Τοποθεσία: Η Πράσινη Κοιλάδα, κοντά στον Υπήνεμο Βράχο

Ηλιακή Μέρα: 8

Η παρέα του Τζός ξεκίνησε νωρίς το πρωί, ακολουθώντας ένα στενό μονοπάτι προς το απομονωμένο σπίτι του κου Πάππου, βαθιά στη καρδιά του δάσους. Ο εκκεντρικός εφευρέτης ζούσε μόνος του, όπου μπορούσε να δουλεύει στην ησυχία του, μακριά από τίποτε αδιάκριτα μάτια. Στη τσέπη του, ο Τζός είχε το ολοκληρωμένο σχέδιο του ανεμόπτερου. Με τα εργαλεία του, το αλεξίπτωτο από το θαλαμίσκο του, και λίγη ανθρώπινη μηχανολογία, το σχέδιο τους ήταν έτοιμο να ξεκινήσει.

Οι Τζάστιν, Βρούτος, Ελίζαμπεθ και τα παιδιά της, τα οποία είχαν πιέσει τη μητέρα τους να τα αφήσει να έρθουν μαζί τους για να μπορούν να βλέπουν τον Τζός, προχώρησαν προς το σπίτι του κου Πάππου. Ακόμη και ο Τίμοθι, ο οποίος φαινόταν να είχε συνέλθει από την ασθένεια του και ανυπομονούσε να βγει λίγο από το σπίτι, είχε έρθει μαζί τους, καθισμένος στους ώμους του Τζός.

Καθώς περπατούσαν, η Ελίζαμπεθ τους πήγε να τους δείξει το πτώμα του φιδιού που παραλίγο να την κατασπαράξει, το οποίο και είχε σκοτώσει ο Τζός. Το ψόφιο πια ερπετό βρισκόταν ακόμη πεσμένο στο ξέφωτο όπου οι δυο τους είχαν πρωτογνωριστεί. Οι δυο στρατοαρουραίοι κοίταξαν κατάπληκτοι το νεκρό φίδι, με τη καυτηριασμένη πληγή από τη ηλεκτρική σφαίρα του Τζός στο κεφάλι του. Κανένα όπλο σε αυτό το κόσμο δεν μπορούσε, ούτε κατά διάνοια, να κάνει τέτοια ζημιά. Θα χρειαζόταν μια ολόκληρη μοίρα στρατοαρουραίων με λόγχες και τόξα να σκοτώσουν ένα τέτοιο τέρας. Να το καταφέρει κάποιος μόνος του και με μία μόνο βολή ήταν αδιανόητο!

Ο Βρούτος κοίταξε από τη πληγή στο κεφάλι του φιδιού στον Τζός. Η σκέψη πως αυτός ο άνθρωπος είχε στη κατοχή του κάποιο όπλο το οποίο μπορούσε να κάνει τέτοια ζημιά δεν του άρεσε καθόλου. Δεν μπορούσε να το επιτρέψει!

«Πως το έκανες αυτό;»

«Με ένα πιστόλι ηλεκτρομαγνητικού παλμού, με γεμιστήρα ραδιοϊσοτόπου Ανέφικτου, τύπου παραγωγής των Οπλουργών και Πυρομαχικών ΕΒΔΑ ΕΠΕ,» απάντησε ο Τζός. Κατεβάζοντας κάτω τον Τίμοθι, έβγαλε το πιστόλι από τη θήκη του να το δείξει στους Αρουραίους. Η παρέα το κοίταξε με δυσπιστία. Πως γίνεται αυτό το μικρό, ασήμαντο κατασκεύασμα να έχει τέτοια καταστροφική δύναμη;

Να τους κάνει μια επίδειξη, ο Τζός αφόπλισε την ασφάλεια, σημάδεψε σε μια πέτρα πεσμένη στο έδαφος λίγο παραπέρα και πυροβόλησε. Η βολή καυτού πλάσματος που ακολούθησε εξαέρωσε εντελώς τη πέτρα, αφήνοντας στη θέση της ένα φλεγόμενο λάκκο σε μέγεθος μικρού τάφου μέσα στο χώμα. Όλοι οι θεατές του αναπήδησαν, τρομοκρατημένοι από το θέαμα.

«Εντυπωσιακό, δεν είναι;» ρώτησε με ένα χαμόγελο ο Τζός, χωρίς να σκεφτεί, «Εντελώς αδιάβροχο και κατάλληλο ακόμη και για χρήση στο κενό του διαστήματος, με ακτίνα λέιζερ για ακριβή στόχους, έχει τη δυνατότητα να ρίξει μέχρι και 20,000 βολές χωρίς τη χρήση μπαρουτιού ή σφαιρών, χάρη στο πυρηνικό του γεμιστήρα. Η τέλεια λύση για οποιοδήποτε εμπόδιο που θα βρεθεί στο δρόμο σου...»

