Σ.Σ. Αυτό το κεφάλαιο περιέχει spoilers από την 2η ιστορία της σειράς, με τίτλο: «Ό,τι συνέβη στο Γκράντ Φόρκς, έμεινε στο Γκράντ Φόρκς.» - «What happened in Grand Forks, stayed in Grand Forks.» Αν και βοηθάει στην ροή αν την έχεις διαβάσει, ωστόσο δεν είναι απαραίητο και υπάρχει και η ανάλογη σύνδεση με την προηγούμενη ιστορία μέσα σε αυτό το κεφάλαιο.
Σ.Σ (Η μετάφραση των λατινικών βρίσκεται στο τέλος και όχι δεν είμαι σίγουρη πως είναι σωστή.)
:) Καλή Διασκέδαση! :)
.4.
"The Wind Will Blow Into Your Face, As The Years Pass You By"
Χωρίς καμία προειδοποίηση και μη μπορώντας να καταλάβει τον τρόπο, βρέθηκε να τρέχει σε έναν μακρύ επαρχιακό δρόμο.
Η ανάσα του ήταν γρήγορη και λαχανιασμένη και σε κάθε δεύτερη ή τρίτη εισπνοή η δεξιά του πλευρά τον σούβλιζε όλο και πιο πολύ. Ο ιδρώτας κυλούσε ποτάμι στο κεφάλι και το κορμί του. Οι μύες των ποδιών του έκαιγαν από την καταπόνηση και το αριστερό του γόνατο, τον έσφιγγε σε κάθε βήμα.
Όμως ένιωθε ελεύθερος.
Έβλεπε τον απέραντο, γαλάζιο, ασυννέφιαστο, ουρανό. Με κάθε αναπνοή ρουφούσε την υπέροχη καθαρή μυρωδιά της υγρής γης, ένιωθε το παγωμένο μα αναζωογονητικό πρωινό αεράκι να του χαϊδεύει το σώμα και τα μαλλιά.
Είχε πολλά χρόνια να ζήσει αυτά τα συναισθήματα και παρόλο που η κούραση άρχισε να κερδίζει τη μάχη, δεν ήθελε να σταματήσει να τρέχει με ταχύτητα. Αγνοώντας όλες τις προειδοποιήσεις του σώματός του επιτάχυνε κι άλλο ωθώντας το στα όρια.
Όπως ήταν αναμενόμενο, στη περιφερική του όραση άρχισαν να ξεπροβάλουν λευκές κουκίδες και να πολλαπλασιάζονται απρόσμενα γρήγορα. Ταυτόχρονα τα αυτιά του βούλωσαν τελείως και το μόνο που άκουγε ήταν ο μπουκωμένος, ταχύς, ρυθμικός ήχος της καρδιάς του.
Η ζαλάδα έδωσε τη σκυτάλη στην αδυναμία και η ναυτία τερμάτισε την κούρσα με εντυπωσιακό σάλο. Το στομάχι του σφίχτηκε, οι πνεύμονές του κλείδωσαν και δυνατοί διαφραγματικοί σπασμοί του λύγισαν τα γόνατα, ρίχνοντάς τον στα τέσσερα στο νωπό χώμα.
Ένας σύντομος ήχος κόρνας δίπλα του, τον έκανε να γυρίσει απότομα, ξαφνιασμένος που δεν ήταν μόνος του. Μέσα από τα βουρκωμένα από δάκρυα προσπάθειας μάτια του, κατάφερε να διακρίνει ένα σαραβαλιασμένο, βρώμικο αγροτικό.
«Τι έπαθες;», τον ρώτησε ανήσυχα ο οδηγός κατεβάζοντας γοργά το παράθυρο του συνοδηγού για να ακουστεί. «Είσαι καλά;»
Ο Ντην σηκώθηκε με κόπο ξέπνοος, πιάστηκε από την πόρτα του συνοδηγού και κρεμάστηκε αποκαμωμένος, στηρίζοντας το στήθος του στο ανοιχτό παράθυρο.
«Γιατί δε κρατάς έναν σταθερό ρυθμό βρε βλαμμένο[1];», ο άνδρας χαμήλωσε την κάντρι μουσική που άκουγε από το ραδιόφωνό του για να ακουστεί. «Καταλαβαίνω ότι είναι η πρώτη μέρα που επιτέλους σ' αφήσαμε να βγεις απ' το σπίτι, αλλά τι σ' έπιασε ξαφνικά και πιλαλάς λες και σε κυνηγάει ο ίδιος ο διάολος; Θες ακόμα δύο μίλια για τη μάντρα. Νομίζεις πως θα φτάσεις πιο γρήγορα αν τρέχεις σαν να σου 'βαλαν νέφτι;»
«Θείε,», ο Ντην αναγνώρισε στον άντρα τον αγαπημένο του Μπόμπι. Ήταν περίπου είκοσι χρόνια νεότερος από τον δήθεν Μπόμπι που τον είχε επισκεφτεί νωρίτερα και τελικά κατέληξε να τον βασανίζει. «δε μπορώ άλ-λο!», άκουσε τον εαυτό του να λέει λαχανιασμένος, αλλά αυτά που ξεστόμιζε δεν ήταν αυτά που ήθελε να πει. Ήθελε να τον χαιρετίσει, να τον αγκαλιάσει, να τον αγγίξει. Φαινόταν τόσο αληθινός. «Άσε με να μπω, δε μπορώ ν' αναπνεύσω!», άκουσε και πάλι τον εαυτό του να τονίζει με έντονη γκρίνια και το χέρι του τράβηξε το χερούλι της πόρτας.
Κατάλαβε πως βρισκόταν μέσα σε μία ανάμνησή του, αν και ακόμα δε μπορούσε να τη θυμηθεί. Από τη φωνή και το ύψος, υπολόγισε πως ο Ντην της ανάμνησης πρέπει να ήταν στην προεφηβεία. Οι κινήσεις του, η ομιλία του, οι αισθήσεις και τα συναισθήματα που ένιωθε ήταν όλα του μικρού Ντην και όχι δικά του. Ο ίδιος ήταν απλός θεατής μέσα στο σώμα του χωρίς να μπορεί να παρέμβει για το οτιδήποτε. Μπορούσε μόνο να αισθάνεται και να παρακολουθεί σιωπηλά σαν να ζούσε μια ταινία στο πρώτο πρόσωπο.
Ο Μπόμπι έσκυψε απότομα και τράβηξε και αυτός την πόρτα προς τη μεριά του κλείνοντάς την. «Δε πειράζει. Πάρε μιαν ανάσα, ξεκουράσου λίγο και συνεχίζουμε. Δυο μίλια έμειναν.», του χαμογέλασε.
«Δεν αντέχω άλλο είπα! Κόντεψα να πεθάνω! Καλά δε μ' άκουσες που ξερνούσα;»
«Σιγά να μην έβγαλες τίποτα. Αφού χθες το βράδυ πάλι δεν έφαγες βραδινό κι ακόμα δε φάγαμε πρωινό.»
«Δεν ήξερα ότι έπρεπε να βγάλω κάτι απ' το στομάχι μου, για να με πάρεις με τ' αμάξι. Θες να ξαναδοκιμάσω;», ο Ντην της ανάμνησής του τελικά είχε αρκετό θράσος για το μπόι του.
Ο Μπόμπι όμως γέλασε δυνατά. «Έλα πάμε. Δύο μίλια ακόμα.», τον έσπρωξε αργά και μαλακά με τα δύο δάχτυλα του χεριού του, για να τον ξεκρεμάσει από το παράθυρο.
«Θείε δε κάνω πλάκα, δε μπορώ άλλο! Πριν, πραγματικά δεν ήθελα να σταματήσω κι ήθελα να τρέξω πιο γρήγορα από ποτέ,», κλαψούρισε, χαϊδεύοντας και ζουλώντας στη δεξιά πλευρά τον θώρακά του. «μα, μα τώρα, δε ξέρω τι έπαθα πάλι ρε θείε, όμως με πεθαίνουν τα πλευρά μου.»
