαφέρον για τίποτα που δεν αφορούσε τις απλές ζωές τους, καθώς και ήταν τρομερά ξενοφοβική, «Αδιαφορώ εάν αυτός ο… ο αλλόκοτος είναι ο ίδιος ο Βασιλιάς Νικόδημος! Είναι παρείσακτος και κλέφτης και εγώ θα τον συγυρίσω! Φέρε μου λίγο σκοινί αμέσως.» Η Τερέζα δίστασε.

«Μα, θεία, μήπως θα έπρεπε να…;»

«Αμέσως, είπα!» μούγγρισε ο Θεία Μυγαλή, θυμωμένη που της αντιμιλούσε. Κανένας δεν αντιμιλούσε ποτέ μαζί της. Αρπάζοντας τον Τζός από το γιακά, τον ακινητοποίησε στο κορμό μιας καλαμποκιάς και του έδεσε τα χέρια πίσω από τη πλάτη του.

«Λοιπόν,» είπε, αρπάζοντας τη Τερέζα από το καρπό, «Εσύ και η Σύνθια να μείνετε εδώ να τον φυλάτε, ώσπου να φέρω βοήθεια. Μην τον αφήσετε από τα μάτια σας! Και μην το αγγίζεις αυτό, Σύνθια!» φώναξε στο ποντικάκι, η οποία ψαχούλεψε με περιέργεια μέσα στο κιτ επιβίωσης του Τζός, που είχε βρει πεσμένο στο έδαφος. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, γύρισε και με τη στραβή μαγκούρα της στο χέρι, έφυγε προς σπίτι του κ. Πάππου, μέσα στο δάσος.

Εκείνη τη στιγμή, ένα άλλο ποντίκι εμφανίστηκε μέσα από τις καλαμποκιές. Αυτός ήταν ο Μάρτιν, ο αδελφός της Τερέζα και της Σύνθιας, ένας μελαμψός σαν το πατέρα του αλλά παχουλός νεαρός ποντικός. Φαινόταν κουρασμένος και η μπλούζα του ήταν μέσα στο ροκανίδι που έκοβε καυσόξυλα.

«Αυτή η πολυλογού, αυταρχική χοντρό-βατραχίνα!» γκρίνιαζε, όλος νεύρα, μιλώντας φυσικά για τη Θεία Μυγαλή, «Να μας αναγκάζει να δουλεύουμε σαν σκλάβοι από την αυγή μέχρι το σούρουπο…!»

«Μάρτιν, μη μιλάς έτσι για τη θεία σου!» τον μάλωσε η Τερέζα. Εκείνος δεν της έδωσε σημασία, γιατί ξαφνικά είχε γυρίσει όλη η προσοχή του στον Τζός.

«Ποιος είναι αυτός ο καραγκιόζης;»

«Μάρτιν, πρόσεχε πως μιλάς!» τον μάλωσε πάλι η Τερέζα, αλλά ο Μάρτιν μόνο της έβγαλε τη γλώσσα του. Δίπλα τους, η Σύνθια χασκογέλασε βλέποντας τα μεγάλα της αδέλφια να καυγαδίζουν. Το καβγαδάκι ωστόσο δεν κράτησε πολύ γιατί εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένα πονεμένο βογγητό από τον Τζός, καθώς ανέκτησε πάλι τις αισθήσεις του. Τα παιδιά γρήγορα αποτραβήχτηκαν, ξαφνικά νιώθοντας μεγάλη ανασφάλεια να βρίσκονται κοντά σε αυτόν τον άνθρωπο που ήταν τώρα ξύπνιος.

«Ω, γαμώτο, τι έγινε; Που είμαι…; Αμάν!» μουρμούρισε ο Τζός, γουρλώνοντας τα μάτια του καθώς αντίκρισε τα τρία ποντικόπαιδα να τον κοιτάνε με περιέργεια. Προσπάθησε να κουνηθεί αλλά ανακάλυψε πως ήταν δεμένος. Μπορούσε να αναγνωρίσει το κοριτσάκι που κυνηγούσε νωρίτερα, καθώς και τη νεαρή ποντικίνα που είχε παρατηρήσει να εργάζεται με τη μητέρα της στο χωράφι. Αλλά δεν υπήρχε ίχνος εκείνης της παλιόγριας ποντικίνας που τον είχε χτυπήσει στο κεφάλι. Μάλλον είχε πάει για βοήθεια, σκέφτηκε, και σε λίγο θα επέστρεφε με ενισχύσεις. Αυτή τη φορά, την είχε πατήσει!

