.1.
"Hear This Voice From Deep Inside. It's The Call Of Your Heart."
Έκλεισε τα μάτια του και αφέθηκε απόλυτα χαλαρός, σχεδόν ανακουφισμένος θα μπορούσε να πει κανείς, στην ολοκλήρωση της υλοποίησης του.
Αποφάσισε να πάρει την πρωταρχική του μορφή, κάτι που σπάνια έκανε. Αυτή την εμφάνιση την κρατούσε μόνο για στιγμές ξεκούρασης, χαλάρωσης και αναζωογόνησης, όμως μετά από το τριήμερο ταξίδι του στην παγωμένη Γη, την είχε πραγματικά ανάγκη.
Ο πυκνός, μαύρος καπνός άρχισε να παίρνει σχήμα και από αυτόν, μέσα σε λίγα μόνο δεύτερα, δημιουργήθηκε ένας άντρας μεσήλικας, με λιγνή, γερή κορμοστασιά ψηλού αναστήματος, σταχτόξανθα, πυκνά μαλλιά, γκρι μάτια, μακρύ πρόσωπο με έντονες γωνίες μα λεπτά χαρακτηριστικά. Ήταν ντυμένος με αυστηρό, κομψό, μαύρο κοστούμι και πουκάμισο, κόκκινη γραβάτα με αχνές, ανάγλυφες, κόκκινες φλόγες και κλειστά, δετά, δερμάτινα, μαύρα παπούτσια. Αισθανόταν σαν να φορούσε μετά από πολύ καιρό, ένα παλιό, άνετο και πολυαγαπημένο ρούχο.
Εισέπνευσε αργά και βαθιά, απολαμβάνοντας την καυστική οσμή του θειαφιού, της καμένης σάρκας και την οξειδωμένη, σιδερένια μυρωδιά του φρέσκου αίματος. Ήταν επιτέλους σπίτι του. Τεντώθηκε νωχελικά, ισιάζοντας την σπονδυλική του στήλη, έσπρωξε αποφασιστικά την τεράστια, γυάλινη πόρτα του κτιρίου και στάθηκε για λίγο τελείως ακίνητος, ελέγχοντας διεξοδικά τον χώρο.
Οι μέρες του στη Γη μπορεί να ήταν μονάχα τρεις, μα επειδή στη Κόλαση ο χρόνος τρέχει με άλλη ταχύτητα, υπολόγισε[1] πως είχε περάσει κοντά στον ένα χρόνο. Έλειπε έναν ολόκληρο χρόνο από την πολυαγαπημένη του σχολή. Όλα φαίνονταν ακριβώς όπως τα είχε αφήσει, όμως σχεδόν άμεσα συνειδητοποίησε πως κάτι δε πήγαινε καθόλου καλά.
Στη ρεσεψιόν καθόταν μια παχουλή κοκκινομάλλα, με πρόσχαρο, στρόγγυλο και γεμάτο φακίδες πρόσωπο, γύρω στα εικοσιπέντε και έγραφε προσεχτικά με μία φτερωτή κάλαμο σε ένα σημειωματάριο, αντιγράφοντας από ένα πανάρχαιο δερματόδετο τόμο, κρατώντας την άκρη της γλώσσας της με τα χείλια της σε πλήρη αυτοσυγκέντρωση.
«Οντίλ;»
«Κύριε Καθηγητά!», σχεδόν τσίριξε η κοπέλα, αφήνοντας την κάλαμο να πέσει, γεμίζοντας κόκκινο μελάνι τις σημειώσεις και τα παχουλά της δάχτυλα. «Δε σας άκουσα που μπήκατε! Σας ζητώ ταπεινά συγνώμη! Καλωσορίσατε!», γλίστρησε άτσαλα στα πόδια της από την καρέκλα της ρεσεψιόν κάνοντας μια γελοία υπόκλιση, σκουπίζοντας συνάμα τους λεκέδες στην κόκκινη, κλαρωτή φούστα της. «Να σας φέρω κάτι, ό,τι θέλετε, απλά πείτε μου. Δε το πιστεύω πώς το έπαθα και δεν σας άκουσα που ήρθ…»
«Οντίλ;», της έκανε νόημα με μια κίνηση του χεριού του να σωπάσει και εκείνη το έκανε, καταπίνοντας αμάσητες όλες της τις δικαιολογίες. «Το ακούς αυτό;», η φωνή του Άλαστερ ήταν βαθιά και αυστηρή, χρωματισμένη με ένα τόνο έντονης ενόχλησης.
