Σ.Σ. Και αυτό το κεφάλαιο περιέχει spoilers από την 2η ιστορία της σειράς, με τίτλο: «Ό,τι συνέβη στο Γκράντ Φόρκς, έμεινε στο Γκράντ Φόρκς.» - «What happened in Grand Forks, stayed in Grand Forks.» Και πάλι, βοηθάει αν την έχεις διαβάσει αλλά δεν είναι απαραίτητη. Υπάρχει σύνδεση.

Σ.Σ. Προσοχή! Το κεφάλαιο περιέχει σωματική και λεκτική βία που προκαλείται σε ανήλικους (7χρονος Σαμ και 11χρονος Ντην) από ενήλικο. Ξεκινά από το "Η λέξη πονοκέφαλος..." και τελειώνει στο "«Ποτέ!», κατάφερε να αρθρώσει ο Ντην." Αν σας ενοχλεί μπορείτε και να το παραλείψετε. Δε θα χαθεί η ροή της βασικής ιστορίας.

:) Καλή Διασκέδαση! :)

.5.

"Wise Man Said Just Walk This Way, To The Dawn Of The Light"

«Δεν είναι ακριβώς οι μαγικές λέξεις που περίμενα να ακούσω,», σάρκασε χαιρέκακα ο δαίμονας. «αλλά οι ικεσίες δεν ήταν ποτέ του γούστου σου υποθέτω.»

Τα μάτια του Ντην έτσουξαν στην εναλλαγή από το απόλυτο σκοτάδι στο φως και ανοιγοκλείνοντάς τα στραβωμένος, αναγνώρισε και πάλι ανακουφισμένος το φωτισμό και τη διακόσμηση του γραφείου του Άλαστερ.

Καθόταν ακόμα στη δερμάτινη πολυθρόνα μπερζέρα, κρατώντας στα χέρια το ποτήρι με το ουίσκι, όμως αισθανόταν πολύ διαφορετικά από πριν.

Σαφώς χειρότερα.

Ήταν λαχανιασμένος, μούσκεμα στον ιδρώτα, αναψοκοκκινισμένος και η καρδιά του ήταν παγωμένη και χτυπούσε δυνατά σαν να είχε ξυπνήσει από εφιάλτη.

Διψασμένος, ήπιε το ουίσκι του μονορούφι και τότε πρόσεξε πως οι γροθιές του ήταν πληγιασμένες και τον ενοχλούσαν αρκετά. Οι μύες του κορμιού του τον πονούσαν σαν να είχε κάνει έντονη σωματική άσκηση, τα δυο δεξιά πλευρά που είχε σπάσει όταν ήταν έντεκα χρονών τον τσιμπούσαν ελαφρά κάθε φορά που εισέπνεε βαθιά και το δεξί μπατζάκι του τζίν του ήταν υγρό και κόκκινο.

Με αργές, επιφυλακτικές κινήσεις σήκωσε το ύφασμα και φανέρωσε ένα άσχημα βαθύ κόψιμο χαμηλά και γύρω από την δεξιά γάμπα του από το οποίο συνέχιζε να τρέχει αρκετό αίμα, μουσκεύοντας την κάλτσα και το αθλητικό του.

«Α, ναι δε πρόλαβα να σ' το πω πριν, τα τραύματα και τα συναισθήματα θα επιστρέφουν μαζί σου μετά από κάθε ταξίδι σου, ακριβώς σαν τα άχρηστα σουβενίρ που αγοράζουν οι τουρίστες στις διακοπές τους, τα ηλιακά εγκαύματα από τις ηλιοθεραπείες και τις δερματίτιδες από την άμμο.», ο Άλαστερ γέλασε και πέταξε στον Ντην ένα κόκκινο μαντήλι που έβγαλε από το σακάκι του. «Δέσ' το γερά μη λεκιάσεις το χαλί μου.»

«Ευχαριστώ, κύριε Καθηγητά.», μούγκρισε ο Ντην σφίγγοντας τα χείλια του, ενώ έδενε προσεχτικά το τραύμα του και τοποθετούσε την ήδη κόκκινη από το αίμα κάλτσα από πάνω για έξτρα προστασία. «Πάντως πολύ άρρωστο αυτό το είδος βασανιστηρίου. Αισθάνομαι τα πάντα σαν να 'γιναν πριν από λίγο.»

«Ναι. Δε μπορώ να πω, ωραία και η μέθοδος του να παίρνει ο βασανιστής όποια μορφή θέλει για να βασανίσει, αλλά σαν την πλήρη βύθιση του υποκειμένου στις αναμνήσεις του, στα συναισθήματά του, πραγματικά δεν υπάρχει. Τι έχουμε πει εξάλλου στην τάξη;»

«Οι καλύτεροι βασανιστές είναι αυτοί που δεν χρησιμοποιούν τα χέρια τους.», παπαγάλισε ο Ντην.

«Είσαι ο καλύτερος μαθητής μου.», του έκλεισε το μάτι.

«Κρίμα που δε μπόρεσα να το εφαρμόσω σε κάποιον κολασμένο.», σχολίασε ψυχρά σαν να ήταν ακόμα υποδιευθυντής της σχολής.

«Δεν πρόλαβες να φτάσεις σε αυτό επίπεδο. Θέλει άλλου είδους γνώσεις και χαρίσματα και γι' αυτό είναι το πιο σπάνιο και δύσκολο βασανιστήριο. Αλλά και το πιο αποτελεσματικό. Αυτό περνάνε όλοι οι κολασμένοι μαζί μου όταν τελειώσουν με τα δικά σας στάδια.», χαμογέλασε πονηρά ο δαίμονας. «Πολύ λίγοι σ' ολόκληρο το Βασίλειο μπορούμε να το εφαρμόσουμε. Ο θρύλος λέει πως ο καλύτερος στο είδος του είναι φυσικά ο ίδιος ο Πρίγκιπας του Σκότους.», ήπιε μια γουλιά από το ποτό του.

«Πώς και δε με βασάνισες ποτέ ξανά με τις αναμνήσεις μου;», ο Ντην απόρησε.

«Φυσικά κι έχω εφαρμόσει πολλές φορές και αυτήν την τεχνική πάνω σου την περίοδο που σε βασάνιζα.», τα χαρακτηριστικά του Άλαστερ ψυχράνθηκαν σαν να παραδεχόταν ένα κρυφό μυστικό.

«Αλήθεια; Δε θυμάμαι ούτε μία φορά.»

«Εννοείται. Στο τέλος κάθε μέρας, αφότου αρνιόσουν να πάρεις το ξυράφι μου, σου έσβηνα τελείως τις μνήμες.»

«Μα, γιατί;»

«Αν σου έδινα ένα λουκούλλειο γεύμα και σε πίεζα να φας και να πιεις μέχρι να σκάσεις θα το θεωρούσες μαρτύριο. Σωστά;»

«Υποθέτω πως ναι. Οτιδήποτε γίνεται με το ζόρι και με υπερβολή μπορεί πολύ γρήγορα να μεταμορφωθεί σε βασανιστήριο.»

«Σωστά. Όμως, θα υπέφερες κατά τη διάρκεια και ίσως και λίγο μετά αλλά τελικά θα έμενες χορτάτος και ευχαριστημένος για μέρες.», ο Ντην απέναντί του φάνηκε να το συλλογίζεται και τελικά να συμφωνεί. «Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με τα συναισθήματα που σου αφήνουν τα ταξίδια στις αναμνήσεις, ακόμα και στις τραυματικές. Επέρχεται εύκολα κορεσμός από τα πολλαπλά ερεθίσματα και χορταίνουν πλήρως οι αισθήσεις. Και δεν γίνεται να έχουμε κανένα χορτάτο και ευχαριστημένο εδώ μέσα, έτσι δεν είναι αγαπητέ μου. Όμως ας επανέλθουμε. Είχες καταφέρει να μείνεις είκοσι λεπτά μαγκωμένος από το πόδι σε αυτή τη θέση;», άλλαξε γρήγορα θέμα. «Και μετά; Θυμάσαι τι έγινε αφότου σε βρήκαν;»

Ο Ντην ήπιε την τελευταία στάλα του ουίσκι, κρατώντας το ποτήρι ανάποδα μέχρι να την ξεκολλήσει και να την κυλήσει πάνω στη γλώσσα του. Θα ήθελε ακόμα ένα ποτήρι στα σίγουρα και ίσως και μια χούφτα παυσίπονα. «Όχι, δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα απ' όλη την υπόλοιπη μέρα. Μόνο διάσπαρτες εικόνες και αμυδρά τον μπαμπά μου να με μεταφέρει με το αμάξι περασμένα μεσάνυχτα απ' το νοσοκομείο στο σπίτι του Μπόμπι και στη διαδρομή να μ' έχει ξαπλωμένο στο μπροστά κάθισμα, να μου χαϊδεύει το μέτωπο και να μου σφυρίζει νανουριστικά, ένα τραγούδι που κάποτε μ' άρεζε πολύ.», έκανε μία παύση προσπαθώντας να σκεφτεί αν όντως ίσχυε αυτή η τρυφερή ανάμνηση που είχε λησμονήσει ή αν ήταν όνειρο ή φαντασία του. «Αλλά απ' ότι μου 'παν,», αποφάσισε να το προσπεράσει. «έκαναν άλλα δέκα με δεκαπέντε λεπτά μέχρι να μπορέσουν να με απελευθερώσουν γιατί φοβόντουσαν μη μου κάνουν κι άλλη ζημιά. Μέσα στην ατυχία μου στάθηκα τυχερός γιατί είχα παγιδευτεί με το πόδι ψηλά, κάτι που με προστάτεψε από ακατάσχετη αιμορραγία. Αφού λοιπόν έκοψαν με διάφορους τρόπους και εργαλεία τη σκουριασμένη λαμαρίνα, ο μπαμπάς με πήγε σηκωτό στο νοσοκομείο, όπου και μου 'καναν πάνω από είκοσι ράμματα, αντιτετανικό και με κράτησαν μέχρι αργά το βράδυ με ορό και μια φιάλη αίμα. Κανείς δεν έφαγε βάφλες στου Καρλ τελικά εκείνη τη μέρα.», αστειεύτηκε ο Ντην, θέλοντας να ελαφρύνει το κλίμα.

