Τοποθεσία: Η Πράσινη Κοιλάδα, δυτικά από την Τριανταφυλλούπολη

Ηλιακή Μέρα: 5

Για τις επόμενες τρεις μέρες, ο Τζός απέφευγε να πλησιάζει στην αγροικία των ποντικιών, βγαίνοντας από το καταφύγιο του μόνο για προμήθειες. Φοβούμενος πως θα τον ανακάλυπταν, σταμάτησε να ανάβει φωτιές και ήταν πολύ πιο επιφυλακτικός κάθε φορά που έβγαινε από την κουφάλα του. Τώρα πια ζούσε μέσα στο φόβο, ανησυχώντας πως τα παιδιά θα τον πρόδιδαν στους αρουραίους. Εν στο μεταξύ, τα προβλήματα του πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο.

Έως τώρα, οι προσπάθειες του να επικοινωνήσει πάλι με το μητρικό σκάφος είχαν βγει άκαρπες. Είχε δοκιμάσει να στήσει τον πομπό έκτακτης ανάγκης του μέσα στο δάσος, αλλά δεν έπιανε κανένα σήμα. Γιατί αργούσε το πλήρωμα του τόσο πολύ; Βρίσκονταν ακόμη σε τροχιά ή μήπως είχαν ήδη προσγειωθεί; Δυστυχώς, βρισκόταν μέσα σε ένα κρατήρα, το οποίο και αχρήστευε τις τηλεπικοινωνίες για μακρινές εμβέλειες. Για να μπορέσει να λάβει σήμα από τον φάρο αναγνώρισης του Εβδά-Ένα, χρειαζόταν να βρίσκεται κάπου πιο ψηλά.

Το μόνο ιδανικό μέρος εδώ γύρω ήταν η κορυφή εκείνου του ψηλού βράχου στο κέντρο του κρατήρα, αλλά, με την αγροικία των ποντικιών να βρίσκεται ακριβώς στους πρόποδες του λόφου, δεν υπήρχε περίπτωση να πλησιάσει ξανά, ούτε για αστείο. Εάν τον τσάκωνε πάλι εκείνη η μουρλή, η Θεία Μυγαλή, θα την είχε πολύ άσχημα.

Εν στο μεταξύ, το κρύο είχε αρχίσει να χειροτερεύει, καθώς πλησίαζε ο χειμώνας. Καθώς δεν τολμούσε να ανάψει φωτιά, ότι του έμενε για ζεστασιά το βράδυ ήταν η διαστημική στολή του. Η κατάσταση είχε γίνει σχεδόν αφόρητη και δεν μπορούσε να αντέξει έτσι για πολύ ακόμη. Μόλις άρχιζε ο χειμώνας, θα αναγκαζόταν να ανάβει φωτιές, αλλιώς θα πέθαινε από το παγετό. Και ακόμη τότε, η κουφάλα του δέντρου δεν θα αρκούσε, καθώς θα είχε να κάνει με τον μακρύτερο και πιο ψυχρό χειμώνα που είχε βιώσει ποτέ άνθρωπος.

Από την εκπαίδευση του σε διαδικασίες επιβίωσης, ο Τζός γνώριζε πως το μόνο μέρος για να βρει καταφύγιο από το κρύο ήταν στο υπέδαφος. Δυστυχώς, η τριγύρω περιοχή ήταν εντελώς επίπεδη, χωρίς λόφους ή βουνά, όπου θα μπορούσε να βρει σπηλιές και άλλα φυσικά καταφύγια. Ούτε και είχε τα κατάλληλα εργαλεία να χτίσει ένα.

Είχε οργώσει όλο το δάσος, ψάχνοντας για κάποιο μέρος που θα γινόταν καλό χειμερινό καταφύγιο, αλλά οι προσπάθειες του ήταν όλες μάταιες. Είχε σκεφτεί ακόμη και να επιστρέψει σε εκείνη τη φάρμα το βράδυ και να κλέψει κάποια από εκείνα τα σκεπάρνια που είχε δει να χρησιμοποιούν τα ποντίκια στο χωράφι τους. Με αυτά ίσως να μπορούσε να σκάψει ένα πρόχειρο καταφύγιο. Αλλά το ρίσκο να τον ανακαλύψουν ήταν πολύ μεγάλο ώστε να το ρισκάρει.

Επίσης, υπήρχε το πρόβλημα του φαγητού. Οι άγριοι καρποί του δάσους δεν θα του έφταναν για το χειμώνα, καθώς γρήγορα θα σάπιζαν. Οι προμήθειες έκτακτης ανάγκης του επίσης τελείωναν. Ακόμη και με μόνο ένα τρίτο της καθημερινής μερίδας, είχε φτάσει στο τελευταίο του σωληνάριο κρέμας πρωτεϊνών. Είχε σκεφτεί να κυνηγήσει ζώα για κρέας, αλλά γρήγορα κατάλαβε πως ήταν όλα είδη που έπεφταν σε χειμέρια νάρκη ή μετανάστευαν νότια το χειμώνα. Μόλις έφτανε το κρύο, δεν θα έμενε τίποτα. Η σκληρή πραγματικότητα ήταν ξεκάθαρη: εκτός και αν έβρισκε βοήθεια από κάπου ή τον έσωζε το πλήρωμα του, δεν είχε καμία πιθανότητα μακροχρόνιας επιβίωσης.

Ήταν αργά το απόγευμα της πέμπτης μέρας στην επιφάνεια του πλανήτη. Ο Τζός βρισκόταν σε μια κοντινή λιμνούλα, κάνοντας ένα μπάνιο. Βγάζοντας τα ρούχα του και με ένα σαπούνι στο χέρι, βούτηξε. Το νερό ήταν κρύο, αλλά καθαρό. Η χημική ανάλυση του νερού του Εβδά-Βήτα έδειχνε πως ήταν πλούσιο σε σίδηρο και θείο, σαν μεταλλικό νερό – μια πολύ καλύτερη επιλογή από τη βρώμικη υγρασία της ερήμου.

Το σαπούνι του ήταν ελάχιστο και ήθελε να το κάνει να κρατήσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Δεν μπορούσε να διαθέσει πολλές γήινες ανέσεις αυτή τη στιγμή. Ωστόσο, του Τζός πάντα του άρεσε η καλή υγιεινή και να είναι ευπαρουσίαστος. Τελειώνοντας με το μπάνιο του, πήρε ένα ξυράφι και, χρησιμοποιώντας την επιφάνεια της λίμνης σαν καθρέφτη, έκανε μια προσπάθεια να καθαρίσει το γένι που είχε αρχίσει να μεγαλώνει στο πρόσωπο του. Αλλά, χωρίς κρέμα ξυρίσματος, ήταν τόσο επώδυνο που σύντομα τα παράτησε, προτιμώντας να αφήσει τη φύση να πάρει το δρόμο της.

Είχε μόλις ξαναντυθεί, όταν ξαφνικά άκουσε μια κατατρομαγμένη κραυγή από κάπου κοντά – μια γυναικεία φωνή, που φώναζε για βοήθεια. Κάποιος κινδύνευε! Αρπάζοντας το όπλο του, έτρεξε προς τα όπου είχε ακουστεί η φωνή να ερευνήσει. Βγαίνοντας σε ένα ξέφωτο, αντίκρισε ένα θέαμα τόσο τρομακτικό που του πάγωσε το αίμα.

Έξω στο ξέφωτο, κάτω από ένα δέντρο, βρισκόταν ένα από εκείνα τα ανθρωπόμορφα ποντίκια, σε αυτή τη περίπτωση μια νεαρή ποντικίνα. Το πόδι της είχε πιαστεί σε μια σχισμή μεταξύ των ριζών του δέντρου, όπου και είχε παραπατήσει, παγιδεύοντας τη. Από πάνω της ήταν μια γιγαντιαία οχιά, πολύ μεγαλύτερη και από τα πιο πελώρια φίδια στη Γη, έτοιμη να της επιτεθεί. Το θηρίο είχε ορθάνοιχτό το γεμάτο με μεγάλα σαν μαχαίρια δόντια στόμα του, έτοιμο να καταβροχθίσει το ακινητοποιημένο θήραμα του.