Η Οντίλ έβαλε την μουτζουρωμένη της παλάμη στο αυτί της και με ένα σχεδόν θεατρικό τρόπο, άρχισε να κουνά σε φρενήρεις ρυθμούς θετικά το κεφάλι της. «Μάλιστα, κύριε Καθηγητά το ακούω.», δε σταμάτησε στιγμή να συμφωνεί. «Μάλλον γι' αυτό δε σας πρόσεξα. Μας έχει τρελάνει εδώ και μέρες κύριε Καθηγητά. Μέρες!», κατέβασε υποτακτικά το βλέμμα της στο πάτωμα συνεχίζοντας να συμφωνεί.
«Οντίλ γλυκιά μου», ο Άλαστερ σταμάτησε το συνεχόμενο κούνημα του κεφαλιού της κοπέλας, γραπώνοντάς της το πηγούνι. «δηλαδή για να καταλάβω. Αυτό που στην ουσία μου λες είναι ότι έχετε κάποιον μέσα και τραγουδάει εδώ και… και μέρες όπως είπες;», σάρκασε με δολοφονικό ύφος
«Μάλιστα κύριε Καθηγητά.», ψέλλισε η Οντίλ, παγώνοντας στη θέση της.
«Α, ώστε έτσι ε;», εισέπνευσε αποφασιστικά ο Άλαστερ. «Τέτοια ρεζιλίκια αφήνετε όλοι σας να γίνονται εδώ όταν λείπω; Ε, ρε κεφάλια που θα πέσουν!», έσπρωξε με απέχθεια προς τα πίσω την τρομοκρατημένη ρεσεψιονίστ. «Φώναξε κούκλα μου τον Ντην για να βγάλουμε μιαν άκρη.», συνέχισε σε πιο ήπιους τόνους. Αν δεν χαλάρωνε την στάση του, η Οντίλ δε θα έκανε βήμα από την τρομάρα της.
Όμως η κοπέλα συνεχίζοντας να έχει καρφωμένο το βλέμμα της στο πάτωμα και το σώμα σφιγμένο σε στάση άμυνας, δεν έκανε καμία απολύτως κίνηση. «Κύριε Καθηγητά;», η φωνή της βγήκε σαν ψίθυρος.
«Τράβα φώναξε τον Ντην είπα Οντίλ! Τον υποδιευθυντή της σχολής Οντίλ! Το δεξί μου χέρι Οντίλ! Τώρα Οντίλ!», ούρλιαξε ανυπόμονα, χτυπώντας την γροθιά του πάνω στον πάγκο.
«Ο Ντην είναι!», η κοπέλα έκανε μισό βήμα προς τα πίσω ελπίζοντας πως ο Άλαστερ θα συνέχιζε να γρονθοκοπεί τη ρεσεψιόν και όχι την ρεσεψιονίστ.
«Τι είπες;»
«Ο Ντην τραγουδάει, κύριε Καθηγητά!»
Ο Άλαστερ έκανε απόλυτη ησυχία και αφουγκράστηκε στο βάθος την αντρική φωνή που βραχνά, κουρασμένα και μπουκωμένα συνέχιζε να τραγουδά. Όντως η φωνή έμοιαζε με αυτήν του Ντην, αλλά δε μπορεί να ήταν αυτό δυνατόν. «Δε καταλαβαίνω. Κάνει πάλι κάποιο πείραμα με τους πελάτες του, όπως τους λέει;», ήταν η μόνη λογική εξήγηση που μπορούσε να σκεφτεί.
«Όχι κύριε. Όχι αυτή τη φορά.», αρνήθηκε σιγανά η Οντίλ. «Τ-τον έχουν στο εργαστήριό σας και βρίσκεται στη "Φάση Αναπροσαρμογής" εδώ και πέντε σεληνιακούς κύκλους. Αύριο τα μεσάνυχτα θα κλείσει τους έξι. Τραγουδάει ασταμάτητα το ίδιο τραγούδι τα τελευταία επτά, όχι, όχι επτά, εννιά εικοσιτετράωρα. Δε σταμάτησε ούτε όταν η Μπλις του έραψε το στόμα. Μας έχει τρελάνει κύριε Καθηγητά!»