«Τους μίσησες ποτέ για εκείνο το περιστατικό; Για όσα τράβηξες;»

«Καθόλου.», ο Ντην δοκίμασε να κάτσει σταυροπόδι, μα το κόψιμο στη γάμπα τον πονούσε υπερβολικά. «Δεν έφταιγαν σε τίποτα. Βέβαια θα μπορούσε ο μπαμπάς να 'ταν λίγο πιο χαλαρός στη πυγμαχία αλλά και στις μάχες μας σώμα με σώμα, γενικότερα, όχι μόνο εκείνη την ημέρα.», χαμογέλασε μελαγχολικά. «Όταν μου 'ριξε τη γροθιά στο στήθος έπαθα φλασιά, είδα στο πρόσωπό του πάλι το τέρας και πάγωσα.», παραδέχτηκε στο δαίμονα χωρίς κανένα ενδοιασμό. «Αλλά ναι, δε μ' έχωσαν αυτοί μέσα στο πορτ μπαγκάζ κι ούτε μ' έβαλαν με το ζόρι να κόψω το πόδι μου. Όπως είπε κι ο μπαμπάς στο γιατρό του νοσοκομείου, στην ουσία παίζαμε κρυφτό κι έγινε τ' ατύχημα. Χώρια που μετά, για δυο εβδομάδες, τους έκανα και τους δύο αλλά και τον Σάμι ό,τι ήθελα.», χαμογέλασε και τα μάτια του έλαμψαν από πραγματική χαρά. «Ο μπαμπάς έμεινε μαζί μας και δεν ανέλαβε άλλη υπόθεση μέχρι που 'βγαλα τα ράμματα, οπότε περάσαμε όλοι μαζί και τα δωδέκατα γενέθλιά μου. Έτρωγα ό,τι ήθελα, εννοείται κάθε μέρα παγωτό, κοιμόμουν ό,τι ώρα κι όπου ήθελα, φυσικά οι προπονήσεις σταμάτησαν πάλι κι είχα την αποκλειστικότητα του τηλεκοντρόλ. Όχι όμως, ο μπαμπάς δεν έφταιγε σε τίποτα», επανέλαβε αποφασιστικά, «κι ευτυχώς αυτό το περιστατικό δεν τον σταμάτησε απ' το να το ξαναδοκιμάσουμε. Και μετά που μεγάλωσε κι ο Σαμ, το παίζαμε όλοι μαζί. Παίξαμε διάφορες παραλλαγές του ίδιου παιχνιδιού, ξανά στη μάντρα του Μπόμπι, μια φορά σ' ένα εγκαταλελειμμένο νοσοκομείο και στην έρημο Μοχάβε, απ' τη μεριά της Καλιφόρνιας. Ήθελε να μας εκπαιδεύσει, να μας διδάξει βασικές δεξιότητες επιβίωσης και να μας προετοιμάσει για τη ζωή που ζούμε τώρα. Όχι μόνο δεν τον μισώ, αντιθέτως αισθάνομαι άσχημα που δε τον ευχαρίστησα όσο έπρεπε ενώ ήταν ζωντανός.»

«Μακάρι να το άκουγε ή έστω να το ήξερε αυτό ο Τζον. Δυστυχώς γι' αυτόν δε το έμαθε ποτέ.», είπε ο Άλαστερ. «Προσωπικά το θυμάμαι το περιστατικό αλλά είναι η πρώτη φορά που το βλέπω από αυτή την οπτική γωνία. Δε το χρησιμοποίησα ποτέ όταν σε βασάνιζα, αλλά το έχω δει αμέτρητες φορές από την πλευρά του Τζον. Ειδικά από το σημείο που σε βρήκε.», συνέχισε ο Άλαστερ κάνοντας τον Ντην να απορήσει. «Ήταν, ξέρεις, μία από τις χειρότερες αναμνήσεις του,», τόνισε τις λέξεις του, «οπότε και το χρησιμοποιούσα πολύ συχνά για να τον βασανίσω.», έκανε μια παύση για να απολαύσει τον θυμό που φούντωνε στο βλέμμα του Ντην. «Πραγματικά δε μπορείς να φανταστείς πόσο πολύ είχε τρομάξει όταν σε ψάχνανε και δε σε βρίσκανε. Από ένστικτο προφανώς αισθανόταν πως κάτι δε πήγαινε καλά. Είχες κάνει απ' ότι φαίνεται καλή δουλειά στο να κρύψεις τα ίχνη σου. Αν δεν είχε περάσει το πόδι σου μέσα από το καπό, ακόμα εκεί θα ήσουν.», γέλασε. «Κι όταν τελικά σε βρήκε μέσα στο βρώμικο πορτ μπαγκάζ, να τρέμεις παγωμένος, μουσκεμένος στο ίδιο σου το αίμα και χλωμός σα πεθαμένος, να μην έχεις καμία απολύτως επαφή με το περιβάλλον, παρόλο που είχες τις αισθήσεις σου και να τον παρακαλάς ασταμάτητα για βοήθεια, τσιρίζοντας σπαραχτικά κάθε φορά που σε πονούσαν ενώ προσπαθούσαν να σε απελευθερώσουν από το καπό…», έκλεισε τα μάτια του και ανάπνευσε βαθιά με ικανοποίηση σα να το έβλεπε ξανά. «Δεν αντιγράφονται και δε μπορούν να κατασκευαστούν αυτά τα συναισθήματα. Η ενοχή των γονέων για τα λάθη που έχουν κάνει στα παιδιά τους είναι ισχυρό εργαλείο στα χέρια μας», είπε σαν να έκανε διάλεξη στους μαθητευόμενους βασανιστές του. «κι ο Τζον Γουίντσεστερ είχε πολλές τέτοιες ενοχές, ειδικά με σένα κι εγώ πολλές ευκαιρίες να του τις τρίψω σαν αλάτι σε ανοιχτή πληγή.»

Ο Ντην δάγκωσε νευρικά το εσωτερικό τον χειλιών του θέλοντας απεγνωσμένα να εκσφενδονίσει το άδειο κρυστάλλινο ποτήρι που κρατούσε στη μούρη του Άλαστερ. «Και δηλαδή τώρα αυτό θα συνεχίσουμε να κάνουμε;», ξέσπασε, λυγίζοντας συναισθηματικά στην υπενθύμιση πως και ο πατέρας του είχε υποφέρει και μάλιστα περισσότερα χρόνια, στα χέρια του ίδιου δαίμονα. «Θα μου δείχνεις τις καλύτερες και τις χειρότερες αναμνήσεις μου μέχρι να αρχίσω να μυξοκλαίω για τα παιδικά μου ψυχολογικά τραύματα και για τη ζωή που ποτέ δε κατάφερα να ζήσω; Όταν είπες πως αποφάσισες να περάσουμε μαζί αλλιώς τις τελευταίες ώρες μου, νόμιζα, για την ακρίβεια ήλπιζα, πως θα καθόμασταν και θα συζητούσαμε σα καλοί πρώην συνεργάτες.», μαλάκωσε τον τόνο της φωνής του προσπαθώντας να τον πάρει με το μέρος του. «Πως θα πίναμε σα φιλαράκια», έδειξε κουνώντας το άδειο ποτήρι του, «και θα θυμόμασταν τα σαράντα χρόνια μας μαζί. Ή έστω τα δέκα καλύτερα.»

Ο Άλαστερ σηκώθηκε από τη καρέκλα του και πήγε πάλι στο μπαρ του. Γέμισε το ποτήρι του με ουίσκι και κρατώντας την κρυστάλλινη καράφα πλησίασε τον Ντην και γέμισε σχεδόν ξέχειλα και το δικό του άδειο ποτήρι. Του το τσούγκρισε ελαφρά χωρίς να πει τίποτα και πήγε να καθίσει και πάλι στη θέση του.

Ο Ντην έριξε μια κλεφτή ματιά στο ρολόι πίσω από τον Άλαστερ και ήπιε μια γενναία γουλιά απολαμβάνοντας το δυνατό κάψιμο στο στόμα του και το λαρύγγι του. «Θέλω να ξέρεις πως δε θα υπογράψω ποτέ το ρημάδι το συμβόλαιο, ό,τι και να μου κάνεις.», αγρίεψε απρόσμενα. «Μου 'μειναν μόνο εκατό λεπτά ύπαρξης.», τον κοίταξε μέσα στα μάτια, προσπαθώντας να μαντέψει τη διάθεσή του. «Ναι, μπορείς να συνεχίσεις να με ξεφτιλίζεις σαν να 'μαι το τελευταίο σκουπίδι, να με τυραννάς είτε με τα χέρια σου και το ξυράφι σου, είτε με τις αναμνήσεις μου κι εγώ να συνεχίσω να ουρλιάζω, αλλά δε θα με "σπάσεις" όσο και να το προσπαθείς, γιατί δεν έχω να χάσω τίποτα. Τίποτα απολύτως.», κατέληξε ψιθυριστά, συνεχίζοντας να τον κοιτά μέσα στα μάτια.

«Τελείωσες αγαπητέ μου;», ο Άλαστερ άφησε το ποτήρι του πάνω στο γραφείο του. Το ύφος του ήταν ποκερικά ανέκφραστο.

«Έτσι λέω.», ο Ντην δεν μπορούσε να τον διαβάσει όσο και να προσπαθούσε, ωστόσο το βλέμμα του δαίμονα ήταν ισχυρό. Άρχισε να νιώθει ίλιγγο και ηττημένος από τον άτυπο διαγωνισμό απέστρεψε τα μάτια του, χαμηλώνοντάς τα.

«Στ' αλήθεια πιστεύεις πως ακόμα προσπαθώ να σε κάνω να υπογράψεις το συμβόλαιο, για να διασώσω την υπόληψή μου και το αψεγάδιαστο βιογραφικό μου; Για να μην αμαυρώσω με την εκτέλεση του υποδιευθυντή, που μόνος μου επέλεξα γιατί εμπιστευόμουν, τη φήμη της σχολής μου και την τιμή μου;»

«Αν δεν κάνεις αυτό ακριβώς, τότε τι στα κομμάτια κάνεις;»

«Προσπαθώ να σε σώσω από τον ίδιο σου τον εαυτό ανόητε.», του είπε με σοβαρό ύφος.

«Τι πράγμα;»

«Ξέρω πως πιστεύεις ότι αν συνεχίσεις αυτή τη στάση που κρατάς θα κάνεις μια τελευταία ηρωική πράξη. Μια πράξη που ελπίζεις πως θα σε εξιλεώσει από τις αμαρτίες σου, αλλά δυστυχώς τα πράγματα δεν είναι έτσι όπως τα νομίζεις.»

Ο Ντην ανακάθισε ανήσυχος στην πολυθρόνα του σα να προσπαθούσε να βρει μια πιο βολική στάση. «Δε καταλαβαίνω τι μου λες.»

«Ντην, ξέρω τι έκανες και τι προσπαθείς να πετύχεις.», του πέταξε χωρίς κανένα ενδοιασμό ακουμπώντας πίσω, σταυρώνοντας τα πόδια του. «Νωρίτερα θυμάσαι καθόλου που μας επισκέφτηκε η Οντίλ ή ήσουν εκτός τόπου και χρόνου από το πολύ ξύλο;»

Ο Ντην ξεροκατάπιε και η έκφραση του πάγωσε.

