Ο Τζός έβλεπε αστέρια, καθώς άρχισε να ανακτά επιτέλους τις αισθήσεις του. Ένιωθε ναυτία και είχε τον χειρότερο πονοκέφαλο όλης της ζωής του. Δεν βρισκόταν πια στη κορυφή του Υπήνεμου Βράχου, αλλά πίσω στο σπίτι της Ελίζαμπεθ, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του στο ξενώνα. Τι είχε συμβεί; Το τελευταίο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν να τον αιφνιδιάζει εκείνος ο μεγαλόσωμος αρουραίος και μετά τίποτα. Μπορούσε να ακούσει έντονες φωνές να καυγαδίζουν από τη κουζίνα.
«…Μα, σου το είπα, Τζάστιν, είναι άκακος! Μου έσωσε τη ζωή! Δεν μπορείς να τον παραδώσεις στο Συμβούλιο, σε ικετεύω!» Ο Τζός αναγνώρισε τη φωνή της Ελίζαμπεθ να εκλιπαρεί εκείνον τον νεαρό Αρουραίο ονόματι Τζάστιν.
«Μα, Μπίφ, είναι άνθρωπος! Παρείσακτος! Ακόμη χειρότερα, φέρει το διαβολικό σημάδι της ίδιας της Γης της Εβδά! Δεν καταλαβαίνεις πως το Συμβούλιο μπορεί να σε κατηγορήσει για αίρεση…;»
«Να πάει στον αγύριστο το Συμβούλιο! Αυτό χρειάζεται πολύ σκέψη,» ακούστηκε η φωνή του γέρου ποντικού, τον κ. Πάππο, «Δεν καταλαβαίνετε, όλοι σας; Αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη όλων των εποχών! Ίσως είναι το κλειδί σε όλα τα μυστήρια ολόκληρων χρονών έρευνας! Πρέπει να το σκεφτούμε πολύ προσεκτικά προτού πούμε κουβέντα σε αυτούς τους κρετίνους του Συμβουλίου. Είναι ικανοί να το αποσιωπήσουν και να το θάψουν χωρίς δεύτερη κουβέντα…!»
Νιώθοντας το κούτελο του, ο Τζός βρήκε ένα τουρμπάνι γάζες όπου ο Αρουραίος τον είχε χτυπήσει και το οποίο η Ελίζαμπεθ του είχε δέσει όσο ήταν ακόμη αναίσθητος. Αν και το χτύπημα σίγουρα του είχε προκαλέσει μια μικρή διάσειση, τουλάχιστον δεν του είχε διαλύσει το κρανίο. Είχε σταθεί τυχερός.
Καθώς πήγε να σηκωθεί, ξαφνικά, ένα τεράστιο τριχωτό χέρι τον έσπρωξε με δύναμη πάλι κάτω. Ο Τζός είδε τη κοφτερή λεπίδα ενός πολεμικού τσεκουριού πάνω από το πρόσωπο του. Ο Αρουραίος που του είχε επιτεθεί βρισκόταν εκεί, με μια αγριεμένη έκφραση στο πρόσωπο του που έδινε την εντύπωση πως ήθελε να τον κάνει κομμάτια.
«Ακίνητος!» μούγγρισε ο αγριεμένος Αρουραίος. Η φωνή του ήταν γεμάτο μίσος και οργή, «Μια κίνηση και πέθανες!» Προσπαθώντας να συγκρατήσει το πανικό του, βλέποντας αυτό το θηρίο που ετοιμαζόταν να τον ξεπαστρέψει, ο Τζός προσπάθησε να συλλογιστεί μαζί του.
«Ηρέμησε, φίλε! Είμαι φίλος της κας Φρίσμπυ…!» Αλλά ο Αρουραίος δεν είχε όρεξη για κουβέντα.
«Σιωπή! Δεν με ξεγελάς εμένα, τέρας της Εβδα!» Εβδα; Που στο καλό ξέρει για την ΕΒΔΑ; Απόρησε κατάπληκτος ο Τζός, «Δεν έχει να πας πουθενά μέχρι να αποφασίσει ο Λοχαγός μου τι θα σε κάνουμε. Εάν θέλεις να παραμείνεις ζωντανός έως τότε, καλά θα κάνεις να κάνεις ότι σου λέω, όπως και να μαζέψεις και τη γλώσσα σου! Και, για τελευταία φορά, δεν επιτρέπεται να μπείτε!» μούγγρισε πίσω από τη πλάτη του, στα παιδιά, που παρακολουθούσαν τρομαγμένα από τη πόρτα.
«Μα, Βρούτε, είναι φίλος μας…!» πήγε να διαμαρτυρηθεί ο Μάρτιν, αλλά αυτό μόνο εξόργισε περισσότερο τον Βρούτο. Αυτά τα άμυαλα παλιόπαιδα δεν είχαν τη παραμικρή ιδέα με τι είχαν να κάνουν.
