.2.

"Close Your Eyes And You Will Find, Passage Out Of The Dark"

Ο Ντην ένιωθε το λάρυγγά του να τσουρουφλίζει και να τον γδέρνει αλύπητα σαν να είχε καταπιεί σπασμένα, καυτά γυαλιά. Κάθε στίχος γινόταν ολοένα και πιο βασανιστικός από τον προηγούμενο, μα δεν είχε σκοπό να σταματήσει.

Ούτε τα φιμώματα, το ράψιμο του στόματος, τα μαστιγώματα, ούτε τα σπασίματα, το κοψίματα και τα καψίματα δεν τον είχαν πάψει. Μόνο όταν ο Άλντρεντ του έριξε λιωμένο σίδερο στο στόμα μπόρεσε να τον σιωπήσει για μερικά λεπτά, όμως μετά έπρεπε να τον επαναφέρει στη "ζωή" σχεδόν αμέσως και τελείως άθικτο, οπότε η σκέψη του μπορεί να φαινόταν αποτελεσματική, αλλά δεν είχε την επιθυμητή διάρκεια.

Δε περίμενε ποτέ πως κάτι τόσο απλό, θα μπορούσε να προκαλέσει τόση σύγχυση στους συμμαθητές του και τόση χαρά στον ίδιο. Κάτι ήξερε ο χαρακτήρας του Patrick Swayze στο "Ghost[1]".

Όμως ο λαιμός του ήταν το λιγότερο από τα δεινά που τον απασχολούσαν εκείνη τη στιγμή.

Βρισκόταν σε αυτή τη στάση στρες για πολλά εικοσιτετράωρα και οι συμμαθητές/βασανιστές του, πέρα από την αποτυχημένη προσπάθεια του Άλντρεντ να τον σιωπήσει και τον θάνατο που μόλις είχε βιώσει, είχαν καταφέρει να τον κρατήσουν ζωντανό και στην ίδια κατάσταση, παρατείνοντας τα μαρτύριά του κατά πολύ. Τον επισκέπτονταν ο ένας μετά τον άλλο, μην αφήνοντάς τον δευτερόλεπτο σε ησυχία, εφαρμόζοντας όλες τους τις ευφάνταστες τεχνικές και αρρωστημένες ιδέες.

Ο Ντην ήταν σίγουρος πως όλο και κάποιο στοίχημα θα κυκλοφορούσε μεταξύ τους για το ποιός θα κατάφερνε να τον "λυγίσει", όμως δεν είχε καταφέρει κανείς να σπάσει μέχρι στιγμής τον υποδιευθυντή της διαβόητης "Σχολής Βασανιστών" του Άλαστερ.

Το μόνο που πλέον ήλπιζε, ήταν να καταφέρει να αντέξει μια μέρα ακόμα και το μόνο που ευχόταν με όλο του το είναι, ήταν το ταξίδι στη Γη και η απουσία του Άλαστερ να διαρκούσε λίγο παραπάνω.

Χωρίς το φίμωτρο και αναζωογονημένος από την πρόσφατη επαναφορά του στη ζωή, αποφάσισε πως ήταν ευκαιρία να δώσει ρεσιτάλ ερμηνείας. Έφτυσε το ματωμένο φλέμα που κολλούσε στο λαιμό του, πήρε μια βαθιά αναπνοή προσπαθώντας να αγνοήσει τα αφόρητα σήματα πόνου που δεχόταν από τα σπασμένα του πλευρά και ξεκίνησε να ουρλιάζει το τραγούδι του, κρατώντας όσο ήταν δυνατό τον σωστό ρυθμό και τονικότητα.

Άκουσε μέσα από τις αγριοφωνάρες του την πόρτα του εργαστηρίου του Άλαστερ να ανοίγει και έπειτα κινητικότητα μέσα στον χώρο.

«Και πολύ το αργήσατε!», πρόσθεσε βραχνά, μα τραγουδιστά ανάμεσα στους στίχους. «Άρχισα να βαριέμαι μοναχούλης. Κίρμπι πες μου ότι ήρθε η σειρά σου να φτιάξει λίγο η μέρα μου. Ήδη πέθανα μια φορά σήμερα, γλυκιά μου.»

Κάπου σε αυτή τη φάση περίμενε κάποια έκρηξη πόνου σε κάποιο σημείο του σώματός του σε αντίποινο για την αυθάδικη συμπεριφορά του, οπότε κλείδωσε ενστικτωδώς τους μύες του, γραπώθηκε στο αγκαθωτό σύρμα και κάρφωσε τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών του στα σουβλερά γυαλιά στο πάτωμα, σφίγγοντας συνάμα τα μάτια του κάτω από το πατσαβούρι που του είχαν δέσει, κρατώντας την αναπνοή του, διακόπτοντας αναγκαστικά για λίγο το τραγούδι του.

«Ω, Θεέ μου!», μια αντρική φωνή ακούστηκε, ζωγραφισμένη με έντονο τον τόνο έκπληξης. «Τι σου 'καναν τα τέρατα καημένο μου παιδί;», συνέχισε αγγίζοντάς τον απαλά στο μάγουλο, μα ο Ντην πετάχτηκε, λαχανιάζοντας τρομαγμένα, αντιδρώντας όπως ακριβώς θα αντιδρούσε αν είχε φάει γροθιά στο ίδιο σημείο. «Μη φοβάσαι Ντην, εγώ είμαι!», τον καθησύχασε η φωνή και του αφαίρεσε με ευγενικές και προσεχτικές κινήσεις το πανί από τα μάτια, σηκώνοντάς το ως το μέτωπό του.

Τα βλέφαρα του Ντην πετάρισαν ενστικτωδώς ενώ τα υγρά και γεμάτα με μικρά, κόκκινα αιματώματα, πράσινα μάτια του, πάσχιζαν να προσαρμοστούν στο φως που είχαν στερηθεί για αμέτρητες ώρες. «Μπόμπι;», κατάφερε να διακρίνει τη θολή φιγούρα που είχε μπροστά του. «Με δουλεύετε έτσι;», γέλασε κουρασμένα και ειρωνικά. «Ρε, τον Μπόμπι βρήκατε να μου εμφανίσετε; Μα πόσο ντουγάνια είστε τελικά;»

«Αγόρι μου εγώ είμαι!», επέμενε ο άντρας, «Ήρθαμε να σε σώσουμε!»

«Δύο με άριστα το δέκα συνάδερφε και τον ένα τον πόντο σ' τον βάζω γιατί η αλήθεια είναι πως την πεθύμησα τη παλιόφατσά του. Αλλά δεν είναι καν πρωτότυπο! Εκτός αν τον βάλεις να μου κάνει κάτι που δεν μου 'χει κάνει ποτέ. Αν και τριάντα χρόνια με τον Άλαστερ, πίστεψέ με, η φιγούρα του Μπόμπι μου τα 'χει κάνει όλα. Ποιός είσαι ρε; Η Ίντιθ ή η Κάρεν; Κουέντιν, σε ξέρω μπαγάσα! Εσένα σ' αρέσουν ιδιαιτέρως κάτι τέτοια γλυκανάλατα.»

«Ντην εγώ είμαι! Στ' αλήθεια!»

«Πφφ, να σου πω κάτι δικέ μου; Χέστηκα όποιος και να 'σαι! Άιντε, κάνε κι εσύ ό,τι είναι να κάνεις για να 'ρθει ο επόμενος.», πήρε με δυσκολία μια ρηχή αναπνοή και ξεκίνησε και πάλι να τραγουδάει βραχνά από το σημείο που είχε σταματήσει.

«Δε πειράζει αγόρι μου. Μην ανησυχείς.», του χάιδεψε ο Μπόμπι απαλά τον σχεδόν εξαρθρωμένο ώμο του. «Θα σ' τα εξηγήσω όλα μετά. Προς το παρόν κάνε λίγη υπομονή.», βάλθηκε να ψάχνει τρόπους μέσα στον χώρο για να τον ξεκρεμάσει, ενώ πίσω του η πόρτα του γραφείου άνοιξε και πάλι.

«Όχι, το κέρατό μου!», μουρμούρισε με σφιγμένα δόντια ο Ντην, αναγνωρίζοντας στον καινούριο άντρα που μπήκε μέσα, τον μικρό του αδερφό. «Ε, όχι κι έτσι ρε παιδιά. Γιατί το πάτε εκεί το θέμα; Καλά δε περνούσαμε μέχρι τώρα;», μονολόγησε σκύβοντας ηττημένα το κεφάλι για να σταματήσει να τον βλέπει, διακόπτοντας για ακόμη μια φορά το τραγούδι του.

Η παρουσία του Σαμ ήταν πάντα από τα χειρότερα βασανιστήριά του. Προφανώς οι συμμαθητές του είχαν φτάσει στα άκρα για να παίξουν αυτό το ύπουλο χαρτί που γνώριζαν πόσο πολύ τον ενοχλεί.

Ο Σαμ όμως έμεινε ακίνητος στη θέση του μπροστά από την πόρτα, παγώνοντας στο θέαμα που αντίκρισε, καλύπτοντας με τη παλάμη του το στόμα του, απόλυτα τρομοκρατημένος. «Ντην;», ήταν το μοναδικό πράγμα που μπόρεσε να συντάξει. Ο Ντην που θυμόταν, σε αντίθεση με αυτήν την χιλιοδαρμένη, ματωμένη και αποστεωμένη σκιά που τώρα έβλεπε να κρέμεται τυραννικά δεμένη, φαινόταν πως τον μπλόκαρε ως τον πυρήνα της λογικής του.

«Σαμ, συγκράτησέ τον να τον κατεβάσω, μη σωριαστεί.», ο Μπόμπι βρήκε μια τροχαλία που ανεβοκατέβαζε μιαν αλυσίδα από όπου ήταν πιασμένο το αγκαθωτό σύρμα με το οποίο ήταν δεμένος ο Ντην. «Έλα μικρέ, μην αργείς!», τον ώθησε βλέποντας πως ο Σαμ δεν είχε κάνει βήμα και με κομμένη ανάσα συνέχιζε να παρατηρεί τον αδερφό του. «Και καθάρισε λίγο το πάτωμα ακριβώς από κάτω του. Είναι γεμάτο σπασμένα γυαλιά κι 'ναι ξυπόλητος.»