«Α! ωραία βλέπω το θυμάσαι. Η Οντίλ λοιπόν, ναι η ασήμαντη ρεσεψιονίστ μου, βρήκε αυτό που οι έντεκα έμπιστοι και καλά εκπαιδευμένοι μαθητές μου δε μπόρεσαν να σου ξεριζώσουν εδώ και έξι σεληνιακούς κύκλους. Οι άχρηστοι!», χτύπησε τη γροθιά του στο γραφείο κάνοντας τον Ντην να πεταχτεί. «Που αν δεν ερχόμουν νωρίτερα θα είχαμε καταστραφεί και γιατί;», φούντωσε με οργή. «Γιατί ο άνθρωπος που εμπιστευόμουν, ο άνθρωπος που έχρισα δεξί μου χέρι, ο άνθρωπος που πριν από λίγο μου ζήτησε να περάσουμε τα τελευταία λεπτά της ύπαρξής του σαν κολλητά φιλαράκια, είναι ένας ψεύτης, ένας υποκριτής, ένας βρωμερός προδότης!», ήπιε μια γερή γουλιά από το ποτό του και βάλθηκε να κοιτάει τις αντιδράσεις του Ντην. «Η Οντίλ λοιπόν, μετά που τη ξανασυνάντησα αφότου σε άφησα αναίσθητο, μου είπε πως της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση η αλλαγή της συμπεριφοράς σου αμέσως μετά την συναναστροφή σου με τον καινούριο σου κολασμένο. Συνειδητοποίησε πως όλα τα παράξενα συμπτώματά σου, ξεκίνησαν τη βδομάδα που έβαζες τον Σπένσερ, για βασανιστήριο, να σου διαβάζει οχτώ ώρες την ημέρα, από το πιο βαρετό βιβλίο που μπορούσες να βρεις στη σχολή.», ο Άλαστερ το έβγαλε από το συρτάρι και το πέταξε πάνω στο γραφείο του κάνοντας τον Ντην να πεταχτεί πάλι στο γδούπο. «Βάζοντάς τον όμως να σου διαβάζει ξανά και ξανά τον κανονισμό της σχολής, βρήκες τυχαία και το κομμάτι απ' όπου πήρες το έναυσμα και ξεκίνησες όλο αυτό το κακό. Ανακάλυψες μια υποενότητα που στην ουσία λέει, για να μη σου την ξαναδιαβάσω όπως έκανε ο Σπένσερ τόσες πολλές φορές, πως αν κάποιος από τους μαθητές της σχολής παραστρατήσει, μπει στη "Φάση της Αναπροσαρμογής" αλλά κανείς δεν καταφέρει να τον μεταπείσει και να τον κάνει να υπογράψει το συμβόλαιο Μετανοίας μέχρι την εκτέλεσή του, τότε όλοι οι μαθητές αλλά και ο διευθυντής της σχολής πάνε και αυτοί αυτομάτως για εκτέλεση λόγω αποδεδειγμένης ανικανότητας. Έτσι δεν είναι Ντην;», ο Άλαστερ δε περίμενε πραγματικά από τον Ντην να απαντήσει. «Βρήκες την χρυσή ευκαιρία σου τώρα που έλειπα και έτρεμες μην τυχόν και έρθω νωρίτερα και αποκαλύψω το σχέδιό σου, μα τελικά τράβηξες τα πάνδεινα στα χέρια των συμμαθητών σου έξι μήνες τώρα, για να έρθει την τελευταία μέρα και να σου τα χαλάσει όλα η Οντίλ.», συνέχισε να τον καρφώνει με το βλέμμα του. «Δε μιλάμε τώρα πια ε;», οι τόνοι του κατέβηκαν κατά πολύ, «Όπως τη χρονιά που σου 'κοψα τη γλώσσα επειδή τόλμησες να με βρίσεις. Θυμάσαι;», του χαμογέλασε φιλικά, όμως το χαμόγελο δεν άγγιζε τα ψυχρά γκρίζα μάτια του.

«Τότε γιατί κάθεσαι και συνεχίζεις να μιλάς και να πίνεις μ' έναν προδότη;», ρώτησε κουρασμένα ο Ντην. «Γιατί δε με γδέρνεις ζωντανό;», οι ώμοι του βούλιαξαν σαν να σήκωναν τόνους βάρους.

«Πάλι;», πετάχτηκε ο Άλαστερ προσποιητά έκπληκτος, «Το κάναμε ήδη αυτό πριν μικρέ. Δυο φορές! Όλα τα αγαπημένα μου βασανιστήρια κάναμε σήμερα και γι' αυτό σου είπα πως δεν έχει πια πλάκα.»

«Και πάλι όμως, δεν αλλάζει κάτι.», ήπιε μονορούφι το ποτό του προσπαθώντας να απολαύσει κάθε μόριό του, ξέροντας πλέον πως αυτό θα ήταν το τελευταίο του γεύμα. «Πάλι δε θα υπογράψω το συμβόλαιο Μετανοίας ό,τι και να μου κάνετε, οπότε βγάλε ανακοίνωση ν' αρχίσετε ν' αποχαιρετάτε όλοι σας τον μάταιο τούτο κόσμο γιατί στις δώδεκα θα πάρουμε όλοι μας τον πούλο από εδώ μέσα και θα γίνουμε αιώνιο σνακ του Λιμού.»

Ο Άλαστερ σηκώθηκε από το γραφείο του και αφού τελείωσε το ουίσκι του, ξεκούμπωσε τα χρυσά μανικετόκουμπά του αποθηκεύοντάς τα στη τσέπη του και άρχισε να διπλώνει τακτικά τα μανίκια του μαύρου πουκάμισού του.

«Βάλε τα χέρια σου πίσω από την πλάτη σου και κράτα σφιχτά τους καρπούς σου.», τον διέταξε με άτεγκτους τόνους.

Ο Ντην άφησε το άδειο ποτήρι του στο παχύ χαλί και υπάκουσε άμεσα χωρίς να ξεστομίσει κουβέντα. Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να πει ή να πράξει για να σταματήσει τον Άλαστερ απ' ό,τι κι αν ήθελε να του κάνει. Κοίταξε στα κλεφτά το ρολόι πίσω από το γραφείο. Ήθελε λίγο παραπάνω από μιάμιση ώρα ακόμα.

Ο δαίμονας τον πλησίασε, πήρε θέση όρθιος μπροστά του και του κλώτσησε βίαια προς τα δεξιά και προς τα αριστερά τα παπούτσια για να κάνει χώρο και να σταθεί πολύ κοντά του ανάμεσα στα ανοιχτά πλέον πόδια του.

Το κόψιμο στη γάμπα του Ντην του έστειλε μια ηλεκτρική εκκένωση πόνου μα εκείνος κατάφερε να μην δείξει καθόλου τη δυσφορία του, από καθαρό πείσμα και μόνο.

«Ακούμπα πίσω.», συνέχισε με σταθερή φωνή και ο Ντην υπάκουσε, παγιδεύοντας με το βάρος του τα χέρια του ανάμεσα από τη πλάτη του και τη πλάτη της πολυθρόνας. Με αργές κινήσεις, έβγαλε το ξυράφι του από τη τσέπη του και ξεδίπλωσε επιδεικτικά τη λεπίδα μέσα από την περίτεχνη, λευκή, φιλντισένια λαβή.

«Αρχίζει πάλι η πλάκα τώρα, ε Άλαστερ;», του πέταξε ο Ντην χαμογελώντας με πικρή ειρωνεία.

Ο δαίμονας ανέκφραστος έσκυψε χαμηλά πάνω από τον Ντην και τον χάιδεψε απαλά στο δεξί μάγουλο με το πίσω μέρος τον δαχτύλων του, κρατώντας το ξυράφι πολύ κοντά στο πρόσωπό του. «Δεν θέλω να το κάνω αυτό.», του ψιθύρισε σαν να φοβόταν μην τον ακούσει κανείς. Η φωνή του ήταν βραχνή και απαιτητική και η καυτή του ανάσα μύριζε θειάφι ανακατεμένο με ουίσκι, «Πες μου πως θα υπογράψεις και μη με υποχρεώνεις να το κάνω.», του χάιδεψε με τον ίδιο τρόπο και το άλλο μάγουλο.

«Όχι κύριε Καθηγητά!», αρνήθηκε ο Ντην σπασμένα, ανατριχιάζοντας σύγκορμος από τρόμο και αποστροφή.

Τα γκρίζα μάτια του Άλαστερ βούλιαξαν από την απογοήτευση. Πιάνοντας και τραβώντας με το ελεύθερο χέρι του το μαύρο μπλουζάκι του Ντην έβαλε τη λεπίδα στη λαιμόκοψη και με μια ευθεία, αργή τομή του το έσκισε από πάνω έως κάτω για να αποκαλύψει το γυμνό του κορμί.

Ο θώρακας του Ντην άρχισε να επιταχύνει την κίνησή του καθώς βαριανάσαινε από το φόβο και το άγχος. Έκλεισε σφιχτά τα μάτια του, απέστρεψε το πρόσωπό του πιέζοντας σχεδόν επίπονα το κεφάλι του στο κεφαλάρι της πολυθρόνας και ευχήθηκε να περάσει η ώρα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.

«Τώρα, πρόσεξε με καλά αγαπητέ μου και μη τυχόν κουνηθείς ούτε χιλιοστό. Δεν αστειεύομαι καθόλου.», ο Άλαστερ δίπλωσε το ξυράφι του και το έβαλε στη τσέπη του. Γράπωσε σφιχτά τον Ντην από το λαιμό με το αριστερό του χέρι κόβοντάς του τελείως την αναπνοή, παγώνοντας εντελώς το συνεχές λαχάνιασμά του και τοποθετώντας τη δεξιά γροθιά του πάνω στο γυμνό στέρνο του, την έσπρωξε δυνατά.

Ο Ντην αισθάνθηκε έκπληκτος το χέρι του δαίμονα να βυθίζεται μέσα στο σώμα του και ευθύς, εφιαλτικός πόνος κυρίευσε κάθε άτομο του. Ήθελε να ουρλιάξει απεγνωσμένα, μα δε μπορούσε να βγάλει τον αέρα που είχε ήδη αποθηκευμένο στους πνεύμονές του γιατί ο Άλαστερ του είχε αποκόψει πλήρως την αναπνευστική οδό. Τρομοκρατημένος, πάσχιζε σκληρά να αναπνεύσει ενώ ο Άλαστερ τον πίεζε βίαια και στα δύο σημεία, κρατώντας τον τελείως ακινητοποιημένο, φωνάζοντας και απειλώντας τον διαρκώς να μην τολμήσει να κουνηθεί.

Εκτυφλωτικό φώς ξεχείλισε από μέσα του πνίγοντας τον χώρο. Ο Ντην ένιωθε το φως να του καίει τα σωθικά και σταδιακά να γίνεται ολοένα και πιο καυτό. Άρχισε να απελπίζεται και πάνω που πίστεψε πως θα καεί ολοσχερώς από μέσα προς τα έξω, ο Άλαστερ τράβηξε το μέλος του και τα πάντα σταμάτησαν όσο απότομα είχαν ξεκινήσει.