Διατηρώντας την ψυχραιμία του για να σκεφτεί, χαμογέλασε στα παιδιά που τον κοιτούσαν ακόμη με γουρλωμένα μάτια, προσπαθώντας να τα καθησυχάσει, «Γεια σας.»

«Ε, γεια,» απάντησε σαν χαζός ο Μάρτιν, χωρίς να ξέρει πώς να αντιμετωπίσει αυτόν τον περίεργο ξένο. Οι αδελφές του, παρότι την επιφυλακτικότητα τους, είχε αρχίσει να τους ανοίγει το ενδιαφέρον για τον ασυνήθιστο επισκέπτη τους.

«Μπορεί και μιλάει!» αναφώνησε ενθουσιασμένη η Σύνθια πίσω από τη φούστα της Τερέζα, όπου και κρυβόταν, φοβούμενη να πλησιάσει αυτόν τον άνθρωπο που την κυνηγούσε προ ολίγου.

«Μοιάζει σαν μουρλός,» μουρμούρισε η Τερέζα, κοιτάζοντας την αλλόκοτη εμφάνιση του Τζός, με τα περίεργα ρούχα και σύνεργα του, τα οποία κανένας τους δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Ο Μάρτιν ωστόσο τον έτρωγε η περιέργεια και δεν μπορούσε να αντισταθεί στο πειρασμό να ψαχουλεύει τη περίεργη, απαλή φορεσιά του Τζός. Ποτέ δεν είχε ξαναδεί ρούχα με τόσο λαμπερά χρώματα.

Δεν του άρεσε του Τζός να τον ψαχουλεύουν σαν ζώο σε ζωολογικό κήπο, αλλά δεν είχε χρόνο να τον απασχολεί αυτό τώρα. Όπου να ναι, θα επέστρεφε εκείνη η φοράδα με ενισχύσεις και θα τον έτρωγε το μαύρο χώμα. Προσπάθησε να ελευθερώσει τα χέρια χωρίς να προσέξουν τα παιδιά, αλλά το σκοινί ήταν δεμένο πολύ σφιχτά. Είχε το σουγιά του, αλλά βρισκόταν μέσα στη τσέπη του παντελονιού του και δεν το έφτανε. Η μόνη του ελπίδα ήταν εάν τον ελευθέρωναν τα ίδια τα παιδιά… αλλά πως;

«Ποιος… εννοώ, τι είσαι;» ρώτησε με περιέργεια ο Μάρτιν, «Είσαι όντως άνθρωπος;» Όπως και τα αδέλφια του, τον εντυπωσίαζαν οι ιστορίες του πατέρα του για τους ανθρώπους, αλλά ούτε στα πιο απίθανα όνειρα του δεν περίμενε ποτέ να γνωρίσει έναν με σάρκα και οστά! Ο Τζός, από την άλλη, παρότι ήξερε καλά πως και μόνο που μιλούσε μαζί τους, έβαζε τον εαυτό του σε κίνδυνο, δεν είχε άλλη επιλογή από το να προσπαθήσει να τους καλοπιάσει και ίσως να έβγαινε από αυτό το μπελά σώος και αβλαβής.

«Ναι, από τον πλανήτη Γη… από τα αστέρια,» τους εξήγησε, βλέποντας την κενή έκφραση ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους. Τα ποντικόπαιδα τον κοίταξαν με γουρλωμένα μάτια.

«Από τα αστέρια;» αναφώνησε με έκπληξη ο Μάρτιν, «Δηλαδή, μπορείς και να πετάς; Σαν κουκουβάγια;» ρώτησε, δείχνοντας το κεντητό έμβλημα του ΕΒΔΑ-Ένα στη στολή του Τζός, που θύμιζε κουκουβάγια. Μάλλον νόμιζε πως ο Τζός είχε μαγικές δυνάμεις και μπορούσε να μεταμορφωθεί σε κουκουβάγια και να πετάξει. «Μήπως μπορείς να μου δείξεις…;» Αλλά η αδελφή του, που ήταν πιο ώριμη από τον ελαφρόμυαλο, παιδαριώδη αδελφό της, τον διέκοψε.