Ο Τζός δεν έχασε δευτερόλεπτο. Τραβώντας το πιστόλι του, πυροβόλησε. Η ηλεκτρική σφαίρα βρήκε το στόχο της μέσα στο στόμα του φιδιού, ανοίγοντας μια καυτηριασμένη τρύπα στον ουρανίσκο, η οποία διαπέρασε μέχρι τη κορυφή του κεφαλιού του. Θανάσιμα τραυματισμένο, το τέρας ξέσπασε σε βίαια σπαρταρίσματα, σφυρίζοντας δυνατά. Η πελώρια ουρά του χτύπησε σαν ρόπαλο τον Τζός, ρίχνοντας τον καταγής, ώσπου, επιτέλους, σωριάστηκε άψυχο στο έδαφος.

Μουγγρίζοντας από το πόνο, ο Τζός σηκώθηκε, αναστενάζοντας με ανακούφιση βλέποντας αυτό το τέρας ψόφιο. Τα πλευρά του τον πονούσαν άσχημα, αλλά ευτυχώς, δεν είχε πάθει κανένα κάταγμα. Τότε θυμήθηκε την ποντικίνα. Το άμοιρο πλάσμα βρισκόταν ακόμη καταγής, σε κατάσταση σοκ, αλλά ακόμη ζωντανή. Κοιτάζοντας καλύτερα, ο Τζός την αναγνώρισε. Ήταν η κα Φρίσμπυ, η μητέρα των ποντικιών από τη φάρμα. Τι γύρευε εδώ έξω, ολομόναχη;

Για μια στιγμή, ο Τζός ήθελε να το βάλει στα πόδια. Η ποντικίνα ήταν ζωντανή και ασφαλής, και θα έπαιρνε το δρόμο της χωρίς να τον δει. Αλλά δεν μπορούσε να την αφήσει εκεί που ήταν, τόσο τρομαγμένη και αβοήθητη. Ξεχνώντας κάθε λογική περί της προσωπικής του ασφάλειας, έτρεξε να τη βοηθήσει. Ο μανδύας της είχε σχιστεί και είχε λιποθυμήσει, αλλά ευτυχώς δεν υπήρχε ίχνος από δάγκωμα, το οποίο θα ήταν αναμφίβολα μοιραίο.

Έχει τύχη βουνό η κοπελιά, σκέφτηκε ο Τζός. Εκείνη τη στιγμή, άνοιξαν τα μάτια της και τον είδε…

Η Ελίζαμπεθ Φρίσμπυ περπατούσε μόνη της, επιστρέφοντας από το σπίτι του κου Πάππου με φάρμακο για τον γιο της, τον Τίμοθι. Εδώ και τρείς μέρες, το παιδί της ψηνόταν στο κρεβάτι με πυρετό. Όλες οι προσπάθειες της να κατεβάσει αυτό το τρομερό πυρετό με ζεστές σούπες και τσάι από φλούδα ιτιάς είχαν βγει άκαρπες. Με την υγεία του γιού της να χειροτερεύει από στιγμή σε στιγμή, η απελπισμένη μητέρα είχε στραφεί στη τελευταία της ελπίδα: τον εκκεντρικό γείτονα της και τις περίεργες συνταγές του.

Ο κος Πάππος ήταν γκρινιάρης όπως πάντα που τον διέκοψαν, ακόμη έξαλλος για τον καβγά του με τη θεία Μυγαλή, αλλά τουλάχιστον δέχτηκε να τη βοηθήσει. Αφού του περιέγραψε τα συμπτώματα η κα Φρίσμπυ, κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Τίμοθι είχε πνευμονία και τις έδωσε ένα σακουλάκι με αντιπυρετικά άλατα που είχε μαζέψει από κάποια φυτά με φαρμακευτικές ιδιότητες – γνωστό στους ανθρώπους πίσω στη Γη ως κινίνη –, με οδηγίες να τα δίνει στο γιό της καθημερινά σε μικρές δόσεις. Επίσης, της τόνισε πως ο Τίμοθι έπρεπε οπωσδήποτε να παραμείνει στα ζεστά για τουλάχιστον τρεις εβδομάδες, αλλιώς η κατάσταση του θα χειροτέρευε.

Καταλαβαίνοντας πως η ζωή του γιού της βρισκόταν σε κίνδυνο, η κα Φρίσμπυ είχε ευχαριστήσει τον κ. Πάππο και έφυγε γρήγορα να γυρίσει σπίτι. Δυστυχώς, στη βιασύνη της, δεν πρόσεχε που πήγαινε και σύντομα βρέθηκε χαμένη μέσα στο δάσος. Εδώ έξω, κάθε λογικό ποντίκι ήξερε πως έπρεπε να έχει τα μάτια του δεκατέσσερα, καθώς παραμόνευαν διάφοροι κίνδυνοι. Αλλά η κα Φρίσμπυ, ανησυχώντας για το γιό της, δεν πρόσεχε αρκετά.

Συνέβη εντελώς ξαφνικά. Μια στιγμή, είχε σταματήσει λίγο να ξεκουραστεί, την άλλη βρέθηκε να την κυνηγάει εκείνη η οχιά. Τρέχοντας πανικόβλητη να σωθεί, με το πεινασμένο φίδι ξωπίσω της, δεν έφτασε πολύ μακριά. Παραπάτησε, σφηνώνοντας το πόδι της μεταξύ δυο ριζών. Παγιδευμένη, κοίταξε απελπισμένη την οχιά να ανοίγει το πελώριο στόμα της, έτοιμη να την καταβροχθίσει. Η φρικτή σκέψη πως τα παιδιά της τώρα θα μεγάλωναν ορφανά εξαιτίας της απερισκεψίας της να τη βασανίζει, η κα Φρίσμπυ έκλεισε σφικτά τα μάτια της, περιμένοντας το τέλος.

Λυπάμαι τόσο πολύ, Τζόναθαν. Εγκατέλειψα τα ίδια μας τα παιδιά…

Αλλά ο φρικτός πόνος των δοντιών του φιδιού να βυθίζονται στο σώμα της δεν έφτασε ποτέ. Χωρίς να τολμάει να ανοίξει τα μάτια της, ξαφνικά, άκουσε έναν δυνατό θόρυβο, σαν κεραυνό, το φίδι να σφυρίζει από τον πόνο και μετά… ησυχία. Τι είχε συμβεί; Η κα Φρίσμπυ δεν μπορούσε να αντέξει άλλο αυτόν τον εφιάλτη και έχασε τις αισθήσεις της.

Δεν ήξερε πόση ώρα βρισκόταν καταγής εκεί, όταν ξαφνικά ξύπνησε νιώθοντας κάποιον να της χαϊδεύει απαλά το μέτωπο. Είχε πεθάνει; Αυτό ήταν το τέλος; Σιγά-σιγά, άνοιξε τα μάτια της, περιμένοντας να δει τον αγαπημένο της Τζόναθαν. Αυτό που είδε την έκανε να αναφωνήσει με έκπληξη.

Σκυμμένος από πάνω της ήταν το πιο αλλόκοτο πλάσμα που είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή της. Παρότι της έμοιαζε πολύ, με δύο χέρια και δύο πόδια, δεν ήταν ούτε ποντικός, ούτε αρουραίος. Δεν είχε καθόλου γούνα και φορούσε μια περίεργη ενδυμασία που θύμιζε πανοπλία, η οποία ήταν φυσικά η διαστημική στολή του Τζός. Μπορούσε να διακρίνει ένα ταμπελάκι στο θώρακα του που έγραφε με κεφαλαία το όνομα ΑΝΤΕΡΣΟΝ, καθώς και ένα περίεργο έμβλημα σε σχήμα κουκουβάγιας με τη λέξη ΕΒΔΑ-Ι από κάτω, κανένα από τα οποία έβγαζαν νόημα.

Ο ξένος βρισκόταν γονατισμένος δίπλα της, με μια έκφραση ανησυχίας γραμμένη στο πρόσωπο του, βλέποντας την να ξυπνάει. Ποιος ήταν άραγε; Από πού είχε ξεφυτρώσει; Η κα Φρίσμπυ δεν ήταν ούτε δυνατή ούτε και ιδιαίτερα γενναία ποντικίνα και αυτός ο τύπος, σχεδόν διπλάσιος το μέγεθος της, φαινόταν δυνατός και τρομακτικός! Δεν μπορούσε να βγάλει άχνα ή να κουνηθεί ρούπι από την έκπληξη και το φόβο. Τουλάχιστον, ώσπου είδε τον ξένο να βγάζει ένα μαχαίρι.

