.3.
"Here I am! In The Land Of The Morning Star."
«Πού πας Μπέλφεγκορ;», ρώτησε ήρεμα ο Άλαστερ τον δαίμονα που ξεκίνησε να φεύγει. «Εσύ δεν έλεγες να ξεκολλήσεις με τίποτα και τώρα δε θέλεις να συνεχίσεις να βλέπεις το θέαμα;», συνέχισε, έχοντας τα χέρια του δεμένα πάνω στο στήθος του, παρατηρώντας σκεφτικός το εσωτερικό του γραφείου του.
«Αν ήθελα να βλέπω τέτοια, καθόμουν και στη δικιά μου γωνιά.», ο Μπέλφεγκορ συνέχισε να απομακρύνεται με σκυφτό το κεφάλι βαθιά απογοητευμένος. «Το γυρίσατε στις επαναλήψεις κι άρχισα να βαριέμαι Αλ.»
Ο Άλαστερ χαμογέλασε απρόσμενα με την εξυπνάδα του δαίμονα. «Κι εγώ το ίδιο φίλε μου.», το συνειδητοποίησε σιγομουρμουρίζοντας. «Κι εγώ άρχισα να βαριέμαι. Θέλει άλλη προσέγγιση αυτή η πλοκή για να ζωντανέψει.»
«Πάντως Αλ, είναι πολύ κρίμα να πάει ο Γουίντσεστερ έτσι τζάμπα χαμένος.», του φώναξε ο Μπέλφεγκορ πριν βγει έξω από τον χώρο των εργαστηρίων προς την υποδοχή. «Τώρα που ήρθες κάνε κάτι. Μην τον αφήσεις στ' άχρηστα χέρια τους.»
Ο Άλαστερ απέστρεψε το βλέμμα του από τις απαίσιες πράξεις που εκτυλίσσονταν μέσα στο γραφείο του και ξεκίνησε για το ιδιωτικό εργαστήριο του πρώην υποδιευθυντή της σχολής του.
.
Η επιλογή θεματολογίας και διακόσμησης των δωματίων, ήταν προσωπικό προνόμιο του κάθε μαθητή και ο Άλαστερ ενθάρρυνε τη φαντασία και επιβράβευε τη πρωτότυπη δημιουργικότητα.
Όταν δόθηκε στον Ντην θέση στη σχολή και προσωπικό εργαστήριο, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να το μετατρέψει σε πιστό αντίγραφο του συνεργείου αυτοκινήτων όπου δούλευε ο μπαμπάς του, στο Λόρενς του Κάνσας. Ή τουλάχιστον όπως καλύτερα το θυμόταν ο τετράχρονος εαυτός του.
Ο Άλαστερ άνοιξε την πόρτα, μπήκε μέσα και χτύπησε τον διακόπτη για να ανάψει τα φώτα. Όλα ήταν ταχτοποιημένα, καθαρά και καλογυαλισμένα. Σίγουρα ένα αληθινό συνεργείο αυτοκινήτων δε θα μπορούσε να ήταν τόσο καθαρό, όμως ο Ντην, συγύριζε τον χώρο και καθάριζε τα πάντα στο τέλος κάθε ημέρας. Μπορεί να είχαν περάσει έξι μήνες από τότε που συνελήφθηκε, όμως τίποτα εκεί μέσα δε πρόδιδε την τόσο απρόσμενη και απροσδόκητη αλλαγή του. Τα πάντα ήταν όπως τα είχε τοποθετήσει ο ίδιος.
Αγνοώντας τελείως τον Σπένσερ, που ήταν κλεισμένος και κλειδωμένος σε ένα πολύ μικρό για το μέγεθός του κλουβί, σαν να ήταν μέρος της διακόσμησης, πήγε ευθύς στο γραφείο του Ντην.
Τα αντικείμενα πάνω στο γραφείο ήταν ακριβώς τρία. Ένα ερασιτεχνικό, μα καλοφτιαγμένο σχέδιο με μολύβι ενός μαύρου Impala, μοντέλο του '67, ένα βιβλίο με τον κανονισμό της σχολής και ένα μαύρο, δερματόδετο ημερολόγιο.
Ο Άλαστερ έπιασε στα χέρια του το ημερολόγιο και γύρισε τις σελίδες, προχωρώντας κατευθείαν προς τις τελευταίες καταχωρίσεις. Η προτελευταία σελίδα έγραφε:
"Σημαντική πρόοδος. Η καθοδήγηση του πελάτη στο επόμενο στάδιο ολοκληρώθηκε μέσα σε τέσσερις μήνες. (Νέο προσωπικό ρεκόρ!) Σημείωση: Τζίντζερ!" και η τελευταία καταχώριση έγραφε μόνο:
"Νέος πελάτης, Σπένσερ. Βρετανός. Πονηρό, αυθάδικο καθικάκι."
Μετά από αυτό όλες οι σελίδες ήταν τελείως κενές.
«Ώστε εσύ είσαι αυτός που βραχυκύκλωσε τον αγαπημένο μου μαθητή.», ο Άλαστερ πλησίασε το κλουβί. «Σπένσερ. Σωστά;»
Ο Σπένσερ ενώ ήταν ήδη απάνθρωπα στριμωγμένος μέσα στο στενό κλουβί του, μαζεύτηκε ακόμα περισσότερο, φοβισμένος, αγκαλιάζοντας σφιχτά το πληγιασμένο του σώμα, μετατρέποντας τον εαυτό του σε μια μικρή μπάλα.
«Ξέρεις ποιός είμαι εγώ νεαρέ μου;», ο Άλαστερ έσκυψε για να έρθει στο οπτικό του πεδίο.
Ο Σπένσερ κούνησε θετικά το κεφάλι του. Ήξερε πολύ καλά ποιός του μιλούσε και ας μην τον είχε γνωρίσει ποτέ και τώρα ήταν τρομοκρατημένος ως το μεδούλι του.
«Χαίρομαι.», του χαμογέλασε ψυχρά. «Τι το τόσο ξεχωριστό μπορεί να έχεις εσύ, που έκανες τον Ντην Γουίντσεστερ να αντιδράσει έτσι, μετά από δέκα ολόκληρα χρόνια αφοσίωσης στη τέχνη του και σε μένα.», έβγαλε από τη τσέπη του το καλογυαλισμένο του ξυράφι, το ξεδίπλωσε και με μια γρήγορη κίνηση χαράκωσε τη πλάτη του νέου, στο κενό μεταξύ δύο πλευρών.
Ο Σπένσερ έσκουξε φοβισμένα, δαγκώνοντας το σιδερένιο φίμωτρο στο στόμα του, χτυπώντας δυνατά τα δόντια του, προσπαθώντας μάταια να απομακρυνθεί από τον κίνδυνο πίσω του.
Ο δαίμονας έγλυψε τη λεπίδα που είχε λερωθεί με το αίμα του νέου και τα μάτια του έγιναν ομιχλώδες λευκό. «Σπένσερ, Κούπερ, Βρετανός, 23 χρονών, μοναχοπαίδι, μεγάλωσες σε φτωχό μα ισορροπημένο οικογενειακό περιβάλλον, οι γονείς σου σε αγαπούσαν, φυσιολογική παιδική ηλικία, χωρίς άξια λόγου περιστατικά, όμως στην εφηβεία έμπλεξες με τους λάθος ανθρώπους. Σωστά ως εδώ;»
Τα τρομοκρατημένα μάτια του νέου γούρλωσαν από έκπληξη.