«Τι δουλειά έχεις εδώ, κύριος;» ρώτησε με αυστηρό ύφος τον Τζός, χωρίς όμως να ξεχνάει τους τρόπους της, καθώς μιλούσε σε έναν ενήλικα. Παρότι δεν φαινόταν να έχει εχθρικές διαθέσεις, η ιστορία αυτού του τύπου ακουγόταν λίγο υπερβολική. Ένας ταξιδιώτης από τα άστρα; Που ακούστηκε αυτό; Σίγουρα δεν τους έλεγε ψέματα για να κρύψει το γεγονός ότι προσπαθούσε να κλέψει το βιός τους; Από την άλλη όμως, πως μπορούσαν να εξηγήσουν όλα αυτά τα περίεργα μπιχλιμπίδια του;

«Καλή ερώτηση, δεσποινίς. Μακάρι να ήξερα εγώ ο ίδιος να σου πω…» απάντησε ο Τζός, καταπίνοντας τη γλώσσα του όταν ξαφνικά είδε πως η Σύνθια είχε βρει το όπλο του μέσα στο κιτ όπου ψαχούλευε. Χωρίς να έχει ιδέα τι είναι, ούτε και το κίνδυνο να το αγγίζει, μύριζε με περιέργεια το άνοιγμα της κάννης, τα δάκτυλα της να χαϊδεύουν τη σκανδάλη – και η ασφάλεια ήταν ανοιχτή! Όπου να ναι, θα πίεζε τη σκανδάλη και θα γινόταν το κακό. Αλλά πώς να τους προειδοποιήσει, χωρίς να αποκαλύψει σε αυτά τα παιδιά, που ήταν ήδη καχύποπτα για αυτόν, πως είχε ένα θανατηφόρο όπλο στη κατοχή του;

«Ε, παιδιά, αυτό αρχίζει και γίνεται λίγο υπερβολικό,» τους είπε, προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία του, «Δεν με λύνετε πια…;» Αλλά η Τερέζα, που ήταν πεισματάρα όπως η θεία της, σταύρωσε τα χέρια της.

«Ακόμη δεν έχεις απαντήσει την ερώτηση μου, κύριος,» του είπε με μια έκφραση θυμού γραμμένη στο πρόσωπο της, «Η θεία Μυγαλή έλεγε πως κυνηγούσες τη Σύνθια, έτσι δεν είναι;» Ο Μάρτιν γύρισε, κοιτάζοντας αγριεμένος τον Τζός. Ως μεγαλύτερος αδελφός, δεν ανεχόταν να απλώνει κανείς χέρι στις αδελφές του!

«Τι έκανες στην αδελφούλα μου, μαντράχαλε;» φώναξε, κτυπώντας απειλητικά την παλάμη του με ένα ρόπαλο, «Για λέγε, μην σε κάνω μαύρο στο ξύλο!» Αλλά ο Τζός δεν ανησυχούσε τόσο πολύ με τις απειλές αυτού του πιτσιρικά, ο οποίος ήταν πολύ μικρός να του κάνει το παραμικρό κακό, όσο με τη Σύνθια να συνεχίζει τα παίζει ξέγνοιαστη με το όπλο του, το οποίο κρατούσε στα χέρια της σαν αρκουδάκι. Η στιγμή της αλήθειας είχε φτάσει.

«Τίποτα, μικρέ! Δεν προσπαθούσα να της κάνω κακό! Απλώς… συναντηθήκαμε τυχαία και την ακολούθησα εδώ. Κοιτάξτε, χρειάζομαι βοήθεια. Με… με κυνηγάνε οι Αρουραίοι…!» Ακούγοντας την εξήγηση του, οι εκφράσεις των παιδιών έγιναν πιο φιλικές, καταλαβαίνοντας πως ο καινούργιος φίλος τους είχε σοβαρό πρόβλημα.

«Οι σύντροφοι μου θα έρθουν σύντομα να με πάρουν,» συνέχισε ο Τζός, «Αλλά οι Αρουραίοι δεν πρέπει να μάθουν πως είμαι εδώ, αλλιώς θα με σκοτώσουν! Σας παρακαλώ, πρέπει να με αφήσετε να φύγω…» Παρότι ο Τζός πάντα ήξερε να κρατά την ψυχραιμία τους σε δύσκολες στιγμές, τα παιδιά μπορούσαν να καταλάβουν την απελπισία του. Τον κοίταξαν, σκεπτικοί.

«Λοιπόν, καλύτερα να τον λύσουμε,» είπε τελικά ο Μάρτιν, γονατίζοντας να ροκανίσει το σκοινί που κρατούσε δεμένα τα χέρια του Τζός. Η Τερέζα αναπήδησε.

«Μάρτιν, περίμενε. Μήπως θα έπρεπε να μιλήσουμε στη θεία Μυγαλή πρώτα…;» Ο Μάρτιν την κοίταξε με ένα αηδιασμένο ύφος.