«Τι μου 'κανες;», κατάφερε να αρθρώσει βραχνά και ξέπνοα, βουλιάζοντας αποκαμωμένα στη πολυθρόνα, συνεχίζοντας να κρατά κλειστά τα μάτια του και τα χέρια του σφιχτά πίσω από την πλάτη του, ενώ το δυνατό κατάλοιπο του πόνου συνέχιζε να πάλλεται διαρκώς, δημιουργώντας κυματισμούς οδύνης από το στήθος του προς όλο του το σώμα. «Θεέ μου, τι μου 'κανες;»

Ένιωσε το χέρι του Άλαστερ να τον ανασηκώνει ευγενικά και να τον στηρίζει από το πίσω μέρος του κεφαλιού του και σχεδόν ταυτόχρονα κάτι κρύο και υγρό να ακουμπάει το στόμα και το πηγούνι του.

Ο Ντην σφράγισε τα χείλια του πεισματικά και πίεσε το κεφάλι του προς τα πίσω προσπαθώντας να απομακρυνθεί. Δεν ήθελε με τίποτα να πιει κι άλλο ουίσκι. Αρκετό κάψιμο ένιωθε ήδη από το ότι στο καλό του είχε κάνει ο Άλαστερ.

«Πιες το.», επέμεινε εκείνος και του έβαλε και πάλι το κρυστάλλινο ποτήρι στα χείλια.

Ο Ντην υποχώρησε πειθήνια στην απαίτηση και ήπιε δυσφορώντας μια διστακτική γουλιά. Το ποτήρι όμως δεν περιείχε αλκοόλ αυτή τη φορά, αλλά δροσερό, καθαρό νερό. Μόλις το αντιλήφθηκε, άρχισε να καταπίνει αχόρταγα, με άτσαλες βιαστικές ρουφηξιές, λες και δε θα προλάβαινε να πιει και ευθύς ξεμπλόκαρε το χέρι του και άρπαξε τον καρπό του Άλαστερ σφίγγοντάς τον για να είναι σίγουρος πως δε θα του τραβήξει το ποτήρι από το στόμα.

«Ηρέμισε. Δικό σου είναι.», του χάιδεψε εκείνος χαμογελώντας καθησυχαστικά το πίσω μέρος του κεφαλιού από όπου συνέχιζε να τον στηρίζει με τη παλάμη του, όταν ο Ντην από τη λαιμαργία του στραβοκατάπιε και κόντεψε να πνιγεί. «Δε θα σ' το πάρει κανείς και δε θα αφήσω κανέναν να σ' το εξατμίσει με τη βία.»

«'Φχαριστώ.», ψέλλισε ο Ντην εγκάρδια καταπίνοντας λαχανιασμένος. Ακόμα δεν είχε προλάβει να βρει τον φυσιολογικό ρυθμό της αναπνοής του. «Όμως Άλαστερ πρέπει να ρωτήσω.», έγλυψε και έτριψε τα χείλια του για να μη χαθεί η ελάχιστη υγρασία που είχε μείνει. «Παλάβωσες τελείως; Δεν υπάρχει πιο ειδεχθές παράπτωμα στο Βασίλειο της Κόλασης απ' το να δώσει κάποιος, ειδικά δαίμονας, νερό σε κολασμένη ψυχή.», προσπάθησε να τον κεντράρει καθώς η όρασή του δεν είχε καθαρίσει από το μαρτύριο που μόλις είχε περάσει.

«Σε αντίθεση με σένα αγαπητέ μου εδώ μέσα κουμάντο κάνω εγώ, σ' το 'πα και πριν. Αν γουστάρω να σου γδάρω ή να σου φιλετάρω το όμορφό σου προσωπάκι, θα το κάνω. Αν γουστάρω να σου δώσω νερό για να σου αποδείξω πως όντως είμαι εγώ και δεν είμαι ένα ακόμα σενάριο εκφοβισμού φτιαγμένο από τους συμμαθητές σου, θα σου το δώσω. Εκείνοι δε θα τολμούσαν να κάνουν ποτέ κάτι τέτοιο. Όπως και δε τόλμησαν όταν ζήτησες κι εσύ νερό νωρίτερα απ' τον δήθεν Σαμ.», ο Άλαστερ έκατσε και πάλι στο γραφείο του. «Για να τεστάρεις αν είναι σενάριο δε το 'κανες;», σταύρωσε τα πόδια του. «Και μη μου πεις πως δε σου πέρασε από το μυαλό πως κι εγώ δεν είμαι ο αληθινός Άλαστερ, μα ακόμα ένα από τα κόλπα τους;»

Ο Ντην ξεμπλόκαρε επιτέλους και το άλλο του χέρι που κρατούσε παγιδευμένο πίσω από τη πλάτη του και χάιδεψε το πρόσωπο και τα μαλλιά του. Η δροσιά του πολύτιμου νερού που μόλις είχε πιεί ήταν άκρως αναζωογονητική. «Ναι. Και στα δύο ναι.»

«Είμαι αληθινότατος μωρό μου. Μην έχεις την παραμικρή αμφιβολία γι' αυτό αν θέλεις να συνεννοηθούμε σήμερα.»

«Πάντως μιας και το ανέφερες, ήταν πολύ τραβηγμένο αυτό που πήγαν να μου πασάρουν.»

«Α, τώρα το βρήκες τραβηγμένο! Όμως, για μιαν ακόμα φορά την πάτησες σαν αρχάριος με τον Σάμι σου. Μα, πόσες φορές τέλος πάντων έχω βασανίσει τη μορφή του αδερφού σου μπροστά σου;», απηύδησε.

«Πολλές φορές.», ο Ντην έγλυψε και πάλι τα χείλια του επιθυμώντας ήδη την δροσιά του νερού που είχε πιει.

«Και πόσες φορές σ' έχει βασανίσει ο ίδιος ο "Σαμ";»

«Περισσότερες.»

«Ωστόσο παραλίγο να σε καταφέρουν.»

«Παραλίγο.», παραδέχτηκε.

«Το ξέρεις πως ο Άλντρεντ το έκανε επίτηδες έτσι;»

Ο Ντην ανοιγόκλεισε τα μάτια του μπερδεμένος. Δεν είχε καταλάβει τίποτα. «Τι έκανε;»

Ο Άλαστερ κούνησε το κεφάλι του. «Πρώτα από όλα, όπως είπες κι εσύ, σου έκανε ένα τόσο γελοίο, εύκολο και παρατραβηγμένο σκηνικό για να μπορέσεις να το καταλάβεις αμέσως. Αλλά εσύ δε πήρες χαμπάρι! Χάραξε επίτηδες το σώμα του Σπένσερ και τον έκανε συμβόλαιο γιατί νόμιζε πως τον συμπαθούσες και ήλπιζε πώς θα νευριάσεις με την κατάντια του και δεν θα υπογράψεις από πείσμα. Σε περίπτωση που δε πετύχαινε τίποτα από τα παραπάνω, όπως και συνέβη, είχε προνοήσει και τον είχε δασκαλέψει από πριν, να σε σπρώξει πάνω απ' το σπασμένο παγούρι για να δεις πως ήταν σκηνικό και όχι γεμάτο νερό. Όλα αυτά, για να σε κάνει να μην υπογράψεις το συμβόλαιο και να πας για εκτέλεση.»

«Νόμιζα πως έξι μήνες προσπαθούσε κι αυτός και όλοι οι υπόλοιποι να με κάνουν να υπογράψω. Πώς προέκυψε τώρα πάλι αυτό;»

«Ο Άλντρεντ, Ντην μου, δε σε χώνεψε ποτέ του. Ούτε όταν ήρθες, ούτε όταν σε διάλεξα, ούτε όταν σε έπεισα πριν από δέκα χρόνια να γίνεις μαθητής μου και εννοείται φυσικά πως σε μίσησε όταν πρόπερσι σε προήγαγα σε υποδιευθυντή της σχολής αντί για αυτόν. Σε απεχθανόταν τόσο πολύ που προτιμούσε να αποτύχει σα βασανιστής και να σε στείλει για εκτέλεση.»

«Δε μου κάνει καθόλου εντύπωση. Αν ήξερε για τον όρο όμως, ίσως είχε ένα επιπλέον κίνητρο να προσπαθήσει περισσότερο.», σχολίασε ο Ντην. «Δε πειράζει θα έχει τη τιμή να χαθεί σήμερα μαζί μου.»

«Όχι δε θα χαθεί Ντην.», είπε ο Άλαστερ. «Ούτε ο Άλντρεντ, ούτε οι υπόλοιποι και φυσικά ούτε κι εγώ.»

Τα μάτια του Ντην γέμισαν με απορία.

«Ο όρος των κανονισμών είναι ξεκάθαρος. Λέει πως αν ένας ενεργός μαθητής της σχολής μπει στη "Φάση της Αναπροσαρμογής" και δεν καταφέρουν οι υπόλοιποι να τον πείσουν, πάνε όλοι μαζί για εκτέλεση. Ενεργός. Γι' αυτό κι εγώ πριν από λίγο σε "απενεργοποίησα".»

«Τι πράγμα;», ο Ντην αισθανόταν τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια του.

«Όταν μια ψυχή μπαίνει στην Κόλαση, αρχίζει η διαδικασία της διεκδίκησής της ανάμεσα στα στρώματα της ιεραρχίας. Οι ψυχές των ανθρώπων είναι πολύτιμες και όσες περισσότερες έχει κάποιος εδώ μέσα στη διάθεσή του τόσο πιο ισχυρός γίνεται και όσο πιο ισχυρός γίνεται, τόσες περισσότερες ψυχές μπορεί να διεκδικήσει.», εξήγησε ο Άλαστερ. «Ναι, είναι ένα φαύλος κύκλος αλλά έτσι λειτουργεί το σύστημα εδώ και χιλιετίες. Για παράδειγμα, οι μαθητές μου και όλοι οι κολασμένοι που αναλαμβάνουμε εδώ και αιώνες τώρα, είναι όλοι ιδιοκτησία μου και θα απελευθερωθούν από εμένα, μόνο όταν μετατραπούν σε κανονικούς δαίμονες.»

«Θ' απελευθερωθούν;», σκάλωσε στη λέξη.

«Ναι, θα απελευθερωθούν από την ιδιοκτησία μου. Δε θα μου ανήκουν πια αλλά θα είναι πλέον δαίμονες που έχουν δώσει την αιώνια υποταγή τους σε μένα και μαζί μετά θα διεκδικούμε νέες ψυχές. Όταν λοιπόν, ήρθε η δική σου ψυχή στη Κόλαση, εγώ ήμουν ο πρώτος που την επέλεξα, τη διεκδίκησα και στο τέλος τη κέρδισα.», ο Άλαστερ χαμογέλασε ευχαριστημένος όπως την ημέρα που παρέλαβε στα χέρια του τη ψυχή του Ντην. «Για να μπορεί να αποδειχθεί η κατοχή και η ιδιοκτησία μιας ψυχής, κάθε δαίμονας πρέπει να τη μαρκάρει με τη προσωπική του πυροσφραγίδα.»