«Έμπλεξες με συμμορίες, καλοπερνούσες με ποτά, ναρκωτικά, κορίτσια. Έκλεψες, απείλησες, εκβίασες,», έκανε μια παύση για να δώσει έμφαση στην επόμενη λέξη του, «βίασες», πλατάγιασε τη γλώσσα του στα δόντια του μερικές φορές για να δηλώσει αποτροπιασμό. «και μετά από μία συμπλοκή με την αστυνομία, δολοφόνησες έναν οικογενειάρχη ντέντεκτιβ, παρέσυρες και σακάτεψες με το αμάξι που πήγες να διαφύγεις μια περαστική, έφηβη κοπέλα και πέφτοντας στον Τάμεση, κατάφερες να έρθεις εδώ.», χτύπησε το κλουβί με τη γροθιά του κάνοντας τον Σπένσερ να χοροπηδήσει από τον φόβο του. «Σωστά κι αυτά;», ο Άλαστερ με μια κίνηση του χεριού του, εξαφάνισε το φίμωτρο από το στόμα του νέου. «Σε ακούω.»
«Έτσι έγιναν όλα.», απάντησε σιγανά ο Σπένσερ, χαμηλώνοντας το βλέμμα του.
«Μη μου παίζεις εμένα τον ντροπαλό.», ο Άλαστερ χάιδεψε το πηγούνι του. «Το νιώθω πως δε μετανιώνεις για καμία από αυτές τις πράξεις σου.»,
Ο Σπένσερ κούνησε αδιάφορα τους ώμους του. «Όχι, γιατί να μετανιώσω;», η φωνή του έγινε άμεσα πιο σταθερή. «Έκανα αυτά που 'θελα, με τον τρόπο που γούσταρα και τα 'φχαριστήθηκα κιόλας. Γιατί να μετανιώσω εγώ για τα λάθη των άλλων;», ο τόνος του άρχισε να ανεβαίνει με αυτοπεποίθηση. «Όλους όσους σακάτεψα μ' ήξεραν ή μ' έβλεπαν πόσο τρελάρας ήμουν, ας μη τα 'βαζαν μαζί μου. Ας προστάτευαν το κωλαράκι τους. Αν δεν είχαν αυτοί μυαλό εγώ τι φταίω και γιατί να με νοιάξει;», ξανασήκωσε τους ώμους του. «Γάμα τους! Κι αν πήγαινα πάλι πίσω, πάλι τα ίδια θα έκανα. Μόνο που αυτή τη φορά θα πρόσεχα παραπάνω και δε θα 'πεφτα στο γαμοποτάμι!», γέλασε καγκούρικα.
Ο Άλαστερ έστυβε το μυαλό του. Τέτοιες αμετανόητες περιπτώσεις σαν τον Σπένσερ, ο Ντην τις βασάνιζε με ευχαρίστηση. Θεωρούσε πως έπρεπε να υποφέρουν για τις αμαρτίες τους και πως από τη στιγμή που ήταν πλέον βασανιστής της Κόλασης θα έκανε τη δουλειά του με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.
«Για πες μου μερικά πράγματα για τις μέρες που πέρασες με τον κύριο Γουίντσεστερ. Καταρχήν, πόσο καιρό ήσασταν μαζί;»
«Πφφ, πού να θυμάμαι; Δε καταλαβαίνω και τον χρόνο εδώ πέρα.», πέταξε ο Σπένσερ. «Έχουν περάσει κι αρκετοί, ας πούμε, μήνες από τότε που τον μπαγλάρωσαν.», έκατσε λίγο πιο άνετα στο κλουβί του. Ο φόβος του φαίνεται πως είχε υποχωρήσει κατά πολύ. «Δυόμιση, τρεις πάνω – κάτω.»
«Και;»
«Και τι; Ξέρω κι εγώ; Τι να πω; Να σου περιγράψω τι ακριβώς μου 'κανε;», φάνηκε να δυσφορεί. «Στην Κόλαση είμαστε δικέ μου και ο Ντην ήταν ο βασανιστής μου. Ήταν…Κόλαση, ακόμα είναι κι ας μ' έχει αναλάβει ο αφέντης Κλίφορντ.», έδειξε το κλουβί τραβώντας επίτηδες τα δεμένα του χέρια.
«Σύγκρινέ μου τους.»
«Τον Ντην και τον αφέντη Κλίφορντ;»
«Ναι.», ο Άλαστερ έσκυψε πάλι για να τον δει στα μάτια, «Ας πούμε γιατί τον έναν, τον φωνάζεις με το όνομά του και τον άλλον τον λες "αφέντη";»
Ο Σπένσερ δεν είχε συνειδητοποιήσει τη διαφορά. «Δε το κάνω γιατί δε σέβομαι τον Ντην.», φάνηκε να δικαιολογείται πιο έντονα από ότι χρειαζόταν. «Απλά ο αφέντης Κλίφορντ απ' την αρχή μου ξεκαθάρισε ότι θα τον φωνάζω έτσι, ενώ ο Ντην, μετά από μερικές εβδομάδες μαζί, μου ζήτησε να τον φωνάζω με το μικρό του. Εμένα δε με πειράζει, ούτε και με νοιάζει.», έξυσε τη σπασμένη του μύτη. «Ό,τι μου λένε κάνω.»
«Πρώτα πώς τον φώναζες;»
«Κύριε Γουίντσεστερ ή σκέτο κύριε, κύριε Καθηγητά.», θυμήθηκε και την προσφώνηση που προτιμούσε ο Άλαστερ.
«Και αυτή η αλλαγή έγινε προς το τέλος είπες;»
«Μάλιστα κύριε Καθηγητά. Μου 'χε πει πως ο "κύριος Γουίντσεστερ" ήταν ο πατέρας του κι όχι αυτός.», γέλασε ο Σπένσερ.
«Ωραία. Πριν είπες πως μαζί του πέρασες "Κόλαση".», έκανε τη χαρακτηριστική κίνηση με τα δύο δάχτυλα για να δηλώσει παρομοίωση. «Από την αρχή ως το τέλος; Άλλαξε καθόλου η συμπεριφορά του προς το τέλος;»
«Κατά πολύ.», παραδέχτηκε ανοιχτά ο Σπένσερ. «Στην αρχή ήταν αμείλικτος, σκληρός, ανελέητος. Έπειτα, δε ξέρω τι έγινε, απλά σταμάτησε να με παιδεύει και ξεκινήσαμε να, ξέρω κι εγώ, να κάνουμε παρεούλα. Συζητούσαμε για ταινίες, μουσική, κορίτσια, ξέρεις, τέτοια κουλά. Προσωπικά τον προτιμούσα προς το τέλος.», χασκογέλασε πάλι εκνευριστικά και ο Άλαστερ άρχισε να αντιλαμβάνεται για ποιό λόγο τον είχαν διαρκώς φιμωμένο.
«Θυμάσαι ποιό ήταν το τελευταίο βασανιστήριο που σου έκανε;»
«Ναι. Μου 'χε πει πως ήθελε να υιοθετήσει ένα πιο υγιές τρόπο ζωής και πως ήθελε να ξεκινήσει τα τρία οχτάωρα, ξέρεις,», προσπάθησε να σκεφτεί, «οχτώ ώρες δουλειάς, οχτώ ώρες διασκέδασης κι οχτώ ώρες ξεκούρασης. Λες κι ο χρόνος έχει σημασία εδώ πέρα.», σάρκασε αναστενάζοντας. «Οπότε, που λες, οχτώ ώρες δούλευε πάνω μου, οχτώ ώρες διασκέδαζε, με μένα πάλι βέβαια, αλλά το έλεγε διασκέδαση», ο τόνος του πήρε μια πιο ειρωνική χροιά, «και για τις οχτώ ώρες ξεκούρασης, καθόταν να εκεί, στον καναπέ του, έχοντάς με ως υποπόδιο κι επειδή έτσι κι αλλιώς δε χρειάζεται ύπνο, μ' έβαζε να του διαβάζω διαρκώς τον κανονισμό της σχολής.»