«Ο Ντην; Στη "Φάση Αναπροσαρμογής"; Και γιατί δε με ειδοποίησε κανείς σας;», ο θυμός του Άλαστερ μετατράπηκε σε απόλυτη έκπληξη. Αποφάσισε πως ήθελε να πάρει τις απαντήσεις του από κάποιον που εμπιστευόταν περισσότερο και όχι από την ρεσεψιονίστ. «Παλουκώσου και κάνε την δουλειά σου σωστά! Τα μάτια σου και τα αυτιά σου να τα έχεις στην πόρτα και όχι στις βλακείες που διαβάζεις. Άντε μη στα δώσω σε πιάτο να τα φας! Πάλι!», διέταξε άκομψα και προχώρησε προς τον γυάλινο, σα καθρέφτη, τοίχο και πόρτα που χώριζε την υποδοχή από το κυρίως μέρος της σχολής του.
Οι ήχοι που έβγαζαν τα διάφορα εργαλεία και οι συσκευές που χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του για να βασανίσουν τις κολασμένες ψυχές, καθώς και οι κραυγές, τα παρακάλια, τα κλάματα και τα ουρλιαχτά, είχαν δώσει την θέση τους στο ασταμάτητο τραγούδι του Ντην που όλο και δυνάμωνε καθώς ο Άλαστερ πλησίαζε στην πηγή του, διασχίζοντας αργά τον μακρύ γυάλινο φαρδύ διάδρομο.
Δεξιά και αριστερά του διαδρόμου υπήρχαν έξι και έξι μεγάλα δωμάτια, όλα με διπλής όψης καθρέφτη, έτσι ώστε από έξω να φαίνονται τα πάντα αλλά από μέσα να φαίνεται μόνο ο καθρέφτης.
Συνήθως τέτοια ώρα οι μαθητές του θα είχαν ξεκινήσει τη δουλειά τους, μα έτσι όπως τα προσπερνούσε ο Άλαστερ συνειδητοποίησε πως ενώ υπήρχαν μέσα τους κολασμένοι έτοιμοι να βασανιστούν, όλοι οι μαθητές του βρίσκονταν έξω από το δικό του γραφείο/εργαστήριο στο τέλος του διαδρόμου.
Μόλις τον αντιλήφθηκαν, ένας προς έναν γύρισαν προς το μέρος του για να τον υποδεχτούν με κατεβασμένο όμως το κεφάλι. «Καλωσορίσατε κύριε Καθηγητά.», έψαλαν όλοι μαζί σα καλοκουρδισμένη, τρομοκρατημένη χορωδία.
«Ήρθατε λίγο νωρίτερα κύριε Καθηγητά. Ήταν πετυχημένη η αποστολή σας κύριε;», ένας ψηλός, τριαντάρης με ξανθά, σγουρά μαλλιά και γαλάζια μάτια κατάφερε να ρωτήσει συνεχίζοντας να κοιτά στο πάτωμα λες και απευθυνόταν σε αυτό.
«Βγάλε το σκασμό Γκάρετ.», διέταξε ο Άλαστερ κάνοντας τον άντρα να τιναχτεί σαν να είχε φάει σφαλιάρα. «Άλντρεντ, ξεκίνα να μιλάς.», τράβηξε από την ράντα της καφέ, δερμάτινης ποδιάς που φορούσε, έναν περίπου πενηνταπεντάρη, με αφρικανικά χαρακτηριστικά, σγουρό μαύρο μούσι και μουστάκι και τελείως ξυρισμένο κεφάλι. «Τι σκατά;», ρώτησε ήρεμα, ταρακουνώντας όμως δυνατά τον μυώδη άντρα από την ράντα.
Ο Άλντρεντ έγλυψε και δάγκωσε τα χείλια του και τόλμησε να κοιτάξει τον Άλαστερ κατάματα. «Ο Ντην κύριε Καθηγητά.», δάγκωσε και πάλι τα χείλια του λες και το όνομα που ξεστόμισε ήταν μιαρό. «Νομίζουμε πως τρελάθηκε, κύριε.»,
Οι υπόλοιποι άρχισαν να κουνούν θετικά, μα σιωπηλά το κεφάλι τους συμφωνώντας με τον Άλντρεντ.
«Να σου πω Αλ εγώ το περίμενα από τον Ντηνούλη. Αυτό το παιδί δεν ήταν απ' την αρχή στα καλά του.», χασκογέλασε κοροϊδευτικά ένας κοντός και αδύνατος, καστανομάλλης με ατημέλητη, μακριά, γενειάδα και λαμπερά, πονηρά, πράσινα μάτια. «Φοβερός καλλιτέχνης, δε λέω, είμαι φαν του, αλλά σ' το είχα πει, θυμάσαι που σ' το είχα πει, πως δε θ' άντεχε για πολύ και πως δεν έκανε γι' αυτή τη δουλειά; Βρωμοκοπάει ολόκληρος…"εναρετίλα".»