Ο Σαμ σαν να ήταν στο αυτόματο, κατάφερε να υπακούσει στην προτροπή, να ξεκολλήσει και να πλησιάσει τον Ντην. Με τα άρβυλά του σκούπισε μακριά από τις πατούσες του αδερφού του τα σπασμένα γυαλιά. «Γ-γεια σου αδερφέ μου.», κατάφερε να πει αμήχανα. Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Ντην φαινόταν να τον πονάει περισσότερο από το να είχε τα τραύματά του.

«Μη με πλησιάζεις μπάσταρδε!», απείλησε ο Ντην ξέπνοα, τινάζοντας το σώμα του σαν να πολεμούσε να απομακρυνθεί, δημιουργώντας νέα κοψίματα στους καρπούς του και στα πόδια του, τεντώνοντας τελείως αφύσικα τη κλείδωση του δεξιού του ώμου.

Ο Μπόμπι έβγαλε την ασφάλεια της τροχαλίας και έπιασε την μανιβέλα «Έτοιμος μικρέ;», ρώτησε ανυπόμονα.

«Μπόμπι…», ο Σαμ δίστασε, βλέποντας τον αδερφό να σπαρταράει νευρικά, «από π-πού να τον πιάσω; Είναι καταχτυπημένος.», τον έπιασε τελικά από τα μελανιασμένα και φρεσκομαστιγωμένα του πλευρά πασχίζοντας να τον συγκρατήσει όσο πιο απαλά μπορούσε, όμως ο Ντην μάζεψε όλες του τις δυνάμεις και του κατάφερε μια γερή γονατιά πάνω στο στομάχι, σπρώχνοντάς τον μακριά του.

«Μη μ' αγγίζεις σίχαμα!», ξέσπασε με κομμένη ανάσα. «Ποιός είσαι; Βίγκο εσύ; Θυμάσαι τι σου 'χω πει ρε καργιόλη;», δοκίμασε να τον κλωτσήσει και πάλι, «Φανερώσου και τα λέμε! Θα σου ξεριζώσω τους πνεύμονες με τα δόντια μου ρε κωλόπαιδο!», άρχισε να βήχει πνιγμένος.

Η γονατιά που δέχτηκε ο Σαμ δεν ήταν και τόσο δυνατή ώστε να τον αποτρέψει. Αποφασιστικά και αποφεύγοντας στο παρά πέντε την κεφαλιά που πήγε να του ρίξει ο Ντην, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον συγκράτησε όρθιο, ενώ ο Μπόμπι γυρίζοντας γοργά την τροχαλία τον κατέβασε, λασκάροντας σταδιακά τα δεσμά του.

Ο Ντην μούγκρισε νευρικά, βρίζοντας άσχημα, τη στιγμή που τα χέρια του κατέβηκαν κάτω και τα πόδια του σήκωσαν το σύνολο του βάρους του. Όλες οι κλειδώσεις του πυρακτώθηκαν ταυτοχρόνως, ενώ οι μύες του σώματός του μούδιαζαν παραλυτικά και πάθαιναν έντονες κράμπες μόλις άρχισαν να επανέρχονται στη φυσική τους θέση.

Τα βρισίδια του Ντην σύντομα μετατράπηκαν σε απελπισμένα αγκομαχητά που με κόπο συγκρατούσε πεισματικά και σε πνιχτούς λυγμούς όλο παράπονο. «Μ-μη!», κατάφερε να ξεστομίσει ξεψυχισμένα, πέφτοντας αδύναμα πάνω στον Σαμ, ακουμπώντας το κεφάλι του πάνω στον ώμο του, προσπαθώντας μάταια να σταθεί από μόνος του και πάλι στα πόδια του. «Σταματήστε μ-μπάσταρδα!», η αναπνοή του επιταχύνθηκε προκαλώντας του ζάλη και ναυτία από την υπεραιμάτωση και την υπεροξυγόνωση.

«Μην ανησυχείς αδερφέ μου,», τον ενθάρρυνε ο Σαμ, «σε κρατάω γερά! Σε λίγο όλα θα περάσουν.»

Η εξουθενωτική δυσφορία άρχισε σταδιακά να υποχωρεί και ο Ντην παρόλα τα τραύματά του, κατάφερε να βρει τον ρυθμό για να μπορέσει να συνέρθει. Οι ακανόνιστες αναπνοές του σταθεροποιήθηκαν τόσο ώστε να μπορεί να αναγνωρίσει ακόμα και τη μυρωδιά του αδερφού του, έτσι όπως ακουμπούσε μισολιπόθυμος στον ώμο και τον λαιμό του. Τα ρούχα του μύριζαν απορρυπαντικό και το δέρμα του και τα μαλλιά του καθαρό ιδρώτα αναμιγμένο με σαπούνι. Πόσο είχαν λείψει στον Ντην αυτές οι απλές καθημερινές μυρωδιές. Αν συγκεντρωνόταν μπορούσε να ξεχωρίσει πάνω στον Σαμ μέχρι και την μυρωδιά των δερμάτινων καθισμάτων του πολυαγαπημένου του Impala. «Όχι! Όχι πάλι αυτό!», έσπασε τελείως η βραχνή φωνή του ενώ πάλευε να ξεφύγει μακριά του, καθώς αισθανόταν τα φυσικά ερεθίσματα να τον πλημμυρίζουν και να τον καταβάλουν. Αυτός δεν ήταν δυνατόν να είναι ο Σάμι του. Βρισκόταν στην Κόλαση και αυτό ήταν μοναχά ένα ακόμα αρρωστημένο βασανιστήριο. «Φράνκλιν! Φράνκλιν εσύ είσαι έτσι;», ψιθύρισε κλείνοντας επίτηδες τα μάτια του σφιχτά. Του ήταν πιο εύκολο να συγκεντρωθεί αν δεν είχε διαρκώς την εικόνα του αδερφού του μπροστά του. «Σταμάτα αυτό το σκηνικό και θα κάνουμε ό,τι θες εσύ!», αισθάνθηκε χέρια να τον καθοδηγούν κάπου, στέλνοντας διαρκώς φρέσκα σήματα πόνου όπου τον άγγιζαν ή τον στήριζαν. «Φράνκλιν άκουσέ με! Ό,τι, μα ό,τι, θες εσύ δικέ μου και θα μ' αρέσει κιόλας αυτή τη φορά!», δάγκωσε τα χείλη του παίρνοντας μικρές κοφτές ανάσες. «Φράνκλιν δε τ' αντέχω αυτό! Το ξέρεις! Φ-Φράνκλιν; Κέλλυ Κλάρκσον!», του ψέλλισε δειλά και σχεδόν άηχα.

«Κάθισέ τον εδώ να του βγάλουμε το σύρμα απ' τα χέρια.», ο Σαμ και ο Μπόμπι τον έβαλαν να καθίσει σε μιαν άνετη μαύρη, δερμάτινη πολυθρόνα μπερζέρα.

«Αφήστε τα που να σας πάρει!», ο Ντην βόγκηξε παρακλητικά, τρίζοντας τα δόντια του όταν κάποιος από τους δύο προσπάθησε να αφαιρέσει το σύρμα από τον δεξί του καρπό. Ο Άλαστερ θα γινόταν σίγουρα έξω φρενών αν λέρωναν την πολυθρόνα του γραφείου του με αίμα.

«Συγνώμη Ντην.», ξεροκατάπιε ο Σαμ, σταματώντας τις προσπάθειες αφού προκαλούσαν δυσφορία στον αδερφό του. «Το σύρμα έχει σκίσει τελείως το δέρμα του και έχει σφίξει για τα καλά.»

«Φέρε μου εκείνον τον κόφτη.», ο Μπόμπι είπε αποφασιστικά, κουνώντας το δάχτυλό του, δείχνοντας με νόημα τον απέναντι τοίχο, όπου υπήρχαν στερεωμένα εκατοντάδες εργαλεία πάσης φύσης, από ιατρικά εξαρτήματα μέχρι και σκεύη μαγειρικής. «Να! Κρέμεται εκεί! Τρίτη σειρά, δεύτερη θέση δεξιά. Γρήγορα Σαμ, γρήγορα!», έσπρωξε απαλά τον Ντην προς τα πίσω γιατί είχε αρχίσει να γέρνει επικίνδυνα. «Αυτό δεν είναι τ' αληθινό σώμα του Ντην μας.», δήλωσε στο νεαρό Γουίντσεστερ, κόβοντας τα σύρματα πάνω από τους καρπούς, απελευθερώνοντάς τον, αφήνοντας όμως αναγκαστικά τα αιχμηρά υπολείμματα μέσα στις σχισμένες του πληγές, σα σφιχτές χειροπέδες. «Αυτό που βλέπουμε είναι η υλοποιημένη του ψυχή που δέχεται τα βασανιστήρια. Το σώμα του είναι έτοιμο και τελείως καλά πίσω στο σπίτι. Όλα τα τραύματα που βλέπεις θα εξαφανιστούν και δε θα υπάρχουν μετά τη μεταφορά του. Πρέπει όμως να βιαστούμε, το ξόρκι του Ρούφους δε θα μας κρατήσει ανενόχλητους για πολύ.», κοίταξε το ρολόι του και ταρακούνησε ελαφρά από το μπράτσο τον Ντην. «Αγόρι μου, άκουσέ με λίγο, πρέπει να κάνεις κουράγιο να σηκωθείς και να περπατήσεις. Δεν είναι πολύ μακριά η πύλη, όμως δεν έχουμε πολύ χρόνο, πρέπει να ξεκινήσουμε.»

«Αφήστε με ήσυχο καθάρματα!», μουρμούρισε αδύναμα ο Ντην κρατώντας τα μάτια του πεισματικά κλειστά. «Σταματήστε αυτό το γελοίο σκηνικό τώρα!»

«Άσε Μπόμπι θα τον κουβαλήσω εγώ. Είναι ελαφρύς σα πούπουλο.», πήρε ο Σαμ το χέρι του Ντην για να τον σηκώσει, όμως εκείνος το τράβηξε πίσω απότομα εκνευρισμένος, βρίζοντάς τον αισχρά.