Ο Ντην συνειδητοποίησε πως ο μικρός εαυτός του υπερέβαλε τώρα δραματικά. Όντως υπήρχε κάποια ενόχληση στο σημείο όπου έτριβε, αλλά όχι και τόσο σημαντική όσο η δήλωσή του.
Ο Μπόμπι όμως φάνηκε να τον πιστεύει γιατί σταμάτησε να τον σπρώχνει και η ευχάριστη διάθεσή του άλλαξε και σοβάρεψε κατά πολύ. «Απ' το ένα μέχρι το δέκα;»
«Δέκα! Έντεκα! Δε μπορώ να σταθώ σου λέω!»
«Δέκα;», έσκυψε και του άνοιξε την πόρτα. «Έλα, μπες μέσα τότε κι άσε την προπόνηση για σήμερα. Καλύτερα να πάμε κατευθείαν στο ιατρικό κέντρο. Ίσως βιαστήκαμε. Δε θα 'πρεπε αυτή τη βδομάδα να 'χεις τόσο έντονες ενοχλήσεις.»
Ο Ντην που ήταν έτοιμος να σκαρφαλώσει στη θέση, γλίστρησε ξανά έξω. «Ε, όχι και δέκα.», σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του με το μανίκι του, ξεφυσώντας. «Μπα, όχι. Μάλλον έξι θα το 'λεγα.»
«Ό,τι πεις αγόρι μου. Μόνο εσύ ξέρεις τι σου συμβαίνει. Αλλά και πάλι, για παν ενδεχόμενο μόλις γυρίσουμε σπίτι θα πάρω τηλέφωνο να συμβουλευτώ τη Δρα. Χιού.», χτύπησε τη θέση του συνοδηγού κάνοντάς του νόημα να ανεβεί. «Μπορεί να μας γράψει πάλι να πάρεις, αν χρειαστεί, αντιφλεγμονώδη παυσίπονα.»
«Ενέσεις;», σχεδόν τσίριξε ο Ντην. «Θείε με ζαβλακώνουν και το μόνο που θέλω να κάνω είναι να κοιμάμαι!», γκρίνιαξε έντονα. «Ή πες μου πως εννοείς απ' τ' άλλα τα…Όχι! Φεύγω!», έκλεισε με δύναμη την πόρτα του αγροτικού και ξεκίνησε να τρέχει με πιο σταθερούς αλλά γρήγορους ρυθμούς.
Ο Μπόμπι έβαλε μπρος και φτάνοντας δίπλα στο παιδί, ισορρόπησε την ταχύτητα του αυτοκινήτου με την ταχύτητά του, έτσι ώστε να το έχει ορατό στο παράθυρο του συνοδηγού. «Βρε πότε είπα εγώ τη λέξη "ένεση"; Αν χρειαστεί είπα θα πάρεις κάποιο φάρμακο για να μη πονάς, δε σ' το 'πα για να σε φοβερίσω. Τίποτα δεν είναι σίγουρο, θα δούμε τι θα μας πει η γιατρός.», κορνάρισε και πάλι κοφτά. «Έλα, σταμάτα και μη κουράζεσαι άλλο. Μια χαρά είναι και τα τέσσερα μίλια για πρώτη φορά. Ανέβα είπα!»
«Πλάκα σου 'κανα. Δε πονάω καθόλου, είμαι μια χαρά! Να κοίτα!», χοροπήδησε επίτηδες σαν κατσικάκι και αύξησε το τρέξιμό του για να ξεπεράσει το αγροτικό, πιέζοντας όμως διαρκώς και τη δεξιά πλευρά του θώρακά του με το δεξί του καρπό.
Ο Μπόμπι γκάζωσε νευρικά, μόλις προσπέρασε τον Ντην έστριψε το τιμόνι προς τα δεξιά και φρενάροντας απότομα μπροστά του, του έκοψε τον δρόμο. Άνοιξε ξανά την πόρτα του συνοδηγού. «Μέσα. Τώρα! Λήξη προπόνησης και συζήτησης αλλιώς θα κατέβω.»
Ο Ντην μπήκε και έκατσε χωρίς άλλη κουβέντα και φόρεσε τη ζακέτα της φόρμας του που του έδωσε ο Μπόμπι. «Θ-θείε;», ρώτησε επιφυλακτικά, αφήνοντας χωρίς παράπονα να του την κουμπώσει λες και ήταν μωρό που δεν ήξερε τον τρόπο. «Τσατίστηκες;»
«Νομίζεις πως έχω λόγο να τσατιστώ για κάτι;», μιας και ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα, του έβαλε και τη κουκούλα για να τον προστατέψει από το Γεναριάτικο, πρωινό κρύο που είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο τσουχτερό.
«Ναι. Γιατί δεν μπόρεσα να ολοκληρώσω τη διαδρομή.»
Ο Μπόμπι έσκυψε πάνω στον Ντην και νευρικά άρχισε να γυρίζει το μοχλό στην πόρτα του συνοδηγού για να κλείσει το παράθυρο δίπλα του. «Μπα δε νομίζω. Για σκέψου το λίγο καλύτερα.»
«Μ-μήπως τα πήρες γιατί σου 'πα ψ-ψέματα;»
«Bingo! Ποιό ψέμα σου όμως απ' όλα νομίζεις πως μ' έκανε να "τα πάρω" μικρέ; Το πρώτο, το δεύτερο ή το τρίτο;»
Ο Ντην της ανάμνησης αλλά και ο θεατής άρχισαν ταυτόχρονα να μετράνε. «Θείε,», το αγόρι κρατούσε δύο δάχτυλα όρθια, «δύο φορές είπα ψέματα, όχι τρεις. Είπα στην αρχή δέκα στη κλίμακα πόνου και μετά έξι.»
«Μετά όμως είπες πως δε πονάς καθόλου κι αυτό για μένα ήταν, απ' τα τρία, το χειρότερο ψέμα. Ντην άκουσέ με προσεχτικά, δε θέλω να παίζουμε μ' αυτά τα πράγματα!», ο Μπόμπι οδηγούσε δίχως να τον κοιτάζει. «Νομίζεις πως δε καταλαβαίνω πότε έχεις ενοχλήσεις; Νομίζεις πως δεν φαίνεται πότε πονάς ή μήπως νομίζεις πως είσαι τόσο καλός θεατρίνος που μπορείς να το κρύβεις; Μάντεψε! Δεν είσαι!», χτύπησε εμφατικά το χέρι του στο τιμόνι και ο Ντην ξαφνιασμένος, πετάχτηκε ελαφρά, γλιστρώντας ταυτοχρόνως πάνω στη θέση του μερικά εκατοστά προς το παράθυρο και μακριά από τον Μπόμπι. «Είναι η πρώτη φορά που κάνεις προπόνηση απ' τον περσινό Νοέμβριο. Έχεις να τρέξεις παραπάνω από δύο μήνες, οπότε είναι απόλυτα φυσιολογικό που κουράστηκες τόσο. Γι' αυτό ήρθα μαζί σου με τ' αγροτικό. Το 'ξερα πως το σημερινό θα σου 'βγαινε ξινό ρε αγόρι μου.», άφησε το χέρι του από το τιμόνι, μετανιωμένος που το είχε κοπανήσει και είχε τρομάξει με τέτοιο τρόπο τον ανιψιό του και του χάιδεψε το κεφάλι απαλά πάνω από τη κουκούλα για να τον χαλαρώσει. «Όμως ακριβώς επειδή ξέρω πόσο αργή και δύσκολη,», τόνισε τις λέξεις του για να τους δώσει βαρύτητα, «είναι η ανάρρωσή σου μετά το κώμα, γι' αυτό θέλω όταν αισθάνεσαι κάπως να μου το λες κατευθείαν.»
Ο θεατής Ντην, αναρωτήθηκε για ποιό λόγο θυμόταν τόσο αμυδρά το περιστατικό που του είχε συμβεί παρόλο που τώρα συνειδητοποιούσε πως τελικά ήταν αρκετά επικίνδυνο.
