Τοποθεσία: Ο Οίκος της Οικογένειας Φρίσμπι, η Πράσινη Κοιλάδα
Ηλιακή Μέρα: 7
Ήταν νωρίς το πρωί της έβδομης μέρας του στον πλανήτη. Αφήνοντας τα παιδιά να κοιμούνται του καλού καιρού πίσω στο αγρόκτημα, ο Τζός και η Ελίζαμπεθ ακολούθησαν το στενό μονοπάτι που οδηγούσε στη κορυφή του Υπήνεμου Βράχου, για να στήσει ο Τζός τον πομπό του. Στην κορυφή του βράχου, υπήρχε ένα επίπεδο ύψωμα, από όπου είχαν μια υπέροχη θέα.
Η καταπράσινη έκταση του κρατήρα απλωνόταν τριγύρω τους για αρκετά χιλιόμετρα, με την άκρη της ερήμου μετά βίας ορατή στον ορίζοντα. Από κάτω, μπορούσαν να δουν καπνό που ερχόταν από το αγρόκτημα, όπου η Θεία Μυγαλή ετοίμαζε πρωινό.
Ο Τζός θαύμαζε τη θέα. Τέτοια πράσινα τοπία ήταν πια πολύ δυσεύρετα πίσω στη Γη, αφού πάνω από τρία τέταρτα του φυσικού περιβάλλοντος είχαν καταστραφεί από τους ανθρώπους. Γυρίζοντας να κοιτάξει τη φίλη του, την είδε να απομακρύνεται από την άκρη του γκρεμού, τρέμοντας ολόκληρη.
«Έχεις υψοφοβία;»
Εκείνη του νέψε, σφίγγοντας ανήσυχα το κολάρο του μανδύα της, «Δεν μπορώ ούτε να ανέβω τη σκάλα του αχυρώνα χωρίς να με πιάσει κρίση πανικού…» Ο Τζός χαμογέλασε.
«Δεν πειράζει. Οι περισσότεροι από τους νεοσύλλεκτους πιλότους με τους οποίους έχω πετάξει έχουν προβλήματα υψοφοβίας. Περνάει μετά από περίπου πεντακόσιες διαδρομές στη κορυφή ενός ουρανοξύστη μέσα σε ένα γυάλινο ασανσέρ και μετά κάνοντας μπάντζι-τζόνπινγκ από τη ταράτσα…» Η Ελίζαμπεθ κουλουριάστηκε, ανατριχιάζοντας ολόκληρη από τη σκέψη. Δεν θα δοκίμαζε τέτοια 'θεραπεία' για υψοφοβία ούτε με σφαίρες. Ο Τζός συμμαζεύτηκε, καταλαβαίνοντας πως το είχε παρατραβήξει το αστείο του.
«Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε τρομάξω,» της είπε, παίρνοντας τη στην αγκαλιά του για να τη καθησυχάσει. Η Ελίζαμπεθ του χαμογέλασε. «Δεν πειράζει, Τζός. Και ο Τζόναθαν με πείραζε συχνά για αυτό. Τουλάχιστον τα παιδιά δεν έχουν πρόβλημα.» Ο Τζός ήταν σίγουρος για αυτό χίλια τα εκατό. Είχε δει τον Μάρτιν να το παίζει ακροβάτης σε τσίρκο μόλις τις προάλλες, όταν μάζευαν καλαμπόκι. Όμως αυτή δεν ήταν ώρα για χαζομάρες.
Ανοίγοντας το κιτ του, ο Τζός έβγαλε τον πομπό έκτακτης ανάγκης του. Βίδωσε τη συσκευή, που θύμιζε σφαίρα, πάνω στο τρίποδο της και το έστησε πάνω στο βράχο. Πατώντας ένα κουμπί, η σφαίρα άνοιξε σαν μπουμπούκι. Ο μηχανισμός στο εσωτερικό της ήταν μια εξάγωνη βάση από την οποία προεξείχαν δυο μικροί ηλιακοί συλλέκτες για να κρατάνε τη μπαταρία φορτισμένη, καθώς και δυο διαφορετικές κεραίες – μια οριζόντια για αναμεταδώσεις με τον ασύρματο των διαστημικών στολών και ένα παραβολικό πιάτο για τις τηλεπικοινωνίες με το μητρικό σκάφος.
Γυρίζοντας τους ηλιακούς συλλέκτες προς τον ήλιο, ο Τζός έβγαλε τον υπολογιστή της στολής του και πάτησε διάφορες εντολές. Σύντομα, είχε πιάσει σήμα από τον πομπό και μπορούσε να ενεργοποιήσει τις τηλεπικοινωνίες. Κάνοντας ένα γρήγορο διαγνωστικό έλεγχο, άρχισε να ψάχνει σε όλες τις συχνότητες για κάποιο σήμα.