«Διάολε, δεν έχουμε χρόνο για τέτοιες ανοησίες!», φώναξε άκομψα ο Μπόμπι και ο Ντην αντανακλαστικά ζάρωσε στην ένταση της φωνής, γέρνοντας απότομα το κεφάλι του πάνω στον ώμο του σαν να περίμενε κάποιο χτύπημα, «Δώσε μας μόνος σου τα χέρια σου, τώρα!», τον διέταξε αυστηρά.

Άμεσα και υπάκουα ο Ντην αναστενάζοντας αθόρυβα, σήκωσε τα τρεμάμενα χέρια του στο ύψος του Μπόμπι, ενώνοντας στον αέρα τους πληγιασμένους του καρπούς και τους συγκράτησε εκεί σαν να περίμενε να τον δέσουν και πάλι.

«Ντην όχι, όχι αγόρι μου!», παρακάλεσε ο Μπόμπι μαλακώνοντας τελείως τη φωνή του και τη στάση του, στεναχωρημένος από τις απρόσμενα υποτακτικές κινήσεις του Ντην. Του χάιδεψε απαλά τις γροθιές χωρίζοντας και κατεβάζοντας τους καρπούς του. «Μικρέ άκουσέ με, άνοιξε τα μάτια σου και δες μας! Εμείς είμαστε! Σ' ικετεύω πάμε να φύγουμε!»

Φοβισμένα ο Ντην άνοιξε και πάλι τα μάτια του. «Πώς γίνεται να 'στε εδώ;»

«Δεν έχουμε πολύ χρόνο!», κοίταξε πίσω του την πόρτα και έπειτα τον Σαμ. Δεν υπήρχε περίπτωση να τον αρπάξουν δια της βίας και να τον σύρουν ως την πύλη. Έπρεπε να τον πείσουν να έρθει από μόνος του. Ξεφύσησε ανυπόμονα και ταχτοποίησε το jokey καπέλο του νευρικά. «Εντάξει λοιπόν, εντάξει! Κέρδισες ξεροκέφαλο πλάσμα!»

Συντόμως και έχοντας το νου του διαρκώς στην πόρτα, του περιέγραψε πώς ο Σαμ πριν από ένα περίπου μήνα είχε ένα από τα οράματά του. Σε αυτό είδε σε ένα δάσος, ένα αρχαίο πηγάδι, από το οποίο μπαινόβγαιναν δαίμονες. Στην αρχή θεώρησε πως ήταν ένας απλός εφιάλτης αλλά όταν το όραμα επέμενε, το εκμυστηρεύτηκε στον Μπόμπι. Παρατηρώντας τις λεπτομέρειες του οράματος και μετά από πολύ έρευνα κατάφεραν και βρήκαν την τοποθεσία. 300 μίλια βορειοδυτικά της πόλης Βικτώριας του Καναδά, στη νήσο Τρικέτ, υπήρχε μια ενεργή πύλη της Κολάσεως.

«Σκεφτήκαμε πως αν το τολμούσαμε, θα μπορούσαμε να 'ρθουμε να σε βρούμε και να σε πάρουμε πίσω!», χαμογέλασε ο Μπόμπι και τα μάτια του βούρκωσαν. «Και να που τα καταφέραμε γιε μου!»

«Είστε τελείως ηλίθιοι κι αν νομίζετε πως θα με πάρουν τα ζουμιά με τα ανόητα σενάριά σας είστε πολύ γελασμένοι.», ο Ντην δε πίστευε λέξη από όσα άκουγε.

«Δε χρειάζεται να μας πιστεύεις!», ο Σαμ φάνηκε πως είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. «Απλά σήκω κι ακολούθα μας πριν μας πιάσουν και μας γδάρουν!»

«Και δε μου λέτε φωστήρες μου, πού ακριβώς θα με βάλετε;», ο Ντην αποφάσισε να συνεχίσει να παίζει το παιχνίδι των συμμαθητών του. Εξάλλου καθόταν άνετα στην πολυθρόνα του Άλαστερ και είχαν σταματήσει προς το παρόν να τον βρίζουν, να τον εξευτελίζουν και να τον πονάνε κάθε τρεις και λίγο. «Δε το κάψατε το σώμα μου;»

«Ο Σαμ δεν άφησε.», είπε ο Μπόμπι λυπημένα. «Ήθελε να εξαντλήσουμε κάθε πιθανότητα. Μα ευτυχώς όμως που επέμενε Ντην μου γιατί τώρα…»

«Δηλαδή δε μου κάνατε καν μεγαλοπρεπή κηδεία Κυνηγού;», ο Ντην διέκοψε κουνώντας το κεφάλι του με προσποιητή απογοήτευση. «Αλλά και πάλι ρε Σαμ! Αν θυμάμαι καλά, τελευταία είχα γίνει τροφή για διαολόσκυλα.»

Ο Σαμ κοίταξε ανήσυχα τον Μπόμπι και χαμήλωσε το βλέμμα του, «Ο Δρ. Μπέντον[2].», μουρμούρισε ένοχα.

«Τι πράγμα;», ο Ντην ανασηκώθηκε στη πολυθρόνα του μετανιώνοντας την απότομη κίνησή του. «Σαμ παλάβωσες τελείως;»

«Το μόνο που χρειαζόμασταν πλέον Ντην μου ήταν το σώμα σου.», ανέλαβε ο Μπόμπι. «Κι επειδή εγώ κι ο Σαμ όντως σε μαζέψαμε και σε βάλαμε στο φέρετρο με τις σέσουλες και σε πολλές δόσεις,», υπερέβαλε επίτηδες, «ο αδερφός σου είχε την ιδέα να ζητήσουμε τη βοήθεια του Δρ. Μπέντον.»

«Τον ξεθάψαμε, τον ηρεμίσαμε, πήγε να μας σκοτώσει», γέλασε αμήχανα ο Σαμ, «δοκίμασε, χωρίς επιτυχία, να μας ξεφύγει, όμως για να μη στα πολυλογώ, τον πείσαμε να μας βοηθήσει και γι' αντάλλαγμα ζήτησε μονάχα να τον αφήσουμε ελεύθερο και ήσυχο.»

«Εμπιστευτήκατε τον ψυχοπαθή γιατρό;»

«Ναι κι έκανε και πολύ καλή δουλειά μάλιστα.», διέκοψε ο Μπόμπι. «Με τη βοήθεια της φόρμουλάς του, σε συμμάζεψε, σε περιποιήθηκε κι εκτός από μερικές ουλές σ' έκανε ολοκαίνουριο. Το σώμα σου ήδη λειτουργεί, βρίσκεται σε σταθερή, με μηχανική υποστήριξη, κωματώδη κατάσταση και το προσέχει ο Ρούφους μέχρι να επιστρέψεις.»

«Και δηλαδή τι; Θα φύγουμε απ' αυτή την πύλη και…»

«Κι ενώ εμείς θα γυρνάμε μέσα από δύσβατη βλάστηση κι επικίνδυνα μονοπάτια, εσύ θα πετάξεις ως το Σιού Φόλς, θα μπεις στο σώμα σου και θα σε συναντήσουμε εκεί ξανά σε δύο με τρεις μέρες, ανάλογα με τον καιρό.», ο χαμογελαστός Σαμ του έσφιξε το χέρι και φάνηκε σαν να ήθελε να τον αγκαλιάσει, μα κρατήθηκε.

«Μα πώς με εντοπίσατε μέσα στο χάος της Κόλασης;»

«Υπάρχει και γι' αυτό εξήγηση και θα σ' τα εξηγήσουμε όλα πίσω, τώρα όμως πρέπει να βιαστούμε αγόρι μου, γιατί ο Ρούφους μας έδωσε μεν ένα ξόρκι κι ένα θυμίαμα για να μη μπορούν να μας καταλάβουν οι δαίμονες, μα δεν είναι για πολύ ώρα.»

«Πρέπει να φύγουμε Ντην! Έλα, θα σε βοηθήσω εγώ.», ο Σαμ έπιασε αποφασιστικά τον Ντην από τους ώμους και τον τράβηξε για να τον σηκώσει.

Το άγγιγμά του όμως ήταν απρόσμενο και αρκετά οδυνηρό για το ταλαιπωρημένο σώμα του αδερφού του, ο οποίος πήρε μια άτσαλη, βαθιά, συριστή αναπνοή και πνιγμένος άρχισε να βήχει, φτύνοντας αίμα, σφίγγοντας προστατευτικά τα σπασμένα του πλευρά, που τον σούβλιζαν από μέσα προς τα έξω.

«Νερό!», μπόρεσε να αρθρώσει στις παύσεις του βήχα. «Λίγο νερό!», έφτυσε ένα κοκκινωπό φλέμα και δάγκωσε τα ματωμένα του χείλια, προσπαθώντας να ξεπεράσει τους πόνους που τον τύφλωναν.

«Μπόμπι βγάλε το παγούρι απ' το σακίδιό σου.», ο Σαμ δε σταμάτησε στιγμή να προσπαθεί να στηρίζει τον Ντην για να μη πέσει από την πολυθρόνα. «Γαμώτο! Συγνώμη Ντην, δεν το 'θελα!», ξεβίδωσε το παγούρι και το πλησίασε στα χείλια του. «Έλα, πιες μικρές γουλιές.»

«Μη τολμήσεις και πιείς!», η βαθιά μπάσα φωνή του Άλντρεντ ακούστηκε στην πόρτα και ευθύς το πλαστικό παγούρι εκσφενδονίστηκε μαγικά από τα χέρια του Σαμ και έσκασε με δύναμη πάνω στον καθρεφτένιο τοίχο σπάνοντας στα δύο και ραγίζοντας τον καθρέφτη. «Δε σου αξίζει σταγόνα τιποτένιε!»


.


«Πρόλαβες να πιεις σκουλήκι;», η Μπλις έτρεξε κοντά του και αρπάζοντάς τον από τα μαλλιά, του άνοιξε με τη βία το στόμα για να ελέγξει, ζουλώντας τον με τα νύχια της στα μάγουλα, χώνοντας τα χοντρά δάχτυλά της ως το λαρύγγι του. «Θα σου βράσω τα σωθικά!», έκανε ένα βήμα πίσω και τον σημάδεψε με τη παλάμη της.