«Ηλίθιο παιδί!» μούγγρισε, τώρα θηρίο ανήμερο, «Η Εβδά είναι ο χειρότερος εχθρός σας! Η μητέρα σας ήταν τρελή να αφήσει αυτό το… το τέρας μέσα στο σπίτι σας! Δεν σας δίδαξε ο πατέρας σας τίποτε;» Δυστυχώς, οι φωνές του ακούστηκαν μέχρι τη κουζίνα.
«Σε παρακαλώ, μην βάζεις τις φωνές στα παιδιά μου όταν είσαι φιλοξενούμενος μέσα στο σπίτι μου, Βρούτε!» φώναξε έξαλλη η Ελίζαμπεθ που ήρθε τρέχοντας, ακολουθούμενη από τον Τζάστιν, να καθησυχάσει τον Μάρτιν, ο οποίος ήταν έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Από πίσω τους ήρθε κουτσαίνοντας και ο κ. Πάππος, ο οποίος είχε το ένα πόδι του σε γύψο και περπατούσε με δεκανίκι. Ο Βρούτος κοίταξε έξαλλος την Ελίζαμπεθ.
«Καλά, τρελάθηκες τελείως, κυρία μου;» φώναξε, «Είσαι πολύ τυχερή που αυτός ο άνθρωπος δεν έκανε κακό σε εσένα και τα παιδιά σου! Ανόητη, εύπιστη ποντικίνα…!» Δυστυχώς, αυτή το φορά, το είχε παρακάνει και ο Τζάστιν μίλησε.
«Αρκετά, Βρούτε!» τον διέκοψε αυστηρά, «Ότι λάθος και να έκανε, δεν μιλάμε με τέτοια αγένεια σε μια κυρία!» Ο Βρούτος ήθελε να το κάνει θέμα, αλλά ο όρκος υπακοής του σε ανώτερο του τον ανάγκασε να συγκρατηθεί. Στα μέσα του καυγά όμως, είχε ξεχάσει εντελώς για τον κρατούμενο του. Γυρίζοντας, άφρισε βλέποντας τα παιδιά που είχαν περάσει κρυφά από δίπλα του όσο εκείνος φώναζε στη μητέρα τους, να αγκαλιάζουν τον άνθρωπο, κλαίγοντας από συγκίνηση.
«Νομίζαμε ότι θα σε σκότωνε, Τζός!» κλαψούρισε η Τερέζα, ανατριχιάζοντας βλέποντας το τραυματισμένο κεφάλι του Τζός, «Είσαι καλά;» Ο Τζός αγριοκοίταξε τον Βρούτο που είχε τρομάξει έτσι τα παιδιά με την άγρια συμπεριφορά του. Βλέποντας τέτοια βία, θα ήταν τυχερά εάν δεν τους είχε προκαλέσει ψυχικά τραύματα.
«Είμαι μια χαρά, γλυκιά μου,» της είπε, χαϊδεύοντας τη στη πλάτη να τη καθησυχάσει. «Μια χαρά.» Η Σύνθια είχε ξεσπάσει σε λυγμούς, κρατώντας τον Τζός από το μανίκι. «Ο Τζάστιν λέει πως θα πρέπει να σε πάρουν μακριά μας…» Ακόμη και ο Τζός δεν μπορούσε να βρει τα λόγια να τη καθησυχάσει. Μάλλον οι μέρες του ως φυγάς είχαν τελειώσει.
Οι Αρουραίοι, εν στο μεταξύ, κοίταζαν με περιέργεια πόσο φιλικός ήταν αυτός ο μυστηριώδης επισκέπτης με τα παιδιά και εκείνα μαζί του. Ακόμη και η Ελίζαμπεθ χαμογέλασε θερμά, χωρίς να δείχνει τη παραμικρή ανησυχία που βρίσκονταν τα παιδιά της τόσο κοντά σε αυτόν τον ξένο. Ο Βρούτος πήγε να επέμβει και να διώξει τα παιδιά, αλλά ο Τζάστιν τον συγκράτησε. Όποιος και αν ήταν αυτός ο ξένος, δεν ήταν κανένας επικίνδυνος άγριος όπως νόμιζαν και δεν υπήρχε κανένας λόγος να του φερθούν έτσι.