«Ακριβώς αυτό σκεφτόμουν και εγώ!» φώναξε θυμωμένος ο Βρούτος, ορμώντας μπροστά και αρπάζοντας το όπλο από το χέρι του Τζός. Ο Τζός έκανε πίσω, νομίζοντας πως αυτός ο τρελός Αρουραίος θα γυρνούσε το όπλο καταπάνω του και θα του τίναζε τα μυαλά στον αέρα. Αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Γυρνώντας σε ένα βράχο δίπλα του, με όλη του τη δύναμη, ο Βρούτος κοπάνισε το όπλο πάνω στη πέτρα σαν άδειο μπουκάλι, κάνοντας το κομμάτια. Ακούστηκε μια μικρή έκρηξη, σηκώθηκε ένα σύννεφο καπνού, και στη συνέχεια ο Βρούτος έγλειφε τα γεμάτα εγκαύματα δάκτυλα του, το όπλο του Τζός μια μάζα τσακισμένου μέταλλου πεσμένη στα πόδια του.

«Ηλίθιε!» φώναξε ο Τζός, γονατίζοντας να μαζέψει τα άχρηστα κομμάτια μέταλλο που ήταν κάποτε το μόνο μέσο προστασίας που είχε. Είχε ακόμη το Τέιζερ του, το οποίο και θα κρατούσε πάση θυσία μακριά από το Βρούτο από δω και εμπρός, αλλά δεν θα του χρησίμευε πολύ σε κατάσταση ζωής ή θανάτου. Είχε μείνει τελείως απροστάτευτος. «Γιατί στο διάολο το έκανες αυτό;»

«Θα μπορούσες να είχες χρησιμοποιήσει αυτό το σατανικό πράγμα εναντίον μας!» μούγγρισε ο Βρούτος, «Δεν υπάρχει περίπτωση να σε αφήσω να κάνεις κακό σε κάποιον όταν εξυπηρετεί τα συμφέροντα σου! Τουλάχιστον τώρα, μπορούμε να κοιμόμαστε ήσυχοι το βράδυ.» Ο Τζός ήταν έξαλλος.

«Πως τολμάς, αναιδέστατε κρετίνε!» Είχε κουραστεί αυτός ο χοντροκέφαλος να τον βλέπει ως επικίνδυνο και μια απειλή για τους τριγύρω του, μόνο και μόνο επειδή ήταν άνθρωπος, «Τι, νομίζεις ότι θα μπορούσα ξαφνικά να αρχίζω να σκοτώνω όποιον βλέπω μπροστά μου, έτσι για τη πλάκα μου; Μου έρχεται να σου σπάσω τα μούτρα...!» Ο Βρούτος έκανε γροθιές τα χέρια του, σαν να τολμά τον Τζός να τα βάλει μαζί του. Προτού μπορέσουν να πιαστούν στα χέρια ωστόσο, επέμβει ο Τζάστιν.

«Εντάξει, το θέμα έληξε!» φώναξε, μπαίνοντας ανάμεσα τους, για να τους χωρίσει, «Είμαστε καλύτερα χωρίς αυτό το πράμα ούτως η άλλως. Θα μπορούσε εύκολα να πέσει σε λάθος χέρια...»

«Εύκολα το λες εσύ αυτό, φίλε,» είπε με βλοσυρό ύφος ο Τζός, ο οποίος είχε δει αρκετούς κινδύνους από τότε που ήρθε σε αυτό τον πλανήτη ώστε να γνωρίζει πως τα όπλα ήταν απαραίτητα εδώ πέρα. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να κάνει κάτι για αυτό πια, και μη θέλοντας να ξεκινήσει έναν άγριο καυγά μπροστά στα παιδιά, το άφησε. Ότι είχε γίνει, είχε γίνει. Είχε μεγαλύτερες σκοτούρες, όπως να ξαναβρεί τους συντρόφους του που τον περίμεναν κάπου εκεί έξω. Κοίταξε άλλη μια φορά το Βρούτο.

«Εσύ, φίλε μου, έχεις σοβαρό αντικοινωνικό πρόβλημα και κοντεύεις να εξαντλήσεις την υπομονή μου!» του είπε κατάμουτρα, «Καλά θα κάνεις να το θυμάσαι αυτό!» Συνέχισαν το δρόμο τους.

Το σπίτι του κου Πάππου ήταν μια σπηλιά σκαμμένη στη πλευρά ενός βράχου, αποκλεισμένη με μια ψηλή περίφραξη από μυτερούς πασσάλους μπροστά στην είσοδο, σαν οχυρό. Ο γέρο-εφευρέτης και βοτανολόγος τους περίμενε, τριγυρίζοντας ανυπόμονα στον κήπο του, στηριζόμενος με ένα δεκανίκι εξαιτίας του σπασμένου ποδιού του.

«Επιτέλους! Αργήσατε,» τους παραπονέθηκε, τρέχοντας να τους ανοίξει την πύλη. Κοίταξε ενοχλημένος τα παιδιά. Προφανώς, δεν του άρεσε να έχει παιδιά μες στα πόδια του όταν θα ασχολιόταν με ένα τόσο σημαντικό και δύσκολο σχέδιο. Χωρίς να περιμένει να ακούσει τα καλημερούδια τους, τους είπε να περάσουν μέσα.