Ο Άλαστερ πήγε προς το γραφείο του Ντην πάλι και πήρε τον κανονισμό στα χέρια του. Το βιβλίο φαινόταν όντως φθαρμένο και γυρίζοντας τις σελίδες ο δαίμονας βρήκε πάνω τους λεκέδες από αίμα, μύξες και δάκρυα πράγμα που επιβεβαίωνε την ιστορία του Σπένσερ.
«Ναι αυτό είναι το σιχαμένο το βιβλίο.», ο Σπένσερ το διέκρινε και το αναγνώρισε στα χέρια του Άλαστερ. «Μου έλεγε πως η φωνή μου όταν δεν ουρλιάζω είναι νανουριστική και πως θα 'πρεπε να δουλεύω στο ραδιόφωνο.», χαμογέλασε περήφανα. «Βέβαια αν κουνιόμουν ή αν έκανα κάποιο λάθος στην ανάγνωση ή όταν, ξέρω 'γω, βαριόταν, με χτυπούσε με μια ηλεκτρική βουκέντρα αλλά ναι, αυτό ήταν το τελευταίο βασανιστήριό του. Μετά από καμιά βδομάδα και αφού του 'χα διαβάσει τον κανονισμό τουλάχιστον πέντε φορές, σταματήσαμε τα πάντα.»
«Μάλιστα.», τον πλησίασε και πάλι ο Άλαστερ. «Για λύσε μου τώρα μιαν ακόμη απορία.»
«Ό,τι θέλετε κύριε Καθηγητά.», ο νεαρός φάνηκε να απολαμβάνει τον χρόνο του με τον διευθυντή της σχολής.
«Πριν, στο γραφείο μου, γιατί επιτέθηκες στον Ντην αφού σου φέρθηκε τόσο καλά ειδικά προς το τέλος της περιόδου σας, όπως είπες.»
Ο Σπένσερ έσμιξε τα φρύδια του. «Γιατί απ' τη στιγμή που τον συνέλαβαν, για κάποιο λόγο όλοι μου φέρονται λες και φταίω εγώ γι' αυτόν και μου 'χουν κάνει την ζωή στην Κόλαση, Κόλαση!»
Ο Άλαστερ σήκωσε τον δείκτη του και όλα τα σύμβολα στο κορμί του Σπένσερ, πυρακτώθηκαν με μιας, κάνοντάς τον να αρχίσει να ουρλιάζει και να χτυπιέται μέσα στο κλουβί του, ανήμπορος να ξεφύγει από τον πόνο. «Α, εδώ θα τα χαλάσουμε μικρέ.», πρόσθεσε και το μεσαίο δάχτυλο δίπλα στον δείκτη του και τα ουρλιαχτά έγιναν πιο έντονα. «Εμένα δε θα μου λες ψέματα!», τα κατέβασε απότομα. «Τι του είπες πριν τον αφήσεις μισολιπόθυμο στο πάτωμα;»
«Τίποτα!», παρακάλεσε με τσιριχτή φωνή ο Σπένσερ. Ο τρόμος στα μάτια του επανήλθε. «Τίποτα! Δε μπορούσα να του μιλήσω με το φίμωτρο στο στόμα μου κύριε Καθηγητά!»
Ο Άλαστερ σήκωσε όλη τη παλάμη του και τα αραμαϊκά γράμματα από το συμβόλαιο στο σώμα του ανθρώπου, πυρακτώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που άρχισαν να ενώνονται, λιώνοντας τις σάρκες του, μαυρίζοντας τον μυϊκό ιστό από κάτω. «Αν υπάρχει κάτι που με εκνευρίζει περισσότερο από τα ψέματα είναι οι κρύες εξυπνάδες Σπένσερ.», του φώναξε για να ακουστεί πάνω από τα δυνατά ουρλιαχτά του. «Ξεκίνα να κελαηδάς, αλλιώς η ως τώρα παραμονή σου στην Κόλαση θα σου φαίνεται σαν πληρωμένο ταξιδάκι στη Disneyland με V.I.P. εισιτήριο.», κράτησε για μερικά δευτερόλεπτα ακόμα το χέρι του σηκωμένο και μετά το κατέβασε απότομα σταματώντας το μαρτύριο.
«Του 'δειξα το παγούρι κύριε.», λαχάνιασε ο Σπένσερ. Ο πόνος που του προκαλούσε ο δαίμονας ήταν από τους χειρότερους που είχε βιώσει στη ζωή του. «Του 'δειξα το αναθεματισμένο, το σπασμένο παγούρι! Του 'τριψα τη μούρη του στο πάτωμα για να του δείξω πως δεν υπήρχε χυμένο νερό. Το παγούρι που του 'δωσε ο δήθεν αδερφός του, δεν είχε ποτέ νερό μέσα!», ξεκίνησε να κλαίει με πνιχτούς λυγμούς. «Ήθελα να του δείξω πως τον κοροϊδεύουν και πως όλα ήταν ψέματα για να τον ξεγελάσουν και να τον κάνουν να υπογράψει.»
Ο Άλαστερ σταμάτησε προσπαθώντας να σκεφτεί. Το γνώριζε πως το παγούρι του δήθεν Μπόμπι, από τη στιγμή που στην ουσία ήταν σκηνικό αντικείμενο, δεν ήταν γεμισμένο με νερό. Οι μαθητές του δε θα τολμούσαν ποτέ να προσφέρουν νερό σε κολασμένο, ούτε καν για να βασανίσουν ή για να ξεγελάσουν. Το πραγματικό ερώτημα ήταν πώς το ήξερε ο Σπένσερ αυτό και για ποιό λόγο προειδοποίησε τον Ντην.
«Ποιός σε έβαλε να του το πεις;», ο Άλαστερ πλησίασε το κλουβί και άρπαξε από τα μαλλιά τον Σπένσερ.
«Δε φταίω εγώ κύριε.», κλαψούρισε απεγνωσμένα ο νεαρός.
Ο Άλαστερ πέρασε το δάχτυλό του πάνω στο στήθος του Σπένσερ και πυράκτωσε μερικά από τα σύμβολα. Αυτή η κίνησή του ήταν σαν χάδι σε σύγκριση με την προηγούμενη. «Ποιός;», τον ρώτησε.
«Σας ικετεύω. Μου 'πε πως θα με στείλει για εκτέλεση!», βόγκηξε ο Σπένσερ.
«Έχεις την πλήρη προστασία μου αν μου πεις στα επόμενα τρία δευτερόλεπτα το όνομα, αλλιώς θα σε βάλω φωτιά και θα σε αφήσω να καίγεσαι.», τον ταρακούνησε από τα μαλλιά, «Δύο. Έν…»
«Ο Άλντρεντ!», ψιθύρισε ο Σπένσερ. «Ο Άλντρεντ μου 'πε να προειδοποιήσω τον Ντην αν πήγαινε να υπογράψει το συμβόλαιο και να του 'δειχνα το παγούρι.», η ένταση των λυγμών του, του έκοβαν την αναπνοή. «Κύριε Καθηγητά, θα με προστατέψετε; Σας ικετεύω! Δε θέλω να πάω για εκτέλεση σαν τον Ντην!»