«Λοιπόν, καλύτερα να γίνουν οι συστάσεις,» είπε τελικά, «Είμαι ο Λοχαγός Τζάστιν Ουίλσον της Λεγεώνας της Τριανταφυλούπολης και ο βοηθός μου, Λοχίας Βρούτος Στάντον. Ο γέρο-τράγος από δω είναι ο καθηγητής Οράτιος Πάππος της Ακαδημίας Επιστημών των Αρουραίων.» Ο Πάππος αγριοκοίταξε τον Τζάστιν που τον αποκάλεσε 'γέρο-τράγο', αλλά δεν το έκανε θέμα. Αυτή τη στιγμή, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν η επιστημονική του περιέργεια για αυτόν τον άνθρωπο, ένα ον το οποίο, μέχρι πρότινος, θεωρούνταν ανύπαρκτο σε αυτό το πλανήτη. «Και εσύ ποιος είσαι, φίλε;»
«Σμηναγός Τζός Άντερσον, αξιωματικός του σκάφους ΕΒΔΑ-Ένα,» τους συστήθηκε ο Τζός, δίνοντας το χέρι του για χειραψία. Μόνο ο Βρούτος δεν ενδιαφερόταν να κάνει φιλίες μαζί του, κοιτάζοντας τον λες και ήταν ένα λυσσασμένο σκυλί. Ο Τζός τους διηγήθηκε την ιστορία του, από πού ήταν, πως είχε έρθει στο πλανήτη τους και πως είχε γνωρίσει την Ελίζαμπεθ και την οικογένεια της.
«Ώστε αυτή η μυστήρια ιπτάμενη μηχανή που βρήκαμε βυθισμένη στη λίμνη ήταν δική σου, έτσι;» ρώτησε κατάπληκτος ο κ. Πάππος, εξηγώντας πως κάτι ψαράδες είχαν ανακαλύψει τον βυθισμένο θαλαμίσκο του Τζός όταν η βάρκα τους είχε πιαστεί στο αλεξίπτωτο που επέπλεε ακόμη στην επιφάνεια, το οποίο και μάζεψαν κόβοντας τα σκοινιά του.
Βουτηχτές είχαν σταλεί κάτω να ελέγξουν αυτό το μυστηριώδες σκάφος, αλλά το είχαν βρει άδειο. Ωστόσο, υποψιάζοντας ότι κυκλοφορούσε κάποιος ξένος εκεί έξω, οι αρχές της Τριανταφυλούπολης είχαν στείλει τον Τζάστιν και τον Βρούτο να επιθεωρήσουν τη γύρω περιοχή. Ο κ Πάππος είχε πάρει το αλεξίπτωτο πίσω μαζί του στο εργαστήριο του για να το μελετήσει.
«Και λες πως είσαι μέλος μιας ομάδας εξερευνητών από τα άστρα;» ρώτησε ο Τζάστιν, προσπαθώντας να καταλάβει τι άκουγε. Αν και ο Τζός δεν του φαινόταν εχθρικός, η ιστορία του ακουγόταν λίγο υπερβολική. Με άλλα λόγια, δεν είχε ιδέα τι να πει για αυτόν τον ξένο που είχε πέσει κυριολεκτικά από τον ουρανό. Ωστόσο, κάποιος άλλος είχε μια πολύ καλή ιδέα τι έπρεπε να κάνουν.
«Πρέπει να τον καταδώσουμε στο Συμβούλιο αμέσως!» είπε ο Βρούτος, «Ο Βασιλιάς πρέπει να ακούσει για όλα αυτά αμέσως! Άκουσες τι είπε. Δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με έναν άνθρωπο, αλλά με ολόκληρη εισβολή!» Ο Τζός ευχόταν να είχε κρατήσει το στόμα του κλειστό για το πλήρωμα του που τον αναζητούσε. «Εάν οι σύντροφοι του αποφασίσουν να επιτεθούν στη Τριανταφυλούπολη, θα μας πιάσουν όλους στον ύπνο…!»
Τα παιδιά κατάλαβαν πως αυτή τη φορά ο Τζάστιν συμφωνούσε με το Βρούτο, τουλάχιστον το ότι έπρεπε να ειδοποιήσουν τις αρχές για τον φίλο τους και γρήγορα. Τον κοίταξαν, εκλιπαρώντας τον, «Σε παρακαλώ, Τζάστιν, δεν μπορείς να συλλάβεις τον Τζός! Δεν είναι κακός!»
«Μην ανακατεύεσαι, κορίτσι μου!» τη μάλωσε ο Βρούτος, «Είναι ο νόμος! Μπορεί να σου χαλάει το παιχνίδι σου μερικές φορές, αλλά είναι για το καλό σας…!» Ο Τζάστιν όμως, συμπονώντας με τα παιδιά της Ελίζαμπεθ, με τα οποία πάντα ήταν φιλικός, ήταν αποφασισμένος να μην τους απογοητεύσει εκτός και εάν ήταν υποχρεωμένος, που δεν ήταν.
Δεν τον είχαν στείλει εδώ πέρα να συλλάβει κανέναν, μόνο να σιγουρευτεί πως όλα ήταν εντάξει και να βοηθήσει τον κ. Πάππο με το πείραμα του. Αφού ο Τζός δεν τους είχε δώσει καμία αφορμή ότι ήταν επικίνδυνος, δεν είχε υποχρέωση να τον συλλάβει επί τόπου. Και ήταν πολύ περίεργος να μάθει περισσότερα για αυτόν τον ξένο.
«Εντάξει, ας ψηφίσουμε,» είπε τελικά, «Ποιοι συμφωνούν να περιμένουμε μέχρι να παρουσιάσουμε το καινούργιο μας φίλο στο Συμβούλιο;» Όλοι συμφώνησαν εκτός από το Βρούτο, ο οποίος ήταν έξαλλος.
