Τοποθεσία: Ο Οίκος της Οικογένειας Φρίσμπι, η Πράσινη Κοιλάδα
Ηλιακή Μέρα: 6
Ο Τζός ξύπνησε αναζωογονημένος όσο δεν ήταν για πολύ καιρό. Πίσω στη Γη, στο σπίτι του στο Λονδίνο, πάντα ξύπναγε στο θόρυβο της ατελείωτης κίνησης της πόλης. Ακόμη και στο σκάφος του, πάντα υπήρχε ο άγρυπνος θόρυβος των μηχανών και των συστημάτων πτήσης, πέρα από τον ενοχλητικό Διοικητή Φιτζγκίμπον να φωνάζει διαταγές στους πάντες, οποιαδήποτε στιγμή. Εδώ πέρα όμως, τον περιτριγύριζε η ευχάριστη ησυχία του δάσους.
Κοιτάζοντας απέναντι στο κρεβάτι της κας Φρίσμπι, είδε πως ήταν άδειο. Η υπέροχη μυρωδιά από τη κουζίνα, η οποία ήταν η μητέρα ποντικίνα που ετοίμαζε πρωινό για την οικογένεια της, του γέμισε τα ρουθούνια. Νιώθοντας τα τραυματισμένα πλευρά του, είδε πως του τα είχε δέσει με επίδεσμο ενώ κοιμόταν. Τα ρούχα του βρίσκονταν καθαρά και σιδερωμένα στην άκρη του κρεβατιού.
Πολύ φιλόξενη αυτή η κοπελιά, σκέφτηκε ο Τζός. Κρίμα που δεν υπάρχουν πια πολλές σαν και εκείνη στο κόσμο…
Τεντώνοντας τους μυς του, σηκώθηκε να ντυθεί. Είχε μόλις κλείσει το φερμουάρ της φόρμας του όταν κατάλαβε πως είχε επισκέπτες που είχαν έρθει να του πουν καλημέρα. Κοιτάζοντας τον στα κρυφά από την πόρτα ήταν η Τερέζα και η Σύνθια. Ο Τζός τις χαμογέλασε, κάνοντας τες να αναφωνήσουν που τις είχε τσακώσει να τον παρακολουθούν. Τότε ακούστηκε και η φωνή της κας Φρίσμπι.
«Παιδιά! Τι σας έχω πει; Είναι αγένεια να κάνετε μπανιστήρι! Ο Σμηναγός Άντερσον χρειάζεται ξεκούραση…»
«Δεν πειράζει, σηκώθηκα,» είπε ο Τζός, χτενίζοντας τα μαλλιά του καθώς έβγαινε να τους καλημερίσει. Πήρε την Σύνθια στην αγκαλιά του. Η μικρούλα ποντικίνα αρχικά ένοιωθε λιγάκι φοβισμένη που τη κρατούσε αυτός ο ξένος, που δεν ήταν ούτε καν ποντικός, αλλά σύντομα ηρέμησε, βλέποντας πόσο φιλικός ήταν ο Τζός.
«Καλημέρα, Τζός,» είπε η κα Φρίσμπι, χαμογελώντας που έβλεπε τη κορούλα της όλο χαρά στην αγκαλιά του φίλου της, «Κοιμήθηκες καλά;»
«Υπέροχα,» απάντησε ο Τζός, γαργαλώντας τη μικρούλα Σύνθια στη μύτη, κάνοντας τη να γελάει, «Πως πάει το πόδι σου;»
«Πολύ καλύτερα,» του είπε εκείνη, αναφερόμενη φυσικά στο τραυματισμένο αστράγαλο της που της είχε δέσει ο Τζός χθες, «Ελάτε, το πρωινό είναι έτοιμο. Τερέζα, χρυσό μου, βγάζεις σε παρακαλώ τα πιάτα;»
Κουβαλώντας τη Σύνθια στους ώμους του, ο Τζός ακολούθησε την οικογένεια ποντικιών στη κουζίνα. Με εξαίρεση τον άρρωστο Τίμοθι, μονάχα ένα μέλος της οικογένειας ήταν απών.
«Δεν σηκώθηκε ακόμη ο Μάρτιν;»
Η Τερέζα που γέμιζε τα πιάτα με κάτι που έμοιαζε με ένα γιγαντιαίο σαν καρπούζι αυγό μελάτο από περιστέρι, έκανε νόημα προς τη πόρτα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο των παιδιών, «Του είπα να πάει να ελέγξει τον Τίμοθι. Ο τεμπελχανάς σίγουρα θα ξανάπεσε για ύπνο. Καλά να πάθει, εάν χάσει το πρωινό του, ο βλάκας…!»
«Μην μιλάς έτσι για τον αδελφό σου, Τερέζα!» την μάλωσε η μητέρα της, ετοιμάζοντας ένα δίσκο με πρωινό για τον Τίμοθι, ο οποίος φυσικά δεν μπορούσε ακόμη να σηκωθεί από το κρεβάτι. Πως ήταν το παιδί; Είχε αποτέλεσμα η πενικιλίνη που του είχε δώσει; Τότε, ξαφνικά, ο Τζός παρατήρησε πως το κιτ επιβίωσης που είχε αφήσει μαζί με τη διαστημική στολή του δίπλα στο τζάκι είχε κάνει φτερά! Για μια στιγμή, τον κυρίευσε ο φόβος. Είχε έρθει κάποιος μέσα στη νύχτα; Μήπως εκείνη η φωνακλού η Θεία Μυγαλή τον είχε καρφώσει στους Αρουραίους; Τότε όμως η αλήθεια έγινε ολοφάνερη.
«Οι πονηρούληδες μαϊμουδίτσες,» σκέφτηκε, νιώθοντας σαν χαζός. Ποιος άλλος θα ήθελε να του βουτήξει τον εξοπλισμό του; Ζητώντας συγνώμη, ακολούθησε τη κα Φρίσμπι μέσα στο υπνοδωμάτιο.
Ο Τίμοθι ήταν πράγματι ξύπνιος. Αν και φαινόταν ακόμη πολύ αδύναμος, τουλάχιστον είχε πέσει ο πυρετός και το παραλήρημα είχε περάσει. Ο αδελφός του ήταν επίσης εκεί, καθώς οι δυο τους έψαχναν μέσα στο κιτ επιβίωσης του Τζός, το οποίο ο Μάρτιν είχε βουτήξει μέσα στη νύχτα, ενώ η μητέρα του κοιμόταν.