Ο Άλαστερ άφησε τον Σπένσερ και σκούπισε τα χέρια του αηδιασμένος σε ένα κόκκινο μαντήλι που έβγαλε από τη τσέπη του.
«Ξέρεις κάτι Σπένσερ; Σε πάω.», είπε προχωρώντας προς την πόρτα. «Εμείς οι δύο έχουμε πολλά να πούμε. Είχε δίκιο ο Άλντρεντ. Φαίνεται πως έχεις προοπτικές.», έσβησε τα φώτα, πνίγοντας στο απόλυτο σκοτάδι την αίθουσα. «Απλά θέλεις λιγουλάκι ψήσιμο για να σιάξεις.», με την ίδια κίνηση πυράκτωσε και πάλι τα σύμβολα στο κορμί του Σπένσερ και αφήνοντάς τον έτσι, έκλεισε και σφράγισε μαγικά την πόρτα πίσω του, αποκόπτοντας τα σπαρακτικά ουρλιαχτά του.
.
«Κίρμπι;», ο Άλαστερ πλησίασε το γραφείο του.
Όλοι του οι μαθητές είχαν πλέον επιστρέψει και πάλι στις αίθουσές τους και στις δουλειές τους και μόνο η καστανόξανθη, ψηλή, κομψή, γαλανομάτα Κίρμπι, στεκόταν έξω από το γραφείο του και κοιτούσε το εσωτερικό.
«Κύριε Καθηγητά.», τον χαιρέτισε ευγενικά, χωρίς να ταραχθεί από την απρόσμενη παρουσία του.
«Τι συμβαίνει;»
«Ήρθε πάλι η σειρά μου κύριε και προσπαθώ να σκεφτώ ποιά στρατηγική να ακολουθήσω.», κοίταξε το πολύχρωμο ρολόι στον καρπό της κατσουφιάζοντας, «Του έχουν απομείνει μοναχά έξι ώρες. Πρέπει να αξιοποιήσω τον χρόνο μου και να γίνω πειστική αν θέλω να τον κάνω να υπογράψει.»
«Τι προσέγγιση αναλογιζόσουν;»
«Ο Άλντρεντ δε μας αφήνει να αλλάξουμε "καμβά".», παραπονέθηκε η Κίρμπι και με τον όρο καμβά εννοούσε την υλοποίηση της ψυχής του Ντην σε ενυπόστατο σώμα. «Λέει πως θα χαθεί όλη η πρόοδος αν το κάνουμε κάθε φορά που τον αναλαμβάνει άλλος και πως έτσι δε θα υπογράψει ποτέ. Πιστεύει πως ο Ντην καταλαβαίνει μόνο από τέτοια σκληρή αντιμετώπιση,», η Κίρμπι φάνηκε να δυσανασχετεί, «όμως εγώ δε συμφωνώ κύριε και του το είπα. Τι άλλο μπορώ να του κάνω στην κατάσταση που μου τον έχουν αφήσει;», έδειξε τον Ντην πίσω από το τζάμι.
Ο Άλαστερ της χαμογέλασε φιλικά, «Ω, μα πάρα, πάρα πολλά γλυκιά μου. Πού πήγε η ευρηματικότητά σου; Όμως», η φωνή του έγινε προσποιητά ευγενική, «δεν είναι αυτό το πραγματικό σου πρόβλημα, έτσι;»
«Δε περίμενα ποτέ να πάρουν τέτοια τροπή τα πράγματα κύριε Καθηγητά. Δεν καταλαβαίνω τι συνέβη», αναστέναξε η κοπέλα, «και τώρα μου είναι πολύ δύσκολο να λειτουργήσω, γιατί έχω ήδη εκτεθεί συναισθηματικά με το υποκείμενο.», παραδέχτηκε ανοιχτά.
«Καταλαβαίνω. Μπορείς να πηγαίνεις. Όλοι σας αποτύχατε οικτρά. Τις τελευταίες έξι ώρες του θα τις περάσει με μένα.», ο Άλαστερ πήγε προς την πόρτα.
«Θέλετε φρέσκο καμβά;», ρώτησε η Κίρμπι έτοιμη να εξυπηρετήσει.
«Αφού δεν αφήνει ο Άλντρεντ.», της έκλεισε το μάτι παιχνιδιάρικα. «Θα δουλέψω με αυτά που έχω. Α, και Κίρμπι χρυσό μου,», σταμάτησε πριν μπει μέσα και η συμπεριφορά του άλλαξε διπολικά γρήγορα από ήρεμη και φιλική, σε επικίνδυνα επιθετική, «μη τυχόν και σε δω ξανά να διστάζεις να κάνεις τη δουλειά σου γιατί θα σε διώξω από τη σχολή μου πριν προλάβεις να πεις "φρέσκος καμβάς". Τσακίσου τώρα στο εργαστήριό σου και μη τολμήσεις να ξεμυτίσεις, μέχρι να σου πω εγώ!», άνοιξε νευρικά την πόρτα του γραφείου του και μπήκε μέσα.
Έβγαλε το σακάκι του και το κρέμασε στον περίτεχνο, μεταλλικό καλόγερο που είχε δίπλα στη πόρτα, αναπνέοντας βαθιά, απολαμβάνοντας τη μυρωδιά του χώρου και με μία κίνηση του χεριού του, μετέτρεψε τους καθρεφτένιους τοίχους του εργαστηρίου του σε πέτρινους. Κανένας δε θα μπορούσε πλέον να δει από έξω και να ακούει το εσωτερικό του.
Η αίθουσα ήταν απόλυτα ήσυχη εκτός από το άρρυθμο, ρηχό και συριστικό ήχο που έβγαζε ο αναίσθητος άντρας, κάθε φορά που προσπαθούσε να πάρει αναπνοή.
Το σώμα του βρισκόταν ακόμα στην ίδια στάση στρες, όπως και πριν, μόνο που αυτή τη φορά οι δυο του ώμοι και ο δεξιός του αγκώνας είχαν εξαρθρωθεί πλήρως. Όλο το βάρος του πλέον κρεμόταν από τους μύες και τους τένοντες των άνω άκρων του, με μόνα σταθερά σημεία τους κατασχισμένους από το συρματόπλεγμα καρπούς του και τη μοναδική λειτουργική, προς το παρόν, κλείδωση του αριστερού του αγκώνα.
Ο Άλαστερ πλησίασε το αφύσικα κρεμασμένο κορμί και το εξέτασε οπτικά. Δεν υπήρχε εκατοστό στο δέρμα του που να μην είχε κάποιο τραύμα και γνωρίζοντας τις μεθόδους της Νταίζης, σίγουρα ο Ντην θα είχε πολλαπλά κατάγματα και διαφόρων ειδών βλάβες στα εσωτερικά όργανά του. Το ότι ήταν ζωντανός ήταν πραγματικό κατόρθωμα και ο δαίμονας αισθάνθηκε περήφανος για την τεχνική των μαθητών του. Η δουλειά τους άγγιζε τα όρια της τέχνης.
«Ντην, Ντην, Ντην…», αναστέναξε μελωδικά και ανασήκωσε το σκυμμένο κεφάλι του Ντην από το πηγούνι.
Τα βρώμικα με ξεραμένο αίμα μάγουλά του, είχαν δύο πεντακάθαρα, κάθετα αυλάκια ακριβώς κάτω από τα μάτια του. Ο Άλαστερ χαμογέλασε ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το απροσδόκητο εύρημά του. Ο Ντην Γουίντσεστερ μπορεί να είχε δακρύσει αμέτρητες φορές από τότε που είχε έρθει στην Κόλαση και στα χέρια του δαίμονα, μα είχε κλάψει μόνο δύο. Την ημέρα που έμαθε με λεπτομέρειες για τα βασανιστήρια που είχε υπομείνει ο πατέρας του και την ημέρα που πήρε με τη θέλησή του στα χέρια του το ξυράφι του δαίμονα και ξεκίνησε τη νέα του ζωή.