«Μα Τον Μέγα Κουκουβάγιο, τι σημαίνουν όλα αυτά;» φώναξε, «Είναι ανάρμοστο για έναν αξιοσέβαστο Λοχαγό να βάζει να ψηφίζουν για το καθήκον του! Το να κρύβεις έναν πιθανότατα επικίνδυνο εχθρό είναι προδοσία! Το Συμβούλιο μπορεί να μας πάρει τους βαθμούς αν ακούσουν για αυτό, ακόμη και να μας φυλακίσουν…!»
«Δεν προτείνω να κρύψουμε κανέναν,» είπε ο Τζάστιν. Αν και δεν τον πείραζε, όπως λέει ο λόγος, να παραβλέψει λίγο τους κανονισμούς μερικές φορές, δεν είχε κανένα σκοπό να παρανομήσει για χάρη ενός ξένου, «Θα βοηθήσουμε τον Σμηναγό Άντερσον να ξαναβρεί τους συντρόφους του και μετά θα δώσουμε μια πλήρη αναφορά στο Συμβούλιο για αυτούς τους επισκέπτες. Είμαι σίγουρος πως ο Νικόδημος θα εκτιμούσε να έχει μια καλύτερη εικόνα για αυτούς, ώστε να πιέσει το Συμβούλιο να ξεκινήσει ειρηνικές διπλωματικές σχέσεις μεταξύ μας.»
Αν και ο Τζός δεν μπορούσε να εγγυηθεί με σιγουριά ειρηνικές διπλωματικές σχέσεις, ξέροντας πόσο απρόβλεπτος ήταν ο Διοικητής Φιτζγκίμπον – ειλικρινά, δεν είχε τη παραμικρή ιδέα πως θα αντιδρούσε κανένας από τους συντρόφους του μόλις έβλεπαν τους φίλους του – δεν μπορούσε να ελπίσει για καλύτερη συμφωνία. Αυτή τη στιγμή, η μία και μόνη προτεραιότητα του ήταν να γυρίσει πίσω στο σκάφος του σώος και αβλαβής.
Πήρε αρκετή ώρα μέχρι να συμφωνήσει και ο Βρούτος. «Πολύ καλά, Τζάστιν. Είσαι ανώτερος μου και έχω υποχρέωση να σεβαστώ τη κρίση σου,» είπε τελικά, «Ωστόσο, προειδοποιώ τον φίλο μας,» συνέχισε, γυρίζοντας να κοιτάξει απειλητικά τον Τζός, «Εάν πας να μας ξεγελάσεις ή να μας οδηγήσεις σε καμιά παγίδα, θα σε παραδώσω προσωπικά στο Συμβούλιο… τεμαχισμένο και σε φέτες. Έγινα σαφής;» Ο Τζός του νέψε.
«Σε αυτή τη περίπτωση, έχουμε μια συμφωνία,» είπε ο Τζάστιν, χωρίς να δώσει σημασία στην Ελίζαμπεθ που φώναζε στον Βρούτο να μην λέει τέτοιες άγριες απειλές μπροστά στα παιδιά της. «Που βρίσκονται οι φίλοι σου, λοιπόν;»
«Κάπου βόρεια από δω,» τους είπε ο Τζός, εξηγώντας τους για το σήμα που είχε λάβει εκείνο το πρωί, πάνω στο λόφο, «Η Ελίζαμπεθ είπε πως ήταν εκείνο το μέρος που αναζητούσε πριν χρόνια ο σύζυγος της. Ποιο ήταν πάλι το όνομα; Η Αγκαθωτή Κοιλάδα, νομίζω…» Οι Αρουραίοι είχαν όλοι μείνει άφωνοι.
«Οι σύντροφοι σου βρίσκονται στην Αγκαθωτή Κοιλάδα;» ρώτησε καχύποπτα ο Τζάστιν. Δεν του άρεσε το γεγονός πως μια ομάδα παρείσακτων καταπατούσαν το πιο ιερό μέρος του λαού τους, όπου φημιζόταν πως υπήρχε ο προ-πολλού χαμένος ναός του Μέγα Κουκουβάγιου, «Τι δουλειά έχουν εκεί πέρα;» Ο Τζός σήκωσε τους ώμους του.
«Δεν έχω ιδέα. Ίσως ήταν το πρώτο καλύτερο μέρος για προσγείωση που βρήκαν κατά την επάνοδο τους στην ατμόσφαιρα… Ποιος ξέρει;»
«Και πως ακριβώς προτείνεις να φτάσουμε έως εκεί;» ρώτησε με αυθάδεια ο Βρούτος. Όπως και όλοι όσοι ήταν παρόντες, γνώριζε καλά την ιστορία του Τζόναθαν και της εξαφάνισης του. Ένα πράμα ήταν σίγουρο: ένα ταξίδι στην Αγκαθωτή Κοιλάδα δεν ήταν απλή εκδρομή. Ο Τζός ωστόσο δεν φαινόταν να τον πειράζει και πολύ.