Η βίαιη επίθεση ενός μεταμορφικού τέρατος που είχε πάρει τη μορφή του Τζον, σε ένα μοτέλ στο Grand Forks[2] στις 2 Νοεμβρίου του 1990, τον είχε αφήσει σε κωματώδη κατάσταση με εγκεφαλική βλάβη λόγω σοβαρής διάσεισης, δυο σπασμένα πλευρά και πολλαπλά χτυπήματα από ξυλοδαρμό με ζώνη σε όλο του το κορμί. Τώρα βλέποντας αυτήν την ανάμνηση από πρώτο χέρι, μπόρεσε να θυμηθεί περισσότερες λεπτομέρειες του ξεχασμένου περιστατικού.
Αφού είχε καταφέρει να συνέρθει από το κώμα στο νοσοκομείο του Φάργκο, οι τρεις Γουίντσεστερς μετακόμισαν τη τρίτη βδομάδα του Νοεμβρίου, στο σπίτι του Μπόμπι στο Σιού Φόλς και είχαν παραμείνει εκεί για αρκετό καιρό μετά. Κοντά στον ένα χρόνο.
Ο Ντην θυμήθηκε πως οι πρώτες τέσσερις εβδομάδες του στο δρόμο προς την ανάρρωση ήταν πραγματικά από τις πιο δύσκολες. Είχε περάσει τις μέρες του με το να τον μεταφέρουν σαν να ήταν μωρό στα χέρια, το βράδυ στο κρεβάτι και τη μέρα στον καναπέ, με πλήρης ακινησία, αφού κάθε προσπάθεια κίνησης του ήταν επώδυνη. Ήταν διαρκώς μουδιασμένος και ζαλισμένος από τα φάρμακα και τα παυσίπονα που έπαιρνε αλλά και από τα επακόλουθα συμπτώματα της σοβαρής διάσεισής του.
Μπέρδευε συχνά την πραγματικότητα με τους εφιάλτες που τον τρομοκρατούσαν, καθώς στο πρόσωπο του ίδιου του του πατέρα έβλεπε πολύ συχνά και σε απροειδοποίητες στιγμές το τέρας που είχε πάρει τη μορφή του για να τους ξεγελάσει και τελικά να τους επιτεθεί.
Ο Τζον είχε ξυρίσει μέχρι και το κεφάλι του γουλί και είχε αφήσει μούσι και μουστάκι για να αλλάξει την εικόνα που είχε το Νοέμβριο, σε μια προσπάθεια να σταματήσει να τρομάζει διαρκώς με το παρουσιαστικό του όχι μόνο τον Ντην αλλά και τον Σάμι. Μια προσπάθεια που δεν είχε δυστυχώς ιδιαίτερα αποτελέσματα.
Ο Ντην λόγω της άσχημης περιπέτειάς του, είχε γίνει αδύναμος, φοβικός, εμμονικά προσκολλημένος στον πατέρα του, στον αδερφό του και στον Μπόμπι, τους οποίους ήθελε να τους έχει συνέχεια κοντά του για να τους προστατεύει, αλλά και να τον προστατεύουν.
Ήταν μια αρκετά δύσκολη περίοδος και για τους τέσσερις την οποία για κάποιο λόγο ο Ντην είχε ξεθωριάσει από τη μνήμη του. Βέβαια μετά από σαράντα ολόκληρα χρόνια στη Κόλαση, πολλές από τις αναμνήσεις του είχαν πλέον ξεθωριάσει.
«Έτσι φιλαράκο;», η φωνή του Μπόμπι τον έβγαλε από τον ειρμό του. «Καθαρά και σταράτα. Ούτε υπερβολές για να γλιτώνεις εύκολα απ' τις υποχρεώσεις σου, αλλά ούτε και να το κρατάς κρυφό για οποιονδήποτε λόγο.»
«Η αλήθεια είναι θείε, πως πριν, όταν έτρεχα, δε πονούσα καθόλου.», άκουσε τον εαυτό του να λέει ντροπαλά. «Αλλά μετά πραγματικά άρχισε να μ' ενοχλεί κάπως.»
«Επίπεδο;»
«Οχτώ όταν έβηχα και ξερνούσα, τέσσερα πριν που μιλούσαμε και τώρα τρία. Μπορεί και δύο. Μισό να δω.», έβαλε τη παλάμη του στο σημείο πάνω από τη φόρμα του και πήρε επίτηδες μια απότομη βαθιά αναπνοή. «Ναι, δύο τώρα και μόνο όταν αναπνέω.»
«Μόνο όταν αναπνέω, λέει.», γέλασε κουρασμένα ο Μπόμπι με τον ισχυρισμό του παιδιού. Έστριψε εκτός δρόμου και μπήκε μέσα στη μάντρα αυτοκινήτων του. «Δηλαδή μπορούμε να κάνουμε λίγη προπόνηση στην πυγμαχία μιας και δεν ολοκλήρωσες το τρέξιμό σου;», πάρκαρε και έσβησε τη μηχανή. «Θα κοιτάξουμε να μην αναπνέεις πάρα πολύ ή έως και καθόλου.», αστειεύτηκε, μα ο Ντην δεν έπιασε το αστείο του και φάνηκε να τον πιστεύει γιατί χαμήλωσε το κεφάλι του και χώθηκε μέσα στη ζακέτα του.
«Ό,τι θες εσύ θείε.», ψέλλισε κουρασμένα και ηττημένα.
«Ή!», έκανε παύση για έμφαση. «Ή λέω, κάνεις ντους, ξυπνάμε τον Σάμι κι αφού είναι Σάββατο και δεν έχετε σήμερα σχολείο, πάμε μια βόλτα ως το εστιατόριο του Καρλ για πρωινές βάφλες και μίλκσεηκ; Έχουμε να τον επισκεφτούμε από πριν την Ημέρα Ευχαριστιών.»
«Ναι θείε, ναι! Θα 'μαι έτοιμος σε δέκα λεπτά! Ξύπνα τον Σάμι εσύ!», το παιδί πετάχτηκε έξω από το αμάξι, για να κάνει ντους το συντομότερο δυνατό.
«Χαζό μικρό, χαρά γεμάτο.», μονολόγησε πικρά ο θεατής Ντην, ενώ αισθανόταν την πραγματική χαρά του εντεκάχρονου Ντην, που βγαίνοντας από το αγροτικό, λιγουρευόταν τις βάφλες που θα έτρωγε και αναρωτιόταν τι σιρόπι θα διάλεγε και τι είδους σοκολάτες θα έβαζε, σαν να το ζούσε κι εκείνος ταυτόχρονα. «Νόμιζες πως με βάφλες και με βόλτες θα περνούσες αυτή τη μέρα. Φουκαριάρικο.»
Πριν όμως προλάβει να πλησιάσει την κεντρική είσοδο του σπιτιού του Μπόμπι, κάποιος τον άρπαξε απότομα από πίσω, σηκώνοντάς τον πάνω από το έδαφος και τον ακινητοποίησε σε δυνατή λαβή, σφίγγοντάς τον από το στήθος, κλείνοντάς του το στόμα για να μη μπορεί να φωνάξει.
«Σ' έπιασα!», του ψιθύρισε βραχνά στο αυτί ζουλώντας τον ασφυκτικά. «Τι θα κάνεις τώρα;»
Ο Ντην δάγκωσε το χέρι που του κάλυπτε το στόμα και έδωσε μια γερή πισινή κλωτσιά. «Θα σου ξεριζώσω τους πνεύμονες!», φώναξε απειλητικά και άρπαξε το χέρι που είχε δαγκώσει, πασχίζοντας να το δαγκώσει ξανά.
«Έ!, έϊ!, ε!», έσκουξε ο επιτιθέμενος άνδρας προσπαθώντας να τραβήξει το χέρι του μακριά από το στόμα του Ντην. «Σωστή αντίδραση αλλά μην είσαι δαγκανιάρης!», τον γύρισε για να τον δει, κρατώντας τον σε κανονική άνετη αγκαλιά και ο Ντην που τον είχε ήδη αναγνωρίσει τον έσφιξε δυνατά και παρόλο το μπόι του, διπλώθηκε και κατάφερε να κουρνιάσει άτσαλα, σα νήπιο στον κόρφο του. «Μπόμπ, πρόσεχε με τα θηράματά σου, νομίζω πως σου ξέφυγε αυτό το ρουγκαρού.», γέλασε, χαϊδεύοντας στοργικά το αγόρι, φιλώντας το στο κεφάλι πάνω από τη κουκούλα.
