Την κρατούσα γύρω απ'την μέση σαν να οδηγούσε μηχανάκι. Κοιτούσα με δέος αυτή την διάσταση που απλωνόταν μπροστά μας. Ένας κόσμος που έμοιαζε καταπληκτικά με τις εικόνες που βλέπεις στο πλανητάριο! Εικόνες που η NASA μελετάει συχνά κι εξερευνεί. Πλανήτες, άστρα, γαλαξίες, μαύρες τρύπες νεφελώματα. Εικόνες που δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα έβλεπα από κοντά. Δηλαδή έτσι νόμιζα όταν μπήκαμε στην μπάλα. Γιατί μετά από λίγη ώρα πέρασαν από μπροστά μας κομήτες διαφόρων μεγεθών και χρωμάτων. Άλλοι ήταν τρίγωνοι, άλλοι τετράγωνοι, άλλοι ορθογώνιοι. Λίγοι ήταν στρογγυλοί. Είδαμε πράσινους, κόκκινους, μπλε ακόμα και πολύχρωμους. Έτσι ήταν και οι πλανήτες. Σαν παιδικά τουβλάκια σκόρπια στο διάστημα. Ο αέρας που ανέπνεα μου θύμιζε πολύ το οξυγόνο, παρόλο που στο διάστημα δεν υπάρχει ατμόσφαιρα. Εκτός κι αν με βοηθούσε η δύναμη της Νυξ να αναπνέω καθαρό αέρα.
«Βλέπεις, Μαρίνα;»
«Βλέπω...» απάντησα μαγεμένη από αυτόν τον σουρεαλιστικό χώρο.
«Πώς σού φαίνεται;»
«Αυτό δεν είναι διάστημα, είναι πίνακας του Νταλί.»
«Έχεις απόλυτο δίκιο. Διατί δεν είναι το διάστημα της δικής σου διάστασης. Όπως ήδη σου εξήγησα, το κάθε σύμπαν έχει μια δική του ξεχωριστή βερσιόν. Παρέλειψα όμως να σου πω πως έχουν και δικούς τους φυσικούς νόμους. Αλλά φαντάζομαι το καταλαβαίνεις κι από το νόημα.»
Η θεά γύρισε και μού έδειξε δύο τριγωνικούς πλανήτες που βρίσκονταν λίγα μέτρα μακριά μας.
«Εδώ για παράδειγμα, το σφαιρικό σχήμα σπανίζει στους πλανήτες. Οι περισσότεροι από αυτούς είναι τρίγωνοι ή τετράγωνοι, ακόμα και πολύγωνοι. Έχουν δει τα μάτια μου διάφορα σχήματα εκτός από το κυκλικό. Ακόμα και οι πιο απλοί φυσικοί νόμοι διαφέρουν από το δικό σου σύμπαν. Εδώ δηλαδή, το νερό βράζει στους μηδέν βαθμούς κελσίου και γίνεται πάγος στους εκατό.»
«Απίστευτο! Μπορείς δηλαδή να καείς από το κρύο και να παγώσεις στην ζέστη!» σχολίασα.
«Πες το κι έτσι. Εχτές που πέρασα από 'δω μια βόλτα, βρήκα έναν πεντάγωνο πλανήτη με ποτάμια και λίμνες από υδράργυρο. Ξέρεις, το υγρό που φυλάσσεται στα θερμόμετρα. Διψούσα κι ήπια λίγο από ένα ποτάμι. Ξέρεις τι γεύση είχε;»
«Τι;»
«Πορτοκαλάδα με ανθρακικό. Μόνο ο καφές του'λειπε να γίνει πιο γευστικός.»
«Μα είναι υδράργυρος! Άλλο πράγμα είναι το διοξείδιο του άνθρακα.»
«Μην ξεχνάς πως η κάθε διάσταση έχει πολύ διαφορετικούς νόμους φυσικής. Εώς και αλλόκοτους. Τώρα ξέρεις πως στην διάσταση 641 ο υδράργυρος έχει γεύση ανθρακικό, πως παγώνεις στην ζέστη και καίγεσαι στο κρύο.» συνόψισε η Νυξ.