Παρόλο που δεν τον πείραζε και πολύ το Τζός να σκαλίζουν τα παιδιά τα πράγματα του, ένιωσε μεγάλη ανακούφιση που είχε σκεφτεί να βγάλει το όπλο και το Τέιζερ του από το κουτί, τα οποία και είχε κρατήσει κάτω από το μαξιλάρι του, όπου θα μπορούσε να τα φτάσει εύκολα σε περίπτωση ανάγκης. Η κα Φρίσμπι ωστόσο δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένη που τα παιδιά της έπιαναν τη προσωπική περιουσία του φιλοξενούμενου τους χωρίς άδεια.
«Μάρτιν και Τίμοθι Φρίσμπι!» μάλωσε τα παιδιά, «Ποιος σας είπε να παίζετε με τα ξένα πράγματα; Σας έχω μάθει καλύτερους τρόπους! Δώστε το πίσω αμέσως, γιατί αλίμονο σας…!»
«Δεν πειράζει, δεν έκαναν κανένα κακό,» την ηρέμησε ο Τζός, «Δεν χρειάζεται να τους μαλώνεις.» Γύρισε να μαζέψει τα πράγματα του. Ευτυχώς, τα παιδιά ήταν πολύ προσεκτικά και δεν είχαν κάνει ζημιά σε τίποτα. Ο Μάρτιν τον βοήθησε, φοβούμενος πως η μητέρα του θα του τις έβρεχε. Βλέποντας τη θυμωμένη έκφραση της, μουρμούρισε απολογητικά στο Τζός.
«Συγνώμη, κ. Άντερσον. Ήθελα μόνο να τα δείξω στο Τίμμυ…»
«Δεν πειράζει, αγόρι μου,» του είπε ο Τζός, χαϊδεύοντας τα μαλλιά του νεαρού ποντικού, «Δεν βλάπτει να έχεις λίγη περιέργεια. Απλώς, όπως και λέει η μητέρα σου, να ρωτάς πρώτα στο μέλλον.» Γύρισε να εξετάσει τον Τίμοθι, τον οποίο τάιζε αυγό μελάτο η μητέρα του με το κουτάλι.
«Μαμά, μπορώ και μόνος μου!» διαμαρτυρόταν το αγόρι, ενοχλημένος που τον τάιζε η μητέρα του σαν να ήταν μωρό.
«Αισθάνεσαι καλύτερα βλέπω, μικρέ,» του είπε ο Τζός, βγάζοντας τα όργανα του για να τον εξετάσει. Ο πυρετός είχε όντως πέσει και η θερμοκρασία σώματος του παιδιού ήταν μονάχα λίγο πάνω από το φυσιολογικό. Η φλεγμονή στα πνευμόνια του είχε επίσης υποχωρήσει. Προς το παρόν, είχαν τη κατάσταση υπό έλεγχο. Ο Τίμοθι του χαμογέλασε ντροπαλά.
«Ναι, σας ευχαριστώ, κ. Άντερσον.» Κοίταζε με περιέργεια τον Τζός. Όπως και τα αδέρφια του, είχε ακούσει τόσες ιστορίες για ανθρώπους και πάντα απορούσε πώς έμοιαζαν άραγε με σάρκα και οστά. Το ότι η μητέρα τους είχε φέρει έναν αληθινό άνθρωπο σπίτι μαζί της ήταν αναμφίβολα η μεγαλύτερη έκπληξη που τους είχε κάνει ποτέ!
Η κα Φρίσμπι κοιτούσε συγκινημένη πόσο χαρούμενα ήταν τα παιδιά της παρέα με το καινούργιο της φίλο. Η όαση με την αγροικία τους βρισκόταν στη μέση του πουθενά και δεν είχαν κανένα γείτονα, εκτός από τη Θεία Μυγαλή και το γέρο κύριο Πάππο, ένας εκκεντρικός βοτανολόγος και εφευρέτης που ζούσε μόνος μέσα στο δάσος και που δεν ανεχόταν καθόλου παιδιά μέσα στα πόδια του. Ο ερχομός του Τζός σήμαινε μια μεγάλη αλλαγή στη ζωή όλων τους. Πράγματι, τα παιδιά της ήταν ξετρελαμένα μαζί του.
«Έρχεσαι πράγματι από τα άστρα;» ρώτησε με περιέργεια ο Τίμοθι, έχοντας ξεχάσει τελείως το πρωινό του. Ο Τζός του χάιδεψε τα μαλλιά. Του άρεσε ο θερμός χαρακτήρας του αγοριού.
«Θα μπορούσες να το θέσεις και έτσι.»
«Μπορείτε να μας δείξετε και άλλα από τα… μαγικά κόλπα σας;» τον ικέτεψε ο Μάρτιν, ανυπόμονος να δει περισσότερα από τα περίεργα μπιχλιμπίδια που έκρυβε ο Τζός. Ο Τζός ξαναχάιδεψε τα μαλλιά του αγοριού.
«Όποτε θέλεις, τίγρη. Μόνο να φάμε λίγο πρωινό πρώτα,» είπε, νιώθοντας τη κοιλιά του να γουργουρίζει. Λογικό, αφού δεν είχε φάει ούτε ένα γεύμα την προκοπής τόσες μέρες.
«Μαμά, μπορώ να έρθω και εγώ, σε παρακαλώ;» ικέτεψε τη μητέρα του ο Τίμοθι, μόνο τα λόγια του να πνιγούν στο βήχα από τα ερεθισμένα πνευμόνια του. Η κα Φρίσμπι τον σκέπασε γρήγορα με τις κουβέρτες, κρατώντας τον ζεστό, «Έχω βαρεθεί το κρεβάτι…!»
«Λυπάμαι, χρυσό μου, αλλά δεν γίνεται ακόμη,» του είπε, «Ο κ. Πάππος με προειδοποίησε πως μπορεί να χειροτερέψει η κατάσταση σου εάν δεν παραμείνεις στα ζεστά για τουλάχιστον τρεις εβδομάδες.» Ο Τίμοθι νόμιζε πως θα του έστριβε εάν έμενε καθηλωμένος σε αυτό το κρεβάτι για τρεις εβδομάδες! Ο Τζός του πήρε καθησυχαστικά το χέρι.
«Μην ανησυχείς, αγόρι μου, ο χρόνος θα περάσει προτού το καταλάβεις. Ορίστε, μήπως θέλεις να δανειστείς αυτό για να μη βαριέσαι;» Έβγαλε από το κίτ του ένα αντίγραφο του Εγχειριδίου Επιβίωσης Αστροναυτών που κουβαλούσε μέσα στον εξοπλισμό του και το έδωσε στο Τίμοθι. Για μια στιγμή, νόμιζε μήπως το παιδί δεν ήξερε να διαβάζει. Έμεινε με ανοιχτό το στόμα καθώς ο Τίμοθι διάβασε με άνεση τον τίτλο στο εξώφυλλο.