Ο Ντην άρχισε να σφαδάζει πνιχτά και να χτυπιέται πάνω στην δερμάτινη πολυθρόνα, ξύνοντας μανιωδώς το λαιμό του, έπειτα το στήθος του και τέλος το στομάχι του, προσπαθώντας μάταια να απομακρύνει το κάψιμο που του προκαλούσε η συνάδερφός του.

«Έλα κόφτο.», φώναξε χαμογελώντας βαριεστημένα ο Άλντρεντ. «Δε νομίζω πως πρόλαβε. Σταμάτα μη πεθάνει πάλι. Τον προτιμώ σ' αυτή την κατάσταση.», η Μπλις υπάκουσε με μισή καρδιά.

«Α, ώστε έτσι λοιπόν! Κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί ξαφνικά σταμάτησε να κελαηδά το αηδονάκι μας και για ποιό λόγο βρωμοκοπάει όλη η σχολή Βερβένα.», ένας μαυρομάλλης με μεγάλα, ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια και βαθιές ουλές στο δεξί του μάγουλο μπήκε στην αίθουσα και βγάζοντας ένα μαχαίρι πεταλούδα, πλησίασε τον ακίνητο από τη σαστιμάρα του Μπόμπι. «Τι έχουμε εδώ Ντηνούλη; Παρτάκι;», έσυρε τη λεπίδα του πάνω στο στήθος του Μπόμπι.

Ο Ντην έβηξε αδύναμα, ξεροκαταπίνοντας. «Εσύ θα μου πεις Στιβ.», η φωνή του ακουγόταν πλέον με το ζόρι.

«Ό,τι τι; Νομίζεις πως αυτό το κάνουμε εμείς;», γέλασε δυνατά δείχνοντας τον Σαμ και τον Μπόμπι με το μαχαίρι του.

Η κοκκινομάλλα Μπλις πήγε στον Σαμ και βάλθηκε να τον χαϊδεύει και να τον αγγίζει σαν να έλεγχε εμπόρευμα. «Α, δε θέλω τέτοια!», απείλησε όταν ο Σαμ τινάχτηκε μακριά από το άγγιγμά της. «Στα γόνατα!», διέταξε και εκείνος έπεσε χωρίς να το θέλει στα γόνατά του με ένα δυνατό γδούπο, κυριευμένος από την εντολή της. Τον άρπαξε από τα μαλλιά, τον τράβηξε προς τα πίσω κυρτώνοντας επίπονα την πλάτη του και σκύβοντας πολύ κοντά στον πρόσωπό του, τον μύρισε και έγλυψε τα χείλια του για να τον δοκιμάσει. «Αν νομίζεις πως αυτό είναι οφθαλμαπάτη αγορίνα μου, είσαι πολύ γελασμένος.», μούγκρισε λάγνα, φιλώντας τις καστανές μπούκλες που κρατούσε στη χούφτα της, συνεχίζοντας να τον μυρίζει σαν να μη χόρταινε την μυρωδιά του. «Μοσχοβολάει ζωή. Θα μπορούσα να τον φάω, εδώ και τώρα!», έσυρε τα κόκκινα χείλια της πάνω στο λαιμό του και τον δάγκωσε ελαφρά πάνω στην καρωτίδα.

«Άφησέ τον ήσυχο, σκρόφα!», απείλησε ο Μπόμπι, διατηρώντας όμως αναγκαστικά τη θέση του, καθώς ο Στιβ τον ακουμπούσε με τη λεπίδα του στο στήθος.

«Χαλάρωσε μπάρμπα!», σήκωσε αστραπιαία τη λεπίδα στο λαιμό του. «Ντροπή σου! Δε θέλω τέτοια λογάκια εδώ μέσα!»

«Μπλις, άφησέ τον.», είπε ήρεμα ο Άλντρεντ και εκείνη νευριασμένη, έσπρωξε τον Σαμ από τα μαλλιά που κρατούσε, πίσω στη θέση του. «Γουίντσεστερ, άνοιξε τα μάτια σου.», διέταξε στον ίδιο τόνο καθώς ο Ντην είχε κλείσει σφιχτά τα μάτια του αηδιασμένος. «Νομίζεις πώς αυτό είναι ένα απ' τα σενάριά μας, έτσι δεν είναι;»

Ο Ντην κούνησε αργά, θετικά το κεφάλι του.

«Δηλαδή νομίζεις πως αυτοί οι δύο είναι, χμμ, ξέρω 'γω, η Σούζαν κι ο Κουέντιν ας πούμε και πως προσπαθούμε όλοι μαζί να σε ξεγελάσουμε;», ο Άλντρεντ πλησίασε τον τοίχο με τα εργαλεία γυρίζοντας την πλάτη του στον Ντην. «Σου φαίνεται εξωφρενικά γελοίο το γεγονός πως ο Σαμ και ο Μπόμπι θα έβρισκαν μιαν ακόμη πύλη της Κόλασης και τρόπο να έρθουν να σε σώσουν;», έσιαξε μερικά εργαλεία που ήταν στραβά στις θήκες τους, χάιδεψε άλλα σέρνοντας το δάχτυλό του στις λεπίδες σαν να ήθελε να τεστάρει την αιχμηρότητά τους.

«Ειδικά σήμερα. Το τελευταίο μου εικοσιτετράωρο.», σχολίασε κουρασμένα ο Ντιν. «Είναι εξωφρενικά αστείος και βολικός ο συγχρονισμός, δεν νομίζεις;»

«Καλά κάνεις και δεν μας εμπιστεύεσαι, όμως να σε ρωτήσω κάτι. Υποθετικά πάντα, έτσι;», πήρε στα χέρια του ένα βαρύ, σκουριασμένο, αιματοβαμμένο σφυρί και έξυσε με το νύχι του λίγη από τη σκουριά. «Πώς θα σου φαινόταν αν σου έλεγα πως τα οράματα του Σαμ δεν ήταν καθόλου τυχαία και πως εσκεμμένα λάμβανε τα σήματά μας γι' αυτήν ακριβώς τη τοποθεσία.», άφησε το σφυρί και πήρε μια τανάλια. «Πως εμείς από εδώ του στήσαμε αυτή τη παγίδα για να έρθει στα χέρια μας από μόνος του ή παρέα με τον φίλο του τέλος πάντων. Και να το που τσίμπησε το ψαράκι μας.»

«Γ-για ποιό λόγο να κάνετε τόσο κόπο;», κόμπιασε ο Ντην. «Δε μπορεί να κάνατε όλα αυτά για να βάλω εγώ τη ριμάδα την υπογραφή μου. Μη με δουλεύεις, όλα είναι ένα καλοστημένο σενάριο. Ανεβάζω όμως την τελική βαθμολογία από δύο σε τέσσερα!», άρχισε να αγχώνεται.

Ο Άλντρεντ ανοιγόκλεισε την τανάλια μερικές φορές δοκιμάζοντάς την. «Είναι πασίγνωστο πως η Κόλαση θέλει τον αδερφό σου Ντην. Ακόμα δεν έχω καταλάβει το γιατί, όμως έτσι είναι.», την πέταξε αδιάφορα πάνω στον πάγκο. «Ήδη έχω κατά νου τουλάχιστον τρεις εξέχουσες προσωπικότητες που σίγουρα θα ενδιαφέρονται για το "εμπόρευμα", αλλά είμαι επίσης σίγουρος πως ο κύριος Καθηγητής θα είναι από τους πρώτους που θα θέλει να τον κρατήσει για τον εαυτό του.»

Ο Ντην ξεροκατάπιε με δυσκολία στο άκουσμα του διευθυντή της σχολής και στη σκέψη του Σάμι του στα μιαρά νύχια του. «Και δηλαδή τι; Μετά από τόσο κόπο και σχεδιασμό που κάνατε για να τους φέρετε εδώ, θα τους αφήσετε απλά ελεύθερους αν εγώ υπογράψω το συμβόλαιο Μετανοίας;»

«Προς το παρόν δε με ενδιαφέρει τίποτε άλλο "κύριε υποδιευθυντή" παρά μονάχα το όνομα και η τιμή της σχολής μας αλλά και το όνομα του Άλαστερ. Δε θα σε αφήσω να τα κηλιδώσεις και να τα χαλάσεις όλα επειδή εσύ τρελάθηκες. Αν συμφωνήσουμε, θα τους αφήσω αλλά θα έχω καταφέρει να κερδίσω εσένα.», χαμογέλασε σαρδόνια.

«Παρατραβηγμένο μου φαίνεται το σενάριό σου Άλντρεντ, οριακά γελοίο και δεν με πείθεις.»

«Είσαι σίγουρος γι' αυτό μικρέ;», πλησίασε τελικά τον Σαμ κρατώντας ένα μεγάλο, ξύλινο ρόπαλο του μπέιζμπολ ενώ η Μπλις χασκογελώντας σαν ύαινα σε οίστρο, απομακρύνθηκε σε ασφαλή απόσταση.

Ο Ντην ξεφύσησε παλεύοντας να σκεφτεί. Ο άντρας που υποτίθεται πως ήταν ο αδερφός του, φαινόταν αληθινά τρομοκρατημένος. Κάθιδρος, ανέπνεε γρήγορα και κοφτά, σφίγγοντας το σαγόνι του ανήσυχα και αντάλλαζε συνεχώς ματιές με τον Μπόμπι σαν να προσπαθούσε να επικοινωνήσει μαζί του, σαν να του ζητούσε νοητά εφησυχασμό και κουράγιο.

«Λέγε!», βρυχήθηκε ο Άλντρεντ, πιάνοντας με τα δυο χέρια σφιχτά το ρόπαλο, παίρνοντας θέση.

«Αυτός δ-δεν είναι ο αδερφός μου.», ψέλλισε ο Ντην με αβέβαιη φωνή.

«Ντην όχι!», ο Μπόμπι προσπάθησε για πρώτη φορά να κινηθεί προς τη μεριά του Σαμ, όμως ο Στιβ του έμπηξε το μαχαίρι λίγα χιλιοστά στο λαιμό κάνοντάς τον να παγώσει και πάλι. «Μην τον πειράξετε, σας παρακαλώ!», πρόλαβε να πει πριν ο Άλντρεντ κατεβάσει το ρόπαλο πάνω στο αριστερό μπράτσο του Σαμ με όλη του τη δύναμη. «Πάρτε εμένα!»