Σε απευθείας αντίθεση με το ζεστό, φιλόξενο περιβάλλον του σπιτιού της Ελίζαμπεθ, το σπίτι του κου Πάππου ήταν ένα απόλυτο χάος, θυμίζοντας περισσότερο εργαστήριο παρά κατοικία. Στο κέντρο του δωματίου υπήρχε ένα μεγάλο στρογγυλό τζάκι σιδηρουργού, το οποίο περιτριγύριζαν πάγκοι εργασίας, στρωμένοι με εργαλεία κάθε είδους. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με ράφια με περγαμηνές, γεμάτες με διάφορα περίεργα σχέδια και επιστημονικούς υπολογισμούς, από τους οποίους δεν μπορούσε ο Τζός να καταλάβει τίποτα. Προφανώς, ο κος Πάππος δεν είχε πολύ χρόνο για διασκέδαση.

Αν και ήταν συνηθισμένος στη σύγχρονη, υψηλή τεχνολογία του ανθρώπινου κόσμου, ο Τζός δεν μπορούσε να μην θαυμάζει πόσο εξελιγμένοι ήταν αυτοί οι Αρουραίοι. Αν και, φυσικά, ήταν αιώνες πίσω από τις ανθρώπινες επιστήμες, ο εξοπλισμός του Τζός και μόνο να ξεπερνά τα πάντα στο εργαστήριο του κου Πάππου, δεν θύμιζαν καθόλου τα γήινα τρωκτικά με τα οποία είχαν συγγένεια.

Ο Πάππος πλησίασε ένα πρόχειρο μαύρο πίνακα φτιαγμένο από μια μεγάλη επίπεδη πέτρα στερεωμένη πάνω στον τοίχο, όπου δούλευε ασταμάτητα όλο το βράδυ, ετοιμάζοντας ένα πρόχειρο σχέδιο και υπολογισμούς για το ανεμόπτερο που επρόκειτο να φτιάξουν. Λίγο παραπέρα, στρωμένο σε ένα τραπέζι, ήταν το αλεξίπτωτο από το θαλαμίσκο του Τζός, έτοιμο για κόψιμο.

«Λοιπόν, ας ξεκινήσουμε. Δεν έχω όλη την ημέρα!» είπε, με το ύφος ενός αυστηρού καθηγητή που απευθύνεται στους άτακτους μαθητές του. Κάθισαν όλοι τους σε σκαμνιά μπροστά στον πίνακα, το οποία τους είχε ετοιμάσει για τη σημερινή σύσκεψη. Ο Πάππος τους έδειξε ένα πρόχειρο χάρτη της περιοχής, το οποίο έδειχνε τη προσχεδιασμένη πορεία του Τζόναθαν Φρίσμπυ μέσα στη έρημο και τα Σκοτεινά Όρη, πέρα από τα οποία, πίστευε, βρισκόταν η Αγκαθωτή Κοιλάδα.

«Όπως γνωρίζετε, το να επιχειρήσουμε αυτή τη διαδρομή με τα πόδια θα ήταν αυτοκτονία,» τους είπε, «Ωστόσο, εάν ταξιδέψουμε αεροπορικώς, θα μπορέσουμε να διασχίσουμε τα βουνά χωρίς το κίνδυνο να πέσουμε σε ενέδρα ληστών...» Ο Τζός προσπαθούσε να μην γελάσει. Αυτός ο γέρο-τράγος προσπαθούσε να του κλέψει την ιδέα να ταξιδέψουν στην Αγκαθωτή Κοιλάδα αεροπορικώς, παρουσιάζοντας τη ως δική του. Εφόσον όμως τον άφηνε να χρησιμοποιήσει το εργαστήριο του να φτιάξει το ανεμόπτερο που θα τον πήγαινε σώο και αβλαβή πίσω στους συντρόφους του, δεν τον ένοιαζε καθόλου. Ο κος Πάππος συνέχισε να μιλάει.

«Για να το πετύχουμε αυτό, θα χρειαστεί να κατασκευάσουμε μια πειραματική, ιπτάμενη μηχανή με ειδικές αεροδυναμικές ιδιότητες. Για περαιτέρω λεπτομέρειες, θα σας εξηγήσει ο Σμηναγός Άντερσον.» Γύρισε στον Τζός, «Νεαρέ, σε ακούμε. Θα σε βοηθήσω, εάν θέλεις, στα πιο δύσκολα σημεία...» Ο Τζός προσπάθησε να μην γελάσει, αφού οι γνώσεις του περί αεροναυπηγικής ήταν πολύ πιο προχωρημένες από εκείνες του κου Πάππου. Μα τη πίστη του, ο γέρος δεν ήξερε καν πως αυτή η 'ιπτάμενη μηχανή' που θα έφτιαχναν ονομαζόταν ανεμόπτερο!

Ανοίγοντας το σχέδιο που είχε ετοιμάσει χθες το βράδυ, το κόλλησε στον πίνακα ώστε να το βλέπουν όλοι. Τους εξήγησε τα βασικά: πως ένα ανεμόπτερο λειτουργούσε, και πως θα το έφτιαχναν. Το σχέδιο του ήταν να το κατασκευάσουν σε ξεχωριστά τμήματα, τα οποία και θα ένωναν μαζί σε διαφορετικές φάσεις.