Στην αρχή, δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα σε εμβέλεια 150 μιλίων, που ήταν όσο έφτανε ο πομπός. Δοκιμάζοντας μια πιο χαμηλή συχνότητα, ο Τζός συνέχισε τις προσπάθειες. Τότε, ξαφνικά, έπιασε κάτι.
Μπιπ… μπιπ… μπιπ…
Το αδύναμο σήμα ερχόταν από κάπου βόρεια, περίπου 115 μίλια μακριά από εκεί που βρισκόταν. Κάνοντας αναγνώριση του σήματος, ο Τζός κατάλαβε πως ήταν όντως αυτό που έψαχνε. Ήταν ο φάρος πλοήγησης του ΕΒΔΑ-Ένα!
«Θεέ μου, έχουν ήδη προσγειωθεί. Μάλλον θα με ψάχνουν.» Γρήγορα, ρύθμισε τον πομπό για ηχητικές επικοινωνίες και έστειλε σήμα κινδύνου.
«ΣΟΣ! ΣΟΣ! Σμηναγός Τζός Άντερσον καλεί Κέντρο Ελέγχου του ΕΒΔΑ-Ένα! Κέντρο, με λαμβάνετε;» Δεν απαντούσε κανείς. Μια απόλυτη σιωπή επικρατούσε σε όλες τις συχνότητες. Δυναμώνοντας το σήμα του, ο Τζός ξαναδοκίμασε, «Επαναλαμβάνω, είμαι ο Σμηναγός Άντερσον και καλώ σε βοήθεια! Ο θαλαμίσκος μου έχει συντριβεί και βρίσκομαι καθηλωμένος. Στείλτε αποστολή διάσωσης! Με ακούτε;» Τίποτα. Τι στο καλό είχαν πάθει αυτοί;
«Δεν σε ακούνε;» ρώτησε η Ελίζαμπεθ, παρακολουθώντας τον φίλο της να συνεχίζει να παίζει με τα μπιχλιμπίδια του. Μάταιες οι προσπάθειες του Τζός.
«Δεν βγάζει κανένα νόημα,» είπε, δοκιμάζοντας όλες τις συχνότητες ξανά και ξανά, αλλά χωρίς να λαμβάνει τίποτα. Κανένας δεν απαντούσε, ούτε καν έπιανε σήμα από τους θαλαμίσκους του σκάφους, οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν ήδη απογειωθεί αμέσως σε αποστολή διάσωσης, ακούγοντας το σήμα κινδύνου του.
«Σύμφωνα με αυτό, το ΕΒΔΑ-Ένα είναι οπωσδήποτε εκεί έξω,» της είπε, δείχνοντας προς το βορρά, «Είναι λες και οι πάντες αποφάσισαν να κάνουν ταυτόχρονα διάλλειμα για καφέ. Αλλά αυτό είναι ανήκουστο…»
Σύμφωνα με τα πρωτόκολλα της αποστολής, πάντα θα έπρεπε να υπάρχει κάποιος παρών στη γέφυρα του σκάφους, να παρακολουθεί της επικοινωνίες, για οποιοδήποτε ενδεχόμενο. Το πλήρωμα του ΕΒΔΑ-Ένα αναλάμβανε αυτό το πόστο σε βάρδιες κατά όλη τη διάρκεια της αποστολής. Οι πιθανότητες να μην υπάρχει κάποιος να απαντήσει, πόσο μάλιστα με τον Διοικητή Φιτσγκίμπον να κάνει κουμάντο, ήταν μηδενικές… τουλάχιστον μέχρι τώρα.
Γυρίζοντας να ξανακοιτάξει την Ελίζαμπεθ, προς μεγάλη του έκπληξη, την είδε να κοιτάζει τον ορίζοντα όπου και της είχε μόλις πει ο Τζός βρισκόταν το σκάφος του. Είχε, για κάποιο λόγο, παγώσει από την έκπληξη και, όπως θα μάθαινε σύντομα ο Τζός, από φόβο.
«Τι τρέχει;»
«Τζός,» του ψιθύρισε, χλωμή σαν το μάρμαρο, «Εκεί είναι το μέρος όπου είχε πάει ο άντρας μου όταν εξαφανίστηκε, η Αγκαθωτή Κοιλάδα, όπου λένε ότι υπάρχει ο χαμένος Ναός του Μέγα Κουκουβάγιου…»
Προτού μπορούσε ο Τζός να τη ρωτήσει τι ήταν αυτός ο Ναός του Μέγα Κουκουβάγιου, ξαφνικά, οι δυο τους άκουσαν τις φωνές κάποιων που ανέβαιναν στο βράχο… και δεν ήταν οι φωνές των παιδιών, ούτε της Θείας Μυγαλής.