Η τρέλα αυτού του μυστηριώδη πλανήτη δεν γνωρίζει όρια, σκέφτηκε ο Τζός. Αυτά τα ανθρωπόμορφα ποντίκια όχι μόνο μιλάνε, αλλά και διαβάζουν γήινες γλώσσες. Απίστευτο!
Ο κα Φρίσμπι χαμογέλασε. Σε αντίθεση με το πολύγνωσο σύζυγο της, αυτή ήταν κυριολεκτικά αγράμματη, αφού είχε μεγαλώσει μια ταπεινή, φτωχιά χωριάτισσα. Χαιρόταν πως τουλάχιστον τα παιδιά της είχαν αυτό το δώρο από τον πατέρα τους, ο οποίος τα δασκάλευε από μικρή ηλικία. Ο Τίμοθι, ειδικά, λάτρευε το διάβασμα και είχε αρχίσει να μαθαίνει και γραφή. Δυστυχώς, μόνο οι πλούσιες, προνομιούχες τάξεις, ή πιο συγκεκριμένα αυτές των Αρουραίων αξιωματούχων, είχαν πρόσβαση σε σχολεία. Ελάχιστα ποντίκια, όπως ο Τζόναθαν, είχαν ποτέ το προνόμιο μιας ολοκληρωμένης μόρφωσης.
«Τίμοθι, τι λέμε, χρυσό μου;»
«Σας ευχαριστώ πολύ, κ. Άντερσον,» μουρμούρισε ντροπαλά ο Τίμοθι.
«Δεν κάνει τίποτα, μικρέ,» του απάντησε ο Τζός, «Και μπορείς να με λες Τζός, όχι κος Άντερσον.»
«Ελάτε, το πρωινό θα κρυώσει,» είπε η κα Φρίσμπι, παίρνοντας το άδειο δίσκο του Τίμοθι και επιστρέφοντας στη κουζίνα, ακολουθούμενη από τον Τζός και τον Μάρτιν. Τα παιδιά βιάζονταν να τελειώσουν, νομίζοντας πως θα πήγαιναν να παίξουν με τον Τζός. Η μητέρα τους όμως είχε άλλα σχέδια.
«Έχουμε τις υποχρεώσεις μας, παιδιά,» τους είπε, «Θα έχετε άφθονο χρόνο να παίξετε με τον κ. Άντερσον αργότερα. Ελάτε, όσο πιο σύντομα ξεκινήσουμε, τόσο πιο σύντομα θα τελειώσουμε.»
Ο χειμώνας πλησίαζε και δεν υπήρχε καιρός για χάσιμο. Η αρρώστια του Τίμοθι τους είχε ήδη καθυστερήσει αρκετά και δεν είχαν τελειώσει ακόμη τη συγκομιδή του καλαμποκιού, πόσο μάλιστα να το αλέσουν για να φτιάξουν ψωμί, το οποίο και ήταν η κύρια διατροφή τους για το χειμώνα. Εάν δεν προλάβαιναν να τελειώσουν μέχρι να αρχίσει ο παγετός, θα πεινούσαν.
«Εσύ καλύτερα να πάς να ξαπλώσεις, Τζός,» είπε η κ. Φρίσμπι στον Τζός, «Είσαι ακόμη τραυματισμένος.» Αλλά ο Τζός δεν άκουγε κουβέντα και μάζεψε τα εργαλεία της στολής του. Ακούγοντας πως αυτή η οικογένεια που τον είχε υποδεχθεί τόσο θερμά είχε πρόβλημα και καθώς τώρα αυτός ζούσε με το βιός τους, όπως και αυτή η φωνακλού φοράδα η Θεία Μυγαλή τους είχε επισημάνει, ήταν αποφασισμένος να τους ανταποδώσει τη φιλοξενία τους με όποιο τρόπο μπορούσε. Σηκώθηκε πάνω.
«Ανοησίες, μπορώ και εγώ να βοηθήσω. Ένας στρατιώτης δεν κάθεται όσο μπορεί ακόμη και περπατάει.» Η κα Φρίσμπι συγκινήθηκε. Ο φίλος της ήταν πράγματι σωστός κύριος. Έφυγαν παρέα από το σπίτι και πήγαν έξω στη φυτεία, όπου τους περίμενε η Θεία Μυγαλή.
«Επιτέλους!» τους γκρίνιαξε, «Πάλι παρακοιμήθηκαν αυτά τα τεμπέλικα τα παλιόπαιδα;» Μη δίνοντας σημασία στη κα Φρίσμπι που προσπαθούσε να εξηγήσει στη θεία της πως ο Τίμοθι χρειαζόταν φροντίδα, τους μοίρασε τσεκούρια και σχοινιά. Χωρίστηκαν σε ομάδες, η καθεμιά από τις οποίες να αναλάμβανε ένα διαφορετικό μέρος της φυτείας. Δεν τον παραξένεψε καθόλου τον Τζός που τον έβαλε να δουλέψει με τα παιδιά.
«Εσείς θα αναλάβετε εκείνη τη πλευρά,» είπε στο Τζός, με αυστηρό τόνο εργοδηγού εργοστασίου που διέταζε τους εργάτες του, «Φρόντισε να κρατήσεις εκείνον το μπελά στο πάγκο του!» Απευθυνόταν φυσικά στο Μάρτιν, ο οποίος και της έβγαλε τη γλώσσα.
Ο Τζός προσπαθούσε να μη γελάσει. Το πρόβλημα με τη Θεία Μυγαλή ήταν πως δεν είχε καθόλου αίσθηση διασκέδασης ή χιούμορ, για τον οποίο λόγο και τα παιδιά συνέχεια την τρέλαιναν. Αυτός, αντιθέτως, ποτέ δεν είχε πρόβλημα με παιδιά, καθώς λάτρευε πως απολάμβαναν ξέγνοιαστα τη ζωή, σε αντίθεση με τύπους σαν το Διοικητή Φιτζγκίμπον που τον μεταχειριζόταν σαν το πιστό σκυλί του. Τα παιδιά ήταν καταχαρούμενα που θα δούλευαν μαζί του.
Οι καλαμποκιές είχαν ύψος καμιά δωδεκαριά μέτρα, σαν έλατα, με το πολύτιμο καρπό τους να κρέμεται πολύ ψηλά ώστε να το φτάσουν με το χέρι. Ο μόνος τρόπος ήταν να κόψουν με τσεκούρι όλες τις καλαμποκιές, χρησιμοποιώντας το σκοινί να κατευθύνουν τη πτώση. Μια απλή, αλλά εξαιρετικά χρονοβόρα και κουραστική δουλειά.