«Τι είναι το 641;»
«Την κάθε διάσταση, —ή σύμπαν όπως θες πες το— την έχω χωρίσει σε αριθμούς για να ξέρω ποια απ'όλες είναι. Εσύ ήρθες από μια σχετικά κοντινή περιοχή, την ΓΘ δηλαδή Γειτονιά των Θνητών. Διαστάσεις με λίγα λόγια που μοιάζουν πολύ με την δική σας. Ξεκινάνε από τον αριθμό 1 μέχρι το 640. Από 'κει και μετά ξεκινάνε τα πιο εξωγήινα δεδομένα για σας. Πράγματα που δεν θα είστε ποτέ σε θέση να κατανοήσετε. Πολύ απλά γιατί ακόμα κι αν αποδειχτεί επιστημονικά ότι υπάρχουν οι παράλληλοι αυτοί κόσμοι, δεν θα μπορέσετε ποτέ να τούς γνωρίσετε εις βάθος. Μην κοιτάς τώρα που σού έδωσα λίγη από την δύναμή μου. Αυτή την στιγμή ταξιδεύουμε με την ταχύτητα του φωτός. Πρακτικά όμως είναι αδύνατο να επιβιώσει ένας κοινός θνητός σε τέτοια ταχύτητα, ώστε να μπορέσει να ανακαλύψει όλα τα δισεκατομμύρια σύμπαντα που δημιουργούνται κάθε λεπτό. Καταλαβαίνεις φαντάζομαι τι εννοώ.»
Άκουγα αυτά που έλεγε. Αν και ακόμα προσπαθούσα να καταλάβω πώς γίνεται ο υδράργυρος να έχει γεύση ανθρακικού.
«Καταλαβαίνω...»
«Να νιώθεις λοιπόν περήφανη που κατάφερες να δεις ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του πατέρα μου. Λίγοι είναι αυτοί που θυμούνται τι υπάρχει μέσα στα σύμπαντα, γιατί οι περισσότεροι τα ξεχνάνε αφότου ξυπνήσουν.» πρόσθεσε.
Χωρίς δεύτερη κουβέντα, η Νυξ στάθηκε στο κέντρο της εισόδου και την φώτισε. Η τρύπα έβγαλε έναν ήχο σαν ηλεκτρική σκούπα τραβώντας μας έτσι στο εσωτερικό της. Δεν σκεφτόμουν πολύ εκείνη την ώρα, εκτός από τις μέχρι τώρα εντυπώσεις μου. Το μόνο που με ενδιέφερε πιο πολύ ήταν τι θα δω στην βερσιόν αυτής της υπόθεσης. Αν και, η αλήθεια είναι πως με ψιλοτρόμαζε η σκέψη και μόνο ότι ο Λάιτ που γνώρισα στο δικό μου σύμπαν δεν είναι ο αληθινός, ή ότι ο Ελ που γνώρισα δεν είναι ο αληθινός. Ακόμα χειρότερα η σκέψη ότι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα αληθινό και ψεύτικο. Πως αυτές οι έννοιες δεν είναι απόλυτες. Είναι μόνο το τι νομίζει ο κάθε κάτοικος για την δική του διάσταση. Κι όταν είσαι θνητός που συνειδητοποιεί ότι πως όσα ήξερε, δεν υπάρχουν στο μυαλό του ως αλήθεια και ψέματα, σε γεμίζει περιέργεια και ταυτόχρονα τρόμο. Διότι σκέφτεσαι: Αν τελικά είμαι μόνο μια από τις πολλές εκδοχές του εαυτού μου, τότε πώς είμαι στις άλλες διαστάσεις;
«Πώς ξέρει η χοάνη σε ποιο σύμπαν θες να πας;» ρώτησα για να σπάσει λίγο η μονοτονία.
«Στέκομαι στο κέντρο της εισόδου και βλέπει τι σκέφτομαι.»
Δεν έκανα περεταίρω ερωτήσεις. Ήξερα ότι η Νυξ είχε λόγο που με πήγαινε σ'αυτά τα σύμπαντα.