«Όσο αφορά το γενικό σχεδιασμό, δεν υπάρχουν προβλήματα,» τους εξήγησε, «Θα χρησιμοποιήσουμε το κέντρο της βαρύτητας να μοιράσουμε το βάρος του φορτίου πτήσης - δηλαδή τους εαυτούς μας - πάνω στα φτερά και τη κεντρική άτρακτο, δημιουργώντας αρκετό αντίβαρο για να κρατήσει το ανεμόπτερο σταθερό κατά τη διάρκεια της πτήσης...» Ο κος Πάππος, παρατήρησε, κρατούσε ένα κάρο σημειώσεις πάνω σε κάθε λέξη του περί επιστήμης, για μελλοντική χρήση.

«Για την απογείωση, θα πρέπει να μεταφέρουμε το ολοκληρωμένο σκάφος στην κορυφή του Υπήνεμου Βράχου, για μια ελεύθερη πτώση. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς μου, θα έχουμε αρκετό ύψος να αποκτήσουμε τη ταχύτητα που χρειαζόμαστε να μείνουμε στον αέρα. Τότε, θα χρησιμοποιήσουμε τους ανέμους να βάλουμε πλώρη για το προορισμό μας...»

«Συγνώμη,» τον διέκοψε απότομα ο Βρούτος, «Τι θέλεις να πεις, μια ελεύθερη πτώση; Ο κος Πάππος παραλίγο να σκοτωθεί προσπαθώντας να κάνει εκείνο το πράμα να πετάξει!» Τους έδειξε το αλεξίπτωτο πάνω στο τραπέζι, «Τι, θες να μας καταδικάσεις όλους σε θάνατο στέλνοντας μας να πέσουμε στο κενό μέσα σε αυτό το ιπτάμενο φέρετρο σου;» Ο Τζός αναστέναξε. Του άρεσε αυτού του τύπου να του κάνει τη ζωή δύσκολη, έτσι για να του σπάει τα νεύρα; Ωστόσο, βλέποντας πως τα λόγια του Βρούτο είχαν αρχίσει να δημιουργούν σοβαρές ανησυχίες, τους εξήγησε καλύτερα.

«Ένα αλεξίπτωτο και ένα ανεμόπτερο δεν είναι το ίδιο πράμα,» τους είπε, «Είναι απλώς ένα μεγάλο κομμάτι ύφασμα σε σχήμα θόλου, το οποίο δημιουργεί αντίσταση στον αέρα, φρενάροντας τη πτώση του αλεξιπτωτιστή και αποτρέποντας μια μοιραία πρόσκρουσε με το έδαφος. Αντιθέτως, ένα ανεμόπτερο έχει τη δυνατότητα να αλλάζει πορεία και υψόμετρο εν πτήση, και εγώ, εάν μου επιτρέπετε, τυχαίνει να είμαι ένας από τους πιο διακεκριμένους πιλότους της Βασιλικής Αεροπορίας. Εκτός, φυσικά, εάν ο Βρούτος προτιμά να είναι ο πιλότος μας σε αυτή τη διαδρομή;» ρώτησε σαρκαστικά. Ο Βρούτος αγριοκοίταξε τον Τζός για την αυθάδεια του, αλλά δεν μίλησε.

«Λοιπόν,» συνέχισε ο Τζός, μόλις είχαν ηρεμήσει λίγο τα πνεύματα, «Η πρώτη μας δουλειά σήμερα είναι να κόψουμε το αλεξίπτωτο σε τμήματα, με τα οποία θα φτιάξουμε την επιφάνεια της ατράκτου και των φτερών. Αυτό θέλει προσοχή, καθώς δεν έχουμε πολύ ύφασμα, οπότε δεν υπάρχουν περιθώρια για λάθη. Μόλις έχουμε κάνει αυτό, μπορούμε να ξεκινήσουμε με τη κατασκευή του σκελετού και του συστήματος προσγείωσης. Εκεί όμως, έχουμε ένα πρόβλημα. Χρειαζόμαστε κάποιο ανθεκτικό και ελαφρύ υλικό που θα μπορέσει να αντέξει τις καταπονήσεις της απογείωσης και προσγείωσης, κατά προτίμηση μέταλλο. Το ξύλο δεν μας αρκεί, καθώς δεν είναι αρκετά στερεό...»

«Νομίζω έχω τη λύση,» πετάχτηκε ξαφνικά ο κος Πάππος. Χωρίς δεύτερη κουβέντα, σηκώθηκε και πήγε σε μια γωνιά του εργαστηρίου του, όπου υπήρχε ένα μεγάλο κιβώτιο γεμάτο με κάτι που, από μακριά, έμοιαζε με στραπατσαρισμένα παλιοσίδερα. Κοιτάζοντας τα καλύτερα όμως, ο Τζός κατάλαβε πως δεν ήταν απλώς παλιοσίδερα. Δεν ήταν σίδερο η χαλκός, μέταλλα τα οποία οι Αρουραίοι χρησιμοποιούσαν για τα όπλα και τα εργαλεία τους. Αυτό ήταν κάτι άλλο - κάτι το οποίο ο Τζός δεν περίμενε να βρει ποτέ εδώ πέρα.