«Μπορούμε να πάμε περπατώντας,» τους πρότεινε, «115 μίλια δεν είναι μια αδύνατη διαδρομή. Το σήμα στο πομπό μου θα μας οδηγήσει απευθείας σε αυτούς.»
«Τότε, μήπως έχεις τη καλοσύνη να μας εξηγήσεις πως σκοπεύεις να περάσεις τα Σκοτεινά Όρη που χωρίζουν εμάς από τη Αγκαθωτή Κοιλάδα, κ. Σμηναγέ;» ρώτησε ο κ. Πάππος, «Ο τελευταίος ποντικός που το επιχείρησε δεν γύρισε ποτέ.» Δίπλα του, η Ελίζαμπεθ χαμήλωσε θλιμμένη το κεφάλι της, σκεπτώντας τον Τζόναθαν.
«Γιατί; Τι υπάρχει εκεί πέρα;» ρώτησε με καχυποψία ο Τζός.
«Τα Σκοτεινά Όρη είναι η περιοχή των Εξόριστων,» του εξήγησε κατσούφικα ο Τζάστιν, «Ληστές, κυρίως εξόριστοι εγκληματίες ή παράνομοι, οι οποίοι τρομοκρατούν τις τριγύρω επαρχίες. Λεηλατούν χωριά, ληστεύουν και δολοφονούν εμπόρους, αρπάζουν γυναικόπαιδα για να τα πουλήσουν σε σκλαβοπάζαρα…» Αυτοί οι Εξόριστοι δεν άρεσαν καθόλου στον Τζός. Δεν θα ήθελε να συναντήσει ποτέ αυτά τα αποβράσματα.
«Ακόμη και εάν γνώριζε κάποιος τη διαδρομή, ποτέ δεν θα καταφέρναμε να φτάσουμε ζωντανοί στην Αγκαθωτή Κοιλάδα,» συνέχισε ο κ. Πάππος, «Θα ήταν σκέτη αυτοκτονία.» Αλλά ο Τζός, που ήδη σκεπτόταν για εναλλακτικές λύσεις, είχε μια καλή ιδέα.
«Ποιος είπε πως πρέπει να πάμε περπατώντας;» ρώτησε με ένα χαμόγελο γραμμένο στο πρόσωπο του. Το σχέδιο του θα ήταν δύσκολο, αλλά αφού το πλήρωμα του δεν απαντούσαν στα σήματα κινδύνου του, ήταν η μόνη λύση. «Μπορούμε να πάμε αεροπορικώς.» Οι φίλοι του τον κοίταζαν λες και είχε τρελαθεί τελείως.
«Εάν πρόκειται για αστείο, είναι πολύ κακόγουστο,» είπε αυστηρά ο Τζάστιν. Ο φίλος του είχε πεθάνει προσπαθώντας να βρει την Αγκαθωτή Κοιλάδα και κατά τη γνώμη του αυτό δεν ήταν θέμα για αστείο. Ο κ. Πάππος ωστόσο, καταλάβαινε τη είχε ο Τζός στο νου του.
«Προτείνεις να φτιάξουμε μια από τις ιπτάμενες μηχανές σου;» ρώτησε, ξαφνικά νιώθοντας πως είχε κυριολεκτικά βρει μια φλέβα χρυσού. Εάν αυτός ο άνθρωπος ήξερε το μυστικό για να πετάξει, κάτι το οποίο έψαχνε ο γέρο-εφευρέτης μια ολόκληρη ζωή – τότε θα το μάθαινε, ακόμη και εάν χρειαζόταν να πουλήσει την ίδια του τη ψυχή στον Μέγα Κουκουβάγιο, «Είναι εφικτό;»
«Με το αλεξίπτωτο από το θαλαμίσκο μου και τα εργαλεία μου, έχουμε όλα τα υλικά που χρειαζόμαστε για να κατασκευάσουμε ένα ανεμόπτερο. Με αυτό θα μπορούμε άνετα να διασχίσουμε την έρημο και τα Σκοτεινά Βουνά μέχρι την Αγκαθωτή Κοιλάδα! Ο χρόνος που θα μας πάρει να φτάσουμε εκεί αεροπορικώς είναι ελάχιστος σε σύγκριση από το να πάμε με τα πόδια.»
Με τις γνώσεις του περί αεροναυπηγικής, καθώς και η εμπειρία του σαν πιλότος, η κατασκευή ενός ανεμόπτερου ήταν παιχνιδάκι. Δηλαδή, θα ήταν εάν οι φίλοι του συμφωνούσαν να τον βοηθήσουν με τη κατασκευή, αλλά κρίνοντας από τις εκφράσεις αμφιβολίας τους, δεν φαινόταν και πολύ πιθανό.