Αρπάζοντας γρήγορα τα σύνεργα του, ο Τζός πήρε την Ελίζαμπεθ από το χέρι και μαζί κρύφτηκαν πίσω από μια τεράστια πέτρα, από όπου μπορούσαν να παρακολουθούν τη σκηνή. Εκείνη τη στιγμή, δύο ξένοι εμφανίστηκαν από το μονοπάτι.
Ο ένας ήταν ένας ψηλός μορφονιός αρουραίος που φορούσε μια στρατιωτική στολή μεσαιωνικού στυλ. Ο δεύτερος ήταν ένας κοντοστούπης, παχουλός γέρο-ποντικός με χοντρά γυαλιά που θύμιζε σπασίκλα ακαδημαϊκό. Οι δύο τους κουβαλούσαν ένα διπλωμένο κουβάρι από κάποιο λαμπερό ύφασμα με σπάγκους, το οποίο σαν να θύμιζε κάτι στον Τζός…
«…Εμπρός, Τζάστιν, τεμπελχανά! Σταμάτα πια με τις ανοησίες σου!» φώναζε ενοχλημένος ο γέρο-ποντικός στον σύντροφο του, ο οποίος του έκανε γκριμάτσες πίσω από την πλάτη του. Η Ελίζαμπεθ αμέσως αναγνώρισε και τους δύο.
«Αυτός είναι ο γείτονας μου, ο κ. Πάππος,» ψιθύρισε στον Τζός, ο οποίος θυμήθηκε. Ήταν εκείνος ο εκκεντρικός βοτανολόγος, από τον οποίο η Ελίζαμπεθ είχε πάει να ζητήσει φάρμακο για τον Τίμοθι την ημέρα που είχαν πρωτογνωριστεί. «Ο άλλος είναι ο Τζάστιν, ένας παλιός φίλος του Τζόναθαν από την Τριανταφυλλούπολη.» Ο Τζός πάντως δεν την άκουσε, γιατί ξαφνικά αναγνώρισε το κουβάρι υφάσματος που κουβαλούσαν.
«Καλά, αυτό είναι το αλεξίπτωτο από το θαλαμίσκο μου!»
Εύκολα αναγνώριζε κανείς το οικείο έμβλημα του ΈΒΔΑ-Ένα βαμμένο στο ύφασμα, καθώς οι δύο ποντικοί ξεδίπλωσαν το αλεξίπτωτο και το έστρωσαν στο έδαφος. Αυτό μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράμα: οι αρουραίοι είχαν ανακαλύψει το ναυάγιο του θαλαμίσκου του στη λίμνη και είχαν περισυλλέξει το αλεξίπτωτο του. Είχαν ξαναβρεί τα ίχνη του πολύ πιο σύντομα από όσο ήλπιζε. Μήπως ήξεραν ότι βρισκόταν εδώ πέρα; Και τι σκόπευαν να κάνουν με το αλεξίπτωτο;
Κοιτάζοντας, είδε τον ποντικό ονόματι κ. Πάππο να βάζει ένα πρόχειρο γιλέκο από σκοινένιους ιμάντες που είχε φτιάξει ο ίδιος. Οι σπάγκοι του αλεξιπτώτου ήταν δεμένοι σφικτά στους ιμάντες. Ξαφνικά, ο Τζός κατάλαβε. Έχοντας μαντέψει σε τι χρησίμευε το αλεξίπτωτο, οι δυο τους ετοιμάζονταν να το δοκιμάσουν με επιβάτη. Με άλλα λόγια, πήγαιναν γυρεύοντας για καταστροφή.
Το αλεξίπτωτο ήταν σχεδιασμένο για να επιβραδύνει ένα θαλαμίσκο βάρους δώδεκα τόνων κατά τη διάρκεια αναγκαστικής προσγείωσης. Ήταν πολύ μεγάλο για να λειτουργήσει σωστά με το πολύ μικρότερο αντίβαρο ενός αλεξιπτωτιστή. Επίσης ο βράχος πάνω στον οποίο στέκονταν δεν ήταν ούτε κατά διάνοια αρκετά ψηλός για ελεύθερη πτώση. Όποιος το επιχειρούσε, θα γκρεμοτσακιζόταν.