Ο Μάρτιν δεν έχασε λεπτό και έδεσε το σχοινί στη μέση του. Συνήθως δεν ήταν πρόθυμος να πέσει με τα μούτρα στη δουλειά όπως τα αδέλφια του, αλλά σήμερα ήθελε να εντυπωσιάσει τον Τζός.
«Κοίταξε με, Τζός!» φώναξε και, δίνοντας ένα σάλτο, σκαρφάλωσε στη καλαμποκιά σαν ακροβάτης που έκανε νούμερο σε τσίρκο. Μέσα σε διάστημα δευτερολέπτων, είχε ασφαλίσει την άκρη του σκοινιού στη κορυφή του φυτού και το έδεσε με μια σφιχτή θηλιά. Η Τερέζα από κάτω πήρε την άλλη άκρη του σκοινιού.
«Εντυπωσιακό, νεαρέ!» φώναξε ο Τζός, χειροκροτώντας τον. Έχασε το χαμόγελο του ωστόσο, καθώς ο Μάρτιν άρχισε να κάνει κάποια επικίνδυνα ακροβατικά, έτσι για να τους κάνει φιγούρα. «Έλα, κατέβα κάτω! Δεν είναι πολύ καλή ιδέα…»
Προτού προλάβει να τελειώσει τη φράση του, ο Μάρτιν γλίστρησε στον υγρό κορμό της καλαμποκιάς και με ένα ουρλιαχτό, βρέθηκε στο κενό. Η Τερέζα και η Σύνθια τσίριξαν από το τρόμο τους. Αλλά ο Τζός, που είχε αντανακλαστικά γρήγορα σαν την αστραπή, όρμησε μπροστά και άρπαξε το νεαρό ποντικό καθώς έπεφτε από την ουρά, προτού μπορέσει να χτυπήσει στο έδαφος.
«Δεν σου το είπα πως δεν ήταν πολύ καλή ιδέα;» ρώτησε με υψωμένο βλέφαρο τον Μάρτιν, κρατώντας τον ανάποδα. Ο Μάρτιν, που του είχε κοπεί η χολή αφού παραλίγο να καταλήξει παρέα με τον αδελφό του στο κρεβάτι με ένα σοβαρό τραυματισμό, άρχισε να νιώθει ρεζίλι να τον κρατάνε έτσι μπροστά σε όλους.
«Άσε με κάτω, Τζός! Και δεν είναι αστείο!» φώναξε στις αδελφές του που χασκογελούσαν με τη ψυχή τους, βλέποντας τον να κρέμεται ανάποδα σαν ποντικός-καλαμπόκι. Ποτέ δεν του άρεσε να τον πειράζουν. Συνέχισαν τη δουλειά τους.
Ο Τζός έβγαλε το κοπτήρα-λέιζερ από την εργαλειοθήκη του. Κανονικά, αυτό το εργαλείο ήταν για περισυλλογή δειγμάτων πετρωμάτων και πολύ πιο αποτελεσματικό από μια απλή αξίνα. Λοιπόν, τώρα θα του χρησίμευε για τα καινούργια του γεωργικά καθήκοντα. Έδειξε το εργαλείο στα παιδιά.
«Βάζει κανείς στοίχημα πως θα κόψω αυτή τη καλαμποκιά σε λιγότερο από ένα λεπτό;» Τα παιδιά κοίταξαν με περιέργεια το μικρό και από πρώτης απόψεως ασήμαντο εργαλείο στο χέρι του.
«Τι είναι αυτό;»
«Αυτό, παιδιά, είναι ένας κοπτήρας λέιζερ,» τους εξήγησε ο Τζός, «Χρήσιμο για να κόβεις ακόμη και τα πιο ανθεκτικά υλικά, όπως ας πούμε γρανίτης ή το κορμό αυτής της καλαμποκιάς, στο πι και φι.» Τα παιδιά τον κοίταζαν, νομίζοντας μήπως ήταν χαζός.
«Θα κόψεις ολόκληρη καλαμποκιά με αυτό το… το καρφάκι;» γέλασε ο Μάρτιν, νομίζοντας πως άκουγε αηδίες, «Θα πάρει για πάντα…!» Αλλά ο Τζός δεν του έδωσε σημασία και πάτησε το κουμπί λειτουργίας του κοφτηριού. Η μυτερή άκρη κοκκίνισε καθώς το ισχυρό λέιζερ ενεργοποιήθηκε. Τα παιδιά έμειναν με ανοιχτό το στόμα καθώς ο Τζός το ακούμπησε στο κορμό της καλαμποκιάς, κόβοντας τη σαν βούτυρο με μαχαίρι. Η καλαμποκιά πήρε κλήση και έπεσε καταγής, μαζί με το πολύτιμο καλαμπόκι της.
Ο Τζός χαμογέλασε καθώς τα παιδιά τον χειροκρότησαν κατενθουσιασμένα με τα 'μαγικά' του. Πότε δεν είχαν δει κάποιον να κόβει καλαμποκιά τόσο γρήγορα! Εντός μιας ώρας, είχαν κόψει όλες της καλαμποκιές του χωραφιού χωρίς να χύσουν ούτε και μια σταγόνα ιδρώτα. Τώρα τους έμενε μόνο να μαζέψουν το καλαμπόκι και να το βάλουν στη αποθήκη. Η Σύνθια έτρεξε να φωνάξει τη μητέρα της και τη Θεία Μυγαλή να έρθουν να δουν.
«Είναι μάγος, μαμά!» φώναξε, πετώντας από τη χαρά της, «Ο κ. Άντερσον είναι μάγος!» Η μητέρα της κοίταξε με μια έκφραση θερμής ευγνωμοσύνης τον Τζός, ο οποίος δεν μπορούσε να μην νιώθει συγκινημένος. Ακόμη και η γκρινιάρα Θεία Μυγαλή είχε μείνει εντυπωσιασμένη, αν και δεν το εξέφραζε. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, γύρισε στην επόμενη εργασία τους.
«Λοιπόν, τώρα που τελειώσαμε με το κόψιμο,» είπε, δίχως να σχολιάσει το γεγονός πως ο Τζός και ο θαυματουργικός εξοπλισμός του τους είχε σώσει αρκετές μέρες δουλειάς, «Ήρθε η ώρα να αρχίσουμε τη συγκομιδή και την αποθήκευση. Παιδιά, εσείς πηγαίνετε να φέρετε τα καλάθια από την αποθήκη. Εμπρός, μην τεμπελιάζετε!»