«Όχι!»

Με το πόδι της ακόμη πιασμένο στη σχισμή και χωρίς να μπορεί να κάνει τίποτα να του ξεφύγει, η άμοιρη ποντικίνα κουλουριάστηκε πάλι, νομίζοντας πως θα την μαχαίρωνε, «Σε παρακαλώ, σκέψου τα παιδιά μου!» βόγκηξε, «Είμαι η μόνη που έχουν στο κόσμο…!» Αλλά, αντί να τη μαχαιρώσει, ο ξένος μίλησε με μια φιλική φωνή.

«Ήρεμα, κυρία μου. Δεν θέλω να σου κάνω κακό. Προσπαθώ να σε βοηθήσω…» Εκείνη τη στιγμή, η κα Φρίσμπι πρόσεξε το ψόφιο φίδι σωριασμένο στο έδαφος δίπλα τους. Αυτός ο μυστηριώδης άνθρωπος την είχε τραβήξει από το στόμα του Χάρου!

Ο Τζός πάγωσε καθώς η ποντικίνα που είχε μόλις σώσει γούρλωσε τα μάτια της βλέποντας τον. Αυτή τη φορά, η ζημιά είχε γίνει. Εκτός και αν την έπαιρνε αιχμάλωτη, για να μη μιλήσει, είχε επιτρέψει σε έναν από τους κατοίκους αυτού του πλανήτη να τον δουν. Εάν την άφηνε να φύγει, θα μπορούσε να τον προδώσει στους αρουραίους με τη πρώτη ευκαιρία.

Παρότι την αβεβαιότητα του για το πώς να το χειριστεί αυτό, δεν μπορούσε να μην θαυμάζει πόσο όμορφο πλάσμα ήταν. Το απαλό, καφετί σαν τη σοκολάτα τρίχωμα της ήταν καλά περιποιημένο και τα βαθιά, γαλάζια σαν ζαφείρια μάτια της, γουρλωμένα από το φόβο, κόντευαν να κάνουν τη καρδιά του Τζός να σπάσει.

Βλέποντας πως το πόδι της είχε πιαστεί, έβγαλε το σουγιά του να την ελευθερώσει. Αυτό κατατρόμαξε την ποντικίνα, η οποία προφανώς νόμιζε πως ήθελε να της κάνει κακό. Πανικόβλητη, άρχισε να φωνάζει, ικετεύοντας τον για οίκτο. Ο Τζός έπρεπε να βάλει τα δυνατά του για να την ηρεμήσει.

«Ήρεμα, κυρία μου! Δεν θέλω να σου κάνω κακό. Προσπαθώ να σε βοηθήσω.» Ο καλοσυνάτος τόνος της φωνής του την καθησύχασε κάπως, αλλά δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του, αβέβαιη εάν ήταν εχθρός ή φίλος.

Αφού ήταν σίγουρος πως δεν θα του αντιστεκόταν και ίσως να την τραυμάτιζε κατά λάθος, ο Τζός στρώθηκε στη δουλειά. Βάζοντας τη λεπίδα του σουγιά του μέσα στη σχισμή, με όλη του τη δύναμη, μπόρεσε και χώρισε αρκετά τις ρίζες, ώστε να μπορεί να ελευθερωθεί. «Ορίστε. Τελείωσε. Δεν ήταν και τόσο άσχημο, ε;» Τη στιγμή που είχε τραβήξει το πόδι της από τη παγίδα, νόμιζε πως θα το έβαζε στα πόδια, αλλά έμεινε εκεί που ήταν.

«Σε… σε ευχαριστώ πολύ, ξένε,» μουρμούρισε με ευγνωμοσύνη ο ποντικίνα, η οποία ακόμη κοιτούσε επίμονα τον Τζός, αλλά τουλάχιστον δεν έτρεμε πια από φόβο. «Μου έσωσες τη ζωή. Αλλά, τι… θέλω να πω, ποιος είσαι;» ρώτησε, μπερδεύοντας τα λόγια της, μη θέλοντας να προσβάλει αυτόν το φιλικό ξένο που την είχε μόλις σώσει από φρικτό θάνατο.

«Σμηναγός Τζός Άντερσον, πιλότος του διαστημόπλοιου Εβδά-Ένα. Έρχομαι από το πλανήτη Γη,» της συστήθηκε ο Τζός με υπόκλιση, σαν σωστός τζέντλεμαν. Ένας Άγγλος σαν και εκείνον ποτέ δεν ξεχνούσε τους τρόπους του μπροστά τις κυρίες. Η κενή έκφραση της καινούργιας φίλης του έδειχνε πως δεν είχε ξανακούσει ποτέ για τη Γη.

«Λέγομαι Ελίζαμπεθ Φρίσμπι,» του συστήθηκε και εκείνη, δίνοντας του το χέρι της για χειραψία. Ο Τζός της φίλησε ευγενικά το χέρι και τη βοήθησε να σηκωθεί. Μάλλον το ρίσκο που έπαιρνε έρχοντας σε επαφή με τους κατοίκους αυτού του περίεργου, εξωγήινου κόσμου ίσως να μην ήταν τελικά τόσο μεγάλη κουταμάρα. Μετά από πέντε μέρες απομόνωσης, κόντευε να τρελαθεί από τη μοναξιά. Η καλοσυνάτη και πανέμορφη κα Φρίσμπι του είχε ανεβάσει το ηθικό. Τότε πρόσεξε πως η φίλη του δυσκολευόταν να σταθεί, κρατώντας τον αστράγαλο της που την πονούσε.

«Είσαι εντάξει; Πονάει;» τη ρώτησε, πιάνοντας τη προτού σκοντάψει, «Για στάσου, να ρίξω μια ματιά.»

Βοηθώντας τη να καθίσει σε ένα βράχο, ακούμπησε το πόδι της στα γόνατα του και έβγαλε το φορητό υπολογιστή της στολής του. Ενεργοποιώντας το ιατρικό σκάνερ, έκανε ακτινογραφία στον αστράγαλο της. Η ψηφιακή εικόνα υψηλής ανάλυσης στην οθόνη έδειχνε λίγο πρήξιμο, μάλλον από έναν ελαφρά σχισμένο μυ, αλλά ευτυχώς τίποτα με κόκκινο, που θα σήμαινε κάταγμα.

«Είσαι τυχερή, δεν φαίνεται να έσπασες τίποτα. Μόνο ένα μικρό στραμπούληγμα είναι,» την καθησύχασε, κάνοντας της μασάζ στο τραυματισμένο σημείο με τη δεξιότητα ενός επαγγελματία ιατρού. Βγάζοντας το κουτί Α' Βοηθειών από τη τσάντα του, βρήκε επιδέσμους και μια χημική παγοκύστη, που θα βοηθούσε να περάσει το πρήξιμο. Η κα Φρίσμπι ανατρίχιασε λίγο καθώς ο Τζός ακούμπησε τη παγοκύστη στον αστράγαλο της, αλλά ένιωσε ανακούφιση καθώς ο πόνος άρχισε να περνάει. «Μπορώ να μάθω, τι γύρευες εδώ έξω ολομόναχη;»

«Ο γιός μου, ο Τίμοθι είναι άρρωστος με πυρετό,» του εξήγησε, «Είχα πάει στον γείτονα μου, τον κ. Πάππο για λίγο φάρμακο… Ωχ, όχι!» αναφώνησε ξαφνικά, καθώς θυμήθηκε πως είχε χάσει το σακουλάκι με το φάρμακο όταν τη κυνηγούσε το φίδι. Όλος αυτός ο κόπος, που της είχε σχεδόν κοστίσει τη ζωή της, ήταν για το τίποτα. «Το φάρμακο του Τίμοθι! Το έχασα!» Ξέσπασε σε λυγμούς, νιώθοντας τρομερή απογοήτευση. Τι θα έκανε τώρα; Ο Τζός, που είχε μόλις τελειώσει να της επιδένει το πόδι, ένοιωθε τη καρδιά του έτοιμη να σπάσει βλέποντας αυτό το όμορφο πλάσμα τόσο δυστυχισμένο. Κάθισε δίπλα της και την πήρε απαλά στην αγκαλιά του για να την ηρεμήσει.