Έβγαλε επιδεικτικά τις επάργυρες, στρατιωτικού τύπου ταυτότητες που είχε κρεμασμένες στο λαιμό, τις έδειξε στον Ντην και στον Μπόμπι και τις ακούμπησε στα χείλια του. Ο Μπόμπι απέναντί του φίλησε μια ασημένια καδένα που φορούσε στον καρπό και ο Ντην μη ξεκολλώντας από το στέρνο του μπαμπά του φίλησε την ασημένια βερίτσα που φορούσε στο δάχτυλό του.
Ο πρώην υποδιευθυντής της σχολής βασανιστών μεταφέρθηκε κατευθείαν από την Κόλαση στον Παράδεισο. Πόσο πολύ του είχε λείψει ο πατέρας του. Η φωνή του, η μυρωδιά του, η αγκαλιά του και τώρα είχε όλα τα ερεθίσματα και τα συναισθήματα διαθέσιμα. Έμεινε αποσβολωμένος να απολαμβάνει αυτό το μοναδικό και αναντικατάστατο συναίσθημα που είχε να νιώσει από την εποχή που ήταν παιδί.
«Πότε ήρθες Τζον;», ο Μπόμπι πήρε έναν μπλε αθλητικό σάκο από τη καρότσα του αγροτικού και την κρέμασε στον ώμο του. «Δε σε περιμέναμε. Αν το 'ξερε ο Σάμι θα είχε ήδη ξυπνήσει.»
«Δε πειράζει, ας κοιμηθεί λίγο παραπάνω μπας και μεγαλώσει πιο γρήγορα. Θυμήθηκα που 'πες πως σήμερα θα δοκιμάζατε να κάνετε κανονική προπόνηση με τον Ντην και μιας και τελείωσε η δουλειά μου πολύ γρήγορα από προχθές, είπα να μην κοιτάξω γι' άλλη και να 'ρθω να του στήσω ενέδρα. Αλλά βλέπω πως ήρθατε με τ' αγροτικό κι όχι τρέχοντας.», χοροπήδησε τον Ντην στα χέρια του για να τον ανασηκώσει. «Τι έγινε φιλαράκο όλα καλά; Είχαμε κανένα θεματάκι;»
«Όχι, κανένα.», απάντησε ο Ντην σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους του.
«Κατάφερε τέσσερα μίλια σήμερα. Βέβαια πριν αγγίξαμε στην κλίμακα πόνου τ' οχτώ, αλλά τώρα πέσαμε στο δύο, λέει.», είπε ο Μπόμπι με νόημα, ξύνοντας σκεφτικός το πηγούνι του. «Σκεφτόμουν μετά να πάρω τη Δρα. Χιού ένα τηλέφωνο για καλό και για κακό. Εσύ τι λες;»
«Όχι θείε δε χρειάζεται να την ενοχλούμε Σαββατιάτικα!», γκρίνιαξε ο Ντην. «Τώρα είμαι στο μηδέν μπαμπά!», βιάστηκε να δικαιολογηθεί, αλλά ο ενήλικας Ντην ήξερε και αισθανόταν πως αυτό ήταν ένα ακόμα ψέμα. Μετά το απότομο τράβηγμα και ζούληγμα από την λαβή του Τζον, ο πόνος είχε σκαρφαλώσει στο πέντε. «Μηδέν σου λέω! Αν θες πάμε πάλι για ένα γύρο. Είσαι; Σε περνάω!», του χάιδεψε περιπαικτικά τις κοντές τρίχες στο ξυρισμένο του κεφάλι.
«Απ' το οχτώ στο μηδέν έτσι απλά, έ;», ρώτησε δύσπιστα ο Τζον και τον χτύπησε μαλακά στον πισινό. «Καλά, ας δούμε πώς θα εξελιχθεί η μέρα και βλέπουμε.», έκλεισε το μάτι του με νόημα στον Μπόμπι εννοώντας πως θα έπαιρνε ο ίδιος τηλέφωνο λίγο αργότερα. «Αλλά, δεν βλέπω και καμία σημαντική διαφορά απ' την προηγούμενη βδομάδα.», τον κούνησε ελαφρά υπολογίζοντας το βάρος του. «Τι συμβαίνει; Δε σ' αρέσει η μαγειρική του Μπόμπ;», γέλασε με τη γκριμάτσα θιγμένης έκπληξης που έκανε ο Μπόμπι. «Μου φαίνεται πως πρέπει να σας φτιάξω πάλι το περίφημο στιφάδο μου με έξτρα καγιέν. Το ξέρεις πως ίσα με τον μικρό έχεις μείνει;»
«Υπερβολές.», πετάχτηκε ο Μπόμπι. «Τρία κιλάκια και θα επανέρθει στα κυβικά του. Να τώρα αυτό συζητούσαμε στ' αμάξι, είμαστε μεταξύ προπόνησης στη πυγμαχία και βάφλες στου Καρλ.»
Ο Τζον κατέβασε τον γιο του στο έδαφος, απογοητεύοντας τον θεατή Ντην που ήθελε να συνεχίσει την επαφή με τον πατέρα του.
«Ας κάνουμε και τα δύο τότε. Λίγη προπόνηση, ένα-δυο ματσάκια και μετά φύγαμε για πρωινό. Ντην μπορείς;»
«Αμέ!», απάντησε με προσποιητό ενθουσιασμό και παρόλο που δεν ήθελε να κάνει άλλη σωματική άσκηση, σήκωσε τα μανίκια του και πήγε προς το σακίδιο που κρατούσε ο Μπόμπι.
Ο πατέρας του είχε έρθει αποκλειστικά για αυτόν. Δεν θα τον απογοήτευε κάνοντας σα παραχαϊδεμένο μωρό. Χώρια που έπρεπε να του αποδείξει πως δε χρειαζόταν πια γιατρούς και ειδικά ενέσεις. Φόρεσε τα γάντια του μποξ με τη βοήθεια του Μπόμπι, όμως όταν ήρθε η ώρα για το δεύτερο ζευγάρι, κοίταξε τον θετό θείο του προσπαθώντας να επικοινωνήσει σιωπηλά μαζί του και να τον κάνει να τα φορέσει ο ίδιος.
Ο Μπόμπι ήταν σταθερός, αμυντικός και αργός αντίπαλος και τα χτυπήματά του καλά μελετημένα και ήπια, σε αντίθεση με το στυλ του Τζον που ήταν σαφώς πιο επιθετικό, γρήγορο, πονηρό, νευρικό και πάνω στη μάχη μπορεί να έριχνε και κανένα πιο ισχυρό κροσέ επίτηδες για να συνηθίσει τον Ντην στα γερά χτυπήματα.
«Τζον να κάνω εγώ ή θέλεις εσύ;», ο Μπόμπι κούνησε τα γάντια, αγνοώντας επίτηδες τον Ντην, παρόλο που πρόσεξε την αντίδρασή του.
«Μα γι' αυτό ήρθα σήμερα Μπόμπ, θέλω να παίξω με τον Ντην.», ο Τζον πρότεινε τα χέρια του στον Μπόμπι. «Τώρα! Τώρα θα δούμε τι αξίζεις μάγκα μου!», απείλησε ψεύτικα τον γιο του με χαρούμενη διάθεση.
«Μη το παρακάνεις, έτσι; Έχει καιρό να παίξει και δεν κάναμε ακόμα εξάσκηση ούτε στα βασικά. Χαλαρά και ήρεμα σήμερα, έτσι Τζον;», προειδοποίησε ο Μπόμπι διακριτικά για να μην τον ακούσει ο Ντην, ενώ του φορούσε τα γάντια. «Δεν έχει ακόμα καλό συντονισμό κι αντανακλαστικά. Προχθές ο Σάμι του πέταξε ένα μπαλάκι και τον πέτυχε κατευθείαν στο κούτελο. Κανόνισε μη σου ξεφύγει καμιά αδέσποτη στη δεξιά του πλευρά και δε προλάβει να την μπλοκάρει και…»
«Ξέρω!», τον διέκοψε ψιθυριστά μόλις ο Μπόμπι του έδεσε τα γάντια και ξεκίνησε τα επιτόπια πηδηματάκια, χτυπώντας τα μεταξύ τους δυνατά. «Έτοιμος Ντην;», σήκωσε το δεξί γάντι του.