Αφού η κα Φρίσμπι γύρισε στο σπίτι να τους ετοιμάσει μεσημεριανό και να ελέγξει τον Τίμοθι, η Θεία Μυγαλή οδήγησε τον Τζός στην άκρη της φυτείας όπου είχαν εκείνο το κάρο που είχε δει τη πρώτη φορά που είχε έρθει εδώ. Φωνάζοντας διαταγές σαν να ήταν σκλάβος, οι δύο τους μάζεψαν όσο καλαμπόκι μπορούσαν να φορτώσουν στο κάρο. Ο Τζός είχε την εντύπωση πως ο λόγος που του φερόταν τόσο επιπόλαια ήταν γιατί ζήλευε που μπορούσε να κρατήσει τα παιδιά ήσυχα τόσο εύκολα, ενώ έκαναν τη δικιά της ζωή κόλαση. Ωστόσο, δεν τον πείραζε και πολύ τον Τζός, αφού όλος αυτός ο κόπος ήταν για το καλό της κας Φρίσμπι.
Ξαφνικά, ακούστηκε μια κραυγή από την αποθήκη. Τα παιδιά είχαν πρόβλημα! Τραβώντας το όπλο του, ο Τζός και η Θεία Μυγαλή έτρεξαν να δουν τι συμβαίνει. Είδαν τη Τερέζα να βγαίνει από την αποθήκη, κουβαλώντας τη Σύνθια που έκλεγε. Ο Μάρτιν ακολουθούσε από πίσω τους, κρατώντας ένα μυτερό ξύλο το οποίο, παρατήρησε ο Τζός, έσταζε με αίμα. Τι είχε συμβεί;
Τρέχοντας κοντά τους, είδαν πως η Σύνθια δεν έκλαιγε από το φόβο της, όπως νόμιζε, αλλά από το πόνο. Ήταν τραυματισμένη! Η κα Φρίσμπι, ακούγοντας τη φασαρία από το σπίτι, ήρθε τρέχοντας. Αναφώνησε, βλέποντας τη κατάσταση της κόρης της. Με τη δακρυσμένη Τερέζα να κρατά την αδελφούλα της προστατευτικά στην αγκαλιά της, η Θεία Μυγαλή γονάτισε δίπλα στη Σύνθια.
«Τι συνέβη, χρυσό μου; Τι έπαθες;»
«Πονάω… Πονάω…!» κλαψούριζε ασταμάτητα η Σύνθια.
«Τη τσίμπησε,» μουρμούρισε κατατρομαγμένη η Τερέζα, «Ήταν μέσα στην αποθήκη… Μας αιφνιδίασε… Προσπαθήσαμε να τη βοηθήσουμε, αλλά ήταν πολύ αργά…» Τότε ο Τζός πρόσεξε το τεράστιο τσίμπημα αράχνης στο γοφό του κοριτσιού, που όλο και πρηζόταν. Σε λίγο, το δηλητήριο θα την έριχνε σε σοκ. Άσχημα τα πράγματα!
Ο Τζός δεν έχασε λεπτό. Γρήγορα, πήρε τη Σύνθια στα χέρια του και τη κουβάλησε πίσω στο σπίτι. Ακουμπώντας τη στο τραπέζι της κουζίνας, όπου θα μπορούσε να την εξετάσει, έτρεξε να βρει το κουτί Α' Βοηθειών από τον εξοπλισμό του.
Βγάζοντας ένα αιμοστατικό επίδεσμο, το έδεσε σφιχτά στο πόδι της Σύνθια, διακόπτοντας τη κυκλοφορία του αίματος ώστε να μην εξαπλώνεται το δηλητήριο. Τότε ήρθε το δύσκολο κομμάτι. Καθώς ο εξοπλισμός επιβίωσης αστροναυτών δεν περιείχε αντίδοτα για τσιμπήματα εντόμων, ήταν αναγκασμένος να χρησιμοποιήσει μια πιο δραστική, παλαιομοδίτικη μέθοδο.
Σηκώνοντας ψηλά το πόδι της Σύνθια, έβγαλε ένα αποστειρωμένο χειρουργικό νυστέρι από το κουτί του. Ήξερε τι να κάνει. Το έφερε κοντά στο σημείο του τσιμπήματος, έτοιμος να κόψει. Αλλά προτού μπορέσει να το κάνει, ένιωσε τη μαγκούρα της Θείας Μυγαλή να τον χτυπάει ξαφνικά στον ώμο.
«Μα τι κάνεις;! Σταμάτα αμέσως!» ούρλιαξε έξαλλη η γριά ποντικίνα, σπρώχνοντας τον μακριά από τη Σύνθια. Πως τολμά αυτός ο ξένος να προσπαθεί να πετσοκόψει την ανιψιά της! Προσπαθώντας να αποφύγει τη μαγκούρα της, ο Τζός προσπάθησε να εξηγηθεί.
«Προσπαθώ να τη βοηθήσω, ανάθεμα σε! Κάνε στην άκρη!»
«Κόβοντας τη;!» φώναξε η Τερέζα, κρατώντας προστατευτικά την αδελφούλα της. Όλα τα παιδιά ξαφνικά κοιτούσαν τον Τζός με φόβο και θυμό, σαν να ήταν κάποιο τέρας. Και με κάθε δευτερόλεπτο που έχαναν, η κατάσταση της Σύνθια γινόταν όλο και πιο κρίσιμη. Πως μπορούσε ο Τζός να τους πείσει να τον αφήσουν να βοηθήσει τη Σύνθια όσο υπήρχε ακόμη καιρός; Τότε, σαν από θαύμα, επέμβει η κα Φρίσμπι.
«Σε παρακαλώ, άστον, θεία,» είπε στη Θεία Μυγαλή, «Ξέρει τι κάνει.» Ο Τζός ένιωσε συγκινημένος. Παρά τις άγνωστες για την οικογένεια της και, από πρώτης όψεως, βλαβερές μεθόδους του, τον εμπιστευόταν να σώσει τη κόρη της. Τελικά, με μισή καρδιά, η Θεία Μυγαλή υποχώρησε και άφησε τον Τζός να γυρίσει στη δουλειά του.
«Εντάξει, κρατήστε σφικτά τον επίδεσμο και συνεχίστε να ασκείτε πίεση.»
Ακολουθώντας τις οδηγίες του Τζός, η Τερέζα και η μητέρα της κράτησαν τη Σύνθια ακίνητη, ενώ ο Μάρτιν κρατούσε σφικτά τον επίδεσμο. Όλα ήταν έτοιμα. Ο Τζός ξαναπήρε το νυστέρι του.
«Εντάξει. Τώρα, πρέπει να της ανοίξω ένα κόψιμο, να φύγει το δηλητήριο. Θα υπάρχει λίγο αίμα, αλλά, σαν διαβεβαιώνω, θα τη σώσει.» Φοβισμένη, η κα Φρίσμπι του νέψε, δίνοντας του την άδεια να προχωρήσει με την επέμβαση.