Σκούπισε με τον δείκτη του και περισσή προσοχή τα υγρά αυλάκια από το πρόσωπο του Ντην και γλύφοντας το δάχτυλό του αναρρίγησε ως τον πυρήνα του από ηδονή.
Πέρασε τη παλάμη του χαϊδεύοντάς τον απαλά, ξεκινώντας πρώτα από το μέτωπό του, πάνω από τα κολλημένα του με ξερό αίμα και ιδρώτα μαλλιά, φτάνοντας ως τη βάση του αυχένα του, όπου και τον τσίμπησε μαλακά.
«Για ξύπνα να τα πούμε επιτέλους.», ακούμπησε το μάγουλό του στο δικό του, συνεχίζοντας να του κάνει κυκλικό μασάζ στον λαιμό και του ψιθύρισε απευθείας μέσα στο αυτί. «Με πεθύμισες καθόλου αγαπητέ μου;»
Η αναπνοή του Ντην έγινε άμεσα πιο γοργή, τα βλέφαρά του πετάρισαν και το δεξί του μάτι που δεν ήταν πρησμένο όπως το αριστερό κατάφερε να ανοίξει.
Μόλις μπόρεσε να συνέλθει και αντιλήφθηκε την παρουσία που σχεδόν τον αγκάλιαζε, τινάχτηκε σύγκορμος προσπαθώντας να απομακρυνθεί, όμως οι πόνοι από το σώμα του ήταν τόσο αφόρητοι που μετέτρεψαν όλες του τις εισπνοές σε κοφτά αναφιλητά και τις εκπνοές του σε πνιχτά βογγητά. «Ά-Άλαστερ!», κατάφερε να ψελλίσει ασθματικά, αναγνωρίζοντάς τον και το μοναδικό, λειτουργικό του μάτι γούρλωσε φανερώνοντας τον πανικό του. «Γύρισες;»
«Τι χάλια είναι αυτά;», ο Άλαστερ ειρωνεύτηκε, ικανοποιημένος από την τρομοκρατημένη αντίδραση του Ντην. «Γιατί μετά από δέκα χρόνια είσαι πάλι μέσα σε "καμβά" Ντην; Γιατί ο υποδιευθυντής της σχολής μου κρέμεται σα ξεσκισμένο, ματωμένο πατσαβούρι πάνω από μια λίμνη των δικών του σωματικών υγρών;», τον έσπρωξε ελαφρά, κάνοντάς τον να ταλαντευτεί στα δεσμά του και να αρχίσει να μουγκρίζει παρακλητικά μέσα από σφιγμένα δόντια. «Ήρθα πίσω κατάκοπος από την αποστολή μου για να μάθω, πως ο υποδιευθυντής μου όχι μόνο τρελάθηκε κι έδωσε σε έναν κολασμένο νερό,», τον έσπρωξε και πάλι, πιο απότομα αυτή τη φορά, χτυπώντας τον με τη παλάμη του πάνω στο στήθος. «Μα σοβαρά τώρα Ντην;», του έκλεισε με τη χούφτα του το στόμα, γαντζώνοντας τα νύχια του στα μάγουλά του, για να αποκόψει τις απελπισμένες του κραυγές και να μπορέσει να ακουστεί. «Νερό; Στη Κόλαση;», τον άφησε να συνεχίσει να πασχίζει να αναπνεύσει. «Όχι μόνο αυτό λοιπόν, αλλά έμαθα πως δεν υπογράφεις το συμβόλαιο Μετανοίας και επιπλέον τραγουδάς ασταμάτητα τραγούδι των Queen, ενώ ξέρεις πόσο πολύ μου τη δίνει ο Mercury που μας ξέφυγε. Γιατί ρε Ντην;», έσκυψε ακριβώς μπροστά στο πρόσωπό του περιμένοντας μιαν απάντηση, όμως από τις άρρυθμες ρογχώδεις αναπνοές του και από το κενό βλέμμα του, κατάλαβε πως ο Ντην, όχι μόνο δεν τον άκουγε πια, μα πλησίαζε σε έναν ακόμη θάνατο. «Ανάθεμά σε Άλντρεντ, εσύ και οι υπερβολές σου! Χίλιες φορές το έχω πει, εδώ δεν είναι η Ιερά Εξέταση. Πώς μπορεί κανείς να βασανίσει κάποιον που πεθαίνει κάθε τρεις και λίγο;», ο Άλαστερ χάραξε με το νύχι του έναν μικρό ρούνο στο δέρμα πάνω από τον αφαλό του Ντην και αγγίζοντάς τον, τον πυράκτωσε. «Δεν έχει άλλους θανάτους για σένα σήμερα μικρέ.», του είπε, ενώ ο Ντην που συνήλθε πλήρως απότομα, άρχισε να βογκάει και πάλι από τις αμέτρητες εστίες πόνου του κορμιού του. «Κάνουμε συζήτηση τώρα.»
«Θέλω να πάω για εκτέλεση. Θέλω να χαθώ για πάντα.», ο Ντην κατάπιε έναν λυγμό. Ο ρούνος του Άλαστερ του έδωσε αρκετή ενέργεια και διαύγεια για να μπορεί να συντάξει συνεκτικές προτάσεις. «Δε θέλω να βασανίζω πια και δε θέλω να 'μαι δούλος κανενός.»
«Τα ίδια μου είπαν και οι συμμαθητές σου πριν που τους μίλησα και αυτό προσπαθούν να αλλάξουν εδώ και σχεδόν έξη σεληνιακούς κύκλους, βάζοντάς σε στη "Φάση Αναπροσαρμογής".», ο Άλαστερ πέρασε τη παλάμη του πάνω από τα πολλαπλά σημάδια στη πλάτη και στα πλευρά του Ντην και εκείνος με σφιχτά κλεισμένα μάτια, δάγκωσε δυνατά τα κατασχισμένα χείλια του για να μην αρχίσει να κραυγάζει. «Μα εγώ εδώ διακρίνω ένα πρόβλημα που οι συμμαθητές σου δεν μπόρεσαν να ξεχωρίσουν γιατί πολύ απλά δεν έχουν το ταλέντο μου.», ξαναπέρασε το χέρι του πάνω στη πλάτη του Ντην, αλλά αυτή τη φορά γρατζουνώντας τον με τα νύχια του, σκαλώνοντας επίτηδες στις πιο βαθιές ουλές του, ανοίγοντας ξανά κάποιες από τις ξερές πληγές του. «Θυμάσαι ποιό είναι το ταλέντο μου;»
Ο Ντην αντί να απαντήσει, μούγκρισε νευρικά σφίγγοντας τις γροθιές του, τραβώντας επίπονα τα δεμένα του άνω άκρα προσπαθώντας μάταια να απομακρυνθεί από το βασανιστικό άγγιγμα του Άλαστερ.
«Πες το να το ακούσω!», έκλεισε τα δάχτυλά του και του έριξε μια γροθιά ακριβώς πάνω στη μέση του.
«Τα ψέματα!», βόγκηξε απελπισμένα ο Ντην. Το χτύπημα δεν ήταν και τόσο δυνατό, όμως ταρακούνησε τις εξαρθρωμένες του κλειδώσεις κάνοντάς τον να πνίγεται στον αφόρητο πόνο. «Ξέρετε πάντα ποιός σας λέει ψέματα!»