«Πάμε.», ο Ντην που ήδη αντέγραφε τις κινήσεις του Τζον σα μαϊμουδάκι, το ακούμπησε και κατευθείαν σήκωσε τα γάντια του για να προστατέψει το πρόσωπό του. Σαν να το ήξερε, πριν προλάβει να κάνει κίνηση, δύο ελαφριά κροσέ έσκασαν πάνω στα γάντια του από τη αριστερή πλευρά και δύο από τα δεξιά.
«Σωστός!», ο Τζον έκανε προσποιητικό βηματισμό προς τα αριστερά και γυρίζοντας επιδέξια το σώμα του, βρέθηκε στην αριστερή πλευρά του Ντην, όπου και του έσκασε κάτω από τον αγκώνα ακόμα δύο ασήμαντα, διαδοχικά άπερκατς με το δεξί, ίσα - ίσα για να του δείξει ότι είχε άνοιγμα. «Εδώ όμως λάθος!»
Ο Ντην πήδησε προς τα πίσω ξεφυσώντας εκνευρισμένος που μέσα σε λιγότερο από πέντε δευτερόλεπτα έχασε έδαφος και αφότου έσκυψε για να αποφύγει μια γροθιά που ερχόταν κατευθείαν πάνω στη μύτη του, πλησίασε αρκετά τον Τζον και του έριξε έναν καταιγισμό χτυπημάτων με άψογο συνδυασμό κινήσεων.
«Πιο δυνατά! Κοπάνα, μη φοβάσαι, αντέχει πολλά ο γέρος σου!», τον ώθησε ο Τζον, παίρνοντας αμυντική, σκυμμένη στάση, αφήνοντας στο γιο του τον χρόνο να συνεχίσει να τον γρονθοκοπεί με όλη του την ορμή σαν να ήταν σάκος του μποξ, στα γάντια που προστάτευαν το πρόσωπό του και στα μπράτσα και τους βραχίονες που κάλυπταν το κορμί του.
«Έτσι Ντην.», του φώναξε ο Μπόμπι. «Τώρα όμως φύγε απ' τη "ζώνη κινδύνου".», συνέχισε και ο Ντην έκανε αμέσως δυο πηδηματάκια πίσω ακούγοντας τη συμβουλή του. «Όταν χτυπάς τον αντίπαλο δεν είναι απαραίτητο πως θα σε φοβηθεί. Το πιο πιθανό είναι να θέλει να σε λιανίσει, οπότε γύρνα το σε άμυνα τώρα.»
Ο Τζον γέλασε λαχανιασμένος συμφωνώντας και πήρε τη σειρά του κάνοντας γρήγορη επίθεση στον Ντην, με μέτριας δύναμης γροθιές, κυρίως στα γάντια του.
«Τα μάτια σου ψηλά, όχι στα πόδια μου!», διόρθωσε και έκανε χώρο στο γιο του που είχε μαζευτεί σε σφιχτή στάση άμυνας. «Μη σταματάς να κινείσαι.»
Του έριξε επίτηδες την πρώτη γερή γροθιά στο κενό που είχε αφήσει πάλι στο αριστερό του πλευρό, στο καπάκι ένα μεσαίο ντιρέκτ πάνω στο αριστερό του μάγουλο μόλις κατέβηκε το αριστερό του γάντι, καταστρέφοντας εντελώς την ροή της άμυνάς του και τελείωσε με ένα αστραπιαίο και αρκετά δυνατό κροσέ πάνω στο ανοιχτό, απροστάτευτο στέρνο του.
Ο Ντην παραπάτησε ξαφνιασμένος προς τα πίσω και ενώ βρήκε σχετικά γρήγορα την άμυνά του, όλη η αυτοπεποίθησή του εξαφανίστηκε τελείως. Με παγωμένα μάτια κρυμμένα πίσω από τα γάντια του και κρατώντας διαρκώς την ανάσα του σαν να φοβόταν μέχρι και να αναπνεύσει φυσιολογικά, ξεκίνησε να δέχεται άπραγος, τα χτυπήματα του Τζον, που από μέτριας ισχύος, έγιναν αδύναμα και έπειτα απλό άγγιγμα του γαντιού στο στόχο.
Ο Μπόμπι αναγνώρισε αμέσως το παγωμένο βλέμμα του παιδιού. Τόσες εβδομάδες εξάλλου, το έβλεπε σχεδόν καθημερινά στον Ντην αλλά και στον Σάμι, όταν τα δυο αγόρια έβλεπαν ξαφνικά τον Τζον εκεί που δεν τον περίμεναν ή τον άκουγαν να ανεβάζει λίγο τον τόνο της φωνής του. Κάποιες φορές ακόμα και όταν γελούσε. Τη δέκατη βραδιά της παραμονής τους στο σπίτι του, ο Σαμ έπαθε κρίση πανικού, πλάνταξε στο κλάμα, έκανε εμετό και ανέβασε πυρετό, γιατί απλά ξύπνησε απότομα και είδε τον Τζον να βγάζει τη ζώνη του τζιν του πριν ξεντυθεί.
Το βλέμμα των παιδιών ήταν παρόμοιο με το βλέμμα που παίρνει κάποιος όταν μπερδεύει ένα κομμάτι λάστιχο στο δρόμο με φίδι, ένα κοινό χνούδι πάνω στα ρούχα του με επικίνδυνο έντομο ή ένα ξεχασμένο ρούχο στο σκοτάδι με κάτι το υπερφυσικό.
Τα αγόρια φοβόντουσαν ακόμα, χωρίς να το θέλουν, τον ίδιο τους τον πατέρα γιατί έβλεπαν συνεχώς στο πρόσωπό του την εικόνα του τέρατος που τους είχε επιτεθεί πριν από δυόμιση μήνες.
«Ε, Σούγκαρ Ρέι!», φώναξε ο Μπόμπι στον Τζον με φανερό τον εκνευρισμό στη φωνή του. «Qui timet vestrum[3] ρε! Καλά, στραβωμάρα έχεις; Δεν τον βλέπεις;», ήταν έτοιμος να αρπάξει το λάστιχο και να τον καταβρέξει με παγωμένο νερό. «Είπαμε είναι η πρώτη του μέρα ρε βλαμμένε! Venisti[4], vidisti[5], θα σε χαλούσε πολύ αν σε vicit[6] σήμερα; Τα ίδια και τα ίδια κάθε φορά! Ευτυχώς που δεν είναι ο Σάμι ξύπνιος να 'χουμε κι άλλα, που να σε πάρει ο διάολος!», μουρμούρισε μέσα στα μουστάκια του τη τελευταία του πρόταση.
«Gratias tibi ago ω, Caesar[7]! Και το άκουσα και το τελευταίο!», του φώναξε ο Τζον ενοχλημένος. «Τι έπαθες παλικαράκι μου; Γιατί κρατάς την αναπνοή σου; Χάνεις τον ρυθμό σου έτσι.», ο Τζον που είχε αντιληφθεί και από μόνος του και χωρίς τα λατινικά του Μπόμπι, το γνωστό φόβο του παιδιού του, ελάττωσε κατά πολύ των αριθμό των χτυπημάτων, αφήνοντας απόσταση στο γιο του, συνεχίζοντας όμως να κινείται νευρικά σαν να προσπαθούσε να τον μπερδέψει. «Προς τι ο τζάμπα πανικός;»
«Μου 'κοψες την αναπνοή.», είπε ψέματα ο Ντην, προσπαθώντας σκληρά να καταπιέσει τη παράλογη φοβία του που τον έκανε πλέον να ντρέπεται.
Είναι ο μπαμπάς. Αυτός είναι ο μπαμπάς, δεν είναι το τέρας. Τον είδα που φίλησε τις ασημένιες ταυτότητές του. Τα τέρατα δεν αντέχουν το ασήμι. Ο θείος είναι κοντά μου. Μπορεί όμως να προσπαθεί να μας ξεγελάσει.