Ο Ντην γέλασε κοφτά. «Σαν τα γελάδια κοπαδιού;»

«Περίπου έτσι. Η δική σου ψυχή τόσα χρόνια είχε τη δική μου πυροσφραγίδα. Ήσουν αποκλειστικά δικός μου και κανείς δε μπορούσε ούτε καν να τολμήσει να σε διεκδικήσει.»

Ο Ντην άρχισε να κατανοεί τι του είχε συμβεί. «Απ' τη στιγμή λοιπόν που κατάλαβες πως δε θα καταφέρει κανείς σας να με κάνει να υπογράψω το συμβόλαιο, για να μπορέσεις να παρακάμψεις το πρόβλημα που σου δημιούργησα και να με διαγράψεις από μαθητή σου, έπρεπε πρώτα να χάσεις την ιδιοκτησία της ψυχής μου.»

«Ναι. Πριν, έσβησα τη πυροσφραγίδα μου από τη ψυχή σου και τώρα μπορώ και επισήμως να σε διώξω από τη σχολή μου. Ντην Γουίντσεστερ,», καθάρισε προσποιητά το λαιμό, «απολύεσαι από υποδιευθυντής μου και αποβάλλεσαι από τη σχολή μου.», χτύπησε τη γροθιά του στο γραφείο σαν δικαστής που ανακοίνωνε την ετυμηγορία του. «Είσαι πλέον μια ολότελα ελεύθερη ψυχή στο Βασίλειο της Κόλασης. Δεν έχεις ιδέα πόσο απίστευτα σπάνιο αλλά και απίστευτα επικίνδυνο είναι αυτό. Κανονικά δε θα έσβηνα ποτέ την προσωπική μου πυροσφραγίδα στην περίπτωση εκτέλεσης, ή θα τη έσβηνα λίγα δευτερόλεπτα αφότου σε κέρδιζε κάποιος άλλος δαίμονας στην Κεντρική Δημοπρασία, αν τελικά υπέγραφες το συμβόλαιο.»

«Αλλά;»

Ο Άλαστερ έκανε μια παύση κοιτώντας τον Ντην μέσα στα μάτια. «Ήθελα να σου χαρίσω αυτή την ελευθερία από τώρα για να κάνεις τη σωστή επιλογή απαλλαγμένος από την φαντασίωση πως θα κάνεις κάτι ηρωικό θυσιάζοντας τον εαυτό σου. Δε μπορείς πλέον να κλείσεις τη σχολή και να μας καταστρέψεις. Αυτό μπορείς να το καταλάβεις;», έκανε ακόμα μία παύση για να δώσει έμφαση. «Πάει η ευκαιρία σου. Καταστράφηκε! Αν συνεχίσεις έτσι θα πας απλά για εκτέλεση σαν ασήμαντη, ανυπότακτη, κολασμένη ψυχή και όχι πια σαν βασανιστής και θα χαθείς για πάντα χωρίς να έχεις καταφέρει τίποτα απολύτως.»

«Γιατί μου τα λες αυτά; Γιατί με καλοπιάνεις; Δεν έχεις πλέον να κερδίσεις τίποτα από 'μένα κι εγώ δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω. Είμαι ένας ψεύτης προδότης που 'φτασε πολύ κοντά στο να σε τερματίσει.»

«Σου είπα ήδη γιατί. Μη με κάνεις να επαναλαμβάνομαι. Γιατί θέλω να σε σώσω από την αιώνια καταδίκη της υπαρκτής ανυπαρξίας.»

Η φωνή του Ντην έσπασε από την ένταση. «Τι σε νοιάζει; Γιατί το κάνεις αυτό Άλαστερ;»


.


Η λέξη πονοκέφαλος ήταν εξαιρετικά ανεπαρκής για να μπορέσει να εκφράσει ή να περιγράψει τι ακριβώς άρχισε να νιώθει ξαφνικά ο Ντην.

Αισθανόταν στο κρανίο του τον σφυγμό του σαν σφυροκόπημα, το μυαλό του ήταν καυτό και βαρύ σαν πυρακτωμένο σίδερο, ένιωθε πως μονίμως έγερνε προς τα δεξιά, οι ρίζες τον μαλλιών του έκαιγαν, κάθε ήχος του τρυπούσε αλύπητα τα αυτιά του, η παραμικρή κίνηση, δική του ή εξωτερική, του έφερνε ναυτία και κάποιες στιγμές η όρασή του κολλούσε και έβλεπε τα πάντα διπλά και θολά.

Όλα αυτά ενισχύονταν στο έπακρο, καθώς με κάθε αναπνοή που έπαιρνε δεχόταν δυνατές σουβλιές στη δεξιά μεριά των πλευρών του.

Τα κυρίαρχα συναισθήματα ήταν ο απόλυτος τρόμος, θυμός, απορία και το αίσθημα του ότι ήταν παγιδευμένος χωρίς την παραμικρή ελπίδα διαφυγής.

Ήταν ολοφάνερο πως ο Άλαστερ τον είχε μεταφέρει ξανά μέσα σε κάποια από τις αναμνήσεις του.

Κοίταξε τριγύρω του προσπαθώντας να καταλάβει πού και πότε βρισκόταν, καθώς και τι του συνέβαινε για να μπορέσει να βγάλει μιαν άκρη.

Καθόταν στην άκρη ενός κρεβατιού, σε ένα χώρο που έμοιαζε με δωμάτιο φθηνού μοτέλ. Κάποιος άνδρας φώναζε δυνατά κάνοντας το κεφάλι του να πονά περισσότερο από την ένταση του ήχου και κάποιος τον κρατούσε σε πολύ σφιχτή αγκαλιά πιέζοντας το σώμα του στα πονεμένα του πλευρά κάθε φορά που η φωνή του άντρα γινόταν πιο δυνατή.

«Τι εννοείς;», άκουσε τον εαυτό του να ρωτά χωρίς να καταλαβαίνει για ποιό λόγο. Η φωνή του ακουγόταν παιδική, φοβισμένη αλλά απαιτητική.

«Είστε ακόμα μικρά και υπάρχει πολύς χρόνος για ν' αλλάξετε. Εσύ ήδη είσαι σε πολύ καλό δρόμο άγγελέ μου, αλλά μαζί θα κάνουμε και τον μικρό σαν εσένα.», η όρασή του καθάρισε αρκετά ώστε να καταλάβει πως αυτός που του μιλούσε ήταν ο πατέρας του.

«Σ-σαν εμένα;»

«Ναι! Θα μάθει από νωρίς τον σεβασμό, την πειθαρχία, μα το πιο σημαντικό είναι πως θα μάθει την υπακοή.», είπε και αφού τέλειωσε τη μπύρα του πίνοντάς την μονορούφι, έβγαλε το σακάκι του και το πέταξε στη καρέκλα που καθόταν. «Και θα αρχίσουμε το πρώτο μάθημα από τώρα. Σάμιουελ, κοίταξέ με!», φώναξε και ο Ντην κατάλαβε πως αυτός που σφιγγόταν επίπονα επάνω του ήταν ο μικρός του αδερφός.

«Σάμι μου!», ο θεατής Ντην ήθελε να ανταποδώσει την αγκαλιά στον αδερφό του, μα ο Τζον φώναξε εκνευρισμένος αποσπώντας τον.

«Όταν σου μιλάω θα με κοιτάζεις ίσια στα μάτια σαν άντρας και δε θα κρύβεσαι σα νιάνιαρο.», του φώναξε λίγο πιο δυνατά και ο Σαμ πετάχτηκε και έκατσε ίσια αφήνοντας τον αδερφό του, που συνέχιζε να τον χαϊδεύει ενθαρρυντικά στη πλάτη. «Έτσι μπράβο!», αναφώνησε ο Τζον ευχαριστημένος. «Σήμερα έκανες κάτι που δεν έπρεπε να κάνεις. Έφυγες απ' το δωμάτιο κι έθεσες τη ζωή σου μα κυρίως τη ζωή του αδερφού σου σε κίνδυνο προσπαθώντας να ξεφύγεις. Εγώ δε σας είπα να μη το κουνήσετε από 'δώ μέσα;»

«Ν-ν-...», πήγε να πει ο μικρός, μα άλλαξε γρήγορα την απάντησή του. «Μάλιστα κύριε.»

«Μα μπαμπά...», πήγε να παρέμβει ο εντεκάχρονος Ντην και ο θεατής Ντην μπόρεσε να καταλάβει σε ποιά ανάμνηση βρισκόταν. Ήταν ξημερώματα, 2 Νοεμβρίου του 1990 στο Γκράντ Φόρκς[1]. Δυόμιση περίπου μήνες πριν από την προηγούμενη ανάμνηση που είχε βιώσει.

«Πάψε Ντην!», φώναξε ο Τζον. «Δεν μ' υπάκουσες λοιπόν και παράκουσες και τους κανόνες μου, σωστά;»

«Μάλιστα κ-κύριε.», παραδέχτηκε ο επτάχρονος Σαμ σιγανά χωρίς να το θέλει και τα μάτια του βούρκωσαν από το παράπονο.

«Ωραία.», είπε ο Τζον. Χαλάρωσε τη γραβάτα του και βάλθηκε να διπλώνει τα μανίκια από το πουκάμισό του επιδεικτικά. «Όταν ήμουν μικρός είχαμε κι εμείς στο σπίτι μας διάφορους κανόνες που μας είχε θέσει ο πατέρας μου. Αν κάποτε εγώ ή η αδερφή μου δεν τηρούσαμε κάποιον απ' αυτούς, ο πατέρας μας θεωρούσε πως ήταν υποχρεωμένος να μας επιβάλει την ανάλογη τιμωρία.», με μια εύκολη κίνηση έλυσε τη ζώνη του και την τράβηξε, απελευθερώνοντάς την από τα θηλύκια του παντελονιού του.

Ο μικρός Ντην τσιτώθηκε στη θέση του βλέποντας την κίνηση, μαντεύοντας τις προθέσεις του Τζον και η καρδιά του θεατή Ντην βούλιαξε.

«Άλαστερ, σε λίγο θα φάω το χειρότερο ξύλο της προεφηβικής ζωής μου απ' τα χέρια του ίδιου μου του πατέρα, όπως τότε νόμιζα.», τον προειδοποίησε λες και ο Άλαστερ δεν ήξερε σε ποια ανάμνηση τον "διακτίνισε". «Γιατί μ' έφερες σ' αυτό το σημείο;», ρώτησε μη περιμένοντας πραγματικά απάντηση, όμως ο δαίμονας αποκρίθηκε μιλώντας κατευθείαν στο μυαλό του.