*
«Που λες, μικρή, πρέπει να σου πω μια πολύ σημαντική λεπτομέρεια πριν σού δείξω.» είπε σαν φτάσαμε.
«Πολλές φορές η χρονολογία, και καμιά φορά η ίδια η τοποθεσία κάποιου συμβάντος, αλλάζει. Όπως στην διάσταση 332. Τα γεγονότα δεν λαμβάνουν χώρα το 2006 αλλά το 2003. Τρία χρόνια πίσω δηλαδή. Το συγκεκριμένο δεν έχει καμία τρομερή διαφορά, όμως στην διάσταση 256 αν θυμάμαι καλά, η υπόθεση λαμβάνει χώρα τον δέκατο ένατο αιώνα, αντί για τον εικοστό πρώτο. Αυτό που θα δεις τώρα έχει την ίδια χρονολογία με το δικό σου σύμπαν. Με την μόνη διαφορά πως αντί να τελειώσει το 2007, τελειώνει το 2013. Δεν θα μάς αντιληφθούν οι μέτοχοι.»
«Αυτό μόνο;»
«Αυτό. Τα υπόλοιπα θα μιλήσουν από μόνα τους.»
Και ως δια μαγείας, εμφανίστηκε μπροστά μας η μυστική βάση. Την θυμόμουν ακριβώς όπως την άφησα! Με τις μεγάλες οθόνες, τους υπολογιστές με τα κρυμμένα αρχεία, τους συνεργάτες μου. Όλοι ήταν εκεί! Κάτι όμως διέφερε. Σαν να απείχε πολύ από το δικό μου σύμπαν... Τα φώτα ήταν σβηστά μες την αίθουσα. Το μόνο που φώτιζε λίγο το δωμάτιο ήταν οι μεγάλες οθόνες. Η οθόνη τους είχε άσπρο φόντο μ'ενα κείμενο να φαίνεται στα αγγλικά: "All data deleted".
«Διαγραφή δεδομένων; Μα τι συμβαίνει;»
«Έδωσα οδηγίες στον Ουάταρι να διαγράψει όλα τα αρχεία σε περίπτωση που κάτι του συμβεί.»
«Κάτι του συμβεί;!»
«Πού είναι η σινιγκάμι;»
«Δεν την βλέπω...»
«Μα τι συμβαίνει επιτέλους;!»
«Ακούστε με όλοι! Η Σινιγκά-»
Και μετά σιωπή. Ο τόνος της φωνής τους τα έλεγε όλα... Τρόμο, αγωνία, μπέρδεμα, όλα αυτά μαζί ανακατεμένα. Τα μπουμπουνητά που ακούγονταν απ'έξω, έκαναν την ατμόσφαιρα ακόμα πιο αγωνιώδης. Ο πιο ψύχραιμος απ'όλους ήταν σίγουρα ο Ελ. Όπως τον θυμάμαι. Θηρίο! Δεν παθαίνει τίποτα! Ή τουλάχιστον αυτό νόμιζα μέχρι να περάσει αυτή η σκηνή μπροστά απ'τα μάτια μου... Σαν σκηνή από ταινία.
Έγειρε στο πλάι απ'την αριστερή μεριά. Το κουτάλι που κρατούσε γλίστρησε απ'το χέρι του. Κι όταν τελικά έπεσε στο πάτωμα, ο μεταλλικός του ήχος ακούστηκε σαν να σπάει κάποιο τζάμι. Κι ας ήταν μόνο ένα κουτάλι. Ο Λάιτ στεκόταν ακριβώς πίσω απ'την καρέκλα του ντετέκτιβ. Τον κοιτούσε μ'ενα τρομαγμένο βλέμμα.
Λίγο πριν σωριαστεί στο πάτωμα, ο Λάιτ άπλωσε τα χέρια του βάζοντας τα γύρω απ'τον λαιμό του άλλου άντρα. Έπεσαν μαζί στο δάπεδο. Η στάση σώματος του Ελ μιλούσε από μόνη της: Δεν έχω άλλη δύναμη, πεθαίνω.