Προσεχτικά και με μεγάλη ακρίβεια, ο Τζός ακούμπησε την λεπίδα του νυστεριού πάνω από το τσίμπημα και έκοψε μια ρηχή πληγή κατά μήκος του τσιμπήματος. Χρειαζόταν μεγάλη προσοχή μην κάνει ζημιά σε καμιά αρτηρία ή νεύρο. Τα πονεμένα ουρλιαχτά της Σύνθια παραλίγο να κάνουν τους πάντες να τα χάσουν, αλλά με την καθησύχαση του Τζός, κατάφεραν να διατηρήσουν τη ψυχραιμία τους.
Αφού άφησαν τη πληγή να τρέχει αίμα για λίγα λεπτά μέσα σε ένα μπολ, ώστε να φύγει όλο το δηλητήριο, ο Τζός τη καθάρισε με αντισηπτικό και την έδεσε. Μια ένεση με πενικιλίνη για να μην μολυνθεί και τέλος. Κάνοντας μια γρήγορη διάγνωση με το ιατρικό σκάνερ του, είδε πως όλες οι ζωτικές της λειτουργίες ήταν φυσιολογικές, χωρίς ένδειξη από τυχόν παρενέργειες. Τώρα, ότι χρειαζόταν η Σύνθια ήταν λίγη ξεκούραση και θα ήταν περδίκι.
Αφήνοντας τη Σύνθια να ξαπλώσει, με τα αδέλφια της και τη Θεία Μυγαλή να της κάνουν παρέα, η κα Φρίσμπι πήρε τον Τζός παραπέρα για να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Για μια στιγμή, ο Τζός νόμιζε πως θα του έβαζε τις φωνές που είχε κόψει τη κόρη της με το νυστέρι. Αλλά δεν έγινε κάτι τέτοιο. Προτού το καταλάβει, η κα Φρίσμπι τον είχε αρπάξει σε μια σφικτή αγκαλιά.
«Σε ευχαριστώ, Τζός! Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω που βοήθησες τη μικρούλα Σύνθια μου!» Τον φίλησε στο μάγουλο, «Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα.» Ο Τζός άρχισε να νιώθει αμηχανία με τη τρυφερότητα της. Ήταν σαν να είναι κυριολεκτικά μέσα στην αγκαλιά μιας πανέμορφης γυναίκας.
«Παρακαλώ, δεν κάνει τίποτα,» της είπε, χαϊδεύοντας τη καθησυχαστικά στη πλάτη, «Με συγχωρείς που σε τρόμαξα προηγουμένως με το νυστέρι. Έπρεπε να σου είχα πει κάτι πρώτα… Εδώ που τα λέμε, πως και με εμπιστεύτηκες όταν είδες τι πήγαινα να κάνω; Όλοι οι άλλοι είχαν πανικοβληθεί.»
«Δεν… δεν ξέρω,» απάντησε αμήχανα η κα Φρίσμπι, «Για μια στιγμή κιόλας, ήμουν έτοιμη να σε χτυπήσω και εγώ,» είπε, χαμηλώνοντας ντροπιασμένη το κεφάλι της, «Αλλά, τότε, κάτι μέσα μου έλεγε πως ήθελες μόνο να βοηθήσεις το κοριτσάκι μου και εμείς, εν αγνοία μας, σε εμποδίζαμε. Το καταλάβαινα μέσα από τη καρδιά μου πως δεν θα της έκανες κακό… Σε ευχαριστώ.»
«Παρακαλώ, κα Φρίσμπι.»
«Σε παρακαλώ, μπορείς να με λες Ελίζαμπεθ,» είπε η χήρα ποντικίνα, τα πανέμορφα σα ζαφείρια μάτια της να κοιτάνε επίμονα τον Τζός, μαγεύοντας τον κυριολεκτικά. Για μια στιγμή, ήθελε να σκύψει να τη φιλήσει, αλλά συγκρατήθηκε.
Τι με έπιασε; Αφού είναι ποντικίνα, που να με πάρει και να με σηκώσει! Σίγουρα πάει να μου στρίψει. Αλλά είναι τόσο όμορφη… Προσπαθώντας να μην σκέπτεται τη τρέλα πως ίσως να ήταν ερωτευμένος με μια ποντικίνα, ακολούθησε τη κα Φρίσμπι πίσω στη κρεβατοκάμαρα, να δουν πως τα πήγαινε η Σύνθια.
Έχοντας σχεδόν τελειώσει με τη συγκομιδή νωρίτερα από όσο νόμιζαν και με τη Σύνθια τώρα κατάκοιτη στο κρεβάτι, αποφάσισαν να διακόψουν τη δουλειά για σήμερα. Ο Τζός και η Θεία Μυγαλή επέστρεψαν στη αποθήκη και χρησιμοποιώντας πυρσούς από ξερά χόρτα να δημιουργήσουν καπνό, έβγαλαν την αράχνη έξω. Το γιγαντιαίο τέρας, με τα οχτώ τριχωτά πόδια του να τρίζουν θυμωμένα, έσκασε μύτη, κοιτάζοντας τους με τα δεκάδες κόκκινα μάτια του, λες και σκεφτόταν πως θα ήταν νόστιμοι να τους φάει. Αυτή μάλλον ήταν η τελευταία της σκέψη προτού η ηλεκτρική σφαίρα από το όπλο του Τζός την έκανε γλίτσα.
Με την αποθήκη τώρα καθαρή από αράχνες, ήταν έτοιμοι να αρχίσουν να αποθηκεύουν το καλαμπόκι αύριο, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα τους. Όσο για τη Σύνθια, δεν άργησε να συνέλθει, προς ανακούφιση όλων. Ως την ώρα του δείπνου, είχε ξυπνήσει και κυκλοφορούσε, χαρούμενη και υγιής σαν άλογο. Μόνο η γάζα που της είχε βάλει ο Τζός να κλείσει τη πληγή της είχε μείνει. Ο Μάρτιν είχε αρχίσει να τη κοροϊδεύει, λέγοντας τη πως έμοιαζε σαν μια από τις κουρελιάρες κούκλες της. Η Σύνθια κόντευε να βάλει τα κλάματα, ώσπου επέμβει η μητέρα της και απείλησε να στείλει τον Μάρτιν στο κρεβάτι νηστικό εάν δεν σταματούσε.
Μετά το βραδινό, η οικογένεια κάθισε παρέα στο σαλόνι, μπροστά στη ζεστασιά του τζακιού. Ο Τζός είχε πείσει τη Ελίζαμπεθ να αφήσει και τον Τίμοθι να έρθει να καθίσει μαζί τους. Όσο το παιδί βρισκόταν μέσα και στα ζεστά, δεν υπήρχε κίνδυνος να αναζωπυρώσει η πνευμονία του. Τα παιδιά είχαν μαζευτεί γύρω από τον Τζός, ο οποίος τους έβγαζε τα διάφορα εργαλεία και σύνεργα από το κιτ επιβίωσης του.