«Έλα τώρα, μην κλαίς,» την καθησύχασε, «Όλα θα πάνε καλά.» Η κα Φρίσμπι μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της, αλλά δεν γινόταν να μην ανησυχεί του θανατά για την υγεία του γιού της. Κοίταξε απελπισμένη τον Τζός.

«Τι θα κάνω τώρα; Ο κος Πάππος είπε πως φεύγει απόψε για μια επείγουσα δουλειά στη Τριανταφυλλούπολη και δεν θα γυρίσει μέχρι την επόμενη εβδομάδα. Ο Τίμοθι δεν μπορεί να αντέξει ως τότε χωρίς φάρμακο…!» Αλλά ο Τζός, που ήξερε να παραμένει ψύχραιμος σε δύσκολες καταστάσεις και να σκεφτεί, τη καθησύχασε. Ως στρατιώτης με κώδικα τιμής, ήταν αποφασισμένης να βοηθήσει τη φίλη του με όποιον τρόπο μπορούσε.

«Μην φοβάσαι, κάτι θα σκεφτώ,» της είπε, «Λοιπόν, τι είδους ασθένεια είναι; Αυτός ο… κ. Πάππος είπε τίποτα; Καμία διάγνωση, ίσως; Έλα, σκέψου!» Η κα Φρίσμπι προσπάθησε με δυσκολία να θυμηθεί τα αλαμπουρνέζικα του γέρο-βοτανολόγου, γνωρίζοντας πως η ζωή του γιού της εξαρτιόταν από αυτές τις πληροφορίες.

«Ο κ. Πάππος το αποκάλεσε… πνευμονία, νομίζω,» είπε, προφέροντας με δυσκολία τη λέξη, «Είπε πως μπορεί να αποδειχθεί μοιραία χωρίς φάρμακο. Ωχ, το άμοιρο το παιδί μου…!» Αλλά, προς μεγάλη της τύχη, ο Τζός είχε μια εναλλακτική λύση: τις αμπούλες πενικιλίνης έκτακτης ανάγκης μέσα στο κίτ του. Αν και ήταν μόνο για γενική χρήση, ήταν καλύτερο από οποιοδήποτε βοτανικό ιατρικό της συμφοράς που υπήρχε εδώ γύρω. Φυσικά, δεν είχε τρόπο να γνωρίζει εάν το φάρμακο θα είχε τίποτα παρενέργειες, αφού δεν είχε δοκιμαστεί ποτέ σε αυτά τα γιγαντιαία ποντίκια. Μακάρι να ήταν εδώ ο Γκόρντον, σκέφτηκε, καθώς θυμήθηκε το φίλο του, τον Δρ Βονιφάτιο. Η μεγαλοφυΐα στη διαστημική ιατρική θα μπορούσε να τον συμβουλεύσει και με κλειστά τα μάτια.

«Εντάξει, δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο,» της είπε, έχοντας ξαφνικά βρεθεί αντιμέτωπος με ένα νέο δίλημμα. Ο Τίμοθι χρειαζόταν αυτή τη πενικιλίνη χωρίς καθυστέρηση και καθώς η κα Φρίσμπι δεν ήξερε πώς να του τη χορηγήσει η ίδια, θα έπρεπε να πάει πίσω μαζί της στη φάρμα. Τολμούσε να ξαναπάει εκεί πέρα; Φτηνά την είχε γλιτώσει τη τελευταία φορά. Αλλά, ξέροντας πως υπήρχε ένα ετοιμοθάνατο παιδί και πως αυτός ήταν η μόνη του ελπίδα, δεν μπορούσε να του γυρίσει την πλάτη σαν δειλός. Θα έπρεπε να το διακινδυνεύσει και να ελπίσει πως η κα Φρίσμπι θα τον προστάτευε σε περίπτωση που έβγαινε η κατάσταση εκτός ελέγχου.

«Θα έρθω πίσω μαζί σου, να δω τι μπορώ να κάνω για το γιό σου,» είπε τελικά στη φίλη του, «Είμαι σίγουρος πως μπορεί να κάνω κάτι για να τον βοηθήσω.» Κατά βάθος, ένοιωθε σαν ηλίθιος που έκανε μια τόσο μεγάλη ανοησία. Για πιο λόγο ρίσκαρε τη ζωή του για μια ποντικίνα που δεν γνώριζε καν, ενώ θα έπρεπε να κρύβεται, περιμένοντας για αποστολή διάσωσης να τον μαζέψει; Η καταραμένη ιπποσύνη σου θα είναι η καταστροφή σου κάποια μέρα, Τζόσουα, ρε βλάκα, σκέφτηκε. Η κα Φρίσμπι, αντιθέτως, ήταν καταχαρούμενη.

«Θα βοηθήσεις τον Τίμοθι μου; Ω, σε ευχαριστώ! Σε ευχαριστώ τόσο πολύ!» είπε, κλαίγοντας από συγκίνηση. Αγκάλιασε σφικτά τον Τζός, ο οποίος δεν μπορούσε να συγκρατήσει μια δυνατή κραυγή πόνου. Η κα Φρίσμπι του είχε πιέσει κατά λάθος τα τραυματισμένα πλευρά του. Ακούγοντας τη κραυγή του, η ποντικίνα τον κοίταξε με ανησυχία.

«Είσαι καλά; Τραυματίστηκες;»

«Δεν είναι τίποτα. Το παλιόφιδο μου 'δωσε μια καλή με την ουρά του,» μουρμούρισε ο Τζός, πιάνοντας τα πονεμένα πλευρά του. Παρότι δεν είχε σπάσει τίποτα, θα βοηθούσε εάν είχε μια δεύτερη παγοκύστη, αλλά δεν υπήρχε άλλη, «Λίγο πρήξιμο είναι μόνο…» Η κα Φρίσμπι του πήρε το χέρι.

«Έλα μαζί μου. Μόλις φτάσουμε σπίτι μου, θα σου βρω κάτι.» Τότε θυμήθηκε πως η ίδια δεν μπορούσε καν να περπατήσει μέχρι το σπίτι της, εξαιτίας του τραυματισμένου αστραγάλου της. Η φάρμα ήταν κάνα-δυο χιλιόμετρα δρόμος και σκοτείνιαζε. Σύντομα το δάσος θα ήταν γεμάτο με περισσότερα αρπακτικά. Ένιωθε εντελώς αβοήθητη και φοβισμένη.

«Λυπάμαι, δεν νομίζω να μπορώ να προχωρήσω σε αυτό το χάλι…»

«Κανένα πρόβλημα. Επέτρεψε μου,» της χαμογέλασε ο Τζός και, χωρίς να διστάσει, την σήκωσε στα χέρια του. Αν και τον πονούσαν σαν το διάολο τα πλευρά του, η ζεστασιά από το σώμα αυτής της όμορφης κοπέλας, ή πιο συγκεκριμένα ποντικίνας, του έδινε δύναμη. Θα την κουβαλούσε μέχρι το σπίτι της. Η κα Φρίσμπι, ξαφνισμένη από την ευγενική πράξη του Τζός, του χαμογέλασε με ευγνωμοσύνη.

«Είσαι πραγματικός τζέντλεμαν, Σμηναγέ Άντερσον,» του είπε, δίνοντας του ένα φιλί στο μάγουλο. Όποιος και αν ήταν αυτός ο μυστηριώδης ξένος, της άρεσε πάρα πολύ σαν προσωπικότητα. Ο Τζός κοκκίνισε.