Ο θεατής Ντην μπορούσε να ακούσει ακόμα και τις ασυνείδητες σκέψεις του εντεκάχρονου εαυτού του. Μπορούσε να αισθανθεί τον πανικό του να βγαίνει εκτός ελέγχου.
Τις ακούμπησε στα χείλια του, το είδα. Μας έδειξε πως είναι ο αληθινός. Ο Σάμι είναι πάνω και κοιμάται. Ο θείος Μπόμπι είναι εκεί και μας βλέπει. Είναι κοντά μου. Θα προλάβει όμως; Σίγουρα κοιμάται ο Σάμι; Δεν τον είδα τώρα που ήρθαμε! Τις ακούμπησε τις ταυτότητές του ή μήπως όχι;
«Ο Τζον είναι ανάθεμά σε! Χαλάρωσε ρε μικρέ και μη μας τσιτώνεις.», προσπάθησε μάταια ο ενήλικας Ντην να καθησυχάσει τις σκέψεις του παιδιού, καθώς τα συναισθήματά του επηρέαζαν και τον ίδιο κάνοντάς τον να φοβάται τελείως παράλογα και αυτός τον ίδιο του τον πατέρα.
«Συγκεντρώσου Ντην και μην αποσπάσαι!», ο Τζον κατάφερε να διακόψει τον πανικοβαλλόμενο ειρμό σκέψεων του γιου του. «Δεν έγινε κάτι. Είσαι εντάξει. Δεν είσαι; Συνεχίζεις να κρατάς την άμυνά σου, όπως πολύ σωστά κάνεις τώρα, μέχρι να βρεις και πάλι τον ρυθμό της αναπνοής σου και μόλις συνέρθεις και βρεις άνοιγμα, ορμάς.», κατέβασε τα γάντια του κρατώντας τα κολλημένα πάνω στο δεξί γοφό του. «Έλα πάμε, για να σε δω! Τρεις κλωτσιές δεξιά!», άλλαξε στυλ και από πυγμαχία το γύρισε σε κικ – μπόξινγκ για να τον ξεκολλήσει από το σοκ.
Ο Ντην υπάκουσε αυτόματα και έριξε ακόμα τρεις και από την άλλη πλευρά όταν ο Τζον έκανε την ίδια κίνηση με τα γάντια στον αριστερό του γοφό. Χαμογέλασε απρόσμενα ικανοποιημένος από τον εξαιρετικό συντονισμό του αλλά και τη δύναμη των λακτισμάτων του και η διάθεσή του επανήλθε σαν να μην είχε χαθεί ποτέ.
Λίγα δευτερόλεπτα και αρκετά ισάξια χτυπήματα και από τους δύο μετά, ο Μπόμπι έκανε ένα αυτοσχέδιο ηχητικό εφέ καμπάνας ρινγκ χτυπώντας με ένα κατσαβίδι τη ζάντα του αγροτικού του. «Τέλος γύρου. Άιντε κόφτε το. Φτάσατε τα τρία λεπτά.», κοίταξε το χρονόμετρο στο ρολόι του. «Και παραπάνω.»
«Πολύ ωραίες οι προσποιήσεις σου και τα τελευταία σου κροσέ, δυναμίτης! Μπράβο μάγκα μου! Να θυμάσαι να μη χάνεις τον αντίπαλό σου απ' τ' οπτικό σου στόχο και ας κρύβεται πίσω απ' την άμυνά του και να επιστρέφεις τ' αριστερό σου, αμέσως μετά την επίθεση. Σου ξεφεύγει λιγουλάκι.», ο Τζον άπλωσε το γαντοφορεμένο χέρι του. «Κατά τ' άλλα μια χαρά για πρώτη φορά μετά από τόσες 'βδομάδες. Είδα πως σε αποσυντόνισα τελείως με το ντιρέκτ μου. Σε πόνεσε το τράνταγμα; Πώς αισθάνεσαι, μήπως κουράστηκες;»
Τα μάτια του Ντην έλαμψαν από τα λόγια και το ενδιαφέρον του μπαμπά του. «Όχι καθόλου!», απάντησε χωρίς να το καλοσκεφτεί και άπλωσε και το δικό του χέρι για να ακουμπήσει το προτεταμένο γάντι.
«Χαίρομαι φιλαράκο!», αναφώνησε ο Τζον και αρπάζοντας τον Ντην από το χέρι, έβαλε το πόδι του πίσω από τα δικά του και με ένα σπρώξιμο στον θώρακα τον έριξε φαρδύ πλατύ στο έδαφος. «Γιατί τώρα αρχίζει το καλό.», πέταξε τα γάντια του και έβγαλε από τη τσέπη του ένα σετ χειροπέδες.
«Μπαμπά αδικία!», γκρίνιαξε ο Ντην. «Ο θείος Μπόμπι, χτύπησε καμπανάκι, αυτό ήταν αντικανονικό χτύπημα!», πήγε να σηκωθεί, όμως ο Τζον του κλώτσησε συρτά το γάντι από όπου στηριζόταν, ρίχνοντάς τον πάλι κάτω.
«Θα συμφωνούσα απολύτως μαζί σου αν έπαιζα με τους κανόνες του παιχνιδιού, όμως στον πραγματικό κόσμο, πίστεψέ με, τα τέρατα δε πολύ - νοιάζονται για τους κανόνες. Δε θα σταματήσουν στα τρία λεπτά την πάλη κι ούτε θα υπάρχει διαιτητής να σας χωρίσει.», ο Ντην προσπάθησε να σηκωθεί ξανά, όμως ο Τζον με μια απλή λαβή τον ξάπλωσε για μιαν ακόμη φορά στην πλάτη του. «Και φαντάσου πόσο δύσκολη θα 'ναι η μάχη αν μετά από πολύωρη και ξεθεωτική πορεία σε βουνά και λαγκάδια, το τέρας που ανίχνευες και κυνηγούσες, αντί για ένα όπως περίμενες, τελικά βγει πως έχει και παρέα.», έκανε ζωηρό νόημα στον Μπόμπι να έρθει γρήγορα.
«Χαίρετε. Είμαι το δεύτερο τέρας, κολλητός του πρώτου, που δεν είχες καμία ιδέα για την ύπαρξή μου, ω! ανίδεο κι ανόητο Κυνηγόπουλο!», τους πλησίασε ο Μπόμπι με βαριεστημένο ύφος, βάζοντας τα χέρια του στη μέση. «Δηλαδή στα σοβαρά θα το κάνουμε κι αυτό σήμερα;», ρώτησε μουρμουριστά τον Τζον, «Δε φάγαμε ακόμα πρωινό, το 'χω δαγκώσει κι έχω αναλάβει και τα τηλέφωνα ξέρεις.», γκρίνιαξε.
«Μπαμπά γιατί κυνηγάω τέρατα στα βουνά και στα λαγκάδια ολομόναχος; Δεν έχεις πει πως πάντα χρειαζόμαστε σύντροφο στο Κυνήγι;», πετάχτηκε ο Ντην ξαπλώνοντας πιο άνετα στο νωπό έδαφος, βάζοντας τα χέρια του με τα γάντια του μποξ για μαξιλάρι. Δεν έβλεπε το λόγο να δοκιμάσει να σηκωθεί, αφού ο μπαμπάς του θα τον έριχνε και πάλι. Ήδη ο πισινός του πονούσε από τις πολλαπλές πτώσεις. «Πού ακριβώς είστε εσύ κι ο θείος ενώ με κυνηγάνε; Πίνετε μπύρες και ψήνετε μαρσμέλοους με τον Σάμι πίσω στη κατασκήνωση ενώ εγώ κάνω όλη τη δουλειά;»
«Εμείς είμαστε Ντην!», ο Τζον αναφώνησε ιδιαίτερα κεφάτος. «Τα τέρατα μας έκαναν κι εμάς τέρατα! Φάγαμε ήδη τον Σάμι για ορεκτικό και τώρα θα σε πιάσουμε και θα σε φάμε κι εσένα για κυρίως γεύμα!», του κούνησε τις χειροπέδες και τον άρπαξε από το ένα πόδι.