Αν και ήταν παμπάλαια και παραμορφωμένα από τη διάβρωση, ο Τζός μπορούσε να αναγνωρίσει το κομμάτια αλουμινίου και τιτανίου - ελαφριά, ανθεκτικά υλικά που χρησιμοποιούνταν συχνά στη ανθρώπινη βιομηχανία για τη κατασκευή διαστημόπλοιων. Αντίκριζε τα απομεινάρια ενός διαστημικού σκάφους πάνω σε έναν άγνωστο πλανήτη έτη φωτός μακριά από τη Γη!

Ο Τζός κόντευε να τα χάσει από την έκπληξη του. Από που είχε έρθει άραγε αυτό το σκάφος; Αφού κανένας άνθρωπος δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του σε αυτό τον πλανήτη. Η τεχνολογία για ταξίδια με ταχύτητα φωτός και μόνο είχε τελειοποιεί μόλις πριν μια δεκαετία.

Εξετάζοντας ένα κομμάτι πιο προσεκτικά, κατάλαβε πως ήταν κάποιο είδους μη-επανδρωμένου σκάφους προσεδάφισης. Ανάμεσα στα συντρίμμια μπορούσε να διακρίνει ένα ρομποτικό βραχίονα, κάποια σίδερα από το σκελετό, καθώς και κάτι τροχούς για ανώμαλο έδαφος, πιθανότατα από το ρόβερ του σκάφους. Δυστυχώς, ο χρόνος και η διάβρωση είχαν προ καιρού σβήσει κάθε ίχνος αριθμών ή σύμβολων τα οποία θα μπορούσαν να εξηγήσουν το τόπο και το χρόνο προέλευσης του.

«Που τα βρήκες αυτά;»

«Εγώ και ο Τζόναθαν Φρίσμπυ τα ξεθάψαμε από το δάσος πριν χρόνια,» του εξήγησε ο Πάππος, «Έχουν βρεθεί πολλά τέτοια ευρήματα τριγύρω στον πλανήτη μας. Έως τώρα, κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει τη προέλευση τους ή να αναγνωρίσει αυτά τα περίεργα μέταλλα. Λες ότι προέρχονται από...διαστημόπλοια τα είπαμε; Εσύ, νεαρέ, πραγματικά είσαι γεμάτος εκπλήξεις!» Ωστόσο, οι άλλοι είχαν μείνει άφωνοι με αυτό το νέο μυστήριο.

«Θες να πεις πως υπήρχαν και άλλοι ανθρώπινοι επισκέπτες και δεν το γνωρίζαμε;» ρώτησε έκπληκτος ο Τζάστιν, επίσης εξετάζοντας τα κομμάτια καθώς τα έδιναν από χέρι σε χέρι, «Πως είναι δυνατόν;» Ο Τζός δεν του απάντησε, καθώς δεν υπήρχε καμία λογική εξήγηση. Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του για αυτή την αποστολή, είχε παρακολουθήσει αρκετά μαθήματα ιστορίας παλιών διαστημικών προγραμμάτων και γνώριζε καλά όλες τις προηγούμενες αποστολές. Δεν υπήρχε απολύτως καμία αποστολή στα άστρα πριν από τη δική του.

«Μήπως είναι ένα από τα παλιά Βόγιατζερ;» σκέφτηκε, καθώς θυμήθηκε τα δυο εξερευνητικά σκάφη από το 1977, τα πρώτα στην ιστορία να βγούν από το ηλιακό σύστημα, «Όμως, όχι, δεν γίνεται ένα μη επανδρωμένο σκάφος σε τροχιά να καλύψει τέτοια απόσταση μόλις σε έναν αιώνα...»

Δεν έβγαζε νόημα. Το ΕΒΔΑ-Ένα ήταν, δίχως αμφιβολία, το πρώτο διαστημικό σκάφος να φτάσει τον Αστερισμό του Κενταύρου. Πριν από την ανακάλυψη του Ανέφικτου στον Άρη, δεν υπήρχε κανένα στοιχείο αρκετά ισχυρό για να τροφοδοτήσει έναν κινητήρα ιόντων ώστε να αναπτύξει ταχύτητα φωτός. Στην εποχή των Βόγιατζερ, τέτοια τεχνολογία δεν ήταν παρά καθαρά επιστημονική φαντασία. Τότε, από πού είχε ξεφυτρώσει αυτή η σαβούρα; Ποιο ήταν το κλειδί σε αυτό το μυστηριώδη πλανήτη;

Κοιτάζοντας τριγύρω, ο Τζός μπορούσε να δει πως ο κος Πάππος είχε μια εντυπωσιακή συλλογή από άλλα παρόμοια αντικείμενα, μεταξύ τον οποίων και έναν άλλον μηχανικό βραχίονα, τα απομεινάρια μιας παραβολικής κεραίας και κάτι που έμοιαζε με σκίτσο ενός περίεργου στρογγυλού δίσκου, το οποίο θύμιζε κάτι στον Τζός.