«Κάνω απλώς το καθήκον μου, όπως κάθε αξιοπρεπής Βρετανός αξιωματικός,» της είπε, «Και, σε παρακαλώ, μπορείς να με λες Τζός. Μόνο ο σνομπ διοικητής μου με φωνάζει με το βαθμό μου.» Κουβαλώντας την κα Φρίσμπι στην αγκαλιά του, ξεκίνησε με προορισμό τη φάρμα των ποντικιών, ελπίζοντας να τους έβρισκε πιο φιλοξενούμενους αυτή τη φορά…

Εν στο μεταξύ, το σπίτι της οικογένειας Φρίσμπι βούιζε κυριολεκτικά με ανησυχία. Η Τερέζα, ο Μάρτιν και η Σύνθια βρίσκονταν υπό την επιτήρηση της Θείας Μυγαλής, όπου και τους είχε αφήσει η μητέρα τους πριν από αρκετές ώρες. Στο υπνοδωμάτιο των παιδιών, ο αδελφός τους, ο Τίμοθι βρισκόταν στο κρεβάτι, ψημένος στο πυρετό και οι τελευταίες του δυνάμεις να τον εγκαταλείπουν.

Η Τερέζα καθόταν μπροστά στο τζάκι με τη Σύνθια και τη Θεία Μυγαλή, ενώ ο Μάρτιν, όλο ανυπόμονος, πήγαινε πέρα-δώθε, γκρινιάζοντας που δεν τον είχε αφήσει η μητέρα τους να πάει μαζί της, δήθεν να τη προστατεύει. Αυτός και η Σύνθια, που τους ενοχλούσε όλους δίχως τέλος, λέγοντας πως ήθελε να παίξει, κόντευαν να σπάσουν τα νεύρα της φουκαριάρας της Θείας Μυγαλής. Ειδικά, ο Μάρτιν και η θεία Μυγαλή κλειδωμένοι στο ίδιο δωμάτιο για πολύ ώρα πάντα οδηγούσε σε καυγά.

Η Τερέζα καθόταν σιωπηλή, ανησυχώντας για τη μητέρα της. Γιατί αργούσε τόσο πολύ; Ο κ. Πάππος ποτέ δεν κρατούσε πολύ ώρα τους επισκέπτες του. Κάθε τόσο, το μυαλό της γύρναγε πίσω σε εκείνον τον μυστηριώδη άνθρωπο που είχαν βρει πριν λίγες μέρες. Μήπως εκείνος ο ξένος, που κυκλοφορούσε κάπου εκεί έξω, ήταν ο λόγος που ή μητέρα τους είχε αργήσει; Μήπως της είχε κάνει τίποτα; Μετανιώνοντας που δεν είχαν ακούσει την θεία τους και τον είχαν ελευθερώσει, η Τερέζα συγκρατήθηκε, καθησυχάζοντας τον εαυτό της πως όλα θα πήγαιναν καλά.

Έξω, στο κήπο, ο Τζός και η κα Φρίσμπι είχαν μόλις φτάσει. Ο Τζός κουβάλησε τη φίλη του στο κατώφλι της πόρτας, όπου επιτέλους την κατέβασε. Η πόρτα δεν έλεγε και πολλά – μια απλή κατασκευή από κορμούς δεμένους με σχοινί, χωρίς κλειδαριά ή πόμολο. Μέσα, ακούγονταν η θυμωμένη φωνή της θείας Μυγαλής, πού μάλωνε τα παιδιά.

«…Ουδείς πιο αχάριστος από του ευεργετημένου, όπως και πάντα λέω, και αυτό συμπεριλαμβάνει τα αγενέστατα, θρασύτητα παλιόπαιδα! Καλό σας απόγευμα!» Άκουσαν βήματα να ανεβαίνουν προς την πόρτα, μια στριγκλιά και κάτι βαρύ να παίρνει κατρακύλα τις σκάλες σαν μια γιγαντιαία μπάλα. Τα γέλια των παιδιών ακούστηκαν μέχρι την πόρτα.

«Αυτή είναι η Θεία Μυγαλή,» είπε η κα Φρίσμπι, ανοίγοντας την πόρτα και οδηγώντας τον Τζός μέσα, «Με μεγάλωσε όταν πέθαναν οι γονείς μου όταν ήμουν παιδί. Τώρα προσέχει τα παιδιά μου όποτε λείπω.»

Το εσωτερικό του σπιτιού άφησε τον Τζός, που περίμενε μια απλή ποντικότρυπα, κατάπληκτο. Με πέτρες και δοκάρια να στηρίζουν τους χωματένιους τοίχους και την οροφή, και με δύο μικρά, χωρίς τζάμια παράθυρα για εξαερισμό, το σπίτι της οικογένειας Φρίσμπι έμοιαζε με ένα πολυτελέστατο υπόγειο καταφύγιο. Χτισμένο στο υπέδαφος, σε μια τεχνητή σπηλιά κάτω από ένα πελώριο βράχο, είχε μια θερμή, χωριάτικη ατμόσφαιρα.

Με ένα πελώριο πέτρινο τζάκι για θέρμανση και μαγείρεμα, το δωμάτιο ήταν επιπλωμένο με ένα πελώριο ξύλινο τραπέζι, λίγα ξύλινα σκαμνιά και ένα σκρίνιο με πήλινα πιάτα και μαγειρικά σκεύη. Το χωματένιο πάτωμα ήταν στρωμένο με χαλιά από γούνες γιγαντιαίων κουνελιών για προστασία από το κρύο και την υγρασία. Μια σκάλα με στενά σκαλοπάτια, χτισμένη πάνω σε μια ρίζα που προεξείχε από την είσοδο, οδηγούσε κάτω στη κουζίνα.

Τώρα πια ο Τζός μπορούσε να καταλάβει πως οι κάτοικοι αυτού του πλανήτη άντεχαν το παγετό του ηλιακού χειμώνα. Τα υπόγεια σπίτια τους, κτισμένα βαθιά κάτω στο υπέδαφος, ήταν καλά προστατευμένα από το αφόρητο κρύο στην επιφάνεια.

Η θεία Μυγαλή βρισκόταν πεσμένη στο πάτο της σκάλας, μπλεγμένη μέσα στο πελώριο σάλι της. Τα παιδιά της κας Φρίσμι προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα γέλια τους, με εξαίρεση τον Μάρτιν, ο οποίος κόντευε να σκάσει με τη φάρσα του. Αυτός ήταν που είχε κάνει τρικλοποδιά στη θεία του, ως εκδίκηση που τον είχε μαλώσει νωρίτερα. Ο Τζός έπρεπε και αυτός να συγκρατήσει τα γέλια του, βλέποντας αυτή τη οξύθυμη γριά που τον είχε δέσει σαν αρνί να κοντεύει να τρελαθεί από τα αθώα παιχνίδια των παιδιών. Η κα Φρίσμπι όμως δεν το έβρισκε καθόλου αστείο.

«Σταμάτα, Μάρτιν!» μάλωσε το γιο της, βλέποντας τον να κοροϊδεύει τη θεία του, «Μα τι συμβαίνει εδώ πέρα, Θεία Μυγαλή;» Η θεία Μυγαλή, θηρίο ανήμερο, σηκώθηκε.

«Επιτέλους, ανιψιά, γύρισες!» φώναξε έξαλλη, «Έχει εξαντληθεί η υπομονή μου με αυτό το παλιόπαιδο, τον γιο σου… Αυτός!» Έπεσε απόλυτη σιωπή, καθώς οι πάντες γύρισαν να κοιτάξουν κατάπληκτοι τον Τζός, καθώς ακολούθησε τη κα Φρίσμπι μέσα στο σπίτι. Η θεία Μυγαλή συνήλθε πρώτη. Αρπάζοντας τη μαγκούρα της, ήρθε καταπάνω αυτού του ανεπιθύμητου επισκέπτη, τα μάτια της σχιστά από θυμό.

«Πάλι εσύ! Πάρε τα χέρια σου από την ανιψιά μου αμέσως! Πως τολμάς να εμφανίζεσαι εδώ πέρα, αλήτη! Έξω από δω! Δρόμο, είπα!» Μουγγρίζοντας σαν μανιασμένη, σήκωσε τη μαγκούρα της να βαρέσει τον Τζός, αλλά η κα Φρίσμπι επενέβη.

«Σταμάτα, θεία, σε παρακαλώ! Δεν είναι επικίνδυνος! Μου έσωσε τη ζωή στο δάσος. Τον έφερα να βοηθήσει τον Τίμοθι…» Η Θεία Μυγαλή κοίταξε έξαλλη την ανιψιά της.