Ο Μπόμπι χαμογέλασε διασκεδάζοντας με την έκπληκτη φάτσα του Ντην και τον έπιασε από τον άλλο αστράγαλο αντιγράφοντας τον Τζον. «Ντην, θα σου πρότεινα να κάνεις γρήγορα κάτι αν δε θέλεις να σε "φάνε" τα δύο αιμοβόρικα "τέρατα" του Σιού Φόλς.», είπε ενώ τον έσερναν κοντά τους επίτηδες αργά και επιδεικτικά, προσπαθώντας ταυτοχρόνως να τον γυρίσουν μπρούμυτα.
«Σαν τι δηλαδή;», η φωνή του Ντην ανέβηκε δύο οκτάβες ενώ ξεκίνησε να προσπαθεί να ξεφύγει, κλωτσώντας και τραβώντας το κορμί του προς τα πίσω σα να έκανε ύπτιο στο χώμα.
«Σε κυνηγάμε μέσα στη μάντρα.», ξεκίνησε να του εξηγεί ο Τζον σταματώντας να τον τραβά. «Προσπαθείς ή να μας νικήσεις σε μάχη σώμα με σώμα,», σήκωσε κατηγορηματικά το χέρι του, «δε σ' το συνιστώ, είμαστε δύο και είσαι μόνος σου. Θα τις φας.», τον συμβούλεψε λες και θα μπορούσε ποτέ ο εντεκάχρονος Ντην να κερδίσει έστω έναν από τους δύο. «Ή προσπαθείς να ξεφύγεις και να κρυφτείς. Αν για δεκαπέντε λεπτά απ' τη στιγμή που θα σε χάσουμε, δε μπορέσουμε να σε βρούμε, κερδίζεις.»
«Τι κερδίζω;»
«Αν όμως σε πιάσουμε και σε δέσουμε με τις χειροπέδες,», δε του απάντησε, «τότε πρέπει μέσα σε δέκα λεπτά να καταφέρεις να λυθείς από μόνος σου και να μας ξεφύγεις πάλι γι' άλλα δεκαπέντε λεπτά. Είναι απλές αστυνομικές χειροπέδες και τις βγάζεις με τον τρόπο που σου 'δειξα τις προάλλες, πριν τα Χριστούγεννα. Θυμάσαι ή να κάνουμε μια γρήγορη επανάληψη;», άνοιξε τις χειροπέδες και του τις έδειξε.
«Νομίζω πως θυμάμαι. Εδώ, έτσι;», έδειξε ο Ντην στο μπαμπά του αγγίζοντας με το γάντι του, το σημείο που έπρεπε να "σκαλίσει".
«Πρώτα όμως;»
«Α, ναι, πρώτα εδώ.», έδειξε το πρώτο σημείο.
«Ναι εκεί. Μη το ξεχνάς!», του έκλεισε το μάτι με νόημα. «Ελπίζω να φοράς εκείνο που σου 'φερε ο άγιος Βασίλης αλλιώς δε θα προλάβεις μέσα σε δέκα λεπτά.»
Ο Ντην χαμογελώντας περήφανα σήκωσε το γαντοφορεμένο του χέρι και κούνησε τον καρπό του για να του δείξει το μαύρο κομποσκοίνι που του είχε κάνει ο Τζον δώρο τα Χριστούγεννα. Στον πυρήνα του κομποσκοινιού και καλά κρυμμένο κάτω από τους κόμπους και τις χάντρες υπήρχε ένα μεταλλικό εργαλείο, ιδανικό για τέτοιου είδους αποδράσεις.
«Σωστός!», τις τράβηξε πίσω. «Και κακομοίρη μου, έτσι και δε μπορέσεις να λυθείς μέσα σε δέκα λεπτά…», ο Τζον κούνησε το κεφάλι του, κλείνοντας τα μάτια του θεατρικά, δαγκώνοντας με νόημα τα χείλια του, προσπαθώντας να παραμείνει σοβαρός.
«Θα σε λύσω εγώ και θα πάμε επιτέλους για τις ριμάδες τις βάφλες που τις λιγουρεύομαι απ' την ώρα που τις πρότεινα!», πετάχτηκε ο Μπόμπι, καταρρίπτοντας το χιουμοριστικά απειλητικό κλίμα που ήθελε να χτίσει ο Τζον, φοβούμενος μη τυχόν και ο Ντην το πάρει κυριολεκτικά. Οι τελευταίες βδομάδες ήταν τόσο παράξενες και για τους τέσσερις. «Άιντε να τελειώνουμε για σήμερα, έχουμε κι άλλες δουλειές. Πιάσ' τον!», φώναξε στον Τζον, «Κι εσύ σπόρε, τι μας κοιτάς σα χάχας;», πήγε να αρπάξει τον Ντην, «Τρέχα!»
Ο Ντην σύρθηκε χαμογελώντας με πονηρό ενθουσιασμό δύο μέτρα μακριά από τα χέρια τους και έπειτα σαν ελατήριο, τινάχτηκε όρθιος και άρχισε να τρέχει ανάμεσα από τα εκατοντάδες, παροπλισμένα, παλιά και κατεστραμμένα αυτοκίνητα που ήταν παρκαρισμένα φαινομενικά άτακτα μέσα στη μάντρα.
Μόλις τους έχασε από το οπτικό του πεδίο, σταμάτησε να τρέχει για να μη κάνει φασαρία και σκυμμένος, συνέχισε να ελίσσεται γοργά μέσα από τα αμάξια, έχοντας ανοιχτά αυτιά και μάτια.
Άκουσε τον Μπόμπι και το μπαμπά του να μιλάνε και να γελάνε μεταξύ τους κάπου στην απόσταση ενώ τον έψαχναν με αργούς ρυθμούς και αποφάσισε να απομακρυνθεί όσο το δυνατό περισσότερο από τον ήχο τους, πότε σέρνοντας τα πόδια του για να σβήσει τα ίχνη του και πότε περπατώντας επίτηδες ανάποδα για να είναι προσανατολισμένες οι πατημασιές του στην αντίθετη κατεύθυνση.
Ήταν σίγουρος πως τον είχαν χάσει και διακινδύνεψε να σηκωθεί για να ελέγξει την περιοχή. Οι δύο Κυνηγοί όμως είχαν χωριστεί και βρίσκονταν αρκετά κοντά του σε αντίθετες κατευθύνσεις ο ένας από τον άλλο. Πίσω του υπήρχε το ψηλό συρματόπλεγμα της μάντρας και δεξιά και αριστερά του, ο Μπόμπι και ο μπαμπάς του. Είχε κάπως καταφέρει να παγιδευτεί.
Βρίζοντας άηχα έβγαλε τα γάντια του μποξ που φορούσε τα έκρυψε και άνοιξε το καπό του πορτ μπαγκάζ, από ένα σαραβαλιασμένο, σκουριασμένο, λαδί Dodge Charger του '70 που βρισκόταν ακριβώς μπροστά του. Όσο πιο αθόρυβα μπορούσε, μπήκε μέσα, ξάπλωσε και αποφάσισε να περάσει τα τελευταία ελάχιστα λεπτά του παιχνιδιού σιωπηλά κρυμμένος.
«Μέγα λάθος μικρέ.», αναλογίστηκε ο θεατής Ντην μέσα στο απόλυτο σκοτάδι του πορτ μπαγκάζ επαναφέροντας στη μνήμη του τη σειρά των γεγονότων, «Έπρεπε να συνεχίσω να κινούμαι.», μετάνιωσε την λανθασμένη επιλογή του μικρού Ντην, ενώ ταυτοχρόνως ένιωθε μαζί του τη ζωντάνια από την έκλυση αδρεναλίνης να γαργαλάει το στομάχι του.
Τα λεπτά περνούσαν και ο Ντην δε μπορούσε να ακούσει τίποτα έξω από τη κρυψώνα του. Ένιωθε πως είχαν περάσει ήδη τα δεκαπέντε λεπτά και δεν τον είχαν ανακαλύψει ακόμα. Είχε καταφέρει να κερδίσει το παιχνίδι. Χαρούμενος αποφάσισε να βγει και να πάει να τους συναντήσει. Οι έμπειροι Κυνηγοί δεν είχαν καταφέρει να τον ξετρυπώσουν. Σίγουρα θα ήταν περήφανοι για τις ικανότητές του.