«Παραλίγο να σκοτωθείς σήμερα, γέρο-τρελέ!» μούγγρισε έξαλλος ο Βρούτος στον κ. Πάππο, «Έχεις βαρεθεί τη ζωή και θες να πεθάνεις παίζοντας με αυτές τις παγίδες-θανατου που επινοεί αυτός;» Ο κ. Πάππος κοίταξε με αηδία τον Βρούτο που έβλεπε τα πάντα με παρωπίδες, αλλά, από την άλλη, δεν μπορούσε απλώς να ξεχάσει την τρομακτική εμπειρία του εκείνο το πρωί που τον είχε αφήσει με σπασμένο πόδι. Κάποιοι άλλοι όμως είχαν μια τελείως διαφορετική άποψη.
«Εμπιστεύομαι τον Τζός,» είπε η Ελίζαμπεθ, «Τον έχω δει να κάνει κάποια θαύματα για μένα και τα παιδιά μου. Είμαι σίγουρη πως ξέρει τι κάνει. Είμαι μαζί του!» Ο Τζός ήθελε να τη φιλήσει, αλλά συγκρατήθηκε τη τελευταία στιγμή βλέποντας την έκφραση ζήλειας του Τζάστιν.
«Οπότε είμαστε όλοι μαζί σε αυτό,» είπε η Τερέζα, ενώ τα αδέλφια της φαίνονταν κατενθουσιασμένα με την ιδέα του Τζός, «Λοιπόν, πότε ξεκινάμε;»
Εκείνο το βράδυ, ο Τζός, καθισμένος στο τραπέζι της κουζίνας, ετοίμασε το σχέδιο του ανεμόπτερου, χρησιμοποιώντας τις παλιές πένες και περγαμηνές του Τζόναθαν. Θα ξεκινούσαν αύριο τη κατασκευή στο εργαστήριο του κ. Πάππου, ο οποίος είχε όλα τα απαραίτητα σύνεργα. Χρησιμοποιώντας τον υπολογιστή της στολής του για να κάνει όλους τους απαραίτητους υπολογισμούς, το σχέδιο άρχισε να παίρνει μορφή πάνω στο χαρτί.
Η Ελίζαμπεθ είχε δεχτεί να φιλοξενήσει τον Βρούτο και τον Τζάστιν μέχρι τη μέρα που θα ξεκινούσαν το ταξίδι τους για την Αγκαθωτή Κοιλάδα. Καθώς δεν υπήρχαν άλλοι ξενώνες στο σπίτι, οι δυο Αρουραίοι, σαν στρατιωτικοί και συνηθισμένοι στο να κοιμούνται σε άβολα μέρη, είχαν ξαπλώσει σε υπνόσακους μπροστά στο τζάκι σαν γάτες. Αν και δεν δημιουργούσαν προβλήματα για τον Τζός, δεν τον άφηναν από τα μάτια τους, σε περίπτωση που επιχειρούσε να τους το σκάσει. Ο Βρούτος είχε ακόμη επιμείνει να κλειδώσει την πόρτα και να κατασχέσει το κλειδί, κρατώντας τους όλους υπό κατ οίκον περιορισμό μέχρι το πρωί. Ο κ. Πάππος είχε επιστρέψει στο σπίτι του, όπου και θα τον συναντούσαν το επόμενο πρωί για να ξεκινήσουν τη δουλειά στο εργαστήριο του.
Η Ελίζαμπεθ καθόταν μαζί με τον Τζός, πίνοντας ένα ζεστό, καθώς χάζευε το σχεδιάγραμμα που ετοίμαζε ο φίλος της. Ήξερε πως η στιγμή που θα έπρεπε να πουν αντίο πλησίαζε και ήθελε να απολαύσει κάθε λεπτό από τον λιγοστό χρόνο που τους είχε απομείνει μαζί. Κάθε τόσο, ο Τζός της χαμογελούσε από την άκρη του ματιού του, κάνοντας τη να κοκκινίζει ολόκληρη.
«Ορίστε, έτοιμο!» της είπε, δείχνοντας της το τελικό σχεδιάγραμμα του ανεμόπτερου που είχε φτιάξει. Το σχέδιο ήταν ένα υφασμάτινο ανεμόπτερο διπλών πτερών με ξύλινο σκελετό, με ένα στενό χώρο στο κέντρο όπου θα ήταν τα χειριστήρια και το κάθισμα του πιλότου. Όσο για τους επιβάτες, θα ταξίδευαν ξαπλωμένοι φαρδιοί-πλατιοί πάνω στα φτερά, όπως και τα αδέλφια Ράιτ. Ένα υπερβολικά απλό και πρόχειρο σχέδιο σε σύγκριση με τα διαστημόπλοια που πιλοτάριζε ο Τζός, αλλά τουλάχιστον πολύ πιο ασφαλές από το αυτοσχέδιο μαραφέτι του κ. Πάππου.