Ο Τζός βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πολύ δύσκολο δίλλημα. Έπρεπε να προειδοποιήσει αυτό το τρελό γέρο-ποντικό πως αυτό που πήγαινε να κάνει ήταν σκέτη αυτοκτονία προτού γίνει το κακό. Αλλά πώς να το κάνει αυτό χωρίς να εκτεθεί; Την Ελίζαμπεθ και την οικογένεια της μπορούσε να τους εμπιστευθεί, αλλά αυτοί οι δύο ξένοι ίσως να τον πρόδιδαν στους αρουραίους και αυτό θα ήταν το τέλος.
Κοιτάζοντας, είδε τον κ. Πάππο να παίρνει θέση στην άκρη του γκρεμού. Από πίσω του, ο Τζάστιν κρατούσε έτοιμο το αλεξίπτωτο. Σε αντίθεση με τον ανυπόμονο κ. Πάππο, ο οποίος δεν έβλεπε την ώρα να ξεκινήσουν, ο Τζάστιν είχε σοβαρές επιφυλάξεις για το τρελό πείραμα του γέρο-εφευρέτη.
«Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις, γέρο-τράγε.»
«Ποτέ μην αμφισβητείς τις άπειρες δυνατότητες της επιστήμης, νεαρέ μου,» είπε ο εκκεντρικός εφευρέτης, ο οποίος προφανώς δεν είχε τη παραμικρή αμφιβολία για το πείραμα του, πεπεισμένος πως τίποτα δεν μπορούσε να πάει στραβά. «Αυτή η καινούργια εφεύρεση μου θα είναι επανάσταση μπροστά σε ότι έχουμε επιτύχει έως τώρα. Θα δεις.»
«Η δική σου εφεύρεση;» ρώτησε ο Τζάστιν, χάνοντας ξαφνικά το χαμόγελο του, «Αυτό το πράμα δεν βρέθηκε εδώ πέρα από μόνο του, ξέρεις!» είπε, κοιτάζοντας καχύποπτα το αλεξίπτωτο, «Πολύ θα ήθελα να μάθω σε ποιον, ή μάλλον σε τι, ανήκει…»
Από την κρυψώνα του, ο Τζός ένοιωσε τα σωθικά του να μαζεύονται από ανησυχία. Οι αρουραίοι πράγματι τον αναζητούσαν. Ο κ. Πάππος πάντως δεν του καιγόταν καρφάκι σε ποιον μπορεί να άνηκε το αλεξίπτωτο. Αυτή τη στιγμή, μόνο οι δυνατότητες που του παρουσίαζε αυτό το ασυνήθιστο εύρημα τον ενδιέφεραν.
«Εμείς το βρήκαμε, οπότε σε εμάς ανήκει τώρα,» είπε αδιάφορα στο σύντροφο του. Έσφιξε τους ιμάντες του γιλέκου του, ετοιμάζοντας να πηδήσει, «Λοιπόν, με το τρία. Ένα! Δύο…!»
Ήταν τώρα ή ποτέ. Στο επόμενο δευτερόλεπτο, ο κ. Πάππος θα έπεφτε στο κενό, όπου και θα έβρισκε φρικτό θάνατο. Εάν επιχειρούσε ο Τζός να τον εμποδίσει, αυτός ο τύπος ο Τζάστιν θα τον έβλεπε και όλοι οι αρουραίοι θα βρίσκονταν πάλι ξωπίσω του στο άψε-σβήσε. Αλλά, από την άλλη, η Ελίζαμπεθ δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ εάν άφηνε τον γείτονα της να σκοτωθεί. Η φίλη του, επίσης καταλαβαίνοντας τη τρέλα που πήγαινε να κάνει ο Πάππος, γούρλωσε τα μάτια της.
Ξαφνικά, πετάχτηκαν και οι δυο μαζί από τη κρυψώνα τους, τρέχοντας σαν τρελοί προς τον κ. Πάππο, φωνάζοντας, «Όχι, μη! Σταμάτα! Μην πηδήσεις…!»
«…Τρία!»
Ακούγοντας μια περίεργη φωνή να του φωνάζει, ο Τζάστιν γύρισε κατάπληκτος και είδε την Ελίζαμπεθ, να έρχεται τρέχοντας, σαν για να τον χαιρετήσει. Πάντα λάτρευε τη πανέμορφη χείρα του προ πολλού μακαρίτη φίλου του και, όλο χαρά, άνοιξε τα χέρια του για να την αγκαλιάσει.