«Έφερες αυτόν τον αλλόκοτο εδώ; Τρελάθηκες; Αφού ξέρεις πως δεν κάνει να εμπιστεύεσαι τους ξένους! Ότι ψέματα και αν σου είπε να σε καλοπιάσει, θα σε εκμεταλλευτεί με τη πρώτη ευκαιρία…»

«Με συγχωρείτε, κυρία μου,» τη διέκοψε ψυχρά ο Τζός, «Αλλά εγώ δεν είμαι αυτός με την αντικοινωνική συμπεριφορά, όπως να χτυπάω κόσμο στο κεφάλι με σκεπάρνια και μετά να τους δένω σα ζώα!» Η κα Φρίσμπι κοίταξε απογοητευμένη τη θεία Μυγαλή, ακούγοντας πως είχε φερθεί στον Τζός. Ακόμη και τα παιδιά έφερναν αντιρρήσεις, με τον Μάρτιν, πρώτο και καλύτερο, να την αποκαλεί αγροίκα.

Καταλαβαίνοντας πως δεν θα έβρισκε υποστήριξη από κανέναν, η θεία Μυγαλή τελικά υποχώρησε.

«Πολύ καλά. Δεν είμαι επικεφαλής αυτού του σπιτικού, οπότε δεν αποφασίζω σε ποιους επισκέπτες ανοίγεις την πόρτα σου. Ελπίζω μόνο να ξέρεις τι κάνεις, για το καλό των παιδιών σου – όσο κακομαθημένα τέρατα και αν είναι,» πρόσθεσε, κοιτάζοντας τον Μάρτιν, ο οποίος της έβγαλε τη γλώσσα.

«Όσο για σένα, μασκαρά,» συνέχισε η θεία Μυγαλή, γυρνώντας στον Τζός και ακουμπώντας την άκρη της μαγκούρας της απειλητικά στο στήθος του σαν σπαθί, «Η ανιψιά μου μπορεί να είναι νεαρή και αφελής, αλλά εγώ δεν είμαι! Θα σε προσέχω πολύ στενά και αν μάθω πως σκοπεύεις να προκαλέσεις το παραμικρό πρόβλημα για αυτήν ή την οικογένεια της, θα ευχηθείς να μην είχες γεννηθεί! Σας αποχαιρετώ!»

Χωρίς δεύτερη κουβέντα, γύρισε και έφυγε, μουρμουρίζοντας για κακομαθημένα παιδιά και εύπιστες νεαρές ποντικίνες. Η κα Φρίσμπι κοίταξε θυμωμένη τα παιδιά της, απογοητευμένη με τη συμπεριφορά τους. Δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη.

«Το παρακάνατε, παιδιά!» τα μάλωσε, «Η Θεία Μυγαλή σκοτώνεται για να σας φροντίσει και είναι ντροπή να της το ανταποδίδετε έτσι! Ειδικά εσύ και οι φάρσες σου, Μάρτιν!» Ο Μάρτιν χαμήλωσε απολογητικά το κεφάλι του. Δίπλα του, η Τερέζα τον κοίταζε με σταυρωμένα τα χέρια, λέγοντας του πως πήγαινε γυρεύοντας.

«Συγνώμη, μαμά…»

Η έντονη ατμόσφαιρα ωστόσο δεν κράτησε για πολύ, καθώς η κα Φρίσμπι σύστησε τον Τζός στα παιδιά της (έμεινε κατάπληκτη ακούγοντας πως ήδη γνωρίζονταν), εξηγώντας τους πως είχαν γνωριστεί. Τα παιδιά αναφώνησαν με τρόμο, ακούγοντας για την επίθεση του φιδιού και πως ο Τζός είχε σώσει τη μητέρα τους από βέβαιο θάνατο. Ο Μάρτιν είχε μείνει εντυπωσιασμένος.

«Σκότωσες ένα ολόκληρο φίδι με κεραυνό;» αναφώνησε, «Αμάν, μακάρι να ήμουν εκεί να δω την έκφραση στο πρόσωπο εκείνου του χαζού, γλοιώδους ερπετού όταν τον έριξες τέζα…!» Γελώντας, ο Τζός άρπαξε τον πιτσιρικά ποντικό στην αγκαλιά του, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του. Οι αδελφές του κοίταζαν, χασκογελώντας. Είχε αρχίσει να τους αρέσει πολύ ο περίεργος επισκέπτης τους. Αλλά αυτή δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για παιχνίδια γιατί ο αδελφός τους χρειαζόταν βοήθεια.

Η κα Φρίσμπι οδήγησε τον Τζός πίσω από μια κουρτίνα στο διπλανό δωμάτιο, όπου ήταν το υπνοδωμάτιο των παιδιών. Τα μόνα έπιπλα ήταν τέσσερα σκαλιστά κρεβάτια με κουβέρτες από γούνες κουνελιών και λίγα ράφια με πρόχειρα, αυτοσχέδια παιχνίδια. Η οικογένεια της κας Φρίσμπι σίγουρα δεν ήταν ιδιαίτερη εύπορη. Και σε ένα από τα κρεβάτια, σε κρίσιμη κατάσταση, βρισκόταν ο μικρούλης Τίμοθι Φρίσμπι.

Η κα Φρίσμπι γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι του άρρωστου γιού της. Το αγόρι ψηνόταν στο πυρετό και έτρεμε ολόκληρος μέσα στον ύπνο του, η αρρώστια του όλο και να χειροτερεύει. Η μητέρα του, του χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά.

«Τίμμυ, ξύπνα, χρυσό μου. Σου έφερα κάποιον να σε βοηθήσει. Σε παρακαλώ, ξύπνα.»

Τα κόκκινα από τον πυρετό μάτια του αγοριού άνοιξαν λίγο, αλλά δεν είχε αρκετή δύναμη να χαιρετήσει τη μητέρα του, παρά μόνο να της χαμογελάσει, δείχνοντας πως την αναγνώριζε. Ο Τζός πήρε το χέρι του παιδιού και ένοιωσε το σφυγμό του. Ήταν γρήγορος σαν ατμομηχανή και το μέτωπο του έκαιγε σαν βραστήρας από τον πυρετό.

Έβγαλε το φορητό υπολογιστή του και ενεργοποίησε το ιατρικό σκάνερ. Η ακτινογραφία έδειξε σοβαρή φλεγμονή στα πνευμόνια, καθώς και άλλες κρίσιμες ζωτικές ενδείξεις. Κάνοντας αυτόματη διάγνωση, ο υπολογιστής επιβεβαίωσε τη σοβαρότητα της κατάστασης:

ΙΑΤΡΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ:

ΦΛΕΓΜΟΝΗ ΣΥΣΧΕΤΙΖΟΜΕΝΗ ΜΕ ΒΑΚΤΗΡΙΑΚΗ ΜΟΛΥΝΣΗ ΑΝΙΧΝΕΥΤΙΚΕ ΣΤΟ ΑΝΑΠΝΕΥΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

ΘΕΡΜΙΚΡΑΣΙΑ ΣΩΜΑΤΟΣ: 43 ΒΑΘΜΟΙ ΚΕΛΣΙΟΥ

ΣΦΥΓΜΟΣ: 165 ΚΤΥΠΟΙ/ΛΕΠΤΟ

ΑΝΑΠΝΟΗ: ΚΡΙΣΙΜΗ

ΑΜΕΣΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΙΑΤΡΙΚΗΣ ΣΥΝΤΑΓΗΣ ΣΥΝΙΣΤΑΤΑΙ

Ακουμπώντας τον εξοπλισμό του στο κρεβάτι, ο Τζός έβγαλε το κουτί Α' Βοηθειών. Μέσα, βρήκε τις τρεις αμπούλες πενικιλίνης που είχε. Βγάζοντας ένα πιστόλι-σύριγγα και υποδερμική βελόνα, γύρισε στη κα Φρίσμπι.

«Όσο ετοιμάζω αυτό, εσείς να φέρετε λίγο κρύο νερό και πετσέτες. Θα βοηθήσει να του χαμηλώσει το πυρετό. Θα πρέπει επίσης να του δίνουμε υγρά κάθε λίγες ώρες, αλλιώς θα πάθει αφυδάτωση.»