«Δηλαδή δε θα σε νοιάξει καθόλου αν συνεχίσω να τον βαράω;», τον χτύπησε ξανά, δυο φορές στο ίδιο σημείο. «Ό,τι πεις μικρέ.», ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του όταν ο Ντην δεν είχε καμία αντίδραση.

Ο Σαμ γονατισμένος και ανήμπορος να κουνηθεί, παγιδευμένος από την επιρροή της Μπλις, έσφιξε το κορμί του και τις γροθιές του και δέχτηκε τελείως σιωπηλά και καρτερικά τα επόμενα έξι ανελέητα χτυπήματα, όλα στο αριστερό μπράτσο, βραχίονα, καρπό και αγκώνα.

«Ντην άνοιξε τα μάτια σου μη σου ξεριζώσω τα βλέφαρα!», απείλησε ο Στιβ, παρατηρώντας πως ο Ντην για μια ακόμη φορά είχε επιλέξει να αποστρέψει το βλέμμα του.

Ο Άλντρεντ ούρλιαξε με ενθουσιασμό, «Δε το πιστεύω! Το 'χα ξεχάσει πως άλλη αίσθηση έχουν τα χτυπήματα σ' αληθινό, ζωντανό σώμα!», σημάδεψε τώρα την αριστερή ωμοπλάτη του Σαμ και πέτυχε τον στόχο του με μαεστρία. «Δεν αναπηδάει και τόσο το ρόπαλο κατά την πρόσκρουση.», χτύπησε το ίδιο ακριβώς σημείο με περισσότερη δύναμη για να τεστάρει τη θεωρία του και ο Σαμ μην αντέχοντας άλλο, ξεκίνησε να βογκάει μακρόσυρτα με σφιγμένα δόντια, νιώθοντας την ωμοπλάτη του να καίει και το αριστερό του χέρι να παραλύει. «Έτσι Σάμι! Σκούξε να σ' ακούσουμε λιγουλάκι! Παιδιά! Ακόμα μία και θα σπάσει!», γέλασε ο Άλντρεντ τρισευτυχισμένος και φτύνοντας τις παλάμες του, έπιασε σφιχτά το ρόπαλο και ετοιμάστηκε να ρίξει κι άλλο ένα χτύπημα στο ίδιο σημείο.

«Σταμάτα!», φώναξε ο Ντην με όλη του τη δύναμη, αποτρέποντας το τελευταίο χτύπημα. «Φτάνει!»

«Γιατί Ντην; Τι σε νοιάζει; Αφού δεν είναι ο Σαμ.», ο Άλντρεντ σήκωσε και πάλι το ρόπαλο. «Άσε με να ρίξω μια τελευταία! Άσε με να ακούσω επιτέλους μετά από τόσους αιώνες, έναν αληθινό άνθρωπο να ουρλιάζει!», ο τόνος του ήταν ασυγκράτητος, σχεδόν παρακλητικός.

«Όχι μη!», επέμεινε ο Ντην. Ο συνάδερφός του μπορεί να είχε καταφέρει κοντά στα δέκα χτυπήματα στον Σαμ αλλά κανένα δεν τραυμάτισε ζωτικής σημασίας σημείο. Ο Άλντρεντ που γνώριζε, θα είχε ξοδέψει τα μισά από αυτά τα χτυπήματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι του θύματος, προκαλώντας του επώδυνα κατάγματα και βασανιστικές παραμορφώσεις, όμως τώρα ο Ντην άρχισε να αναρωτιέται και να φοβάται για τις τελείως ασυνήθιστες επιλογές του συναδέρφου του. «Άλντρεντ σταμάτα!»

«Έλα φτάνει Αλ.», παρενέβη άμεσα και η Μπλις βλέποντας τον Άλντρεντ να τρέμει από τη σύγχυσή του. Επίτηδες, σταμάτησε να συγκρατεί τον Σαμ στα γόνατά του και εκείνος έπεσε άμεσα στο πάτωμα, ανήμπορος να σταθεί από μόνος του όρθιος, αγκαλιάζοντας προστατευτικά το αριστερό του χέρι, βογκώντας αποκαμωμένα σε κάθε εκπνοή.

«Συμμαζέψου, μη του κάνεις τίποτα σοβαρό γιατί με αυτούς τους δύο έχουμε μόνο μια ευκαιρία. Μη ξεχνάς είναι αληθινοί και όχι "καμβάδες". Αν το παρακάνουμε θα τους χάσουμε για πάντα και τζάμπα όλος ο κόπος.», πρόσθεσε και ο Στιβ.

«Εντάξει, σκάστε!», γρύλισε ο Άλντρεντ βαθιά απογοητευμένος από την αποτροπή της κορύφωσής του. «Δηλαδή Ντην, θες να μας πεις τώρα πως άλλαξες γνώμη και πλέον πιστεύεις πως αυτός είναι ο Σαμ, ο αδερφός σου;», έδειξε τον κουβαριασμένο άντρα στο πάτωμα. «Και πως εκείνος είναι πράγματι ο πολυαγαπημένος σου Μπόμπι;»

«Μάλιστα κύριε.», αποκρίθηκε υποτακτικά ο Ντην χωρίς κανένα ενδοιασμό στο λόγο του.

«Όπα! Άκουσα καλά; Μπράβο ρε Άλντρεντ! Τα κατάφερες!», αναφώνησε έκπληκτος ο Στιβ, αγκαλιάζοντας και φιλώντας τον Μπόμπι στο μάγουλο από τη χαρά του, ανακατεύοντας περιπαικτικά το μούσι του σαν να ήταν σκύλος. «Δεν ξέρεις πόσο κόπο έχει κάνει ο Αλ τον τελευταίο μήνα, για να ακούσει από τα χειλάκια του πρώην υποδιευθυντή της σχολής μας τέτοια απάντηση.», του ψιθύρισε στο αυτί.

Ο Άλντρεντ κόρδωσε το ανάστημά του σαν να είχε δεχτεί το καλύτερο κομπλιμέντο, έκλεισε με νόημα το μάτι στον Στιβ και περπατώντας περήφανα ακουμπώντας το ρόπαλο θριαμβευτικά στον δεξί του ώμο, πλησίασε τον Ντην που καθόταν αποκαμωμένος στην δερμάτινη πολυθρόνα. «Και θέλεις να σταματήσω να τους κάνω κακό, έτσι δεν είναι Ντηνούλη μου; Δε θέλεις να τους βλέπεις να υποφέρουν;»

«Όχι δε θέλω, κύριε.»

«Παρακάλα με!», του πέταξε προκλητικά, σκύβοντας μπροστά του, ακουμπώντας με τα δυο του χέρια πάνω στο ρόπαλο του μπέιζμπολ σαν να ήταν μπαστούνι. «Παρακάλα με, αλλιώς θα πάω να του σπάσω και τα δύο τα κουλά.»

Ο Ντην ανακάθισε αμήχανα στην πολυθρόνα του και κοίταξε τον Άλντρεντ σχεδόν απειλητικά. «Σας παρακαλώ κύριε.», τα λόγια του έβγαιναν με δυσκολία αλλά ήταν στην επιθυμητή ένταση, χωρίς ίχνος χλευασμού. «Σας ικετεύω, μη τους κάνετε άλλο κακό. Θα κάνω ό,τι επιθυμείτε κύριε.»

«Βρε, τι ευγενικό και υπάκουο είναι σήμερα το καλό μου το αγόρι!», χαμογέλασε ικανοποιημένος και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού του σαν να ήθελε να τον επιβραβεύσει για τη συμπεριφορά του, μα μόλις τα δάχτυλά του έφτασαν στις ρίζες του, έσφιξε τη χούφτα του τραβώντας τον βίαια. «Δηλαδή το παραδέχεσαι πως "έσπασες" μικρέ; Είσαι έτοιμος να υπογράψεις επιτέλους το συμβόλαιο;», τον ταρακούνησε δυνατά.

«Μάλιστα κύριε.», επανέλαβε ο Ντην ηττημένα, χαμηλώνοντας το βλέμμα του. «Θα σας ήμουν υπόχρεος.»


.


Μόλις ο Στιβ έφυγε από το δωμάτιο για να φέρει το συμβόλαιο Μετανοίας, ο Μπόμπι έτρεξε κοντά στον Σαμ ενώ ο Ντην, με πολύ κόπο, κατάφερε να σηκωθεί από την πολυθρόνα του και κουτσαίνοντας και τρεκλίζοντας επικίνδυνα, τους πλησίασε και αυτός.

Η Μπλις και ο Άλντρεντ τους άφησαν να κινηθούν ελεύθερα στο χώρο, συζητώντας μεταξύ τους χαμηλόφωνα, έχοντάς τους όμως στην περιφερική τους όραση για παν ενδεχόμενο.

«Σαμ αγόρι μου πώς το αισθάνεσαι;», ο Μπόμπι έβγαλε τη ζώνη του και τη ζώνη του Σαμ, τις σύνδεσε και με αυτές έδεσε το τραυματισμένο χέρι που ο Σαμ κρατούσε διπλωμένο από τον αγκώνα σαν να ήταν παράλυτο, σφίγγοντάς το και σταθεροποιώντας το πάνω στο στήθος του. «Σου το 'σπασε το κάθαρμα;»

Ο Σαμ πήρε μια κοφτή αναπνοή στο σφίξιμο της ζώνης, πασχίζοντας να συγκρατηθεί. «Δε νομίζω. Μου το ξέρανε τελείως, αλλά δεν νομίζω πως έσπασε κάτι.», δάγκωσε τα χείλια του.