«Τι είναι αυτό;»

Προτού όμως μπορέσει να θυμηθεί που το είχε ξαναδεί, ο Πάππος άρπαξε το σκίτσο και το έχωσε γρήγορα μέσα σε ένα συρτάρι. Ότι και να ήταν, σκέφτηκε καχύποπτα ο Τζός, προφανώς δεν ήθελε να το μοιραστεί μαζί τους.

«Αυτό είναι μέρος της προσωπικής μου δουλειάς, εάν δεν σε πειράζει,» είπε, κλειδώνοντας το συρτάρι και βάζοντας το κλειδί στη τσέπη του. Τον έτρωγε τον Τζός η περιέργεια να μάθει τι ήταν εκείνο του σκίτσο που του είχε φανεί τόσο οικείο, αλλά, θυμίζοντας στον εαυτό του πως είχαν πολύ δουλειά μπροστά τους και έπρεπε να ξεκινήσουν αμέσως, γύρισε τη προσοχή του πίσω στον πίνακα.

Στρώθηκαν με τα μούτρα στη δουλειά. Χρησιμοποιώντας ένα μαρκαδόρο από το κίτ του και λίγο σπάγκο σαν μεζούρα, ο Τζός προσεκτικά χάραξε τα διάφορα κομμάτια που θα χρειάζονταν για τα διαφορετικά τμήματα της ατράκτου στο ύφασμα του αλεξίπτωτου. Στη συνέχεια, η Ελίζαμπεθ και η Τερέζα, οι δυο μοδίστρες του συνεργείου τους, ξεκίνησαν να κόβουν και να ράβουν τα διάφορα τμήματα, σύμφωνα με τις οδηγίες του Τζός. Η Σύνθια αφαίρεσε και μάζεψε όλα τα σκοινιά του αερόστατου, τα οποία θα χρειάζονταν αργότερα για τη κατασκευή των συρμάτων ελέγχου του πηδαλίου και των ανυψωτήρων.

Ενώ ο Τζός, ο Τζάστιν και ο Πάππος ετοίμαζαν το ξύλινο σκελετό του ανεμόπτερου, ο Μάρτιν και ο Τίμοθι έβαζαν τα δυνατά τους στους πελώριους φυσητήρες, κρατώντας τη φωτιά αναμμένη. Πάνω στη φωτιά, υπήρχε ένα μπολ με λιωμένο σίδερο, με το οποίο ο Βρούτος, καθισμένος μοναχός του στο πάγκο του σιδηρουργού, έφτιαχνε τα μικρότερα καρφιά που είχε δει ποτέ Αρουραίος, για τη συναρμολόγηση του σκελετού.

Χρησιμοποιώντας το κόφτη-λέιζερ του Τζός και ένα σφυρί, έκοψαν λαμαρίνες από τα παλιοσίδερα του κου Πάππου και τις ένωσαν με λιωμένο μολύβι και πριτσίνια, φτιάχνοντας τη βάση του συστήματος προσγείωσης. Το τελευταίο εξάρτημα, οι τροχοί από το ρόβερ, που θα χρειάζονταν για ομαλή απογείωση και προσγείωση, θα τα ένωναν αργότερα.

Σηκώνοντας το κεντρικό σκελετό της ατράκτου με σχοινιά και τροχαλίες, το τοποθέτησαν πάνω στη βάση του συστήματος προσγείωσης και σύνδεσαν τα δυο τμήματα μαζί. Το ανεμόπτερο είχε αρχίσει να παίρνει σχήμα...

Ήταν αργά στο σούρουπο όταν η παρέα επιτέλους αποφάσισε να διακόψει τη δουλειά τους και γύρισαν στο σπίτι της Ελίζαμπεθ για φαγητό. Η πρώτη τους μέρα δεν είχε πάει και άσχημα. Ο κεντρικός σκελετός και το σύστημα προσγείωσης ήταν έτοιμα, σύμφωνα με το πρόγραμμα τους. Ωστόσο, υπήρχαν και κάνα δυο ατυχήματα. Το χειρότερο από όλα ήταν όταν η Τερέζα είχε κάψει το χέρι της με μια καυτερή τσιμπίδα, προσπαθώντας να σηκώσει το μπολ με το λιωμένο μολύβι από τη φωτιά.

Η Ελίζαμπεθ κάθισε δίπλα στο κρεβάτι της Τερέζα, προσπαθώντας να τη καθησυχάσει, ενώ ο Τζός της έδενε με επίδεσμο το χέρι. Το χέρι του κοριτσιού είχε ένα άσχημο έγκαυμα, το οποίο, αν και ευτυχώς δεν ήταν σοβαρό, τη πονούσε πολύ.

«Μητέρα, πονάω... Άουτς! Πρόσεχε τι κάνεις, Τζός!» φώναξε, καθώς ο Τζός της καθάρισε τη πληγή με αντισηπτικό υγρό και κρέμα για εγκαύματα, «Με τσούζεις!»