«Πώς και πάλι από τα μέρη μας Μπέλφεγκορ; Δε σου έχω πει χίλιες φορές πως δε σε θέλω για μαθητή μου;», ο Άλαστερ φάνηκε να ενοχλήθηκε περισσότερο από την ίδια την παρουσία του δαίμονα και όχι και τόσο από το ειρωνικό σχόλιό του. «Δεν έχεις καμιά άλλη δουλειά να κάνεις, καποιανού άλλου τα συκώτια να πρήξεις;»
«Και να χάσω τέτοιο θέαμα!», γέλασε πάλι και κολλώντας τη μούρη του στο τζάμι, βάλθηκε να παρατηρεί με ιδιαίτερη ευχαρίστηση το εσωτερικό του δωματίου. «Αλ, άκουσέ τον λίγο πώς τραγουδάει! Κοίταξέ τον! Υπέροχος! Πανέμορφος!»
Όμως ο άντρας στο δωμάτιο πίσω τους, άρχισε να βήχει με υγρό τρόπο πνιγμένος, σταματώντας το ενοχλητικό του σκοπό, απογοητεύοντας βαθιά τον Μπέλφεγκορ.
Ο Άλαστερ έσπρωξε στην άκρη τους δύο άντρες που του έκοβαν το οπτικό του πεδίο και βάλθηκε να παρατηρεί τον Ντην.
Ήταν τοποθετημένος σε μια από τις πιο αγαπημένες θέσεις στρες της μεσαιωνικής Ιεράς Εξέτασης αλλά και του Άλντρεντ, που ήταν βασανιστής εκείνη την εποχή.
Κρεμασμένος από το ταβάνι, με τα χέρια οδυνηρά σφιχτά δεμένα πισθάγκωνα με αγκαθωτό σύρμα από τους καρπούς του. Όλο του το σώμα και το βάρος του, αναγκαστικά κρεμόταν μόνο από τους καρπούς και τις κλειδώσεις των αγκώνων και των ώμων του, που πλέον φαίνονταν πως ήταν έτοιμοι να εξαρθρωθούν. Η μόνη ελάχιστη ανακούφιση που μπορούσε να βρει σε αυτή τη θέση ήταν αν στήριζε λίγο από το βάρος του στις μύτες των δύο μεγάλων του δαχτύλων που ακουμπούσαν μετά βίας το πάτωμα. Ο Άλαστερ ήταν σίγουρος πως η Κίρμπι θα ήταν η υπεύθυνη για αυτή την "πολυτέλεια". Ήταν πασίγνωστο εξάλλου πως είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον Ντην. Βέβαια από την άλλη μπορεί να ήταν και το τσιράκι του ο Φράνκλιν. Πάντως όποιος το είχε τολμήσει τουλάχιστον είχε ρίξει σπασμένα γυαλιά στο ήδη βαμμένο κόκκινο με αίμα, πέτρινο πάτωμα κάτω από τον Ντην και για αυτό ο Άλαστερ δε θα τους τιμωρούσε άμεσα.
Το κορμί του ήταν σκελετωμένο από την ασιτία, γεμάτο κακώσεις κάθε είδους σε όλη την έκτασή του και σε διάφορα στάδια ίασης. Φορούσε μόνο ένα χιλιοφθαρμένο, πενταβρώμικο τζιν, που με το ζόρι κρατιόταν χαμηλά στους γοφούς του χάρη στη δερμάτινη ζώνη του. Τα μάτια του ήταν σφιχτά δεμένα με ένα σχισμένο, ανοιχτό γκρι μπλουζάκι και το στόμα του επώδυνα φιμωμένο με το υπόλοιπο κομμάτι από το ίδιο μπλουζάκι.
«Και γιατί νομίζετε πως τρελάθηκε;», ρώτησε ο Άλαστερ έχοντας κλειδώσει το βλέμμα του πάνω στον ταλαιπωρημένο άνθρωπο.
Το σώμα του Ντην τινασσόταν απότομα καθώς προσπαθούσε να ανασάνει, πνιγμένος από τον ίδιο του τον βήχα. Με τα ήδη πληγιασμένα του δάχτυλα προσπαθούσε διαρκώς να γαντζωθεί πάνω στο αγκαθωτό σύρμα για να μειώσει λίγο την πίεση του βάρους του που έπεφτε πάνω στους ώμους του και κατά προέκταση και στο θώρακά του, για να μπορέσει να πάρει αναπνοή.