«Μπράβο, το καλό μου το αγόρι, το θυμάται.», τον ειρωνεύτηκε χτυπώντας τον με ανοιχτή παλάμη, παιχνιδιάρικα αυτή τη φορά, πάνω στους γλουτούς. «Οπότε, αισθάνομαι μεν πως αυτά που λες είναι όλα αληθινά, όμως για κάποιο λόγο αισθάνομαι πως μου λες και ψέματα. Πώς το κάνεις αυτό Ντην;»
«Δε κάνω τίποτα κύριε Καθηγητά.», ο Ντην έσκυψε το κεφάλι του αποκαμωμένα. Η φωνή του ακουγόταν με το ζόρι πλέον. «Μην ασχολείστε μαζί μου. Αφήστε με να χαθώ. Δεν αξίζω το χρόνο σας.»
«Μη λες τέτοια πράγματα μπροστά μου και μ' εκνευρίζεις περισσότερο, αγόρι μου γλυκό.», η φωνή του έγινε προσποιητά πατερναλιστική. «Σας διαλέγω έναν - έναν εδώ και αιώνες. Σ' όλους εσάς που επιλέγω, εγώ και μόνο εγώ σας αξίζω και από τα ικανά χέρια μου θα μεταμορφωθείτε σε άξιους υπηρέτες του βασιλείου της Κόλασης.», ο Ντην πήγε να πει κάτι, μα ο Άλαστερ του έριξε μια γερή γροθιά πάνω στο συκώτι, κόβοντάς του τελείως την αναπνοή. «Τόσο καιρό δεν έχω χάσει ούτε μία ψυχή.», έπιασε τη ζώνη που ήταν δεμένη στο παντελόνι του Ντην και χρησιμοποιώντας την σαν λαβή άρχισε να τον τραβάει προς τα κάτω, ασκώντας σταδιακά ολοένα και περισσότερη δύναμη. «Ούτε μία!», φώναξε στον Ντην, ο οποίος το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κραυγάζει ακατάπαυστα καθώς αισθανόταν την τελευταία του γερή κλείδωση να εξαρθρώνεται βασανιστικά αργά και τους μύες των χεριών του να ξεσχίζονται εσωτερικά από τα ίδια του τα σπασμένα κόκκαλα. «Πώς τολμάς και υποθέτεις πως εσύ θα είσαι αυτός που θα μου ξεφύγει και θα μου χαλάσει το αψεγάδιαστο βιογραφικό μου; Ποιός ή μάλλον τι νομίζεις πως είσαι;», τον άφησε να πασχίζει, έφυγε προς τον τοίχο με τα εργαλεία του και βάλθηκε να τα χαζεύει προσπαθώντας να επιλέξει το καταλληλότερο. «Δε με πείθεις Ντην. Προσπαθείς να κάνεις κάτι, μα ακόμα δε ξέρω το τι και το γιατί. Είμαι πλέον σίγουρος πως κάτι μου κρύβεις και θα σ' το βγάλω, στη κυριολεξία αν χρειαστεί, με το τσιγκέλι. Μπορεί να έκανα τριάντα χρόνια να σε πείσω την πρώτη φορά, τώρα όμως θα σε πείσω μέσα στις επόμενες έξι ώρες. Θα δεις έναν Άλαστερ που δεν έχεις ξαναδεί. Σου τ' ορκίζομαι!»
Η πόρτα του γραφείου άνοιξε απότομα και η Οντίλ έκανε την εμφάνισή της κρατώντας άτσαλα στα μουτζουρωμένα με κόκκινο μελάνι χέρια της, τις σημειώσεις της.
«Κύριε Καθηγητά! Πρέπει οπωσδήποτε να σας μιλήσω.», τον πλησίασε χωρίς να περιμένει απόκριση. «Α! Γεια σου Ντην! Τι λέει, όλα καλά;», χαιρέτισε απαθέστατα και τον καταταλαιπωρημένο Ντην, που αν δεν είχε τον χαραγμένο ρούνο στη κοιλιά του θα είχε πεθάνει για μια ακόμη φορά.
Ο Άλαστερ συνέχισε να χαζεύει τα εργαλεία του. «Οντίλ γλυκιά μου, παρ' τον ολοστρόγγυλο πισινό σου και εξαφανίσου από εδώ γιατί όπως βλέπεις δεν έχω καθόλου, μα καθόλου, διάθεση για συζήτηση, ειδικά μαζί σου. Ο Γουίντσεστερ φταίει πάντως, να το ξέρεις, όχι εσύ.», έπιασε έναν παγοκόφτη και έλεγξε με τον αντίχειρά του αν ήταν αρκετά μυτερός.
Η Οντίλ όμως δε πτοήθηκε καθόλου, πήγε δίπλα του και άνοιξε τις σημειώσεις της. «Κύριε Καθηγητά,», επέμενε δείχνοντάς του κάτι σε αυτές, «διαβάστε λίγο αυτά τα κομμάτια που αντέγραψα από το βιβλίο των κανονισμών και αν δε σας ενδιαφέρει θα εξαφανιστώ.», του έδειξε με το δάχτυλο πού να διαβάσει. «Πείτε μου αν αυτή η υποενότητα εννοεί αυτό που κατάλαβα πως εννοεί. Δε μπορεί. Μπορεί;»
Ο δαίμονας κοίταξε βαριεστημένα ξεφυσώντας νευρικά. Δεν είχε καμία όρεξη να λύσει την κάθε ηλίθια απορία της Οντίλ. Μόλις όμως διάβασε το σημείο που του υπέδειξε, άρπαξε τις σημειώσεις από τα χέρια της. «Πού το βρήκες αυτό;», την ρώτησε συνοφρυωμένος.
«Στο βιβλίο των κανονισμών της σχολής κύριε Καθηγητά.»
Ο Άλαστερ σχεδόν έτρεξε στο εβένινο γραφείο του και άρχισε να ψάχνει στα συρτάρια του, πετώντας δεξιά και αριστερά όποιο άσχετο αντικείμενο άρπαζε. Βρήκε το πρωτότυπο χειρόγραφο βιβλίο των κανονισμών και το άνοιξε πάνω στο γραφείο του. «Τι σελίδα είπες πως είναι;»
«1982 κύριε Καθηγητά.»
«Δε το πιστεύω.», μουρμούρισε, βρίσκοντας το σημείο που έψαχνε. Έκλεισε το βιβλίο με δύναμη και έκατσε στη θέση του σαν να είχε χάσει απότομα όλη του την ενέργεια, «Οντίλ για πες μου λίγο.», έφτιαξε νευρικά τα μαλλιά του και την γραβάτα του. «Αυτό έψαχνες όταν ήρθα;»
«Για να είμαι ειλικρινής έχει μια βδομάδα τώρα που το ψάχνω το θέμα κύριε Καθηγητά. Κάτι δε μου άρεζε καθόλου με τη περίπτωση του πρώην υποδιευθυντή.»
«Εξαιρετική δουλειά Οντίλ. Εξαιρετική!», είπε με στόμφο και σηκώθηκε όρθιος, «Γλυκιά μου, εμείς θα τα πούμε σίγουρα μετά. Προς το παρόν εσύ πήγαινε γιατί εγώ πρέπει να τακτοποιήσω το θεματάκι που μόλις με βοήθησες να συνειδητοποιήσω πως προέκυψε.»