«Μην ανησυχείς, χρυσό μου. Πρέπει να είσαι δυνατή τώρα. Προσπάθησε να κοιμηθείς,» της είπε καθησυχαστικά. Γύρισε στον Τζός, «Δεν έχεις τίποτε άλλο να της δώσεις, Τζός;»

«Δεν μπορώ να ρισκάρω να της δώσω μορφίνη,» της είπε ο Τζός, «Δεν είναι κατάλληλη για παιδιά και μπορεί να έχει επικίνδυνες παρενέργειες. Η αντισηπτική κρέμα θα τη βοηθήσει, αλλά θα πάρει λίγη ώρα μέχρι να δράσει.»

«Τουλάχιστον, θα σου γίνει μάθημα,» είπε ο Τζάστιν στη Τερέζα, «Όπως και σας προειδοποίησε ο γέρο-τράγος, αυτές οι δουλειές δεν είναι για παιδιά.»

«Λυπάμαι τόσο πολύ, Τερέζα,» μουρμούρισε για εκατοστή φορά ο Μάρτιν, έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Εξαιτίας του είχε τραυματιστεί η αδελφή του, επειδή εκείνος έμπαινε στα πόδια της, θέλοντας να φέρει ο ίδιος το μπολ με το μολύβι. «Εγώ φταίω για όλα...»

«Πάψε πια, πιτσιρικά, η αδελφή σου θα γίνει καλά,» είπε ο Βρούτος, ο οποίος είχε κουραστεί με όλα αυτά τα παιδιαρίσματα. Τα παιδιά στις μέρες μας είναι τόσο μαλθακά και κακομαθημένα, σκέφτηκε. «Εάν νομίζεις πως αυτό είναι το τέλος του κόσμου, ρίξε μια ματιά τι βασανιστήρια κάνουν οι Εξόριστοι στους αιχμαλώτους τους. Τους σουβλίζουν ζωντανούς...!»

«Δεν μας κάνεις τη χάρη επιτέλους!» του φώναξε ο Τζός, βλέποντας τις τρομαγμένες εκφράσεις των παιδιών. «Νομίζω πήραν το μάθημα τους. Δεν χρειάζεται να τους δίνεις και εφιάλτες από πάνω!»

Όμως η φουκαριάρα η Τερέζα συνέχισε να παραπονιέται για αβάσταχτο πόνο, δίχως να μπορεί να κοιμηθεί μέχρι να δράσει η αλοιφή. Ο Τζός σκεφτόταν να της δώσει τη μορφίνη, ελπίζοντας να μην έχει παρενέργειες, αλλά επέμβει η Ελίζαμπεθ.

«Εντάξει, χρυσό μου. Για να δοκιμάσω κάτι που μου έκανε συχνά η γιαγιά σου σε τέτοιες περιπτώσεις.»

Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και πήρε τη κόρη της από τους αστραγάλους. Ακουμπώντας τα πόδια της Τερέζα στα γόνατα της, άρχισε να της γαργαλάει τις πατούσες. Στη στιγμή, η Τερέζα τσίριζε σαν τρελή, καθώς η μητέρα της τη τρέλανε στο γαργαλητό.

«Μαμά, σταμάτα! Γαργαλιέμαι!» φώναξε, σπαρταρώντας σαν ψάρι, σκασμένη στα γέλια, «Δεν έχω μεγαλώσει λίγο για τέτοια παιχνίδια;»

«Αλλά σε βοηθάει με τον πόνο, έτσι δεν είναι αγάπη μου;» είπε χαμογελώντας η Ελίζαμπεθ, συνεχίζοντας να γαργαλάει τη κόρη της. Λίγη ώρα αργότερα, η αλοιφή του Τζός είχε αρχίσει να δρα, ανακουφίζοντας το έγκαυμα της Τερέζας αρκετά ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί. Βάζοντας και τα αδέρφια της στο κρεβάτι και δίνοντας στον καθένα τους ένα καλό γαργαλητό για να κοιμηθούν, η Ελίζαμπεθ ακολούθησε τους φιλοξενούμενους της πίσω στο σαλόνι.

Ο Τζάστιν είχε πιάσει συζήτηση με τον Τζός, ο οποίος έκανε λίγες τελευταίες διορθώσεις στο σχέδιο του ανεμόπτερου. Μέχρι τώρα, όλα πήγαιναν ρολόι. Αύριο μπορούσαν να ξεκινήσουν να 'ντύνουν' το σκελετό με το ύφασμα, να τοποθετήσουν τα φτερά, και στη συνέχεια, να φτιάξουν τα συστήματα ελέγχου. Το τελικό σχέδιο θα ήταν ένα ολοκληρωμένο ανεμόπτερο, έτοιμο για πτήση...θεωρητικά . Η σκέψη ότι σύντομα θα ξαναπετούσε έκανε τη καρδιά του Τζός να χτυπά σαν τρελή! Με λίγη τύχη, σύντομα θα βρισκόταν πάλι πίσω εκεί όπου άνηκε. Μόνο το μυστήριο με εκείνο το άγνωστο διαστημικό σκάφος που είχε δει στο εργαστήριο του κου Πάππου παρέμενε αναπάντητο...