Αν και η Ελίζαμπεθ δεν είχε ιδέα από τη μηχανολογία στο χαρτί, δεν μπορούσε να μην θαυμάζει τη επιδεξιότητα του Τζός. Ο αφοσίωση του στη δουλειά του ήταν πράγματι αξιοθαύμαστη. Το μάτι της πήρε μια ενδιαφέρουσα λεπτομέρεια στο σχέδιο: οι φιγούρες που έδειχναν τις θέσεις των επιβατών πάνω στο ανεμόπτερο.
«Πως και υπάρχουν πέντε από εσάς; Νόμιζα πως μόνο εσύ, ο Τζάστιν, ο Βρούτος και ο κ. Πάππος θα πάτε στην Αγκαθωτή Κοιλάδα... » Ξαφνιάστηκε όταν ο Τζός ξαφνικά της πήρε το χέρι.
«Διότι θα έρθεις και εσύ μαζί μου, Ελίζαμπεθ,» της είπε με ένα θερμό χαμόγελο, «Θέλω να γνωρίζεις τους συντρόφους μου και να δεις το σκάφος μας. Ήσουν τόσο φιλόξενη μαζί μου και τώρα θέλω και εγώ να σου είμαι καλός οικοδεσπότης.» Αν και η Ελίζαμπεθ λάτρευε την ευκαιρία να μπορεί να περάσει περισσότερο χρόνο μαζί του, τρομοκρατήθηκε, καταλαβαίνοντας τι της πρότεινε ο Τζός.
«Μα αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να πετάξω μαζί σας πάνω σε αυτό το πράμα!» αναφώνησε, τρέμοντας ολόκληρη μόνο και με τη σκέψη, «Τζός, το ξέρεις πως δεν αντέχω τα ύψη!»
Ο Τζός αναστέναξε απογοητευμένος. Δεν ήξερε εάν η Ελίζαμπεθ αρνιόταν την πρόσκληση του επειδή φοβόταν τα ύψη ή επειδή ήξερε πως ήταν μάταιο να καθυστερούν την ώρα του αποχωρισμού τους, αλλά ότι και να ήταν, ήταν αναπόφευκτο. Δεν υπήρχε περίπτωση για την Ελίζαμπεθ και τα παιδιά της να έρθουν πίσω στη Γη μαζί του, και αποκλείεται ο Διοικητής Φιτζγκίμπον να επέτρεπε στον Τζός να παραμείνει εδώ για να είναι μαζί της. Η ζωή μερικές φορές ήταν τόσο άδικη.
Τα ίδια τα λόγια της Ελίζαμπεθ φαίνονταν να τη πληγώνουν, καθώς ο Τζός είδε δάκρυα να εμφανίζονται στα μάτια της. Παίρνοντας τη τρυφερά στην αγκαλιά του, της χάιδεψε τα μαλλιά για να τη καθησυχάσει.
«Ελίζαμπεθ, πως και ο Τζάστιν συνέχεια σε αποκαλεί 'Μπιφ';» τη ρώτησε, καθώς θυμήθηκε εκείνο το περίεργο όνομα που είχε ακούσει τον Τζάστιν να τη φωνάζει πάνω στο βράχο. Η Ελίζαμπεθ κοκκίνισε ολόκληρη, σαν μια έφηβη που συζητάει για το πρώτο της αγόρι.
«Τίποτα, μόνο ένα χαζό παρατσούκλι που μου έδωσαν οι γονείς μου όταν ήμουν μικρή και δεν μπορούσα ακόμη να προφέρω σωστά το όνομα μου. Ο Τζόναθαν και ο Τζάστιν πάντα με αποκαλούσαν έτσι. Εξάλλου, το όνομα Ελίζαμπεθ παραείναι επίσημο για μια απλή χωριατοπούλα σαν και εμένα...»
«Και όμως, θα έπρεπε να ξέρεις, η προ-γιαγιά του Βασιλιά της Αγγλίας είχε το ίδιο όνομα με εσένα και είχε μια χρυσαφένια καρδιά ακριβώς όπως και εσύ,» της είπε ο Τζός για να της φτιάξει τη διάθεση, αναφερόμενος φυσικά στην προ πολλού πεθαμένη Βασίλισσα Ελισάβετ Β' της Αγγλίας. Αν και η Ελίζαμπεθ δεν πίστευε πως είχε το παραμικρό κοινό με μια βασίλισσα με την οποία τύχαινε να είναι συνονόματη, ένοιωσε βαθιά συγκινημένη.
«Σε ευχαριστώ για το κομπλιμέντο, Τζός,» του είπε, γυρίζοντας να τον φιλήσει στο μάγουλο. Ο Τζός χαμογέλασε, κρατώντας την στην αγκαλιά του.