Οι προσπάθειες του έγιναν άξαφνα πιο πανικοβλημένες και πιο σπασμωδικές, κόβοντας νέες, βαθιές χαρακιές στους ήδη πληγιασμένους του καρπούς, βάφοντας τα χέρια του κόκκινα ως τους αγκώνες. Το στέρνο του ξεκίνησε να πεταρίζει άρρυθμα και επίπονα, τα πόδια του και τα χέρια του να τρέμουν έντονα, ανήμπορα να βαστάξουν άλλο σε αυτή την απάνθρωπη στάση. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, κάθε δείγμα ζωής χάθηκε από το τυραννισμένο κορμί.
«Εξηγήστε μου από την αρχή.», ο Άλαστερ με μια κίνηση του χεριού του εξαφάνισε το φίμωτρο από το στόμα του Ντην και με μία δεύτερη τον επανέφερε στη ζωή, διατηρώντας τον όμως στην ίδια κατάσταση και στην ίδια θέση.
Ο Ντην άρχισε να βήχει βαθιά και δυνατά, να φτύνει και να ξερνά το κοκκινωπό υγρό που είχε μαζευτεί στους πνεύμονές του και τον είχε πνίξει και να καταπίνει αχόρταγα οξυγόνο.
Μόλις κόπασε κάπως ο παροξυσμός του, έγλειψε αργά τα σχισμένα του χείλια, χασμουρήθηκε και με βραχνή φωνή ξεκίνησε πάλι το τραγούδι του ακόμα πιο δυνατά, κάνοντας τον Μπέλφεγκορ να αναστενάξει ανακουφισμένος που η διασκέδασή του δε θα τελείωνε τόσο σύντομα.
Ο Άλντρεντ χάιδεψε αργά το ξυρισμένο του κεφάλι. «Όλα ξεκίνησαν όταν ο Ντην, ανέλαβε έναν νέο κολασμένο.», έκρυψε τα χέρια του στις τσέπες της ποδιάς του. «Τον τελευταίο, τον κατάφερε να τον περάσει από το τρίτο στάδιο, στο τέταρτο, μέσα μόνο σε τέσσερις μήνες.», χαμογέλασε εντυπωσιασμένος, μα ο Άλαστερ απέναντί του δε του ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Οπότε μετά τον παρέδωσε στην Ίντιθ, όπως κάνει πάντα και εκείνος ξεκίνησε μ' έναν καινούριο. Εγώ του τον έδωσα για την ακρίβεια, μου φάνηκε καλός και εύκολος υποψήφιος.»
«Αλλά;», πρόσθεσε από μόνος του ο Άλαστερ, ανυπομονώντας για την τροπή στην ιστορία.
«Αλλά μετά από λίγες συνεδρίες, τον έπιασα να κάθεται με το υποκείμενο, να συζητάει με τις ώρες, να χαζολογάνε, να γ-γελάνε.», κόμπιασε σαν να μην ήταν σίγουρος πως το τελευταίο είχε όντως συμβεί ή ήταν φαντασία του. «Στη αρχή δεν έδωσα σημασία, γιατί ξέρω πως ο Ντην έχει τις δικές του μεθόδους και τρόπους προσέγγισης,», μερικοί από τους μαθητές άρχισαν με τη γλώσσα του σώματός τους να δηλώνουν συμφωνία με τον Άλντρεντ. «όμως στην τελευταία του συνεδρία τον έπιασα να δίνει νερό στον κολασμένο.»
«Νερό;», το πρόσωπο του Άλαστερ έκανε μια σύσπαση απέχθειας. Δεν υπήρχε χειρότερο παράπτωμα από το να τολμήσει κάποιος να δώσει έστω και μια σταγόνα νερό σε κολασμένη ψυχή. «Ελπίζω να έκανες κάτι γι' αυτό.», προειδοποίησε.
«Εννοείται κύριε Καθηγητά! Το εξάτμισα άμεσα, βράζοντάς το μέσα στο ίδιο του το σώμα και συνέλαβα επιτόπου τον Γουίντσεστερ.»
«Ποιά ήταν η αντίδρασή του;»
Ο Άλντρεντ έκανε μια παύση και αντάλλαξε μερικές κλεφτές ματιές με τους υπόλοιπους συμμαθητές του. «Είπε πως παραιτείται.»
«Τι πράγμα;»
«Είπε πως δεν επρόκειτο να βασανίσει ποτέ ξανά κανέναν και για κανένα λόγο.»