«Θέλω να σου δείξω κάτι.»

«Ένα απ' τα καθήκοντά του δηλαδή ήταν,», συνέχισε ο Τζον διπλώνοντας τη ζώνη του στη μέση, «να 'ναι σίγουρος πως η απαράδεχτη συμπεριφορά και η παραβίαση των κανονισμών του σπιτιού του δε θα 'μενε σε καμία περίπτωση ατιμώρητη. Ο αγαπημένος του τρόπος λοιπόν για να το θυμόμαστε και να μη το ξανακάνουμε ήταν αυτός.», έδειξε τη μαύρη δερμάτινη ζώνη του.

«Όχι!», έσκουξε ο Ντην, μα ο Τζον αγνοώντας τον, πλησίασε τον Σαμ, τον άρπαξε από τα μπράτσα, τον πήρε στην αγκαλιά του, του έβγαλε τα παπούτσια, του κατέβασε το παντελόνι της πυτζάμας ως τα γόνατα και τον πέταξε γυρνώντας τον μπρούμυτα και πάλι στο κρεβάτι ακριβώς δίπλα στον έκπληκτο μεγάλο του γιο.

«Μπαμπά σταμάτα!», φώναξε ο Ντην, απλώνοντας τα χέρια του πάνω από τον Σαμ που είχε κουλουριαστεί σε εμβρυακή στάση και ενώ έκλαιγε πλέον πανικόβλητος, προσπαθούσε να προστατευτεί ακουμπώντας πάνω στον αδερφό του. «Δε μπορείς να το κάνεις αυτό!»

«Πώς αλλιώς θα μάθει να υπακούει;», ρώτησε ο Τζον ήρεμα. «Με γυμναστική κι αγγαρείες; Είναι ολοφάνερο πως αυτή η πρακτική δε δουλεύει.»

«Κι εγώ σε παράκουσα! Κι εγώ έφυγα!», θέλησε να το πάρει όλο πάνω του.

«Αυτό είναι αλήθεια αλλά ξέρω πως σε ξεγέλασε ο Σαμ και κατάφερε να το κάνει γιατί χτύπησες το κεφάλι σου.»

«Μα είναι μικρούλης!», έσπασε η φωνή του Ντην βλέποντας πως δε βγάζει άκρη.

«Μην ανησυχείς. Είναι στην κατάλληλη ηλικία για να μπορεί να συσχετίζει το λάθος με την τιμωρία κι αρκετά μεγάλος γι' αυτό που τον περιμένει.»

Ο Ντην έσμιξε τα φρύδια και ετοιμάστηκε για μάχη. «Δε θα σ' αφήσω να τον πειράξεις!», φώναξε αποφασιστικά και βάλθηκε να ανεβάζει το παντελόνι του Σαμ.

Ο Τζον όμως χαμογέλασε επιθετικά και άρπαξε επίπονα τον Ντην από τον καρπό του προτού προλάβει εκείνος να ντύσει τον αδερφό του. «Το 'ξερα πως θ' αντιδρούσες έτσι άγγελέ μου. Στην εκκλησία μου απέδειξες την αφοσίωση και την αγάπη που 'χεις για τον Σαμ, αλλά δε χρειάζεται ν' ανησυχείς, γιατί δε θα του δώσω εγώ το μάθημα.», είπε και έβαλε τη ζώνη του στο χέρι του μεγάλου του γιου. «Εσύ θα τον διδάξεις και σήμερα κι όποτε άλλοτε χρειαστεί ξανά. Όταν μεγαλώσετε θα σας ανατεθεί ένα βαρύ έργο κι ο Σαμ πρέπει να μάθει να σε σέβεται και να σε υπακούει. Πρέπει από νωρίς ν' αναγνωρίσει το γεγονός ότι δεν είσαι απλά ο μεγάλος του αδερφός, μα κάτι παραπάνω.», τον άρπαξε από τον γιακά της πυτζάμας του και τραβώντας τον απότομα τον έστησε στα πόδια του. «Ο λόγος σου πρέπει να είναι διαταγή. Έχω δει το μέλλον που σας περιμένει και θα σας οδηγήσω στη σωστή κατεύθυνση έτσι ώστε, όταν έρθει η ώρα, να παίξετε σωστά τους ρόλους που 'χει ορίσει ο ίδιος ο Θεός για σας.»

Ο εντεκάχρονος Ντην αλλά και ο θεατής έμειναν να κοιτάνε αποσβολωμένοι τη ζώνη στο χέρι τους. Ο πόνος στο κεφάλι τους τύφλωνε και οι σουβλιές στα πλευρά τους έκοβαν την αναπνοή.

«Άλαστερ τι θέλεις να μου δείξεις;», ρώτησε με ανυπομονησία, πνιγμένος από όλα τα συναισθήματα του μικρού Ντην αλλά και από τα δικά του, καθώς η ανάμνηση πλησίαζε στο κρίσιμο σημείο, «Γιατί δε μου λες; Το θυμάμαι το περιστατικό πολύ καλά δε χρειάζεται να το ξαναζήσω. Αυτός δεν είναι καν ο μπαμπάς μας αλλά ένας σιχαμένος μεταμορφικός που γούσταρε να βασανίζει αθώα μικρά παιδιά.»

«Όχι!», άκουσε τον εαυτό του να φωνάζει, συνεχίζοντας να κρατά σφιχτά τη ζώνη, προσπαθώντας σκληρά να παραμείνει όρθιος. «Μπαμπά δε θα το ξανακάνει. Σάμι, πες του κι εσύ!», πρόσθεσε γοργά. «Πες του πως δε θα το ξανακάνεις και πως θα 'σαι καλό παιδί.»

«Όχι αδερφέ μου μην το πεις! Ντην, μην τον βάζεις να το πει!», δεν άντεξε να μην αντιδρά και βυθίστηκε πλήρως στην ανάμνησή του. «Δεν έκανε τίποτα κακό. Μην του δίνετε την ευχαρίστηση να σας βλέπει να τον παρακαλάτε φοβισμένοι.»

«Δ-δε θα το ξ-ξανακάνω. Θα 'μαι καλό π-παιδί!», ψιθύρισε άφωνα ο Σαμ. Τα τρομαγμένα και βουρκωμένα καστανοπράσινα μάτια του, ωθούσαν τον θεατή Ντην σε συναισθηματικά άκρα.

«Ντην, αυτό δεν αρκεί.», αρνήθηκε ο Τζον κατηγορηματικά. «Δε θα την γλιτώνει τόσο απλά. Πρέπει να μάθει να τηρεί τους κανόνες μας. Τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό απ' τους κανόνες μας. Πρέπει να τον τιμωρήσεις.»

«Εσύ δεν είσαι που μου λες πάντα να τον φροντίζω και να τον προστατεύω; Τώρα πώς μου ζητάς να του κάνω κακό;», κοίταξε τον κουλουριασμένο αδερφό του στο κρεβάτι που συνέχιζε να κλαίει απαρηγόρητος, προσπαθώντας τώρα να κρυφτεί κάτω από την προστασία των χεριών του.

«Δε θα του κάνεις κακό άγγελέ μου.», του χαμογέλασε ενθαρρυντικά ο Τζον. «Θα του μάθεις να 'ναι υπάκουος. Είναι καθήκον κι υποχρέωσή σου. Πρέπει να γίνει υπάκουος! Δε θες να μεγαλώσει σωστά;»

«Καθήκοντα, κανόνες και υποχρεώσεις! Είναι μικρά παιδιά ανώμαλε μπάσταρδε!», ο Ντην πλέον ξελαρυγγιζόταν χωρίς αποτέλεσμα, καθώς ένιωθε τον εντεκάχρονο εαυτό του να σφίγγει την δερμάτινη ζώνη απειλητικά. Σήκωσε το χέρι του κρατώντας στη φούχτα του τον νέο τρόπο τιμωρίας, μα η κίνηση του επιβραδύνθηκε και πάγωσε στον αέρα.

«Έτσι άγγελέ μου!», τον ώθησε ο Τζον μιλώντας του ήρεμα μα απαιτητικά. «Μη φοβάσαι, πρέπει να μάθει! Έτσι θα μάθει!»

Ο Σαμ γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τον αδερφό του. Τα μεγάλα, υγρά μάτια του βούλιαξαν στη στιγμή από τρόμο και απελπισία. «Ντι, μη!», κατάφερε να αρθρώσει και κουλουριάστηκε σφιχτά συνεχίζοντας να κλαίει με λυγμούς.

«Σάμι μου μη φοβάσαι. Δε θα το κάνει!», αισθάνθηκε ο θεατής Ντην την ανάγκη να παρηγορήσει τον μικρό του αδερφό.

Το χέρι του Ντην τρεμούλιασε για λίγο. Θα χτυπούσε τον Σάμι. «Δε μπορώ να το κάνω μπαμπά. Δε θέλω!», παρακάλεσε τελικά και πέταξε με απέχθεια τη δερμάτινη ζώνη. «Σ' ικετεύω! Μπαμπάκα πες μου! Τι έχεις πάθει;»

«Σταμάτα να τον παρακαλάς! Δεν είναι ο μπαμπάς σου ανόητε. Αυτό έχει πάθει!», ο Ντην άρχισε να εκνευρίζεται με τον ίδιο του τον εαυτό. «Γιατί δε το βλέπεις πως δεν είναι; Ποτέ του δε σας έκανε κακό! Πάντοτε σας προστάτευε! Μέχρι και τη ψυχή του έδωσε για σένα! Πώς τολμάς και τον αμφισβητείς;»

«Το ξέρω πως δε θέλεις. Αν ήθελες να το κάνεις θα ήταν περίεργο.», ο τόνος στη φωνή του Τζον, έδειχνε πως καταλάβαινε το λόγο της άρνησης του γιου του. «Μα σ' αυτή τη ζωή δε κάνουμε πάντα αυτό που θέλουμε αλλά αυτό που πρέπει. Καταλαβαίνεις;»

«Όχι.», αρνήθηκε γενναία ο Ντην κάνοντας τον ενήλικο εαυτό του περήφανο.

«Ίσως…ίσως δε καταλαβαίνεις πώς γίνεται.», είπε ο Τζον. «Ναι, αυτό είναι. Δε το 'χεις ξανακάνει και δε σας έχω δείρει ποτέ. Είπα πως δεν θα τον πειράξω ξανά, μα μάλλον πρέπει να σου δείξω εγώ μια φορά για να δεις τι πρέπει να κάνεις.», αποφάσισε και σήκωσε τη ζώνη του από το πάτωμα. «Μην ανησυχείς. Εσύ απλά κράτα τον και παρακολούθα με.», τη δίπλωσε στο χέρι του. «Σάμιουελ, αυτό θα παθαίνεις κάθε φορά που θα παρακούς τους κανόνες μου και τις εντολές του αδερφού σου. Κάθε φορά!», ενημέρωσε το μικρό αγόρι. «Ντην, ήρθε η ώρα, κράτα τον ακίνητο.»