Ο Ντην παρόλο που έχανε και έβρισκε τις αισθήσεις του διαρκώς, πρόλαβε να ακούσει και να αντιληφθεί τη τελευταία πρόταση του δαίμονα. «Κύριε Καθηγητά, π-περιμένετε λίγο!», ψέλλισε παρακλητικά, ενώ εκείνος τον πλησίαζε με μανιακό ύφος. «Άλαστερ περίμενε!», άρχισε να τρέμει σύγκορμος παίρνοντας κοφτές ρηχές ανάσες μόλις τον είδε να βγάζει από τη τσέπη του το ξυράφι του και να το ανοίγει γοργά. «Άκουσέ με!»
«Δεν έχεις να μου πεις τίποτα, δεν θέλω να σε ακούσω να μου λες τίποτα, δε θέλω να με παρακαλέσεις, δεν με ενδιαφέρουν η σχολή, τα συμβόλαια και οι υπογραφές σου, δεν έχω καμία διάθεση για διδασκαλία και σαφώς τώρα δεν είναι η ώρα για τέχνη.», έβαλε τη λεπίδα πάνω στο γυμνό στήθος του Ντην και χωρίς προειδοποίηση ξεκίνησε να χαράσσει, χαμογελώντας ηδονικά. «Αυτή τη στιγμή, το μόνο που θέλω από σένα Ντην Γουίντσεστερ, είναι να υποφέρεις.»
.
Οι αισθήσεις του άρχισαν να επιστρέφουν αργά για πολλοστή φορά, όμως ο Ντην πάλευε με την ίδια του την συνείδηση. Προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να την κρατήσει ανενεργή, να παραμείνει αναίσθητος. Όσα περισσότερα δέκατα του δευτερολέπτου κατάφερνε να παραμείνει λιπόθυμος, τόσα δέκατα του δευτερολέπτου θα προλάβαινε να ανακουφιστεί, να ξεκουραστεί.
Οι τελευταίες του ώρες ήταν οι χειρότερες ολόκληρης της ύπαρξής του.
Όλος ο κόσμος του ήταν ο πόνος και ο τρόμος και ο Άλαστερ ο κυρίαρχος άρχοντας αυτού του κόσμου.
Πράγματι ο Άλαστερ κράτησε την υπόσχεσή του και ο Ντην γνώρισε για πρώτη φορά στα σαράντα χρόνια του στη Κόλαση μια καινούργια πλευρά του δαίμονα. Φαινόταν λες και ο χαρακτήρας του, η ίδια του η συμπεριφορά, είχε μεταμορφωθεί ριζικά. Δεν είχε τη μόνιμη, ειρωνική, υπεροπτική, τυπική αυτοπεποίθηση σαν να του άνηκαν όλοι και όλα αλλά ήταν τυφλωμένος από τρελή μανία και πλημμυρισμένος με αγνή, εκδικητική οργή. Δε του ζητούσε κάτι, δεν τον ρωτούσε τίποτε, δεν τον έβριζε και δεν τον εξευτέλιζε, ούτε καν του μιλούσε.
Μόνο τον πονούσε. Ασταμάτητα. Ατελείωτα. Ανελέητα.
Πρώτα επανήλθε η ακοή του και έπειτα η αίσθηση του χώρου, του χρόνου και του σώματός του.
Ο Ντην έσφιξε τα μάτια του πασχίζοντας και παρακαλώντας να επιστρέψει στο προηγούμενο στάδιο, στην ασφάλεια του ασυνείδητου. Ξεκίνησε να αναπνέει γρήγορα και βαθιά, προσπαθώντας να πάθει υπεροξυγόνωση για να λιποθυμήσει. Όμως ήταν πολύ αργά.
«Επιτέλους συνήρθες.», η αυστηρή φωνή του δαίμονα που είχε να ακουστεί από την στιγμή που έφυγε η Οντίλ, ήταν χρωματισμένη με ένα πιο ανάλαφρο τόνο. «Ηρέμισε την αναπνοή σου και μη προσπαθείς να μου ξεφύγεις. Άνοιξε τα μάτια σου! Τώρα!», έβαλε το χέρι του πάνω στο στήθος του Ντην πιέζοντάς τον ελαφρά, καταλαβαίνοντας το τι προσπαθούσε να κάνει.
Τα μάτια του Ντην άνοιξαν στην διαταγή και με μισή καρδιά κοίταξε τριγύρω του μπερδεμένος. Αμέσως αναγνώρισε το τεχνητό φωτισμό της Κόλασης και τον γνώριμο χώρο του εργαστηρίου του Άλαστερ.
Μόνο που η διακόσμηση ήταν πλέον διαφορετική.
Η τροχαλία και οι αλυσίδες που κατέβαιναν από το ταβάνι, όπου είχε περάσει μαρτυρικά δεμένος ατελείωτα εικοσιτετράωρα, είχαν αντικατασταθεί με ένα πανάκριβο, κρυστάλλινο, βασιλικό, θα έλεγε κανείς, πολυέλαιο. Το πρώην βρώμικο πάτωμα ήταν στρωμένο από άκρη σε άκρη με παχιά, περσικά χαλιά και στη θέση του αλλόκοτου τοίχου με τα πολυπληθή εργαλεία βασανιστηρίων, τώρα υπήρχε ένα πελώριο πέτρινο τζάκι, όπου καίγονταν αληθινά κούτσουρα, προσφέροντας γλυκιά ζέστη και χαλαρωτικό φωτισμό στο χώρο.
Δεν ήταν πια επώδυνα κρεμασμένος, αλλά καθόταν αναπαυτικά στην δερμάτινη πολυθρόνα μπερζέρα του γραφείου του διευθυντή της σχολής. Φορούσε καθαρό, στεγνό, ξεβαμμένο τζιν, ένα άνετο, μαλακό, μαύρο κοντομάνικο μπλουζάκι, μαύρα αθλητικά, εσώρουχο και κάλτσες.
Κουνώντας επιφυλακτικά τα μέλη του συνειδητοποίησε πως όλα βρίσκονταν και πάλι στη σωστή θέση και εξετάζοντας το δέρμα στα χέρια του διαπίστωσε πως δεν είχε ούτε μισή αμυχή, ούτε μια αχνή μελανιά. Το κορμί του δεν ήταν αποστεωμένο από την ασιτία και την αμέλεια αλλά υγιές, όπως όταν ήταν ζωντανός. Η αναπνοή του γινόταν με ευκολία. Για την ακρίβεια αισθανόταν πιο τέλεια και πιο ξεκούραστος από ποτέ. Μέχρι και οι καθημερινοί, απλοί σωματικοί μικρόπονοι που μπορεί να έχει ένας κοινός εικοσιεννιάχρονος είχαν εξαφανιστεί.
Το πιο θαυμαστό όμως ήταν πως μετά από σαράντα χρόνια στην Κόλαση δεν διψούσε και δε πεινούσε πια. Δεν αισθανόταν την ανελέητη πείνα να του θερίζει διαρκώς τα σωθικά και την ακόρεστη δίψα να τον ωθεί καθημερινά στην τρέλα.
«Καλύτερα δεν είναι έτσι;», ο Άλαστερ έδειξε το σώμα του Ντην με μία κίνηση, έκατσε απέναντί του στην δερμάτινη, ανατομική καρέκλα του γραφείου του και σπρώχνοντας το σώμα του προς τα πίσω, τοποθέτησε τα πόδια του πάνω στο εβένινο γραφείο.