«Από πότε ακούει η θεία Πολυλογού κανέναν; Εξάλλου,» πρόσθεσε, με ένα πονηρό χαμόγελο, «Γιατί να χάσουμε την ευκαιρία να δούμε το ύφος στο πρόσωπο της όταν γυρίσει και βρει ότι της το έσκασε;» Η Τερέζα και η Σύνθια δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους από τη σκέψη. Η θεία τους θα σήκωνε τον κόσμο ανάποδα, όπως όταν κάποιος της έκανε φάρσα και δεν μπορούσε να βρει τον ένοχο (ο οποίος στις περισσότερες περιπτώσεις ήταν φυσικά ο Μάρτιν, ο οποίος δεν τη χώνευε). Θα ήταν τόσο ξεκαρδιστικό! Ήταν ένας πειρασμός στον οποίο δεν μπορούσαν να αντισταθούν με τίποτα – και φυσικά ένα ευτυχές γεγονός για τον Τζός.

Δόξα το Θεό για την παιδική αθωότητα…

Με λίγο ροκάνισμα, τα κοφτερά δόντια του Μάρτιν έκοψαν το σκοινί και ο Τζός μπορούσε να ελευθερώσει επιτέλους τα χέρια του. Τα παιδιά, αμέσως αποτραβήχτηκαν, νιώθοντας ξαφνικά μεγάλη ανασφάλεια μπροστά σε αυτόν τον μεγαλόσωμο άνθρωπο, ο οποίος ήταν τουλάχιστον τρεις φορές ψηλότερος τους. Τώρα που ήταν ελεύθερος, ξαφνικά τους φαινόταν πελώριος και τρομακτικός. Αργά-αργά, ο Τζός σηκώθηκε όρθιος, προσεκτικά ώστε να μην τους τρομάξει περισσότερο.

Γονατίζοντας μπροστά τους, ώστε να μπορούν να τον βλέπουν καλύτερα, έβγαλε την κούκλα της Σύνθιας από τη τσέπη του, «Σου έπεσε αυτό εκεί πίσω, γλυκιά μου.»

Βλέποντας την αγαπημένη της κούκλα, η Σύνθια, που ακόμη κρυβόταν πίσω από τη φούστα της αδελφής της, τελικά βρήκε το κουράγιο να βγει έξω. Πλησίασε επιφυλακτικά τον Τζός, ο οποίος της έδωσε τη κούκλα της και πήρε πίσω το όπλο του, το οποίο και έβαλε μέσα στη ζώνη του, μακριά από τα παιδιά. Από θαύμα δεν είχε εκπυρσοκροτήσει.

«Σύνθια, τι λέμε;» είπε η Τερέζα στην αδελφούλα της, η οποία, καταχαρούμενη, αγκάλιαζε την κούκλα της, έχοντας ήδη χάσει κάθε ενδιαφέρον για τον άνθρωπο και το όπλο του. Η μικρούλα ποντικίνα κοίταξε ντροπαλά τον Τζός.

«Ευχαριστώ, κ. Άνθρωπε.»

«Δεν κάνει τίποτα, γλυκιά μου,» της είπε χαμογελαστά ο Τζός, απλώνοντας το χέρι του να τη χαϊδέψει, αλλά η ποντικίνα γρήγορα αποτραβήχτηκε. Παρότι υπήρχε μια εμπιστοσύνη μεταξύ τους, τα παιδία δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να δεχτούν αυτόν τον άνθρωπο ανάμεσα τους. Ίσως και να ήταν καλύτερα έτσι, γιατί, εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε μια οικεία φωνή.

«…Κουνήσου πια, γέρο-ξεμωραμένε! Έχουν μείνει τα παιδιά μόνα τους με αυτόν τον αλήτη!» Ήταν η θεία Μυγαλή που επέστρεφε με τον εκκεντρικό γείτονα τους, τον κ. Πάππο. Ο Τζός γρήγορα άρπαξε τον εξοπλισμό του. Ήταν ώρα να πουν αντίο.