Χωρίς να αμφισβητήσουν τις οδηγίες του, η κα Φρίσμπι και η Τερέζα έτρεξαν πίσω στη κουζίνα να φέρουν το νερό. Τα υπόλοιπα παιδιά συνέχισαν να κοιτάζουν τρομαγμένα τον άρρωστο αδελφό τους. Ο Τζός τα λυπήθηκε. Κάποιος άρρωστος με πνευμονία δεν ήταν καθόλου ευχάριστο θέαμα για παιδιά.

«Θα πεθάνει ο Τίμμυ;» ψέλλισε η Σύνθια, έτοιμη να βάλει τα κλάματα.

«Όχι, χρυσό μου. Απλώς είναι πολύ άρρωστος,» είπε η μητέρα της, μπαίνοντας με μια λεκάνη κρύο νερό. Η Τερέζα ακολουθούσε από πίσω, φέρνοντας τις πετσέτες.

«Ο αδελφούλης σου έχει πάθει πνευμονία, γλυκιά μου,» της εξήγησε ο Τζός, προσπαθώντας να την καθησυχάσει, «Αλλά μην ανησυχείς. Εγώ θα τον κάνω περδίκι!» Εκείνη τη στιγμή, όλοι τους ξαφνιάστηκαν, ακούγοντας τη φωνή του Τίμοθι.

«Μπαμπά, εσύ είσαι…;» Προς μεγάλη έκπληξη των πάντων, η ερώτηση απευθυνόταν στον Τζός. Τα κατακόκκινα από τον πυρετό μάτια του αγοριού, με το ζόρι ανοιχτά, τον κοίταζαν με περιέργεια. Τα αδέλφια του έπαθαν σύγχυση.

«Μα φυσικά και δεν είναι ο μπαμπάς, Τίμμυ, ρε μπουμπουνοκέφαλε!» αναφώνησε ο Μάρτιν, «Ο μπαμπάς έχει πεθάνει από καιρό…!» Η Τερέζα τον χαστούκισε θυμωμένη στο σβέρκο, λέγοντας του να πάψει. Ο Τζός, που καταλάβαινε ότι το παιδί είχε παραισθήσεις από το πυρετό, παρέμεινε συγκεντρωμένος στη δουλειά του. Ακολουθώντας τις οδηγίες του, η κα Φρίσμπι ακούμπησε τις υγρές πετσέτες στο μέτωπο του Τίμοθι, ανακουφίζοντας κάπως τον πυρετό του. Το αγόρι συνέχισε να κοιτάζει επίμονα τον Τζός.

«Ποιος… ποιος είσαι εσύ…;» Η μητέρα του έσκυψε και τον φίλησε τρυφερά στο μάγουλο.

«Κάποιος που θα σε βοηθήσει να γίνεις καλά, Τίμμυ. Εσύ προσπάθησε να κοιμηθείς, χρυσό μου.»

Ο Τζός ήταν έτοιμος. Βγάζοντας το φάρμακο από την αμπούλα και μέσα στη σύριγγα, ετοιμάστηκε να κάνει ένεση στον Τίμοθι. Η κα Φρίσμπι ανατρίχιασε, βλέποντας αυτή τη μεγάλη, γυαλιστερή βελόνα, με την οποία ο Τζός ετοιμαζόταν να καρφώσει το γιο της.

«Είναι… είναι απαραίτητο αυτό;»

Το φάρμακο πρέπει να περάσει μέσα στο αίμα του για να δράσει. Μην ανησυχείτε, δεν θα τον πονέσει.» Τα ελάχιστα γιατρικά που ήξερε η κα Φρίσμπι ήταν κυρίως ζεστά με βότανα. Κανένας από το είδος της δεν ήξερε το παραμικρό για ενέσεις και ορούς. Τουλάχιστον όμως, δεν έφερε καμία αντίρρηση και βοήθησε να γυρίσουν τον Τίμοθι, για να μπορέσει ο Τζός να του κάνει την ένεση.

Δίνοντας του παιδιού και λίγο νερό με αναβράουσα ασπιρίνη, δεν έμενε να κάνουν τίποτα άλλο περά από το να περιμένουν, ελπίζοντας πως το περίεργο φάρμακο του Τζός θα είχε αποτέλεσμα. Ψιθυρίζοντας στα παιδιά της να παραμείνουν σιωπηλοί για να μην ενοχλήσουν τον αδελφό τους, ο οποίος χρειαζόταν πολύ ξεκούραση, τους είπε να πάνε για ύπνο. Ήταν το τέλος μιας μεγάλης και δύσκολης μέρας για όλη την οικογένεια.

Ο Τζός περίμενε στη κουζίνα όσο η κα Φρίσμπι έβαζε για ύπνο τα παιδιά της, λέγοντας τους το αγαπημένο τους τραγουδάκι. Πόσο θαύμαζε τον δεσμό μεταξύ των μελών αυτής της αγαπημένης οικογένειας, ζηλεύοντας την ευτυχία τους. Αυτός ούτε που θυμόταν την αγάπη της μητέρας του, αφού είχε πεθάνει από καρκίνο όταν ήταν στην ηλικία του Τίμοθι και δεν είχε γνωρίσει ποτέ τον πατέρα του, αφού είχε εγκαταλείψει την οικογένεια όταν ήταν ακόμη μωρό. Ο θείος και η θεία του τον είχαν μεγαλώσει με αυστηρή πειθαρχία, χειρότερη και από της θείας Μυγαλής. Παρότι φυσικά δεν τον κακοποιούσαν, ποτέ δεν βίωσε στα χέρια τους τη τρυφερή αγάπη μιας μητέρας όπως η κα Φρίσμπι.

Εδώ που τα λέμε, είναι γεννημένη για το ρόλο της μητέρας, είπε από μέσα του, καθώς η κα Φρίσμπι έσβησε το λυχνάρι μέσα στο υπνοδωμάτιο και επέστρεψε στη κουζίνα.

«Κοιμήθηκαν, επιτέλους,» είπε με ανακούφιση, «Συνέχεια με ρωτούσαν για σένα. Νομίζω σε αγάπησαν.»

«Χαίρομαι που το ακούω,» είπε ο Τζός, νιώθοντας συγκινημένος. Πρόσεξε πως η φίλη του ακόμη κούτσαινε εξαιτίας του τραυματισμένου ποδιού του, «Πως είναι ο αστράγαλος σου;»

«Νιώθω ήδη πολύ καλύτερα, σε ευχαριστώ,» είπε η κα Φρίσμπι, βγάζοντας από το ντουλάπι ένα μπουκάλι με κάτι που θύμιζε σπιτικό κρασί και δύο ποτήρια, τα οποία και γέμισε. Οδήγησε τον Τζός μπροστά στο τζάκι και οι δυο τους βολευτήκαν στα χοντρά χαλιά μπροστά στη φωτιά. Του έδωσε ένα ποτήρι.

«Ευχαριστώ,» την ευχαρίστησε, πίνοντας μια γουλιά. Δεν είχε ξαναδοκιμάσει κρασί σαν και αυτό, αλλά το βρήκε ευχάριστο, «Με συγχωρείς που ήρθα τόσο απρόσμενα. Καταλαβαίνω πως πρέπει να σου είναι δύσκολο να έχεις επισκέπτες τώρα…»

«Όποιος βοηθάει το άρρωστο παιδί μου είναι πάντα ευπρόσδεκτος μέσα στο σπίτι μου,» είπε η κα Φρίσμπι, «Σε παρακαλώ, μην σου δίνει καμία άσχημη εντύπωση η Θεία Μυγαλή. Είναι μερικές φορές λίγο εκκεντρική, αλλά είναι κατά βάθος πολύ καλή.»