«Ριουζάκι! Τι συμβαίνει;!» Η παιδική φωνούλα του Μάτσουντα έσπασε για λίγο την σιωπή. Την εκκωφαντική αυτή σιωπή...
Δεν λένε ότι μια εικόνα ισοδυναμεί με χίλιες λέξεις; Η συγκεκριμένη δεν ισοδυναμούσε με χίλιες, αλλά με ένα εκατομμύριο λέξεις. Πόσα βλέμματα, πόσα συναισθήματα, πόσος τρόμος τούς είχε όλους περιβάλλει... Πλησίασα τους αγκαλιασμένους άντρες. Ο Κίρα είχε ακόμα αυτήν την σοκαρισμένη έκφραση. Σαν να μην περίμενε αυτό που συνέβη. Η έκφραση του Ελ από την άλλη, ήταν μεν η έκφραση του ετοιμοθάνατου, αλλά έβλεπα έντονα συναισθήματα μες τα μάτια του που γυαλίζανε... Το ίδιο και στον Λάιτ. Ένιωθα πως πίσω από αυτήν την σοκαρισμένη έκφραση υπήρχε ένα χαιρέκακο χαμόγελο. Και τα μάτια του! Τα μάτια που λένε ότι είναι ο καθρέφτης της ψυχής! Ένα βλέμμα γεμάτο αηδία και μίσος... Σαν να έλεγε: "επιτέλους, ψώφησες!" Είχε ακουμπήσει τον δείκτη και τον αντίχειρά του στον λαιμό του Ελ. Το κατάλαβε φαίνεται πως δεν είχε σφυγμό. Δεν ήθελε φυσικά να δείξει την χαρά του, γι'αυτό έβγαλε μια ψεύτικη κραυγή αγωνίας.
«Ο Ουάταρι πέθανε! Ο Ριουζάκι πέθανε! Θα πεθάνουμε κι εμείς!»
Και φυσικά εκεί ήταν η στιγμή που τα'παιξαν όλοι. Ο ένας έπεσε στο πάτωμα, ο άλλος έτρεξε να φύγει να βρει την είσοδο, χαμός μες την αίθουσα! Είχα έναν έντονο κόμπο στον λαιμό. Δεν ήθελα να κοιτάξω το πτώμα. Η θεά με πλησίασε κι έβαλε το χέρι της στον ώμο μου.
«Λοιπόν; Πώς σου φαίνεται;»
«Πώς να μού φανεί; Ο άλλος πέθανε! Τι να κάνω, να χαρώ;»
«Όπως βλέπεις, σε αυτήν την διάσταση η καρδιά του σταμάτησε, πριν προλάβει να ολοκληρώσει την πιο σημαντική υπόθεση της ζωής του.»
«Καρδιακή προσβολή να υποθέσω...»
«Ακριβώς»
«Μα δεν τον σκότωσε ο Λάιτ.»
«Η Ρεμ τον σκότωσε, όχι ο Λάιτ. Την θυμάσαι;»
Σκούπισα λίγα δάκρυα στα μάγουλά μου. «Την θυμάμαι... Γιατί τον σκότωσε;»
«Αυτά θα στα πω άλλη φορά, μικρή. Τώρα πάμε κατευθείαν στο τέλος της υπόθεσης.»
Ξανά ως δια μαγείας, η τοποθεσία άλλαξε. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βρεθήκαμε σ'ένα δωμάτιο άγνωστο για μένα. Θύμιζε εγκαταλειμμένο σπίτι. Οι τοίχοι ξεθωριασμένοι. Το πάτωμα το ίδιο. Όπως και το ταβάνι. Η υγρασία που είχε μαζευτεί στο δωμάτιο σου'δινε μια αίσθηση ψυχρότητας και του αφιλόξενου. Διέκρινα τους συνεργάτες μου όπως και τον Λάιτ, ο οποίος φαινόταν κάποια χρόνια μεγαλύτερος. Υπήρχαν κι άλλα πρόσωπα καινούργια για τα δικά μου μάτια. Πήγα να ρωτήσω την θεά ποιοι ήταν αυτοί, αλλά μού έκανε νόημα με το δάχτυλο να σωπάσω.