«…Αυτό σε βοηθά να ξαναβρείς το δρόμο σου εάν χαθείς,» έλεγε στη Τερέζα, η οποία περιεργαζόταν μια μικρή πυξίδα, «Η βελόνα ευθυγραμμίζεται με το βορρά και σου επιτρέπει να βρεις τη γενική κατεύθυνση σου, βάση των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα: βορράς, νότος, ανατολή και δύση.» Η Τερέζα κοίταξε με περιέργεια τη περιστρεφόμενη βελόνα, καθώς ευθυγραμμίστηκε με το μαγνητικό βορρά του πλανήτη, σαν δια μαγείας.
«Αυτό τι είναι, Τζός;» ρώτησε ο Μάρτιν, παίζοντας με ένα ηλεκτρικό πολυεργαλείο που είχε βρει στην εργαλειοθήκη του Τζός. Αναφώνησε έκπληκτος καθώς πάτησε κατά λάθος το κουμπί εκκίνησης, το οποίο και έθεσε σε λειτουργία το μοτέρ, κάνοντας το να στριφογυρίζει σαν τρελό στο χέρι του.
Ο Τζός πήρε το εργαλείο από το αγόρι και έβαλε μια από τις κεφαλές – ενός τρυπανιού – για να του κάνει μια επίδειξη. Ακουμπώντας το τρυπάνι σε ένα κούτσουρο από το τζάκι, άνοιξε μια τρύπα που διαπέρασε με ευκολία το ξύλο. Ο Μάρτιν έμεινε με ανοικτό το στόμα.
«Και με τούτο εδώ μετράς το χρόνο;» ρώτησε ο Τίμοθι, εξετάζοντας το διαστημικό ρολόι του Τζός, που του είχε φορέσει στο καρπό (κάτι το οποίο δεν ήταν και ιδιαίτερα εύκολο γιατί του ήταν πολύ μεγάλο, σαν βραχιόλι). Περιεργαζόταν τις δύο ψηφιακές ενδείξεις του ρολογιού – ώρα Γης και ώρα Εβδά-Βήτα – που υπολόγιζαν το χρόνο των δυο πλανητών σε συγχρονισμό. «Η Γή… αυτό είναι το σπίτι σου, λοιπόν;»
«Ο πλανήτης Γη, το σπίτι δώδεκα δισεκατομμυρίων ανθρώπων, σωστά, αγόρι μου,» του είπε ο Τζός, βγάζοντας τον φορητό υπολογιστή της στολής του. Έδειξε στα παιδιά ένα περιστρεφόμενο τρισδιάστατο μοντέλο της Γής στην οθόνη. Τα παιδιά γούρλωσαν τα μάτια τους με ενθουσιασμό. Ποτέ δεν είχαν ξαναδεί πλανήτη όπως φαίνεται από το διάστημα.
«Το σπίτι σου είναι στρογγυλό;» ρώτησε ο Μάρτιν. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως ζούσε κανείς πάνω σε αυτή τη γαλάζια σφαίρα που αιωρούταν στον ουρανό. «Καλά, δεν πέφτεις από την άκρη;» Ο Τζός ξέσπασε στα γέλια.
«Όχι, νεαρέ μου. Αφού η βαρύτητα της Γης – όπως και κάθε πλανήτη στο σύμπαν – μας κρατά κυριολεκτικά προσγειωμένους στο έδαφος. Βρισκόμαστε αυτή τη στιγμή υπό την επιρροή της βαρύτητας του πλανήτη σας.» Τα παιδιά σάστισαν. Ο κόσμος τους ήταν στρογγυλός; Πως ήταν δυνατόν; Και τι ήταν η βαρύτητα; Για να τους εξηγήσει καλύτερα, ο Τζός τους έδειξε προς τον ορίζοντα έξω από το παράθυρο.
«Εάν άρχιζες να περπατάς σε ευθεία γραμμή, χωρίς να σταματήσεις, κάποια στιγμή θα κατέληγες πίσω από όπου ξεκίνησες. Όπου και να βρίσκεσαι, η βαρύτητα σε κρατά κολλημένο στο έδαφος.» Παίρνοντας ένα πετραδάκι από το πάτωμα, το σήκωσε ψηλά και το άφησε να πέσει.
«Ο Νεύτωνας είπε πως κάποτε είδε ένα μήλο να πέφτει από ένα δέντρο. Γιατί; Λοιπόν, είναι η δύναμη της βαρύτητας που κάνει τα πάντα να πέφτουν από τον ουρανό.» Σιγά, σιγά, τα παιδιά άρχισαν να μπαίνουν στο νόημα, με εξαίρεση τον Μάρτιν, ο οποίος δεν μπορούσε να μην βρει κάποιο λάθος στη φανταστική θεωρία του Τζός.
«Αφού αυτή η… βαρύτητα, ή όπως και αν το λες, μας κρατά κολλημένους στο έδαφος, τότε πως πετάνε τα πουλιά; Και εσύ, πως ήρθες εδώ πετώντας;» Αν και είχε αρχίσει να κουράζεται με τις ατελείωτες ερωτήσεις τους, και μάλιστα για τα πιο απλά πράγματα, ο Τζός παρέμεινε υπομονετικός και προσπάθησε να εξηγήσει στα παιδιά πως ταξίδευε ο άνθρωπος στο διάστημα.
Πατώντας κάποιες εντολές στον υπολογιστή του, ανέβασε στην οθόνη ένα τρισδιάστατο μοντέλο του ΕΒΔΑ-Ένα, παίζοντας τους την ίδια προσομοίωση προσεδάφισης που τους είχε δείξει ο Κουκουβάγιος κατά την άφιξη τους σε τροχιά.
«Ένα διαστημόπλοιο, όπως το ΕΒΔΑ-Ένα, χρησιμοποιεί την ώθηση από τους κινητήρες του να ξεφύγει από τη βαρυτική έλξη της Γης. Μόλις βρεθεί στο διάστημα, όπου δεν υπάρχει βαρύτητα και κατά συνέπεια τίποτα δεν έχει βάρος, το σκάφος προχωρεί αδιάκοπα σε μια συγκεκριμένη πορεία, ή τροχιά όπως τη λέμε, ώσπου η βαρύτητα ενός άλλου πλανήτη να το προσελκύσει. Τότε χρησιμοποιούμε πάλι τους κινητήρες μας να ελέγξουμε τη κάθοδο μας στην επιφάνεια. Ένα ταξίδι μεταξύ Γης και εδώ πέρα διαρκεί τεσσερισήμισι χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου το πέρασα κοιμισμένος, σε νάρκη…»
«Κοιμόσουν επί τέσσερα χρόνια;» αναφώνησε με έκπληξη ο Μάρτιν, που το έβρισκε πολύ κουφό, «Αμάν, μακάρι να μπορούσα να το κάνω και εγώ αυτό!» Δίπλα του, η μεγαλύτερη αδελφή του χασκογέλασε.