«Λοιπόν, εδώ σας αποχαιρετώ,» είπε στα παιδιά, «Σας ευχαριστώ που με βοηθήσατε. Ίσως κάποια μέρα να σας το ανταποδώσω…»

«Στάσου, δεν είναι ανάγκη να φύγεις,» είπε ο Μάρτιν, ο οποίος λυπόταν που έπρεπε να φύγει ο καινούργιος φίλος τους τόσο σύντομα, «Θα εξηγήσουμε στη μαμά μας. Είμαι σίγουρος ότι θα σε αφήσει να μείνεις μαζί μας…»

«Λυπάμαι παιδιά, αλλά είναι αδύνατον,» είπε ο Τζός, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του. Εάν έμενε εδώ, όχι μόνο θα κινδύνευε να τον πιάσουν οι αρουραίοι, αλλά μπορεί και να έβαζε σε μεγάλους μπελάδες αυτή την ωραία οικογένεια, εάν τον βοηθούσαν. Όσο πιο γρήγορα τον ξέχναγαν, τόσο το καλύτερο για όλους τους, «Να θυμάστε: εάν έρθει κανείς εδώ ρωτώντας για εμένα, δεν ξέρετε τίποτα. Καταλάβατε;» Νιώθοντας πεπεισμένος πως δεν θα τον πρόδιδαν, γύρισε να φύγει.

«Περίμενε,» φώναξε η Τερέζα, καθώς ο Τζός το έβαλε στα πόδια, «Πως σε λένε;»

«Τζός,» απάντησε εκείνος, χωρίς να σταματήσει. Πηδώντας από το φράκτη της φυτείας, εξαφανίστηκε μέσα στα δέντρα από όπου είχε έρθει. Τα παιδιά κοίταξαν ο ένας τον άλλο.

«Τι ήταν όλα αυτά;»

Όταν επέστρεψε η θεία Μυγαλή παρέα με τον γκρινιάρη κ. Πάππο, έγινε έξαλλη μόλις ανακάλυψε πως ο 'κλέφτης' είχε κάνει φτερά. Τα παιδιά, φυσικά, είχαν αρνηθεί οποιαδήποτε σχέση με τη δραπέτευση του Τζός, παρότι τη δυσπιστία της θείας τους. Ο κ. Πάππος, από την άλλη, νομίζοντας πως είχε πέσει θύμα φάρσας, τους έβαλε τις φωνές που τον είχαν φέρει ως εδώ για το τίποτα. Όταν η θεία Μυγαλή, έξαλλη, του είχε επισημάνει πως είχε δει και εκείνη αυτόν τον άνθρωπο, ο κ. Πάππος έχασε την υπομονή του και μαζί της, αποκαλώντας την μια παρανοϊκή παλιόγρια που του σπαταλούσε τον χρόνο του με ανοησίες.

Ο καβγάς μεταξύ των δύο ποντικιών τελικά έφτασε σε σημείο βρασμού και η θεία Μυγαλή, θηρίο ανήμερο, έδιωξε τον κοντοστούπη κ. Πάππο, κυνηγώντας τον από το αγρόκτημα με το μπαστούνι της. Τα παιδιά τους παρακολουθούσαν, ξεκαρδισμένοι στα γέλια.

Εκείνο το βράδυ, στο δείπνο, η κυρία Φρίσμπι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τα παιδιά της συνεχώς ψιθύριζαν το ένα στο άλλο με τόσο ενθουσιασμό. Η πολυλογού Σύνθια πήγε να της εξηγήσει πως εκείνη και τα αδέλφια της έκρυβαν ένα μεγάλο μυστικό, αλλά ο Μάρτιν, καθισμένος ακριβώς δίπλας της, της έκλεισε γρήγορα το στόμα, απειλώντας να την τρελάνει στο γαργαλητό εάν έλεγε τίποτα περισσότερο.

Νομίζοντας πως ήταν μόνο κάποιο παιχνίδι που έπαιζαν τα παιδιά της, η κυρία Φρίσμπι δεν έδωσε και πολύ σημασία. Πάντα λυπόταν που μεγάλωναν χωρίς τη συμπαράσταση ενός πατέρα, τον οποίο είχαν χάσει εδώ και χρόνια. Να τα βλέπει ευτυχισμένα, έστω και μέσα στους κόσμους της άπειρης φαντασίας τους, της έδινε κουράγιο να συνεχίσει. Το αληθινό της πρόβλημα αυτή τη στιγμή ήταν ο μικρότερος γιός της, ο Τίμοθι. Όλη μέρα ψηνόταν στο πυρετό και ακόμη δεν έλεγε να υποχωρήσει.

Η κυρία Φρίσμπι δεν κατάλαβε εκείνο το βράδυ ότι η ασθένεια του γιού της θα οδηγούσε σε μια αναπόφευκτη σειρά γεγονότων που θα άλλαζε την ζωή της οικογένειας της για πάντα…

Σημείωση από τον συγγραφέα: Συγγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά οι ιστορίες επιστημονικής φαντασίας δεν είναι εύκολες. Όπως πάντα, καλό διάβασμα και παρακαλώ αφήστε και κανένα σχόλιο.