Ακούστηκε ένα σαρδόνιο γέλιο. Ήμουν σίγουρη ότι το είχα ξανακούσει κάποια στιγμή στην υπόθεση. Ένα γέλιο, όχι απλώς το γέλιο του τρελού. Του σαλταρισμένου το γέλιο! Ο Λάιτ! Ο Κίρα για την ακρίβεια.
«Σωστά... Εγώ είμαι ο Κίρα!» είπε λες κι έκανε γκραντ φινάλε στο θέατρο.
«Τι θα κάνεις τώρα; Θα με σκοτώσεις;!»
Κανένας δεν απάντησε.
«Ακούστε με, είμαι ο Κίρα! Αλλά και... Ο θεός του νέου κόσμου! Στην σήμερον κοινωνία, ο Κίρα διεκδικεί τον νόμο και την τάξη. Σύντομα θα γίνω η δικαιοσύνη, η ελπίδα της ανθρωπότητας! Κι εσύ θα με σκοτώσεις; Άραγε... Αυτό είναι το σωστό; Από τότε που εμφανίστηκε ο Κίρα, οι πόλεμοι σταμάτησαν. Τα επίπεδα της εγκληματικότητας έπεσαν κατά εβδομήντα τοις εκατό. Κι όμως... Αυτός ο κόσμος είναι ακόμα σάπιος! Έχει ακόμα καθάρματα! Μόλις αυτό το τετράδιο έπεσε στα χέρια μου, κατάλαβα πως εγώ ήμουν ο εκλεκτός! Ο μόνος που έπρεπε να σώσει τον κόσμο!»
Και τότε ξέσπασε.
«Ξέρω πως ο φόνος είναι έγκλημα, αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος να διορθωθούν τα πράγματα! Αυτός... Αυτός ήταν ο μοναδικός μου στόχος! Ποιος άλλος θα τα είχε καταφέρει στην θέση μου;! Να φτάσει σε τέτοιο σημείο;! Σε σημείο που όλοι τον τρέμουν;! Εγώ είμαι λοιπόν... Ο θεός του νέου κόσμου!»
Μια άγνωστη φωνή ακούστηκε: «Δεν θα το'λεγα. Είσαι απλά ένας ακόμα δολοφόνος.»
Ξαφνικά οι κινήσεις τους σταμάτησαν απότομα. Σαν να έβλεπα ταινία και κάποιος να πάτησε παύση. Γύρισα και κοίταξα την θεά. Μού εξήγησε πως όλη αυτή η σκηνή για μένα είναι εντελώς άγνωστη, και πως πρόκειται να ειπωθούν πράγματα που συνδέονται με αυτή την βερσιόν της υπόθεσης.
«Δεν σε πειράζει να προχωρήσω τον χρόνο δέκα λεπτά μπροστά, έτσι;»
«Όχι μωρέ, δεν έχω θέμα. Πες μου μόλις πατήσεις play.»
Η εικόνα μπροστά μου προχώρησε πολύ γρήγορα σαν βίντεο που το βάζεις στο μοντάζ. Μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε σ'ενα συγκεκριμένο σημείο. Η Νυξ χτύπησε παλαμάκια κι οι κινήσεις τους επανήλθαν. Φυσικά, η θέση του σώματός τους είχε αλλάξει. Κυρίως του Μάτσουντα. Κρατούσε το όπλο του και στόχευσε τον Λάιτ. Τον πυροβόλησε στο χέρι.
«Παλιομαλάκα!! Ποιον νομίζεις ότι πυροβολείς, ρε;! Πώς τολμάς να μού αντιστέκεσαι;!»
Τα χέρια του Μάτσουντα έτρεμαν. «Ο πατέρας σου... Για ποιον λόγο νομίζεις ότι πέθανε;!»