«Ντην τι στα κομμάτια;», φώναξε ψιθυριστά ο Μπόμπι. «Έπρεπε να το περάσει αυτό ο Σαμ για ν' αποδεχτείς πως είμαστε αληθινοί;», ήταν έτοιμος να τον αρπάξει και να αρχίσει να τον ταρακουνάει, όμως γρήγορα παρατήρησε πως ο θετός ανιψιός του στεκόταν πλέον με το ζόρι όρθιος και κρατώντας προστατευτικά τα πλευρά του, έτρεμε σύγκορμος. «Παλικάρι μου!», του ξέφυγε τελείως ασυναίσθητα. «Εσύ τρέμεις σαν το φύλλο!», χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε το μπλε, καρό πουκάμισό του μένοντας με το σκούρο μπλε, κοντομάνικο μπλουζάκι του και το πέρασε με περισσή προσοχή πάνω από τους σκελετωμένους ώμους του Ντην, τυλίγοντάς τον στοργικά. «Αν είχα κι άλλους Γουίντσεστερς να περιποιηθώ, είναι μαθηματικά σίγουρο πως θα 'μενα μόνο με το σώβρακο.», προσπάθησε να αστειευτεί μα κανένας τους, ούτε καν ο ίδιος, δε χαμογέλασε.

Ο Ντην βόγκηξε συριστικά όταν το σκληρό ύφασμα, άγγιξε τις πολλαπλές, βαθιές βουρδουλιές των ώμων και της πλάτης του. «Συγνώμη Σάμι.», παραδέχτηκε μετανοιωμένος.

«Δ-δηλαδή πλέον μας πιστεύεις;», ο Σαμ χάιδεψε το μπανταρισμένο του χέρι.

«Όχι.», αναστέναξε ο Ντην. «Δεν μπορώ να πιστέψω πως απ' όλες τις καταραμένες μου μέρες σ' αυτό το σκατένιο μέρος εδώ και σαράντα ολόκληρα χρόνια, η σημερινή είναι αυτή που μπορέσατε να έρθετε για να με σώσετε. Όμως, δυστυχώς για μένα, η ιστορία σας μου φαίνεται πιστευτή και συμπίπτει πανέμορφα με την ιστορία του Άλντρεντ και την καλοστημένη παγίδα του. Δε μπορώ να πιστέψω πως είστε αληθινοί, όμως δε μπορώ και να ρισκάρω το αντίθετο. Δε θέλω να το ρισκάρω.»

«Αδερφέ μου, τι σου 'χουν κάνει εδώ μέσα;», η φωνή του Σαμ έσπασε και τα καστανοπράσινα μάτια του θόλωσαν.

Ο Ντην γέλασε κοφτά και λυπημένα, κλείνοντας πάλι σφιχτά τα βλέφαρά του για να σταματήσει να επηρεάζεται συναισθηματικά από τα βουρκωμένα μάτια του αδερφού του και ανατριχιάζοντας σύγκορμος, κούρνιασε μέσα στο πουκάμισο του Μπόμπι.

«Και τώρα τι θα γίνει;», ρώτησε ο Μπόμπι. «Υπάρχει πιθανότητα να γλιτώσουμε απ' αυτόν τον εφιάλτη που μπλέξαμε;»

«Οι επιλογές μου είναι ακριβώς δύο.», ο Ντην έριξε μια κλεφτή ματιά στους δύο συναδέρφους του που συζητούσαν. «Ή συνεχίζω να αρνούμαι να υπογράψω το ρημάδι το συμβόλαιο Μετανοίας που θέλουν να υπογράψω, οπότε τα μεσάνυχτα με πάνε για εκτέλεση κι εσάς για να σας κάνουν τα καινούρια και σπάνια, πιο διάσημα και ποθητά ζωντανά σκλαβάκια της Κόλασης, ή θα πουληθώ, γι' ακόμα μια φορά, υπογράφοντας το συμβόλαιο, προσθέτοντας, αισίως, τους σωστούς όρους για να γλιτώσετε και γίνομαι εγώ το τελευταίο δουλάκι κάποιου αρχιδαίμονα για μιαν αιωνιότητα.»

«Τι σόι σαματά μπορεί να έχεις κάνει εδώ μέσα και τι σόι έγκλημα που η χειρότερη τιμωρία της Κόλασης είναι η εκτέλεση;», αντέδρασε ο Μπόμπι με έκπληξη.

«Όταν δεν υπακούς διαρκώς, παραβαίνεις όλους τους κανόνες κι όταν όλα αυτά,», έδειξε με μια κίνηση τα τραύματά του και με μία δεύτερη τα εργαλεία βασανιστηρίων στον τοίχο, «παύουν να 'ναι αποτελεσματικά για να βγάλεις τον αιώνιο σκασμό και μαύρα ματάκια, τότε μέχρι και η Κόλαση παύει να ασχολείται μαζί σου και σε, εχμ, παύει, υποθέτω.»

«Υπάρχει και τρίτη λύση!», ψιθύρισε ο Σαμ. «Μπορούμε να το σκάσουμε Ντην! Η πύλη είναι ανοιχτή, θα βρούμε την κατάλληλη στιγμή και θα φύγουμε. Όλοι μαζί!»

«Αυτό ξέχνα το!», απαίτησε ο Ντην. «Δε θα ρισκάρουμε τις ζωές σας για ένα χαμένο σχέδιο. Την είχατε την ευκαιρία σας, όμως πάει, καταστράφηκε. Τώρα θα το πάμε "νομικά" το θέμα και να παρακαλάτε να μας βγει.»

«Μήπως αν…», ξεκίνησε ο Μπόμπι, όμως ο Ντην τον διέκοψε στη στιγμή.

«Αν και εφόσον τα καταφέρω και σας αφήσουν ενιαίους, θέλω να μου υποσχεθείτε από τώρα τρία πράγματα.»

Ο Σαμ άρχισε να κουνάει συνεχώς αρνητικά το κεφάλι του μαντεύοντας το τι θα ζητούσε ο αδερφός του.

«Θα με ξεχάσετε για πάντα και θα σταματήσετε να προσπαθείτε να με σώσετε, θα κάνετε επιτέλους κανονική κηδεία Κυνηγού στο σώμα μου και θα πάτε να βρείτε και θα ξαναθάψετε τον σχιζοφρενή γιατρό που αφήσατε ελεύθερο.»

«Όχι Ντην.», τα μάτια του Σαμ άρχισαν και πάλι να γυαλίζουν.

«Υποσχεθείτε!», επέμενε ο Ντην. «Μπόμπι ξεκίνα, αλλιώς…», κόμπιασε για μια στιγμή δαγκώνοντας τα σχισμένα χείλη του, «αλλιώς δεν υπογράφω το συμβόλαιο.», κοίταξε σχεδόν απειλητικά, κατάματα τον Σαμ.

«Συγνώμη αγόρι μου.», μουρμούρισε ο Μπόμπι χαμηλώνοντας το βλέμμα του. «Συγνώμη που δε τα καταφέραμε. Σ' το υπόσχομαι.», του έπιασε και του έσφιξε το χέρι.

«Σ' ευχαριστώ Μπόμπι. Σαμ, σειρά σου!», ο Ντην πρότεινε το χέρι του στη μεριά του αδερφού του. «Σάμι δώσε μου το χέρι σου και πες το!», το ξαναπρότεινε, ενώ εκείνος συνέχιζε να αρνείται κουνώντας το κεφάλι του, απελευθερώνοντας μια πλημμύρα δάκρυα από τα μάτια του.

Η πόρτα του γραφείου άνοιξε για μια ακόμα φορά και μέσα μπήκε ο Στιβ χαμογελώντας πλατιά. «Ήρθε και το συμβόλαιο! Μιας και το αποφάσισες από μόνος σου Ντηνούλη, για να σε επιβραβεύσουμε χρησιμοποιήσαμε την καλύτερη γραφική ύλη σε ολόκληρη την Κόλαση!»

Κράτησε την πόρτα ανοιχτή για να περάσει μια εβδομηντάρα, με ολόλευκά μαλλιά πιασμένα σε ψηλό, σφιχτό κότσο, λιπαρή, χλωμή επιδερμίδα, φαρδιά πουκαμίσα με κίτρινα λαχούρια, λευκή maxi φούστα και ορθοπεδικά παπούτσια φαρμακείου. Έμοιαζε με καλοσυνάτη επίτροπο ενορίας, όμως στα χέρια της κρατούσε ένα μαύρο λουρί και έσερνε σαν να ήταν αρκουδιάρης, έναν ολόγυμνο, μικρόσωμο, νεαρό άντρα γύρω στα είκοσι, δεμένο με δερμάτινο, σφιχτό κολάρο από το λαιμό.

Το πρόσωπο και το αποστεωμένο κορμί του νεαρού ήταν βρώμικα από σκόνη και ξερό αίμα και σε ολόκληρη την έκταση της πλάτης και του στήθους, εκτός από τους πολλαπλούς μώλωπες και τις εκδορές, είχε άσχημα βαθιά καψίματα. Περπατούσε με δυσκολία, σκυφτός, με νευρικές, τρομαγμένες κινήσεις σαν άσχημο πιθηκοειδές, μουγκρίζοντας συνεχώς φοβισμένα σε διάφορους τόνους. Το στόμα του ήταν επώδυνα φιμωμένο με σιδερένιο φίμωτρο και οι καρποί του ήταν δεμένοι στο κολάρο που φορούσε, έτσι ώστε να μη μπορεί να κατεβάσει τα χέρια του κάτω από το ύψος των ώμων του.

«Κακόμοιρε Σπένσερ.», μονολόγησε ο Ντην αθόρυβα και η καρδιά του βούλιαξε στο θέαμα που αντίκρισε. Τα γόνατά του λύγισαν από την αδυναμία και αν δεν ήταν ο Μπόμπι δίπλα του να τον συγκρατήσει, θα σωριαζόταν φαρδύς πλατύς στο πάτωμα.

«Κουράγιο μικρέ. Έλα, ακούμπα πάνω μου.», του είπε σιγανά και ο Ντην πέρασε το χέρι του πάνω από τους ώμους του Μπόμπι και στηρίχτηκε.