«Σώπα!» είπε η Τερέζα, «Αφού είσαι τόσο υπναράς, εάν δεν μπαίναμε στο κόπο να σε γαργαλάμε ώσπου να ξυπνήσεις κάθε πρωί, θα κοιμόσουν αδιάκοπα ώσπου να γεράσεις σαν τον κ. Πάππο και ούτε που θα το καταλάβαινες, τεμπελχανά!» Η Σύνθια και ο Τίμοθι έσκασαν στα γέλια. Ο Μάρτιν της έβγαλε τη γλώσσα του, ενοχλημένος με το σχόλιο της. Όλα τα αδέλφια του είχαν το κακό συνήθειο να τον ξυπνάνε με γαργαλητά κάθε πρωί, δίχως να το γνωρίζει με εντολή της μητέρας τους, κάτι που τον εκνεύριζε δίχως τέλος.
«Ζουν και ποντικοί στη Γη;» ρώτησε η μικρούλα Σύνθια, που είχε ενθουσιαστεί με τη περιγραφή των γήινων ποντικιών, όπως και της τα είχε περιγράψει ο Τζός, «Είναι πράγματι μικρούτσικοι σαν και εμένα;»
Η Σύνθια ήταν το μικρότερο μέλος της οικογένειας και πάντα τη πείραζε που ήταν η πιο μικρόσωμη από όλα τα αδέλφια της. Παρότι η μητέρα της συνεχώς τη διαβεβαίωνε πως κάποια μέρα θα ψήλωνε, κάποιοι, κάποιοι , όπως ο Μάρτιν, μερικές φορές τη πείραζαν, σηκώνοντας τη ανάποδα, να τη γαργαλάει και να τη στριφογυρίζει τριγύρω δίχως τέλος, μέχρι που η μητέρα τους τον έπιανε στα πράσα και τον έβαζε τιμωρία. Ο Τζός πήρε τη μικρούλα ποντικίνα στην αγκαλιά του.
«Τόσο μικρούτσικοι που χωράνε στη παλάμη σου, Σίνι,» είπε, χρησιμοποιώντας το παρατσούκλι της Σύνθια, με το οποίο την αποκαλούσαν τα αδέλφια της. Η Σύνθια γέλασε, φαντάζοντας πόσο χαριτωμένα θα έπρεπε να είναι τόσο μικροσκοπικά ποντίκια.
«Μπορείς να μας πάρεις να δούμε τον κόσμο σου;» ρώτησε με μεγάλη προθυμία ο Τίμοθι. Οι ιστορίες του Τζός για τη Γη και τον κόσμο των ανθρώπων τον είχαν εντυπωσιάσει τόσο πολύ που τον έτρωγε η περιέργεια να δει ο ίδιος αυτό το μαγικό μέρος όταν μεγαλώσει. Κάρα βάθος, ζήλευε κάπως τον Τζός, ο οποίος είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει στα μακρινά άστρα, όπου ούτε ποντικός ούτε αρουραίος είχε πάει ποτέ. Ο Τζός χάιδεψε τα μαλλιά του αγοριού.
«Κάποια μέρα, φιλαράκο, ίσως…»
Εκείνη τη στιγμή, η Ελίζαμπεθ ήρθε από τη κουζίνα και ενημέρωσε τα παιδιά πως ήταν ώρα για ύπνο. Καληνυχτίζοντας τον Τζός, τα παιδιά ακολούθησαν τη μητέρα τους μέσα στη κρεβατοκάμαρα.
Αργότερα εκείνο το βράδυ, ο Τζός καθόταν ξύπνιος στο κρεβάτι του ξενώνα, χαζεύοντας το φωτεινό Εβδά-Άλφα από το παράθυρο. Ο γίγαντας αερίων, γύρω από τον οποίο περιστρεφόταν ο Εβδά-Βήτα, φώτιζε το νυχτερινό ουρανό με την αποπνικτική, πολύχρωμη ατμόσφαιρα του. Ήταν ένα μαγευτικό θέαμα, για το οποίο κάθε αστρονόμος πίσω στη Γη θα πουλούσε ακόμη και τη ψυχή του ώστε να το δει από τόσο κοντά.
Κοιτάζοντας τον ουρανό, ο Τζός είδε πως η ηλεκτρομαγνητική θύελλα που τον είχε φέρει εδώ πέρα είχε περάσει. Όπως και είχε προβλέψει ο Δρ Στέτσον, αυτό το μυστηριώδες διαστημικό φαινόμενο ήταν μόνο προσωρινό και είχε επιτέλους ολοκληρώσει το κύκλο του. Επιτέλους, το πεδίο ήταν ελεύθερο ώστε το μητρικό σκάφος να επιχειρήσει προσεδάφιση. Η διάσωση ερχόταν επιτέλους!
Αν και δεν θα τον ξάφνιαζε τον Τζός εάν ο Διοικητής Φιτζγκίμπον τον είχε ξεγράψει πια ως νεκρό, ήξερε πως σύντομα θα έπρεπε να αποχαιρετήσει τους καινούργιους φίλους του. Όσο και αν δεν ήθελε να τους αφήσει τόσο σύντομα, αυτός και οι συνάδελφοι του έπρεπε να συνεχίσουν την αποστολή τους. Όλη η ανθρωπότητα βασιζόταν πάνω τους.
Το πρωί, αποφάσισε, θα ανέβαινε στη κορυφή εκείνου του ψηλού βράχου που είχε δει και θα έστηνε τον πομπό του για να στείλει σήμα κινδύνου. Τότε, οι συνάδελφοι του θα μπορούσαν να έρθουν να τον μαζέψουν. Γυρίζοντας να κοιτάξει την Ελίζαμπεθ, που κοιμόταν του καλού καιρού, ένιωσε μια βαθιά λύπη με τη σκέψη πως πλησίαζε η στιγμή να πουν αντίο για πάντα.
Σημείωση από το συγγραφέα: Ορίστε και η ενότητα 7! Συγνώμη για τη καθυστέρηση, αλλά η μετάφραση αυτής της ιστορίας είναι δύσκολη και δεν είχα πολύ χρόνο στη διάθεση μου. Καλό διάβασμα και παρακαλώ μεν ξεχάσετε να αφήσετε κανένα σχόλιο!