«Τι ευχάριστη έκπληξη, Μπιφ! Χρόνια και ζαμάνια…» είπε, αλλά έμεινε άφωνος, βλέποντας ξαφνικά αυτό το περίεργο πλάσμα, το οποίο ήταν φυσικά ο Τζός, που την ακολουθούσε τρέχοντας από πίσω, σαν να την κυνηγούσε.
Συνέβη πολύ γρήγορα. Μια στιγμή, ο Τζός έτρεχε βολίδα προς τον κ. Πάππο, να τον πιάσει προτού πέσει, την άλλη βρέθηκε να κοιτάει την άκρη ενός γυμνωμένου σπαθιού στραμμένο απευθείας στο πρόσωπο του. Η έκφραση του Τζάστιν ήταν σκληρή και εχθρική.
«Μείνε πίσω, άτιμο τέρας!» μούγγρισε απειλητικά, «Εάν τολμήσεις να την αγγίξεις, σε καθάρισα…!» Η Ελίζαμπεθ, την οποία ο Τζάστιν είχε σπρώξει γρήγορα από πίσω του, σαν για να την προστατέψει, αναπήδησε.
«Τζάστιν, μη! Είναι φίλος μου…!»
«Βοήθεια!»
Μέσα στη φασαρία ωστόσο, είχαν ξεχάσει τελείως τον κ. Πάππο, ο οποίος, χάνοντας την ισορροπία του, βρέθηκε στο κενό. Μόνο χάρη στους σπάγκους του αλεξιπτώτου που πιάστηκαν την τελευταία στιγμή σε μια προεξοχή στην άκρη του γκρεμού τη γλίτωσε. Στη στιγμή, βρέθηκε να κρέμεται από την άκρη του γκρεμού σαν μαριονέττα, ο δυνατός άνεμος να τον κοπανάει πέρα-δώθε στα βράχια. Οι κραυγές πόνου του καθώς έσπασε το πόδι του ακούστηκε μέχρι την κορυφή.
Με τον Τζάστιν να μην παίρνει τα μάτια του από τον Τζός, οι δυο τους και η Ελίζαμπεθ τράβηξαν με όλη τους τη δύναμη, ανεβάζοντας πάνω τον κ. Πάππο. Ο φουκαράς γέρο-ποντικός είχε τα χάλια του και ήταν σε κατάσταση σοκ, καθώς και θηρίο ανήμερο που τους είχαν διακόψει.
«Ανάθεμα, κυρία μου!» φώναζε έξαλλος, «Τι σε έπιασε και μας παραμονεύεις έτσι; Δεν βλέπεις ότι κάνουμε κάτι σοβαρό εδώ πέρα…;» Έμεινε άφωνος, βλέποντας τον Τζός, που τον κρατούσε στον αέρα από το γιακά. Το θέαμα ενός αληθινού ανθρώπου με σάρκα και οστά του έκοψε τη χολή.
«Κατέβασε με αμέσως, παλιό… παλιό άνθρωπε!» ούρλιαξε, τα μάτια του γουρλωμένα από το φόβο.
Προτού μπορέσει ο Τζός να του κάνει το χατίρι, ξαφνικά πρόσεξε μια σκιά να πλησιάζει από πίσω του. Γυρίζοντας, είδε έναν δεύτερο, μεγαλύτερο στρατοαρουραίο, χοντροδεμένος σαν βουβάλι, να του ορμάει με ένα πελώριο πολεμικό τσεκούρι.
Ο Τζός παρά τρίχα μπόρεσε να αποφύγει την θανατηφόρα λεπίδα του τσεκουριού, η οποία χτύπησε το έδαφος, ακριβώς στο σημείο όπου βρισκόταν το κεφάλι του ένα δευτερόλεπτο νωρίτερα. Προτού προλάβει να τραβήξει το όπλο του για να αμυνθεί, με γρήγορα σαν αστραπή αντανακλαστικά, ο αρουραίους ξανασήκωσε το τσεκούρι του και αυτή τη φορά πέτυχε το στόχο του.
Το ξύλινο χερούλι του τσεκουριού βρήκε τον Τζός στο κρόταφο με τη δύναμη ρόπαλου του μπέιζμπολ. Το τελευταίο πράμα που άκουσε προτού σκοτεινιάσουν τα πάντα τριγύρω του ήταν οι φωνές του Τζάστιν και της Ελίζαμπεθ, «Όχι, Βρούτε! Μην τον σκοτώσεις…!»
Σημείωση από τον συγγραφέα: Μάλλον τα πράγματα αρχίζουν να δυσκολεύουν για τον Τζός… Έως την επόμενη φορά, λοιπόν! Παρακαλώ αφήστε και καμία κριτική!