«Να 'μαστε κι εμείς.», τραγούδησε πρόσχαρα η καινούρια γυναίκα, τραβολογώντας από το λουρί με το ζόρι μέσα στο δωμάτιο τον νεαρό. «Δεν αργήσαμε έτσι;», τον κλώτσησε προς τα μπροστά με δύναμη για να μπορέσει να κλείσει την πόρτα. «Έπρεπε να κάνω μερικές διορθώσεις στο κείμενο κι ο Σπένσερ από 'δώ δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμος.», τον έσυρε τραβώντας τον απότομα ως το μεγάλο, εβένινο γραφείο και αφού έσπρωξε με προσοχή και σεβασμό τα λιγοστά αντικείμενα σε μιαν άκρη, τον έπιασε από το κολάρο. «Πάνω!», διέταξε μονολεκτικά και εκείνος υπάκουσε άμεσα και στάθηκε όρθιος σαν κανονικός άνθρωπος. «Ξάπλωσε. Ανάσκελα.», χτύπησε με τη παλάμη της το γραφείο και ο Σπένσερ κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει και ξάπλωσε, ο μισός πάνω στο γραφείο και ο υπόλοιπος να κρέμεται άχαρα από την άκρη του. «Μείνε. Και βγάλε το σκασμό.», είπε η γυναίκα και άφησε το λουρί που κρατούσε δίπλα στον τρομοκρατημένο νεαρό.

«Μπράβο Κάρεν, εξαιρετική δουλειά.», ο Άλντρεντ έσκυψε πάνω στον ξαπλωμένο άντρα και έλεγξε προσεκτικά το κορμί του. «Για έλα εδώ Ντην να δεις το συμβόλαιό σου πριν το υπογράψεις.»

Ο Σπένσερ μούγκρισε νευρικά, σμίγοντας απειλητικά τα φρύδια μόλις αντίκρισε τον Ντην και τον Μπόμπι που τον στήριζε ακόμη. Αναπνέοντας κοφτά έκανε γενναίες προσπάθειες να μιλήσει, μα με το φίμωτρο μέσα στο στόμα του δεν γινόταν κατανοητός. Φαινόταν απεγνωσμένος και ενώ από τα μάτια του έτρεχαν δάκρυα, οι υπόλοιπες μικροεκφράσεις του σώματος και του προσώπου του έδειχναν πως ήταν έξω φρενών.

«Λυπάμαι μικρέ.», του ψιθύρισε ο Ντην, μα για απάντηση ο Σπένσερ που δε μπορούσε να εκφραστεί αλλιώς και δε τολμούσε να κουνηθεί από εκεί που τον διέταξαν να μείνει, του έκανε άσεμνες χειρονομίες και με τα δύο χέρια που ήταν δεμένα στο κολάρο του λαιμού του.

Οι τρεις συμμαθητές του Ντην γέλασαν κοροϊδευτικά, μα η Κάρεν δεν ανέχτηκε την απρεπή συμπεριφορά του νεαρού. «Τα συμβόλαια δεν κάνουν κωλοδάχτυλα!», ούρλιαξε ρίχνοντάς του τρεις απανωτές γροθιές κατευθείαν πάνω στη μύτη, στραβώνοντάς την τελείως, πνίγοντάς τον στο αίμα. «Μικρέ υπόγραψέ τον να τελειώνουμε, γιατί άρχισα να βαριέμαι ν' ασχολούμαι συνεχώς μ' εσάς τους δύο.», άρπαξε το Ντην από τον άσχημα πληγιασμένο του καρπό και του έδωσε ένα νυστέρι που έβγαλε από τη τσέπη της φούστας της. «Τα αρχικά σου εδώ πάνω από τη σπλήνα του,», του έδειξε το μέρος, «ημερομηνία εδώ», έδειξε τώρα ένα κενό κομμάτι σχεδόν πάνω από το σημείο όπου βρίσκεται η σκωληκοειδίτιδα, «και η υπογραφή σου θα μπει στο αριστερό του κωλομέρι. Τέλος ο κύριος Καθηγητής θα υπογράψει στο δεξί και μετά θα τον γδάρουμε για να το επικυρώσουμε. Άιντε να τελειώνουμε μ' αυτόν τον γραφειοκρατικό εφιάλτη. Έχω κι άλλες δουλειές.»

«Είναι όλοι οι όροι μέσα;», ρώτησε ο Ντην παρατηρώντας το κορμί του Σπένσερ.

«Διάβασε πρώτα το μπροστά παιδάκι μου, να σ' τον γυρίσω ανάποδα να διαβάσεις και το πίσω.», ρουθούνισε νευρικά η Κάρεν.

«Μα…», κόμπιασε ο Μπόμπι προσπαθώντας να διαβάσει και αυτός το συμβόλαιο. «Μα, είναι στ' αραμαϊκά! Ντην μπορείς να το διαβάσεις;»

Ο Ντην γέλασε κουρασμένα και σαρκαστικά. «Φυσικά και όχι.»

«Τι σόι πονηριά είναι αυτή; Πώς θα υπογράψει κάτι που δε καταλαβαίνει;»

«Τι;», χαμογέλασε η Κάρεν με ευχαρίστηση. «Δε ξέρεις μικρέ να διαβάζεις αραμαϊκά; Πώς στα κομμάτια έγινες υποδιευθυντής;», έβγαλε τα γυαλιά της από την τσέπη του πουκαμίσου της και τα προσάρμοσε στην άκρη της μύτης της. «Μη στεναχωριέσαι πουλάκι μου θα σου πω εγώ τι γράφει.», καθάρισε το λαιμό της βήχοντας μαλακά. «Λοιπόν. Σε μέσες άκρες λέει, πως χάνεις το αξίωμα του υποδιευθυντή και αποβάλλεσαι δια παντός από τη σχολή, χωρίς κανένα δικαίωμα επιστροφής. Ω, τι κρίμα! γιατί ήσουν ο πιο νοστιμούλης υποδιευθυντής. Α! να πώς έγινες υποδιευθυντής!», χασκογέλασε. Ο τόνος της ήταν ολοφάνερα επίτηδες γρήγορος και μουρμουριστός και ο Ντην με δυσκολία μπορούσε να παρακολουθήσει αυτά που του έλεγε. «Λέει πως πλέον θα είσαι αιωνίως και αμετακλήτως στάσιμος στην τελευταία βαθμίδα της Κόλασης, πως από αύριο στις δώδεκα και ένα λεπτό θα βγεις στην Κεντρική Δημοπρασία, προς πώληση,», άρπαξε τον Σπένσερ από το κολάρο και τον τράβηξε για να τον γυρίσει μπρούμυτα, «μπλα, μπλα, μπλα, να και κάτι θετικό, αποφεύγεις την εκτέλεση, μπλα, μπλα, μπλα, α! να και το καινούργιο κομμάτι.», έδειξε με το δάχτυλό της ένα σημείο και στερέωσε καλύτερα τα γυαλιά της. «Κατόπιν υπογραφής του συμφωνητικού από τον κατηγορούμενο οι, Σάμιουελ Γουίντσεστερ του Τζον και Ρόμπερτ Στίβεν Σίνγκερ του Έντουαρντ, θα συνοδευτούν ως την 20η βόρεια πύλη, όπου και θα αφεθούν ελεύθεροι, σώοι και αβλαβείς με την εγγύηση καμίας επιθετικής πράξης στο άτομό τους.», έβγαλε τα γυαλιά της και κοίταξε το απεγνωσμένο πρόσωπο του Ντην. «Απορίες πουλάκι μου;»

Ο Ντην αναστέναξε. «Θα 'θελα να προσθέσουμε μερικές λέξεις στο συμφωνητικό.», ξεροκατάπιε, όταν η Κάρεν γούρλωσε με έκπληξη και οργή τα μάτια της σαν να της είχε βρίσει τη μάνα. «Εκεί που λέει "θα συνοδευτούν ως την 20η βόρεια πύλη" θα ήθελα να προσθέσουμε "θα συνοδευτούν ως και εκτός της 20ης βόρειας πύλης". Γίνεται;»

Η Κάρεν πλατάγιασε τη γλώσσα της στα δόντια της και έκανε έναν μορφασμό βαρεμάρας, κλασσικού, βετεράνου, δημοσίου υπαλλήλου.

«Θα γίνει!», πετάχτηκε ο Άλντρεντ. «Μόνο για χάρη σου και χάρη σε όλες τις καλές στιγμές που περάσαμε μαζί. Κάρεν κάντο.»

«Καλά, καλά…», η Κάρεν πέρασε το αριστερό της χέρι πάνω στη πλάτη του Σπένσερ, σβήνοντας μερικές από τις άσχημες ουλές και έπειτα περνώντας το δεξί, ξεκίνησε να καίει καινούργιες στο φρεσκογιατρεμένο δέρμα. «Σπένσερ μην διανοηθείς να κουνηθείς ούτε χιλιοστό, γιατί θα αρχίσω πάλι από την αρχή!»

Ο ταλαίπωρος νέος άρχισε να ουρλιάζει μπουκωμένος, ενώ η πλάτη του που καιγόταν άρχισε να βγάζει καπνούς και να γεμίζει με καμένη μυρωδιά σάρκας τον χώρο. Τον άρπαξε από το κολάρο και τον γύρισε ανάσκελα. «Γενηθήτω το θέλημά σου Ντην Γουίντσεστερ! Έλα τώρα, βάλε εδώ τα αρχικά σου.», του έδειξε ξανά το σημείο.

Ο Ντην δίστασε για λίγο σαν να πάλευε με τις σκέψεις του. Γύρισε να δει τον αδερφό του και εκείνος μόλις αντάμωσε το βλέμμα του, άρχισε να κουνά αρνητικά το κεφάλι του. «Μη το κάνεις! Μπορούμε ακόμη να φύγουμε.», του φώναξε.

«Στο κεφάλι δε σε χτύπησε κανείς ακόμα, βλαμμένο!», γέλασε η Μπλις. «Δεν εξηγείται αλλιώς, μάλλον την βλακεία την έχεις ήδη μέσα σου. Βγάλε το σκασμό τώρα μην έρθω εκεί!»

«Ντην μη το κάνεις για χάρη μας!», επέμενε ο Σαμ παρακλητικά. «Δε θα μπορέσω να συνεχίσω μ' αυτή την ευθύνη!»

Ο Ντην έδωσε το νυστέρι στην Κάρεν. «Ένα λεπτό μονάχα.», τη διέκοψε όταν εκείνη πήγε να γκρινιάξει και ο Άλντρεντ κατέβασε το μπαστούνι από τον ώμο του. «Θέλω να τον αποχαιρετίσω μια τελευταία φορά πριν τον χάσω για πάντα.», έφυγε κουτσαίνοντας προς το μέρος του Σαμ, χωρίς τη βοήθεια του Μπόμπι και χωρίς να περιμένει την άδεια τους.