Μόλις δοκίμασε όμως να σηκώσει το καπό, συνειδητοποίησε πως είχε κλειδωθεί μέσα και δε μπορούσε να το ανοίξει. Έσπρωξε μάταια με όλη του τη δύναμη, σπρώχνοντας με τη πλάτη και τα χέρια, μέχρι που ίδρωσε από το ζόρι και λαχάνιασε από τον κόπο.
Άρχισε να πανικοβάλλεται γιατί όσο και να προσπαθούσε δε μπορούσε να διακρίνει τίποτα μέσα στο μαύρο, κλειστοφοβικό σκοτάδι. Ψαχούλεψε στα τυφλά για κάποιο μοχλό, ή πόμολο αλλά τα δάχτυλά του δεν εντόπιζαν κάτι. «Μπαμπά κλειδώθηκα μέσα στο πορτ μπαγκάζ!», ξεκίνησε να φωνάζει δυνατά κοπανώντας το καπό με τις γροθιές του αδιαφορώντας πλέον για το παιχνίδι. «Θείε Μπόμπι δε μπορώ να βγω έξω!», συνέχισε να γρονθοκοπεί το εσωτερικό του πορτ μπαγκάζ, μέχρι που οι αρθρώσεις των δακτύλων του άρχισαν να πάλλονται από τους πόνους και να τσούζουν από τα πολλαπλά μικροκοψίματα. «Μπαμπά είμαι εδώ μέσα! Μ' ακούει κανείς; Βγάλτε με από 'δώ!», φώναξε πανικόβλητα και αυτή θα ήταν από τις τελευταίες συνεκτικές προτάσεις που θα κατάφερνε να συντάξει εκείνο το γεναριάτικο, παγωμένο πρωινό.
«Μη φοβάσαι μικρέ.», ο θεατής Ντην που ένιωθε κι αυτός τον πανικό και τον τρόμο να αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο μέσα του, θέλησε μάταια να καθησυχάσει τη φοβισμένη, νεαρή εκδοχή του. «Θα 'ρθουν σε λίγο. Σε ψάχνουν και οι δύο, μη βιάζεσαι!», θυμήθηκε τι επακολούθησε.
Ο εντεκάχρονος Ντην γύρισε ανάσκελα, κρατώντας τις πληγιασμένες του γροθιές πάνω στο στήθος του και μέσα από μια πλημμύρα δάκρυα ξεκίνησε να κραυγάζει σα παγιδευμένο ζώο εκτός εαυτού και να κλωτσάει ασταμάτητα με το δεξί του πόδι το καπό του πορτ μπαγκάζ, πότε με τη μύτη και πότε με τη σόλα του αθλητικού του, ασκώντας ολοένα και περισσότερη ισχύ.
«Σταμάτα ανόητε!», φώναξε δυνατά ο θεατής Ντην πασχίζοντας να ακουστεί, ενώ το καταφαγωμένο, από τα χρόνια στρώματα σκουριάς και υγρασίας, καπό σχίστηκε και σε ένα ισχυρό λάκτισμα, το πέλμα και ο αστράγαλος του αγοριού διαπέρασε πλήρως το μέταλλο. «Μην το τραβήξεις Ντην. Μην το τραβήξεις!», δοκίμασε να αλλάξει την έκβαση της ανάμνησής του, όμως ήταν ήδη πολύ αργά.
Ξαφνιασμένος που το πόδι του τρύπησε το καπό δοκίμασε να το ελευθερώσει, τραβώντας απότομα το παγιδευμένο μέλος του με τραγικό αποτέλεσμα. Το σάπιο μέταλλο σφίχτηκε σα μέγγενη γύρω από τη γάμπα του, πολύ κοντά στον αστράγαλό του και οι κοφτερές σα ξυράφια άκρες του, χαράκωσαν το δέρμα του και καρφώθηκαν μέσα στη σάρκα του, μαγκώνοντάς τον. «Μπαμπάκα μου!», ξελαρυγγίστηκε έντρομος με σπασμένη φωνή, νιώθοντας τη γάμπα του να ξεσκίζεται και καυτό αίμα να κυλάει, έτσι όπως ήταν ανάσκελα και με το πόδι ψηλά, μέσα από τη φόρμα του και να μουσκεύει τα πάντα ως τον μηρό και τον καβάλο του.
Έβαλε το αριστερό του πέλμα πατώντας στο στέρεο μέρος του καπό και δοκίμασε και πάλι να τραβήξει το πόδι του, γυρίζοντάς το. Έντονοι εκτυφλωτικοί πόνοι και μια νέα πλημμύρα αίματος ευτυχώς τον απέτρεψαν εντελώς από τη τελείως λανθασμένη προσέγγισή του να ελευθερωθεί. «Θείε!», συνέχισε να βογκάει ξέπνοα και να κλαίει με πνιχτά αναφιλητά.
Άρχισε να αισθάνεται δυσφορία και εξασθένιση από τους πόνους και την αιμορραγία. Ήθελε να φωνάξει, μα δεν είχε πια δύναμη, ήθελε να κουνηθεί, μα και η πιο ελάχιστη κίνηση, του ήταν εξαιρετικά επώδυνη. Μέχρι και τα δάκρυά του στέρεψαν από το σοκ. Τα πάντα γύρω του ήταν μαύρα και αποπνικτικά. «Βοηθήστε με…», κατάφερε να αρθρώσει σπασμένα, ενώ ρίγη ξεκίνησαν να ταράζουν το κορμί του. «Βοήθεια.», ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει. Να ψελλίζει αθόρυβα τη λέξη "βοήθεια" ξανά και ξανά.
«Κύριε Καθηγητά!», δεν άντεξε και φώναξε νευρικά ο θεατής Ντην που ένιωθε και αυτός με την ίδια ένταση, ό,τι ακριβώς περνούσε ο εντεκάχρονος εαυτός του. «Ξέρω πως όλα αυτά είναι μια ανάμνηση και δεν είναι αληθινά. Φτάνει!», ήθελε να κουνηθεί για να βοηθήσει την κατάσταση, όμως όσο και να το προσπαθούσε έστεκε αναγκαστικά κλειδωμένος στην ίδια, εξαιρετικά άβολη θέση με το παιδί, που από το φόβο του είχε παγώσει πλήρως. «Άλαστερ, ο μπαμπάς κι ο Μπόμπι με βρήκαν μετά από είκοσι λεπτά.», έσπασε η φωνή του, «Δεν είχα χάσει τις αισθήσεις μου ούτε δευτερόλεπτο. Τα επόμενα λεπτά θα 'ναι εφιαλτικά! Πίστευα διαρκώς πως δε θα μ' έβρισκαν ποτέ και πως θα πέθαινα από αιμορραγία. Αυτό θέλεις; Να με κάνεις να τα ξαναζήσω σε πρώτο πρόσωπο;»
Ο μικρός Ντην μόλις κατάφερε να ξαποστάσει και να ηρεμίσει λίγο, δοκίμασε ακόμη μία φορά να τραβηχτεί, ανοίγοντας ένα ακόμα φαύλο κύκλο, οδύνης, αιμορραγίας, πανικού και απελπισίας.
«Άλαστερ! Σταμάτα το! Δε χόρτασες πια να με τυραννάς;»
...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.
[1] Σ.Σ. Αναγκαστική μετάφραση της λέξης "Idjit" και αγαπημένης βρισιάς του Μπόμπι Σίνγκερ.
[2] Σ.Σ. Βλέπε τη 2η ιστορία της σειράς, με τίτλο: «Ό,τι συνέβη στο Γκράντ Φόρκς, έμεινε στο Γκράντ Φόρκς.» - «What happened in Grand Forks, stayed in Grand Forks.»
[3] Σε φοβάται
[4]Ήρθες
[5] Είδες
[6] Νικούσε
[7] Σε ευχαριστώ ω, Καίσαρα!