Επιτέλους ο Άλαστερ του είχε απευθύνει τον λόγο. «Μάλιστα κύριε, Καθηγητά.», απάντησε επιφυλακτικά ο Ντην. Η φωνή του έβγαινε με ευκολία και οι κινήσεις της ομιλίας δεν ξέσχιζαν πια τον λάρυγγά του. «Όμως γιατί;», τόλμησε να ρωτήσει. Ήταν κι αυτό μέρος της διαδικασίας των βασανιστηρίων του; Ήταν ο φρέσκος "καμβάς" για να ξεκινήσει ο Άλαστερ από το μηδέν ένα νέο γύρο οδύνης και ταλαιπωρίας;
«Για πες μου.», έκανε μια παύση κοιτάζοντάς τον διερευνητικά. «Σου άρεσε η προηγούμενη, ας το πούμε, "εμπειρία" σου;»
Ο Ντην γέλασε κοφτά, ξαφνιασμένος από την ερώτηση, αποτρέποντας υποτακτικά το βλέμμα του προς το πάτωμα. «Καθόλου, κύριε Καθηγητά.»
«Το πρόβλημα εδώ όμως αγαπητέ μου δεν είναι τι δεν άρεσε σε σένα, το κεντρικό πρόβλημα είναι πως δεν άρεσε τίποτα σε εμένα. Νόμιζα πως θα το απολάμβανα, όπως το απολάμβανα τα πρώτα τριάντα χρόνια μας μαζί, αλλά όχι. Δεν έχεις πλάκα πια.»
«Δε ξέρω τι να πω κύριε Καθηγητά.», συνέχισε να κοιτάει τα καινούργια του παπούτσια, κουνώντας διαρκώς τα δάχτυλά των ποδιών του μέσα τους νευρικά. «Συγνώμη;»
«Όχι εξυπνάδες με μένα, μικρέ. Μη ξεθαρρεύεις.», τον μάλωσε προειδοποιητικά. «Ξέρεις όμως γιατί δεν έχεις πια πλάκα;»
Ο Ντην ανασήκωσε ανάλαφρα τους ώμους του δηλώνοντας άγνοια, χαμογελώντας αμήχανα.
«Γιατί πλέον είσαι ένα μηδενικό, ένα κενό, ένα άχρηστο τίποτα!», ο Άλαστερ του πέταξε εκνευρισμένος, τονίζοντας τις λέξεις του. Σηκώθηκε και πήγε προς ένα μικρό ξύλινο τρόλεϊ – μπαρ που είχε στη γωνία του γραφείου του και πήρε στα χέρια του μια πανέμορφη, κρυστάλλινη καράφα. «Σε δυο ώρες περίπου θα χαθείς για πάντα. Η ψυχή σου θα γίνει τροφή για τον Λιμό όπου και θα χωνεύεται μέσα του αιώνια.», γέμισε με γενναίες ποσότητες, δύο ασορτί με τη καράφα, κρυστάλλινα ποτήρια με κεχριμπαρένιο ουίσκι. «Τι ευχαρίστηση λοιπόν μπορώ να πάρω βασανίζοντας ένα τίποτα;», επέστρεψε και του πρότεινε το ένα.
Ο Ντην τον κοίταξε διστακτικά με μάτια όλο φόβο και απορία σαν να μην ήταν σίγουρος αν επιτρεπόταν να το αγγίξει, αβέβαιος για το τι έπρεπε πραγματικά να κάνει.
«Κουμάντο εδώ μέσα κάνω εγώ και μόνο εγώ. Παρ' το!», τον διέταξε κουνώντας το και εκείνος υπάκουσε άμεσα. «Όσο και να σε πονέσω τώρα, τι να το κάνω μετά, αφού σε δύο ώρες δε θα είσαι πια εδώ για να μπορώ να απολαμβάνω το φόβο που νιώθεις στη παρουσία μου. Να χαζεύω με τις ώρες αυτόν τον πανικό που έχεις τώρα ζωγραφισμένο στα μάτια σου.», επίτηδες σήκωσε το χέρι του απότομα για να διορθώσει το μαλλί του και ο Ντην τινάχτηκε σύγκορμος, αποστρέφοντας το κεφάλι του και κλείνοντας τα μάτια του, νομίζοντας πως θα τον χτυπούσε.
Ο Άλαστερ χαμογέλασε ευχαριστημένος έχοντας αποδείξει το επιχείρημά του. «Οπότε, αποφάσισα να περάσουμε αλλιώς τις τελευταίες σου ώρες.», έκατσε στην καρέκλα του και ήπιε μια γουλιά. «Σ' αρέσει δε σ' αρέσει, είμαστε μαζί σαράντα ολόκληρα χρόνια. Ούτε με τον αγαπημένο σου τον αδερφό δε πέρασες τόσα πολλά. Μπορεί τα πρώτα τριάντα να ήταν λίγο ζόρικα, για σένα βέβαια,», ήπιε πάλι μια γουλιά, «όμως ήμουν ο μόνος που έβλεπες σε καθημερινή βάση. Ο μόνος που σου μιλούσε, που σου κρατούσε παρέα, ο μόνος που σε άγγιζε αγαπητέ μου.», πήρε πονηρό ύφος, σουφρώνοντας λάγνα τα χείλια του. «Δε μπορεί, όλο και κάποιο συναίσθημα θα είχες για μένα.»
«Ναι. Είχα.», συμφώνησε ο Ντην χαμογελώντας πικρά. «Ατελείωτο μίσος. Κι ακόμα έχω.», συμπλήρωσε διακινδυνεύοντας τα πάντα.
«Μα το μίσος είναι από τα πιο δυνατά συναισθήματα. Ισάξιο, μη σου πω και ανώτερο της αγάπης. Η αληθινή αγάπη είναι αδύνατη σε μία σχέση δίχως μίσος. Μόνο με το μίσος μπορεί να γίνει μια πραγματιστική αναγνώριση των διαπροσωπικών απογοητεύσεων και των συναφών εχθροπραξιών για να μπορέσει να αναδυθεί η συναίσθηση της συναδελφικότητας.», ο τόνος του Άλαστερ υποδήλωνε χαρούμενη έκπληξη, όμως η έκφραση του Ντην φανέρωνε πλήρη σύγχυση. «Κοινώς, με κολακεύεις αγαπητέ μου.», του έκλεισε το μάτι περιπαιχτικά και ταυτοχρόνως σήκωσε το ποτήρι του για να τον τιμήσει, πριν πιει μια μικρή γουλιά.
«Ευχαρίστησης μου, κύριε Καθηγητά.», αποκρίθηκε χωρίς συναίσθημα ο Ντην, αντιγράφοντας μηχανικά την κίνηση του δαίμονα. Αν ο Άλαστερ ήθελε να μεταφράσει τα χρόνια κακοποίησης, βασανισμού και εκφοβισμού σε κάτι θετικό, ποιός θα ήταν αυτός που θα τολμούσε να πει κάτι το διαφορετικό μέσα στο ίδιο του το βασίλειο.
Κοίταξε το ρολόι, στον τοίχο πίσω από το γραφείο του και από συνήθεια και μόνο, χωρίς να το χρειάζεται πραγματικά, ήπιε μια γουλιά από το ποτό του. Ήταν σαφώς υπέροχο. Δροσερό, καπνιστό, ελαφρώς αλμυρό, με διακριτικά αρώματα στη γεύση και στην επίγευση. «Οπότε τι κάνουμε τώρα; Δε λέω, καλά περνάμε κι έτσι.», έδειξε το ουίσκι του και έκατσε πιο αναπαυτικά, σταυρώνοντας τα πόδια του. «Σίγουρα καλύτερα από πριν.», πρόσθεσε μουρμουριστά πίνοντας ακόμη μία γουλιά.
...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.