Ο Σαμ σηκώθηκε όρθιος. «Ντην…»

«Μη πεις τίποτα.», τον απέτρεψε ο Ντην. «Δε μου υποσχέθηκες αυτό που σου ζήτησα. Δεν θα υπογράψω αν δεν σ' ακούσω να το λες.»

«Δε μπορώ!», έσπασε η φωνή του.

«Σαμ μη μου το κάνεις δύσκολο, σε παρακαλώ.», ο Ντην κατάκοπος, έκλεισε για μία ακόμη φορά τα μάτια του. «Πες το να σε αγκαλιάσω και να φύγετε απ' αυτό το καταραμένο μέρος.»

«Ντην!», ο Σαμ προσπάθησε να τον τραβήξει στην άκρη αρπάζοντάς τον από το πουκάμισο που του είχε φορέσει ο Μπόμπι, μα τραβώντας το, επειδή δεν ήταν κουμπωμένο πάνω στο σώμα του, του έμεινε στα χέρια, «Φυλάξου!», πρόλαβε να προειδοποιήσει προτού ο Ντην δεχτεί μια δυνατή σπρωξιά, που τον έκανε να παραπατήσει και να σκάσει άτσαλα πάνω στον καθρεφτένιο τοίχο, περίπου στο ίδιο σημείο, όπου ο Άλντρεντ τον είχε ραγίσει με το παγούρι νωρίτερα.

Ακολουθώντας την πορεία του Ντην προς τον καθρέφτη ο Σπένσερ, χίμηξε με μανία πάνω του και τον γράπωσε από το λαιμό σφίγγοντάς τον δυνατά.

«Τα συμβόλαια δεν επιτίθενται!», τσίριξε η Κάρεν.

«Αφήστε τον Σπένσερ και πιάστε τον Σαμ!», γέλασε ο Άλντρεντ, σταματώντας τον Στιβ και τη Μπλις που πήγαν να τους χωρίσουν, στέλνοντάς τους στον Σαμ που δοκίμασε να βοηθήσει τον αδερφό του. «Ο μικρός θέλει να πάρει την εκδίκησή του για τα έξτρα που τράβηξε χάρη στον Ντην.», βολεύτηκε καλύτερα σαν να ήθελε να απολαύσει το θέαμα. «Όρμα του Σπένσερ! Μην τον λυπάσαι!», τον ενθάρρυνε.

Ο Σπένσερ, κόλλησε το σώμα του πάνω στον Ντην για να τον φτάνει καλύτερα με τα δεμένα του χέρια και κρατώντας τον συνεχώς από το λαιμό, ξεκίνησε να του ρίχνει γονατιές πάνω στο στομάχι και τα πλευρά.

Ο Ντην από την άλλη, αφού ξεπέρασε το πρωταρχικό σοκ της επίθεσης, μόλις συνειδητοποίησε τι συνέβαινε, αφέθηκε πλήρως στο έλεος του νεαρού, κατεβάζοντας ακόμη και τα χέρια του, σαν να ήθελε να δεχτεί όλα τα χτυπήματά του. «Μικρέ δεν το 'ξερα!», πρόλαβε να του πει πριν ο Σπένσερ τον χτυπήσει, πέφτοντας με τον ώμο του πάνω στον ήδη σπασμένο θώρακά του. Τα πόδια του Ντην λύγισαν και διπλωμένος έπεσε στα γόνατά του, βογκώντας και βήχοντας ξέπνοα.

Η οργή του Σπένσερ όμως δε φάνηκε να κοπάζει. Έριξε δυο απανωτές κλωτσιές στο κουβαριασμένο σώμα και έπειτα του άρπαξε τα μαλλιά και τον τράβηξε για να δει το πρόσωπό του, φωνάζοντας μπουκωμένος και μιλώντας συνεχώς ακαταλαβίστικα.

«Δεν ήξερα!», παρακάλεσε και πάλι ο Ντην ζαλισμένος, μα μόλις τα μάτια του κλείδωσαν με τα τρελά από μανία, καστανά μάτια του Σπένσερ, ο δεύτερος άδραξε την ευκαιρία και χαμογελώντας αμυδρά για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πίσω από κατασαλιωμένο του φίμωτρο, του έκλεισε γοργά με νόημα το δεξί του μάτι. Έπειτα, χωρίς καμία άλλη προειδοποίηση του έσπρωξε το κεφάλι μέχρι που το μάγουλό του ακούμπησε στο βρώμικο πάτωμα και τον έσυρε πάνω σε αυτό κρατώντας τον από τα μαλλιά σαν να ήταν σφουγγαρόπανο. Ευχαριστημένος και χορτάτος, τον παράτησε, του φώναξε κάτι πάνω από το κεφάλι κάνοντας του ξανά άσεμνη χειρονομία και λαχανιασμένος, πήγε πίσω στο γραφείο όπου και ξάπλωσε πάλι φαρδύς πλατύς συνεχίζοντας τον ρόλο του σαν ζωντανό συμβόλαιο.

«Έλα Γουίντσεστερ, τις άρπαξες και ησύχασες. Σήκω τώρα να τελειώνουμε.», ξίνισε η Κάρεν τη μούρη της καθαρίζοντας τα γυαλιά της στην πουκαμίσα της. «Σπένσερ ελπίζω να το απόλαυσες γιατί τα επόμενα εικοσιτετράωρα θα είναι πολύ, πολύ ενδιαφέροντα για σένα.», απείλησε τον νεαρό αλλά εκείνος για απάντηση σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα. «Πάντως να ξέρεις είσαι σε πολύ καλό δρόμο πουλάκι μου.», του τσίμπησε παιχνιδιάρικά τη σπασμένη μύτη γελώντας χαριτωμένα.

Ο Ντην βόγκηξε πνιχτά προσπαθώντας να σηκωθεί, κεντράροντας το βλέμμα του στο μοναδικό αντικείμενο που δε γύριζε μαζί με το δωμάτιο. Το κόκκινο, σπασμένο παγούρι του Μπόμπι που είχε μπροστά στο πρόσωπό του.

«Σας παρακαλώ, αφήστε με να τον βοηθήσω!», άκουσε τον Σαμ να πασχίζει να έρθει κοντά του, ενώ η Μπλις και ο Στιβ τον κρατούσαν με τη βία στη θέση του.

«Από αύριο και για πάντα, κάπως έτσι θα αρχίζει και θα τελειώνει η μέρα του στα χέρια του καινούργιου του αφέντη.», χασκογέλασε η Μπλις. «Άσ' τον να συνηθίζει από τώρα.»

Ο Ντην κατάφερε με πολύ κόπο να σταθεί στα γόνατα, μα μόλις δοκίμασε να σηκωθεί, λύγισε και έπεσε άτσαλα προς τα πίσω, σκάνοντας και πάλι πάνω στον καθρέφτη. Βολεύτηκε στη θέση του, διπλώνοντας τα πόδια του οκλαδόν, ακουμπώντας το σώμα του και το κεφάλι του πάνω στον καθρέφτη και σιάχνοντας τα μαλλιά του άρχισε να γελάει, πρώτα πνιχτά, μα έπειτα όλο και πιο δυνατά.

«Αγόρι μου είσαι καλά;», του φώναξε ο Μπόμπι.

«Ναι "θείε" μου μην ανησυχείς. Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα!», σκούπισε με τα βρώμικα χέρια του τα μάτια του που δεν σταματούσαν να δακρύζουν. «Συνάδερφοι,», συγκροτήθηκε και ξεκίνησε να χτυπάει αργά παλαμάκια, «τα θερμά μου συγχαρητήρια! Με καταφέρατε! Σας βάζω άριστα δέκα!», στράβωσε κωμικά το στόμα του κλείνοντας με σκέρτσο το μελανιασμένο δεξί του μάτι. «Ή μάλλον εννιά, αλλά και πάλι.», χτύπησε πιο δυνατά και γρήγορα τις παλάμες του μεταξύ τους, «Ήσασταν πραγματικά υπέροχοι! Κάντε υπόκλιση! Το αξίζετε! Μπράβο!», καθάρισε τον λαιμό του ξεροβήχοντας και πήρε μια βαθιά αναπνοή. «Είστε έτοιμοι; Εγώ σίγουρα ναι!», ξεκίνησε να τραγουδά και πάλι το ίδιο τραγούδι τονίζοντας, όσο ποτέ άλλοτε, έναν προς έναν τους στίχους.

«Tonight[2], I'm gonna have myself a real good time…», ο Άλντρεντ σήκωσε από το κολάρο το "συμβόλαιο" και η Κάρεν κρατώντας το από το λουρί, έφυγε από το δωμάτιο κουνώντας το κεφάλι της απογοητευμένη.

«…I feel alive and the world I 'll turn it inside out!…», ο δήθεν Μπόμπι και ο Στιβ, πλησίασαν τον Ντην και σηκώνοντάς τον απότομα από τα μπράτσα τον οδήγησαν σέρνοντάς τον στο σημείο που ήταν δεμένος πριν και τον ξαναέδεσαν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.

«…And floating around in ecstasy…», η Μπλις γύρισε τη τροχαλία και τον σήκωσε, κρεμώντας τον τελείως αυτή τη φορά, από τα πισθάγκωνα σφιχτά δεμένα χέρια του.

«…So don't stop me now…», ο δήθεν Σαμ έλυσε τη ζώνη με την οποία ήταν σταθεροποιημένο το δήθεν χτυπημένο χέρι του και τη δίπλωσε στη μέση πλησιάζοντας τον Ντην, σφίγγοντάς την νευρικά μέσα στις χούφτες του.

«…'Cause I 'm havin' a good time, havin' a good time!», ο Ντην φώναξε με όλο του το είναι για να καλύψει τη φωνή του Άλντρεντ που τον πλησίαζε έξω φρενών, βρίζοντάς και απειλώντας τον δυνατά, κρατώντας επιθετικά το μπαστούνι του μπέιζμπολ.


...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...


[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.

[1] Σ.Σ. Βλέπε Supernatural 03.15 Time Is On My Side.

[2] Σ.Σ. Τραγούδι των Queen, "Don't Stop Me Now" (1978)