«Πατέρας; Εννοείς τον Γιαγκάμι Σοϊτσίρο;! Ετσι είναι Μάτσουντα! Ανθρωποι σταφανωμένοι με την δικαιοσύνη σαν αυτόν, πάντα χάνουν τελικά! Σε τέτοια κοινωνία θες να ζεις;! Ξέρω ότι εσύ καταλαβαίνεις... Σκότωσέ τους! Πυροβόλα τους!»
«Οδήγησες τον ίδιο σου τον πατέρα στον θάνατο... Πώς μπορείς να λες ότι έχασε;!»
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα όλη αυτή η γεμάτη ένταση σκηνή εξελίχθηκε σε μίσος. Ό,τι και να 'λεγα εκείνη την στιγμή θα ήταν πολύ λίγο. Δεν σχολίασα τίποτα... Σοκαρισμένη που ήμουν δεν μπορούσα να σκεφτώ. Μόνο έβλεπα... Ο νεαρός αστυνόμος ούρλιαξε. Με τέσσερις πιστολιές έριξε τον δολοφόνο. Τον πλησίασε με μανία. Γυάλιζε το μάτι του!
«Θα... Θα τον σκοτώσω!!»
Στόχεψε για άλλη μια φορά το σώμα του Λάιτ με την τελευταία να είναι η πιο δυνατή. Ο δολοφόνος κοιτούσε το ταβάνι μ'ένα κενό βλέμμα ενώ οι υπόλοιποι αστυνόμοι κρατούσαν τον Μάτσουντα. Βαριανάσαινε.
«Γαμώ τη... Τι διάολο;!»
Ο Κίρα προσπάθησε να σηκωθεί. Γύρισε και κοίταξε έναν άντρα με μαύρο μακρύ μαλλί που τον κοιτούσε τρομαγμένος.
«Μικάμι... Τι κάθεσαι και κοιτάς;! Βοήθα με, ρε μαλάκα!! Σκότωσέ τους γαμώ!»
Βογκούσε απ'τους πόνους. Όλοι κάθονταν και κοιτούσαν. Κανένας δεν ήταν πρόθυμος να βοηθήσει. «Που είσαι, Μίσα;! που είναι η Τάκαντα;!»
Δεν ήξερα ποιος ήταν αυτός ο Μικάμι ή η Τάκαντα. Πρέπει να ήταν πολύ σημαντικά πρόσωπα στην ζωή αυτής της εκδοχής του Κίρα. Πρόφερε τα ονόματά τους με θυμό και απόγνωση. Κοίταξα την Νυξ.
«Νυξ, τίποτα πιο χαρούμενο δεν έχεις να μού δείξεις;» είπα κι ένιωθα τα μάτια μου να ξαναδακρύζουν.
«Ω; Νόμιζα ότι τον αντιπαθούσες τον Λάιτ.»
«Πράγματι, τρελάθηκε με το death note. Αλλά δεν είμαι και μισάνθρωπος! Δεν αντέχω να βλέπω έναν άνθρωπο να υποφέρει κι εγώ να είμαι απλός παρατηρητής...»
«Γι'αυτό δεν σε έφερα σε αυτήν την διάσταση όταν ταξίδεψες με τον μαρκαδόρο. Γιατί ήξερα ότι θα σού είναι τραυματική εμπειρία. Πάντως, αν θέλεις, μπορούμε να φύγουμε. Ούτως ή άλλως, δεν χάνεις τίποτα. Μετά από λίγη ώρα βγαίνει έξω, τον σκοτώνει ο Ριούκ και τελειώνει έτσι άδοξα η ζωή αυτού του παιδιού που δυστυχώς, πήρε την κάτω βόλτα εξαιτίας αυτού του τετραδίου. Αν ήταν εδώ ο Άδης, δεν θα του άρεσε καθόλου η τακτική των Σινιγκάμι.» σχολίασε με την τελευταία της πρόταση.
«Έχω βέβαια κάτι καλύτερο να σου δείξω στην διάσταση 334. Θα σου εξηγήσω περί τίνος πρόκειται όταν φτάσουμε.»
«Θα προλάβουμε;»
«Φυσικά και θα προλάβουμε! Θεά είμαι, ό,τι θέλω κάνω.»