«Ώστε εσείς οι άνθρωποι πάντα είσαστε εξερευνητές των αστεριών;»

Ένα από τα πλεονεκτήματα της ζωής του Τζάστιν ως Λοχαγός της Βασιλικής Φρουράς ήταν όλη η περιπέτεια που ζούσε εκτελώντας τα καθήκοντα του για λογαριασμό του Βασιλιά. Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που είχε ενταχθεί στη βασιλική λεγεώνα τη στιγμή που είχε ενηλικιωθεί. Πόσο ζήλευε τον Τζός με όλες αυτές τις συναρπαστικές ιστορίες του για τη ζωή του ως αεροπόρος και αστροναύτης!

«Ούτε κατά διάνοια, φιλάρα,» είπε ο Τζός, πίνοντας μια γουλιά από ζεστή σούπα που τους είχε ετοιμάσει η Ελίζαμπεθ, «Ο άνθρωπος υπάρχει σαν είδος στη Γη επί μισό εκατομμύριο χρόνια. Ωστόσο, η ιδέα και μόνο για ταξίδια στο διάστημα εμφανίστηκε μόλις πριν 200 χρόνια, κυρίως από συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας, όλοι πολύ μπροστά από την εποχή τους.» Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια, μπορούσε ακόμη να θυμηθεί όλα εκείνα τα θαυμάσια έργα του Βέρν, Κλάρκ, και Μπάξτερ, τα οποία διάβαζε συνέχεια μικρός.

«Πέρασαν πάνω από εκατό χρόνια μέχρι η ανθρωπότητα να τελειοποιήσει την επιστήμη που χρειαζόμασταν ώστε να γίνει το όνειρο μας για ταξίδια στο διάστημα πραγματικότητα. Ο Γιούρι Γκαγκάριν ήταν ο πρώτος άνθρωπος στο διάστημα και ο Νηλ Άρμστρονγκ ο πρώτος να πατήσει το πόδι του στη Σελήνη - ο δορυφόρος του πλανήτη μας,» τους εξήγησε, βγάζοντας τον φορητό υπολογιστή της στολής του και δείχνοντας τους μια ψηφιακή αναπαράσταση της Γης και της Σελήνης.

«Από τότε, έχουμε στείλει δεκάδες επανδρωμένες και μη επανδρωμένες αποστολές τριγύρω στο ηλιακό μας σύστημα. Καταφέραμε ακόμη και να στήσουμε μόνιμες βάσεις σε γειτονικούς πλανήτες,» συνέχισε ο Τζός, «Αλλά μας πήρε άλλον ένα αιώνα μέχρι που ήμασταν επιτέλους έτοιμοι να ταξιδέψουμε στο κοντινότερο άστρο και να ανακαλύψουμε τον πλανήτη σας.»

«Όμως δεν περιμένατε να τον βρείτε ήδη κατοικημένο, ε;» ρώτησε ο Βρούτος, μπαίνοντας επιτέλους στη συζήτηση. Αν και ήταν μια αρκετά αθώα ερώτηση, ο Τζός ήταν σίγουρος πως ο Βρούτος στη πραγματικότητα εννοούσε κάτι σαν 'οπότε δεν μπορείτε να τον διεκδικήσετε ως δικός σας.'»

«Μάλλον φέραμε άδικα μαζί μας το φορτίο γεωποίησης αξίας ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων,» είπε ο Τζός γελώντας από τη σκέψη για το πως θα αντιδρούσαν οι συνάδελφοι του, καθώς και ολόκληρη η ανθρωπότητα, όταν μαθευόταν πως υπήρχε ένας πλανήτης όπου κατοικούσαν γιγαντιαίοι, ομιλούμενοι αρουραίοι με ανθρώπινη νοημοσύνη! Θα τους ερχόταν τρέλα! Από την άλλη όμως, απορούσε, θα μπορούσε άραγε αυτός ο κόσμος να αντέξει επαφή με τον ανθρώπινο κόσμο μόλις η ανακάλυψη του έβγαινε στη φόρα;

Δίχως να το γνωρίζει κανείς, στο υπνοδωμάτιο των παιδιών μια σοβαρή κατάσταση εξελισσόταν. Ο Τίμοθι έτρεμε και έβηχε μέσα στον ύπνο του, ο πυρετός του να ανεβαίνει ραγδαία. Αν και η πενικιλίνη που του είχε δώσει ο Τζός είχε ανακουφίσει τα συμπτώματα του, δεν είχε θεραπεύσει τη πνευμονία του. Τώρα, επειδή η μητέρα του τον είχε λυπηθεί και τον άφησε να βγει έξω στο κρύο τόσο νωρίς, η ασθένεια είχε επιδεινωθεί και πάλι, αυτή τη φορά πολύ χειρότερα...

Σημείωση από τον συγγραφέα: Ορίστε και η ενότητα 10! Παρακαλώ αφήστε καμία κριτική.