«Δεν πειράζει, δεν έγινε τίποτα,» τη καθησύχασε ο Τζός, κοιτάζοντας ένα πορτρέτο της οικογένειας πάνω από το τζάκι. Ήταν όλη η οικογένεια Φρίσμπι που πόζαρε για τον καλλιτέχνη, ανάμεσα τους και ένας όμορφος νεαρός ποντικός με γκρίζο τρίχωμα, ο οποίος κρατούσε τον Τίμοθι, μωρό τότε, στα γόνατα του. «Είναι αυτός ο σύζυγος σου;»

«Ναι, ο Τζόναθαν,» απάντησε με λυπημένη έκφραση η κα Φρίσμπι, «Εξαφανίστηκε πριν λίγα χρόνια, κατά τη διάρκεια μιας μυστικής αποστολής για λογαριασμό του Βασιλιά Νικόδημου των Αρουραίων…» Ακούγοντας πως η οικογένεια της είχε σχέσεις με τους ίδιους Αρουραίους που τον κυνηγούσαν, ο Τζός άρχισε να ανησυχεί. Κοίταξε την κα Φρίσμπι.

«Με συγχωρείς που ρωτάω, αλλά έχετε ακόμη σχέσεις με αυτούς τους Αρουραίους;» ρώτησε, «Εννοώ, έρχονται εδώ συχνά μήπως…;» Η κα Φρίσμπι κοίταξε με περιέργεια τον φιλοξενούμενο της. Γιατί ανησυχούσε τόσο πολύ για τους Αρουραίους άραγε;

«Από τότε που πέθανε ο Τζόναθαν, δεν τους βλέπω πια τόσο πολύ,» του είπε, «Ο γείτονας μου, ο κος Πάππος πάντως πηγαινοέρχεται στη Τριανταφυλλούπολη, αφού και έχει δουλειές μαζί τους. Ποτέ δεν μου λέει τι ακριβώς… Επίσης, ο παλιός φίλος του Τζόναθαν, ο Τζάστιν, ο νονός των παιδιών μου, ακόμη μας επισκέπτεται μερικές φορές. Μου ήταν μεγάλη συμπαράσταση όταν έχασα τον άντρα μου…» Έπρεπε να συγκρατήσει τα δάκρυα της μιλώντας για τον άντρα της, τον οποίο θρηνούσε ακόμη. Ο Τζός κατάλαβε πως το είχε παρακάνει με τις ερωτήσεις του.

«Λυπάμαι πολύ. Δεν ήθελα να σε αναστατώσω,» της απολογήθηκε, «Απλώς δεν θέλω να προκαλέσω μπελάδες για σένα και την οικογένεια σου, σε περίπτωση που έρθουν εδώ, ψάχνοντας για μένα…»

«Μα γιατί σε κυνηγάνε;» τον ρώτησε καχύποπτα, «Αφού δεν τους έκανες κανένα κακό.» Ο Τζός, πιστεύοντας πως της χρωστούσε τουλάχιστον μια εξήγηση, της διηγήθηκε την ιστορία του, πως είχε φτάσει σε αυτό τον πλανήτη και όλες τις περιπέτειες του που τον είχαν φέρει ως εδώ.

«Δεν μου έδωσαν τη παραμικρή προειδοποίηση,» της εξήγησε, λέγοντας της για τη βίαια σύγκρουση του με τους δύο Αρουραίους-στρατιώτες, «Τη στιγμή που με είδαν, έπεσαν καταπάνω μου σαν λιοντάρια, έτοιμοι να με σφάξουν. Για αυτό το λόγο κρυβόμουν εδώ έξω…»

Η κα Φρίσμπι τον άκουγε επίμονα, προσπαθώντας να δεχτεί την απίστευτη εξήγηση του φίλου της, πως είχε έρθει από ένα άλλο, μακρινό κόσμο από τα άστρα. Η ιδέα για τη κατασκευή μιας ιπτάμενης μηχανής και μόνο ήταν για πολλούς μια ακατόρθωτη φαντασίωση. Ωστόσο, τώρα καταλάβαινε πως ο φίλος της βρισκόταν σε μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση, παρατημένος και ολομόναχος. Και, μετά από όλα όσα είχε κάνει για χάρη της σήμερα, ήταν αποφασισμένη να τον βοηθήσει. Πήρε τον Τζός από το χέρι.

«Πως θα σου άρεσε να μείνεις μαζί μας, Τζός;» τον ρώτησε, μιλώντας του πρώτη φορά στον ενικό, «Εγώ πάντως ευχαρίστως μπορώ να σε φιλοξενήσω, ώσπου να καταφθάσουν οι φίλοι σου. Είμαι σίγουρη πως τα παιδιά μου θα καταχαρούν να σε έχουν παρέα. Τι λες;»

Ο Τζός, που ήταν έτοιμος να της πει πως θα έφευγε το πρωί προτού της γίνει βάρος, ξαφνιάστηκε από αυτή τη πρόσκληση περί φιλοξενίας. Είχε έρθει η στιγμή να αποφασίσει. Μπορούσε να δεχτεί ή να μην δεχτεί. Το ερώτημα ήταν, ποια ήταν η πιο συνετή λύση;

Παρότι το ρίσκο να τον έβρισκαν οι Αρουραίοι και το κίνδυνο να μπλέξει την κα Φρίσμπι και την οικογένεια της σε μπελάδες που τον βοηθούσαν, ο Τζός ήξερε πως δεν γινόταν να αντέξει για πολύ ακόμη εκεί έξω στην άγρια φύση. Εδώ πέρα θα είχε καταφύγιο, φαγητό και ήταν σίγουρος πως η φίλη του δεν θα τον πρόδιδε. Τουλάχιστον, έτσι θα είχε μια ελπίδα.

«Πολύ καλά, δέχομαι τη πρόσκληση. Και σε ευχαριστώ πολύ, κα Φρίσμπι.» Η κα Φρίσμπι πετούσε κυριολεκτικά από τη χαρά της.

Αργότερα εκείνη τη νύχτα, αφού είχαν όλοι αποκοιμηθεί, η κα Φρίσμπι σηκώθηκε και αθόρυβα πλησίασε τον Τζός, ο οποίος κοιμόταν ήσυχος στο δεύτερο κρεβάτι απέναντι από το δικό της. Ο αστροναύτης είχε βγάλει τη διαστημική στολή και τα ρούχα του και κοιμόταν μόνο το θερμοεσώρουχο του. Σηκώνοντας λίγο τη φανέλα του, πρόσεξε τις μελανιές στα πλευρά του, όπου τον είχε χτυπήσει το φίδι.

Αθόρυβα, η κα Φρίσμπι πήγε σε ένα ντουλάπι και έβγαλε ένα βάζο με αποξηραμένα βότανα. Ανακατεύοντας τα με λίγο νερό, έφτιαξε μια παυσίπονη αλοιφή, ένα παλιό γιατρικό της μητέρας της. Προσεχτικά ώστε να μην ξυπνήσει τον φιλοξενούμενο της, άλειψε την αλοιφή στα τραυματισμένα πλευρά του και τα έδεσε με ένα επίδεσμο. Αφού σιγουρεύτηκε πως ο Τζός ήταν όσο πιο βολικά γινόταν, η κα Φρίσμπι γύρισε στο κρεβάτι της.

Για πολλές ώρες παρέμεινε ξύπνια, κοιτάζοντας τον Τζός που κοιμόταν. Σε αντίθεση με τη θεία Μυγαλή, που ροχάλιζε τόσο δυνατά ώστε το σπίτι κυριολεκτικά ταρακουνιόταν όλη νύχτα, αυτός ροχάλιζε ελάχιστα, σχεδόν σιωπηλά. Ήταν τόσο ευγενής και καλόκαρδος, η κα Φρίσμπι ένοιωθε σαν να ερωτεύεται ξανά… σχεδόν. Τι κρίμα που δεν είναι ποντίκι σαν και εκείνη, σκέφτηκε με απογοήτευση. Ο άρρωστος Τίμμυ που τον είχε περάσει για τον προ πολλού εξαφανισμένο πατέρα του την είχε πραγματικά συγκινήσει. Και τι δεν θα έδινε για τα παιδιά της να έχουν πάλι ένα πατρικό πρόσωπο ανάμεσα τους…

Σημείωση από τον συγγραφέα: Ορίστε και η ενότητα 6! Θα προσπαθήσω να έχω και την ενότητα 9 των Μούμιν έτοιμη μέχρι την Πρωτοχρονιά. Παρακαλώ, αφήστε καμιά κριτική. Καλά Χριστούγεννα!