«Όχι Ντην! Μην τον αφήσεις να πειράξει τον Σάμι!», φώναξε ο θεατής Ντην λες και υπήρχε κάποια πιθανότητα να μην εξελίσσονταν τα πράγματα όπως τα θυμόταν. Σαν να τον άκουσε, το εντεκάχρονο ξάπλωσε πάνω στο σώμα του αδερφού του που έτρεμε από το σοκ και τον κάλυψε τελείως.

«Όχι έτσι αγγελούδι μου.», γέλασε μαζί του ο Τζον. Πήγε να τον σηκώσει, μα ο Ντην τραβήχτηκε και έσφιξε τον αδερφό του. «Πρόσεξε καλά και μη με εκνευρίζεις!», τον προειδοποίησε μόλις κατάλαβε τι έκανε το παιδί. «Δε θέλω να σε χτυπήσω αλλά αν δε φύγεις θα μ' αναγκάσεις να το κάνω. Αυτή τη φορά δε θα στη χαρίσω. Μπορώ να σου συγχωρέσω πολλά, μα η ανυπακοή δεν είναι μέσα στη λίστα.»

«Άφησέ τους ήσυχους κάθαρμα!», φώναξε ο Ντην γνωρίζοντας πολύ καλά το τι θα επακολουθήσει. «Άλαστερ σταμάτα το! Τι στα κομμάτια μπορεί να υπάρχει σ' αυτό το σημείο που να θες να μου δείξεις;»

«Είναι μάταιο αυτό που κάνεις», είπε ο Τζον, «γιατί όσο κι αν νομίζεις πως θα μείνεις εκεί, σε κάποια φάση, πίστεψέ με, είναι σίγουρο πως θα φύγεις τρέχοντας και μετά θα έρθει, ούτως ή άλλως, η σειρά του Σαμ.», σήκωσε τη ζώνη και την έσκασε με δύναμη πάνω στο δεξί γλουτό του Ντην, για να του δώσει μια γεύση του τι τον περιμένει αν δεν απομακρυνθεί.

Το αγόρι πετάχτηκε ολόκληρο, λυγίζοντας απότομα το πόδι του, σφίγγοντας γροθιές και δόντια, αντιδρώντας στο πρωτόγνωρο αίσθημα του καυτού πόνου.

«Ναι! Έτσι ακριβώς θα πονάει κι όσο συνεχίζει να σε χτυπάει θα πονάει όλο και περισσότερο,», θέλησε να ενημερώσει τον μικρό εαυτό του ενώ και ο ίδιος αισθάνθηκε με την ίδια ισχύ το χτύπημα. «αλλά εσύ θα κάτσεις εκεί ακριβώς που είσαι και θα τις φας όλες γιατί αλλιώς ο μπάσταρδος θα το κάνει αυτό στον Σάμι. Δε θα κουνηθείς χιλιοστό!»

Σαν να τον άκουσε πάλι ο μικρός Ντην, αφού συνήλθε από το πρωταρχικό σοκ, επανήλθε πάλι στην αρχική του θέση και έμεινε ακίνητος.

«Δε θα το ξαναπώ. Σήκω!», γρύλισε ο Τζον και τον χτύπησε και πάλι, λίγο πιο ψηλά και λίγο πιο δυνατά. «Άφησέ τον τώρα!»

«Μη φοβάσαι Σάμι!», άκουσε τον εαυτό του να ψιθυρίζει θαρραλέα στο αυτί του αδερφού του, προσπαθώντας να κρατήσει σταθερή τη φωνή του, καθώς ένα ακόμη πιο δυνατό χτύπημα που τον βρήκε ακριβώς πάνω στα τραυματισμένα του πλευρά, του έκοψε τελείως την αναπνοή. «Δε σ' αφήνω!»

Τα χτυπήματα ξεκίνησαν να πέφτουν βροχή πάνω στο εντεκάχρονο αγόρι σκάνοντας επίπονα και απροειδοποίητα σε ολόκληρη την έκταση της πλάτης του, στα χέρια του, στους γλουτούς του και στα πόδια του.

Ο ενήλικας Ντην μπορεί να αισθανόταν κανονικά όλη την ένταση των χτυπημάτων, μα τα τριάντα χρόνια βασανιστηρίων, οι έξι μήνες στις ορέξεις των συμμαθητών του και το τελευταίο τετράωρο στα χέρια του Άλαστερ, τον έκαναν να μπορεί πλέον να ελέγχει και να υπομένει καρτερικά κάθε μαρτύριο που περνούσε. Κάτι βέβαια που δεν ίσχυε για τον εντεκάχρονο Ντην.

Το παιδί έτρεμε σύγκορμο από τον πρωτόγνωρο αδιάκοπο πόνο και το σοκ, σφίγγοντας όσο μπορούσε τους μύες του για να απαλύνει τη δύναμη των πληγμάτων, προσπαθώντας μάταια να ελέγξει τις συνεχόμενες εκρήξεις οδύνης. Η ακανόνιστη αναπνοή του, μετατράπηκε πολύ σύντομα σε πανικόβλητους ασθματικούς λυγμούς και παρακλητικά βογκητά.

«Μπορώ να σε χτυπάω όλη μέρα κι όλη νύχτα μικρέ.», του φώναξε ο Τζον κοροϊδευτικά. «Μη νομίζεις πως θα κουραστώ σύντομα ή θα σε λυπηθώ όσο κι αν κλαψουρίζεις. Δεν επρόκειτο να σταματήσω μέχρι να σηκωθείς από 'κεί από μόνος σου ή μέχρι να πεθάνεις απ' το ξύλο.»

«Δεν θα πεις τίποτα;», άκουσε τον Άλαστερ να ρωτά μέσα στο μυαλό του. «Δε θα δώσεις κουράγιο στον μικρό Ντην ή δε θα παρηγορήσεις τον Σάμι σου; Δε θα βρίσεις τον μεταμορφικό και δε θα με παρακαλέσεις να το σταματήσω;», οι ερωτήσεις του άρχισαν να παίρνουν ειρωνικό τόνο. «Μπήκες πάλι στη φάση που δέχεσαι τα βασανιστήρια και δε μιλάς ή δεν αντιδράς για ώρες;»

«Περιμένω να δω αυτό που είπες πως θέλεις να μου δείξεις.», συγκράτησε ο Ντην τη βρισιά που ήθελε να πετάξει.

Το αρχικό σθένος και οι δυνάμεις του παιδιού άρχισαν να τελειώνουν ενώ τα χτυπήματα άρχισαν να γίνονται ολοένα και πιο δυνατά. Ο Τζον συνέχιζε να φωνάζει και να απειλεί, χτυπώντας ασταμάτητα το ταλαίπωρο αγόρι.

«Φτάνει! Όχι άλλο!», παρακάλεσε νευρικά εκείνο, κουλουριάζοντας και γέρνοντας το σώμα του, προσπαθώντας αντανακλαστικά να αποφύγει μια σειρά δυνατών χτυπημάτων που έσκαγαν διαρκώς στο ίδιο σημείο πάνω στο δεξί του γλουτό, αφήνοντας όμως εκτεθειμένο τον μικρό του αδερφό.

«Ωπ, εδώ σου ξέφυγε η κατάσταση.», ο Ντην θα ορκιζόταν πως ο Άλαστερ χαμογελούσε ενώ του μιλούσε.

Ο Σαμ έσκουξε από πόνο και έκπληξη όταν ένα από τα χτυπήματα τον βρήκε στην απροστάτευτη γάμπα του και άρχισε να κλαίει γοερά.

«Κι εδώ την ξαναπήρα στα χέρια μου.», αντέδρασε ο Ντην, όταν η εντεκάχρονη εκδοχή του, έβρισε αισχρά για πρώτη φορά στη ζωή του τον πατέρα του, σφίγγοντας ακόμα πιο προστατευτικά τον Σαμ, σταματώντας πεισματικά μέχρι και να αντιδρά στα χτυπήματα.

Ο Τζον μόλις άκουσε τις βρισιές, εξοργισμένος γύρισε τη ζώνη στο χέρι του και ξεκίνησε να μαστιγώνει πλέον τον Ντην από τη πλευρά της μεταλλικής αγκράφας, κόβοντας βαθιές χαρακιές στο κορμί του με κάθε χτύπημα.

«Το ξέρεις πως αν υπάκουγες τον δήθεν Τζον και έδερνες όπως σου ζητούσε τον πολύτιμο Σάμι σου, το πολύ να του κοκκίνιζες λίγο τον πισινό; Ενώ με την άρρωστη ανάγκη σου να τον προστατεύεις από τότε που γεννήθηκε κόντεψες να πεθάνεις

Ο Ντην όντως ένιωθε πως πέθαινε.

Τα χτυπήματα είχαν γίνει εφιαλτικά αβάστακτα, το τραύμα στο κεφάλι του χειροτέρευε και δεν φαινόταν ελπίδα σωτηρίας στον ορίζοντα.

Ο Τζον θα σταματούσε μονάχα αν άφηνε τον Σαμ και ο πειρασμός να τον αφήσει και να γλιτώσει από τον πόνο είχε αρχίσει να γίνεται πολύ δελεαστικός.

Το μόνο πράγμα που του έδινε κουράγιο και τον κρατούσε ακλόνητο στην ίδια θέση ήταν η σκέψη της μαμάς του. Το εντεκάχρονο σκεφτόταν διαρκώς πως αν ήταν η μαμά του εκεί θα τους προστάτευε με κάθε τρόπο. Σαν γιος της και σαν μεγάλος αδερφός του παιδιού της, ήταν υποχρεωμένος να προστατέψει τον Σαμ. Για χάρη της.

«Αν ταξίδευες πίσω στο χρόνο γνωρίζοντας τις δύσκολες εβδομάδες ανάρρωσης που πέρασες μετά από αυτό, θα έδερνες λίγο τον Σαμ για να τις γλιτώσεις;»

«Ποτέ!», κατάφερε να αρθρώσει ο Ντην.


.


«Δε μου κάνει εντύπωση η απάντησή σου.», η φωνή του Άλαστερ ακούστηκε από μια συγκεκριμένη πηγή στον χώρο και όχι σαν ηχώ μέσα στο μυαλό του. «Εξάλλου για αυτό δεν είσαι και εδώ στη Κόλαση, γιατί έκανες συμφωνία για να τον σώσεις;»

Ο Ντην άρχισε να αντιλαμβάνεται την αλλαγή για μια ακόμη φορά. Βρισκόταν σε καθιστή θέση και όχι οριζόντια, δε κρατούσε πια σφιχτά το σεντόνι του κρεβατιού στις χούφτες του μα τα νύχια του πλέον πίεζαν επίπονα τις κενές του παλάμες. Δεν ένιωθε πια το σώμα του αδερφού του που έτρεμε κάτω από το δικό του, ούτε τον άκουγε να κλαίει γοερά και να παρακαλά διαρκώς τον μπαμπά τους να σταματήσει.