«Του θύμισες τι θα συμβεί αν συνεχίσει να αρνείται;»
«Μάλιστα κύριε Καθηγητά. Του το υπενθύμισα, πολλαπλές φορές, πως οι παρεκβατικές και ανυπότακτες κολασμένες ψυχές γίνονται αιώνια τροφή για τον Λιμό, μα είπε πως δεν τον νοιάζει καθόλου. Έχουμε ήδη ξεκινήσει όπως μπορείτε να δείτε κι εσείς, όλα τα πρωτόκολλά σας γι' αυτή την σπάνια αντίδραση. Πρέπει οπωσδήποτε να υπογράψει το συμβόλαιο Μετανοίας αν θέλει να του δοθεί η δεύτερη ευκαιρία, μα μέχρι στιγμής δεν έχουμε καταφέρει τίποτα. Έχει περάσει απ' όλους μας αρκετές φορές αλλά είναι ανένδοτος. Τέτοια συμπεριφορά δεν είχε ούτε όταν πρωτοήρθε πριν από σαράντα χρόνια. Πλησιάζει την στάση του Τζον Γουίντσεστερ.», συνέχισε με έκπληξη, αλλά ο Άλαστερ απέναντί του γέλασε δυνατά.
«Ο Ντην την ιδιοσυγκρασία του πατέρα του;», συνέχισε να γελά. «Να 'σαι καλά ρε Άλντρεντ, το 'σωσες το θέμα, μ' έκανες και γέλασα πάνω που είχα αρχίσει να τα παίρνω πολύ άσχημα.», σκούπισε με το μικρό του δαχτυλάκι τα δάκρυα γέλιου από τα μάτια του. «Μάλιστα. Κατάλαβα!», ταχτοποίησε τα μαλλιά του και έπειτα τη γραβάτα του. «Η αγαπημένη μου ντίβα, μας κάνει κόνξες. Μικρό το κακό. Για πέστε μου τώρα, για κάποιο λόγο είστε όλοι εδώ μαζεμένοι. Ετοιμάζετε σκηνικό;»
«Μάλιστα κύριε Καθηγητά.», μια μικρόσωμη, μελαχρινή έφηβη, με κοντά μαύρα μαλλιά, έπιασε από το χέρι έναν ψιλόλιγνο, ξερακιανό, νεαρό, ασιατικής καταγωγής και μαζί έκαναν ένα βήμα μπροστά. «Με την άδεια σας φυσικά.»
«Για να σας δω.», ο Άλαστερ έκανε στην άκρη δείχνοντάς τους την πόρτα.
«Να 'ρθω κι εγώ;», πετάχτηκε ο Μπέλφεγκορ, γλύφοντας ανυπόμονα τα χείλια του.
Όλη η σχολή και ο διευθυντής του απάντησαν αυτόματα και πλήρως συγχρονισμένα: «Όχι!»
«Δε θα μιλώ! Δε θα τον αγγίξω καν!», προσπάθησε να διαπραγματευτεί παίρνοντας το πιο αθώο ύφος που μπορούσε να πάρει με τα ύπουλα, λαμπερά μάτια του. «Δηλαδή, θα προσπαθήσω να μην τον αγγίξω. Μπορεί να τον δοκιμάσω λιγουλάκι.», παραδέχτηκε γελώντας πονηρά μέσα από τα μουστάκια του.
«Μπέλφεγκορ, θα φύγεις μόνος σου ή θα σε πετάξω έξω;», αναστέναξε ο Άλαστερ.
«Εντάξει, εντάξει, το βουλώνω!», έκλεισε με τη παλάμη του το στόμα του και συνέχισε μπουκωμένος. «Θα κάτσω εδώ στην ακρούλα μου και θα βλέπω μοναχά. Ναι, να κοίτα, θα βλέπω μοναχά.», γύρισε μπροστά του κολλώντας ακόμη περισσότερο τη μούρη του στο γυαλί, ελπίζοντας πως ο Άλαστερ δε θα του έδινε πια σημασία.
«Σούζαν, Κουέντιν συνεχίστε.», ο Άλαστερ τους άνοιξε την πόρτα και ο Μπέλφεγκορ άρχισε να κουνιέται πάνω κάτω χαμογελώντας πλατιά, βγάζοντας χαρούμενους ήχους.
...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.
[1] Σ.Σ. Σύμφωνα με τη σειρά, 1 μέρα στη Γη ≈121 μέρες στη Κόλαση.