«Δεν το εννοούσα σαν κομπλιμέντο, Μπιφ,» είπε στη φίλη του, «Η Βασίλισσα Ελισάβετ είχε την ίδια αγάπη και αφοσίωση για το λαό της όπως εσύ για την οικογένεια σου. Είσαι ένα υπέροχο και ξεχωριστό άτομο, πολύ περισσότερο από όσο νομίζεις. Δεν έχει σημασία ο πλούτος ή η εξουσία, αλλά αυτό που υπάρχει εδώ μέσα.» Ακούμπησε το χέρι του πάνω στη καρδιά της Ελίζαμπεθ, «Κάποια μέρα, αφού έχω φύγει, θα καταλάβεις τι εννοώ.»
Μη θέλοντας να ξαναγυρίσει στο θέμα της αναχώρησης του, η Ελίζαμπεθ καληνύχτισε τον Τζός και πήγε να κοιμηθεί. Ο Τζός παρέμεινε ξύπνιος λίγη ώρα ακόμη, επαληθεύοντας ξανά και ξανά τους υπολογισμούς του ώσπου ήταν σίγουρος πως δεν υπήρχε καμία ατέλεια στο σχέδιο του. Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν τη κατασκευή του ανεμόπτερου το πρωί.
Κατάκοπος, άφησε τα πάντα και έσυρε τα πόδια του μέχρι το κρεβάτι για να κοιμηθεί, σταματώντας μόνο για να σκεπάσει την Ελίζαμπεθ που κοιμόταν. Έσβησε το κερί του και έπεσε ξερός. Αλλά, παρότι τη κούραση του, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Για ώρες, παρέμεινε ξύπνιος, χαζεύοντας το όμορφο πρόσωπο της φίλης του στο διπλανό κρεβάτι, σκέπτοντας θλιμμένα για τη στιγμή που θα έπρεπε να πουν το στερνό αντίο...
Χωρίς να το γνωρίζει ο Τζός, κάποιος άλλος επίσης δυσκολευόταν να κοιμηθεί. Στο διπλανό δωμάτιο, ο Τζάστιν καθόταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ήταν μια εξαιρετικά αλλόκοτη κατάσταση. Αν και αυτός ο τύπος, ο Τζός φαινόταν αρκετά φιλικός, σε αντίθεση με όσα δίδασκαν οι αρχαίες ιερές γραφές τους για τη περιβόητη Γη της Εβδά και τους σατανικούς ανθρώπους της, οι οποίοι κάποια μέρα θα επέστρεφαν για να φέρουν την Αποκάλυψη στο κόσμο τους, δεν του άρεσε καθόλου αυτή η στενή φιλία που είχε παρατηρήσει μεταξύ αυτού και της Ελίζαμπεθ.
Αν και δεν ήταν στο χαρακτήρα του Τζάστιν να κρατάει εύκολα κακίες, βλέποντας την Ελίζαμπεθ και αυτόν τον ξένο να είναι τόσο φιλικοί ο ένας με τον άλλο, ήξερε ότι η καρδιά της Ελίζαμπεθ χτυπούσε κυριολεκτικά για τον Τζός, ακόμη και εάν το παραδεχόταν. Και ήταν σίγουρος πως ο Τζός ένοιωθε ακριβώς το ίδιο και για εκείνη. Αυτό τον προβλημάτιζε δίχως τέλος.
Αν και η Ελίζαμπεθ είχε τιμήσει ευλαβικά τη μνήμη του μακαρίτη συζύγου της όλα αυτά τα χρόνια, αφιερώνοντας τον εαυτό της αποκλειστικά στο να μεγαλώσει τα παιδιά τους, χωρίς σκοπό να παντρευτεί ξανά, ο Τζάστιν, ως καλύτερος φίλος του Τζόναθαν, είχε όνειρα κάποια μέρα να της κάνει πρόταση γάμου.
Φυσικά, πολλοί από τους ανωτέρους του δεν θα εγκρίναν κάτι τέτοιο, καθώς ερωτικές σχέσεις μεταξύ Αρουραίων και Ποντικών ήταν μεγάλο ταμπού σε αυτό το κόσμο. Λογικό, αφού οι Αρουραίοι θεωρούνταν ανώτεροι των Ποντικών, δημιουργώντας μεγάλες και συχνά βίαιες κοινωνικές διακρίσεις. Ωστόσο, τον Τζάστιν δεν τον ένοιαζε. Αλλά τώρα, που είχε εμφανιστεί αυτός ο Τζός, έβλεπε κάποιον άλλο να του κλέβει την αγαπημένη του Ελίζαμπεθ. Μπορούσε μόνο να ελπίζει πως ο νέος τους φίλος σύντομα θα ξανάβρισκε τους συντρόφους του και να πήγαινε πίσω από εκεί που είχε έρθει, αφήνοντας την Ελίζαμπεθ ήσυχη...
Σημείωση από τον συγγραφέα: Ορίστε και η ενότητα εννιά! Το παρατσούκλι της κ. Φρισμπυ, 'Μπιφ' είναι το ίδιο που χρησιμοποιούσε και η Ελίζαμπεθ Χάρτμαν που έπαιζε το ρόλο της κ. Φρίσμπυ στη ταινία το 1982. Παρακαλώ αφήστε καμία κριτική!