«Όμως αυτό που δε ξέρεις είναι πως ο Σάμι σου ποτέ δε θα πάθαινε κανένα κακό.», συνέχισε ο Άλαστερ. «Υπήρχε κάποιος που σας παρακολουθούσε και σας πρόσεχε καθ' όλη την ατυχή περιπέτειά σας. Αν δε κατάφερνες να τον προστατεύσεις θα το 'κανε εκείνος κι αν ο μεταμορφικός τολμούσε να τον δείρει όπως εσένα ή έστω αν του πείραζε μόνο μια τρίχα από το κεφαλάκι του, θα πέθαινε την ίδια στιγμή. Ο Αζέηζελ δε θα άφηνε ποτέ να πάθει κάτι η αγαπημένη του επένδυση.»

Τα βλέφαρα του Ντην ήταν βαριά σα μολύβι. Με κόπο κατάφερε να τα ανοίξει, όμως σχεδόν αμέσως μετάνιωσε την επιλογή του. Τα πάντα τριγύρω του ήταν θολά, οι εστίες φωτός έλαμπαν επίπονα εκτυφλωτικά και όλα χόρευαν ασταμάτητα, πότε μονά και πότε διπλά, σαν να είχε κάνει πολύ κακό μεθύσι. «Τι πράγμα;», πάσχισε να κεντράρει τη φιγούρα του Άλαστερ απέναντί του.

«Ναι Ντην. Όσο απίστευτο κι αν σου ακούγεται, ο ίδιος ο Αζέηζελ σας έσωσε εκείνη την μέρα. Όταν τα πράγματα έγιναν επικίνδυνα για σας, "φόρεσε" έναν Κυνηγό που είχε έρθει κι αυτός για την υπόθεση που ερευνούσε ο μπαμπάς σου και παρενέβη. Γιατί αν περίμενε από τον Τζον…», κάγχασε.

«Ο Ρούφους;», βόγκηξε ο Ντην. Το κεφάλι του πονούσε φρικτά και πλέον δε μπορούσε να σηκώσει το βάρος του όσο κι αν το προσπαθούσε. Έγειρε αποκαμωμένα στο κεφαλάρι της πολυθρόνας και αποφάσισε να μη δοκιμάσει ξανά να το κουνήσει.

«Δεν έχω ιδέα ποιός στα κομμάτια ήταν.»

Ο Ντην πήγε να ρωτήσει κάτι ακόμα μα πνίγηκε και άρχισε να βήχει, σφίγγοντας απελπισμένα τα σπασμένα του πλευρά για να μη ταρακουνιούνται από τους σπασμούς. Όλο του το σώμα, πόναγε στην επαφή με τα ίδια του τα ρούχα και το σκληρό δέρμα της πολυθρόνας. Καμία στάση δε του προσέφερε ελάχιστη ανακούφιση. Η αναπνοή του επιβαρύνθηκε απότομα και άρχισε να χάνει την αίσθηση από τη δεξιά πλευρά του σώματός του. Προσπάθησε να σηκώσει το δεξί του χέρι αλλά δε μπόρεσε. Ο πόνος από το κόψιμο στη δεξιά του γάμπα χάθηκε τελείως σαν να είχε γιατρευτεί.

«Άλ-λαστερ, νομίζω πως πεθαίνω.», κατάφερε να πει βραχνά και ασθματικά πασχίζοντας διαρκώς να ανασάνει. Μπορεί να γνώριζε πως δεν θα πέθαινε στα αλήθεια αφού ήταν ήδη νεκρός και πως στην ουσία εκείνη τη στιγμή απλά έσβηνε ο "καμβάς" του από τα τραύματά του, όμως κάθε θάνατος που είχε περάσει στην Κόλαση τον πανικόβαλε και του προκαλούσε τα ίδια συναισθήματα πάντα, σαν να ήταν αληθινός.

«Αυτό ακριβώς μου είπε και ο Αζέηζελ όταν με κάλεσε άρον - άρον εκείνο το εξαιρετικά παγωμένο, Νοεμβριάτικο πρωινό στο πάρκινγκ του μοτέλ στο Γκράντ Φόρκς.», σχολίασε γελώντας δυνατά. «Μου άνοιξε την πίσω πόρτα ενός μαύρου αυτοκινήτου και μου έδειξε ένα τσακισμένο, φοβισμένο αγόρι να ψήνεται στον πυρετό και να πασχίζει, τρέμοντας σύγκορμο, να ανασάνει όπως ακριβώς εσύ τώρα. Να αργοπεθαίνει ξεχασμένο, ολομόναχο, σχεδόν πεταμένο, στο πίσω κάθισμα του κρύου αυτοκινήτου χωρίς να έχει κάποιον να του κρατήσει το χέρι. "Άλαστερ νομίζω πως πεθαίνει." μου είπε απλά. Επικαλέστηκε την πίστη μου στον Εωσφόρο και την αφοσίωσή μου στον ίδιο και στον σκοπό του. Μου ζήτησε να μην κάνω καμία ερώτηση και ο ίδιος ήθελε απάντηση μόνο σε μία δικιά του: "Ο ανόητος που έχει για πατέρα δε θα προλάβει να το βοηθήσει κι εγώ δεν μπορώ να το πάρω και να φύγω και να αφήσω τον Σάμιουέλ μου μόνο του στα ανίκανα χέρια του. Θέλω μονάχα να το κρατήσεις ζωντανό μέχρι να το γιατρέψουν οι άνθρωποι. Μπορείς να το κάνεις;

O Άλαστερ σηκώθηκε από τη καρέκλα του γραφείου του και πλησίασε τον Ντην. Του χάιδεψε τα μαλλιά, του ζούληξε μαλακά το σβέρκο και έσκυψε από πάνω του για να του ψιθυρίσει βραχνά στο αυτί, χαμογελώντας λάγνα. «Ντην, μπήκα μέσα σου. Κούρνιασα στα σωθικά σου κι εσύ ούτε που καταλάβαινες τι σου συνέβαινε για να προσπαθήσεις, έστω και λίγο, να μου αντισταθείς. Σε κατέλαβα πλήρως, τότε που η ψυχή σου ήταν αγνή και αθώα. Την άγγιξα με τα ίδια μου τα χέρια και αισθάνθηκα την άσπιλη ενέργειά της να καίει ηδονικά τα δάχτυλά μου.»

Ένα αχνό, σχεδόν άηχο, απαλό, αναφιλητό ξέφυγε από τα χείλια του Ντην.

Στο άκουσμά του, οι γκρι ίριδες στα μάτια του δαίμονα χάθηκαν αυτόματα και μετατράπηκαν σε ολόλευκα θολές. «Γιατί κλαίς;», τον ρώτησε ευγενικά, περιμένοντας ανυπόμονα το δάκρυ που είχε σκαλώσει στις μακριές βλεφαρίδες του να πέσει. Μόλις το διαφανές σαν διαμάντι δάκρυ κύλησε ως το μάγουλό του ο Άλαστερ το φίλησε απαλά, παίρνοντάς το στα χείλια του.

Αμέσως ο πονοκέφαλος του Ντην εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Η αίσθηση στη δεξιά του πλευρά επανήλθε πλήρως και η αναπνοή του έγινε πάλι ομαλή. «Θυμάμαι! Σε θυμάμαι τώρα.», αποκρίθηκε με καθαρή φωνή ποτισμένη με πικρό πόνο. «Άλαστερ, εσύ ήσουν οι συνεχείς κι απαίσιοι εφιάλτες μου όταν ήμουν σε κώμα. Από σένα προσπαθούσα διαρκώς να γλιτώσω. Μα δε μπορούσα όσο και να το προσπαθούσα.»

«Ναι, εγώ ήμουν, δε θα σ' το αρνηθώ και η εμπειρία ήταν πραγματικά μοναδική.», έγλυψε ξανά και ξανά τα χείλια του, πιέζοντας και τρίβοντάς τα μεταξύ τους, απολαμβάνοντας την αλμύρα από το πολύτιμο δάκρυ που ξεχείλισε λόγω της αβάστακτης οδύνης που βίωνε εκείνη τη στιγμή η ίδια η ουσία της ψυχής του ανθρώπου. «Ξέρεις πόσο σπάνιο είναι να μπορέσει δαίμονας να καταλάβει πλήρως και ανενόχλητα τόσο νεαρή ψυχή;», ρώτησε. «Αλλά χάρη σε μένα πρόλαβε ο μπαμπάκας σου και σε πήγε στο νοσοκομείο. Αν δεν ήμουν μέσα σου θα είχες πεθάνει μέσα στο αμάξι του όταν σε άφησε ολομόναχο για να πάει να σώσει τον πολύτιμό σου Σάμι. Χάρη σε μένα οι γιατροί πρόλαβαν να σε κουράρουν και να σε βοηθήσουν να επανέλθεις.»

«Καλύτερα να πέθαινα!», ο Ντην αισθανόταν βιασμένος, ολότελα μιαρός και βεβηλωμένος. Αναρρίγησε σύγκορμος από αηδία και δέχτηκε ένα απρόσμενα δυνατό κύμα πόνου από τα πολλαπλά τραύματα που είχε σε όλο του κορμί.

Ο Άλαστερ φυσικά και είχε θεραπεύσει μόνο την επικίνδυνη εγκεφαλική βλάβη από το τραύμα στο κεφάλι, προφανώς για να μη χρειαστεί να τον επαναφέρει και για να μπορεί να συνεχίσει να κάνει κουβέντα μαζί του. Τα υπόλοιπα τα είχε αφήσει στη θέση τους για να απολαμβάνει να τον βλέπει να παιδεύεται συνεχώς χωρίς στάλα ανακούφισης.

Το κόψιμο στο πόδι του συνέχιζε να αιμορραγεί, τα δύο σπασμένα πλευρά του, του έστελναν διαρκώς ρυθμικούς παλμούς οδύνης εμποδίζοντάς τον να αναπνεύσει βαθιά και τα αμέτρητα χτυπήματα από τη ζώνη σε όλο του το σώμα τον έκαιγαν, τον έτσουζαν, τον τσιμπούσαν και τον τραβούσαν στην παραμικρή κίνηση. Σε όποια στάση και αν καθόταν ή όπου κι αν ακουμπούσε πονούσε φρικτά, ακριβώς όπως όταν ήταν έντεκα.

«Μη γίνεσαι τόσο δραματικός.», στράβωσε ο Άλαστερ αναπνέοντας βαθιά. «Για σκέψου πόσες φορές έσωσες τον Σαμ από διάφορες καταστάσεις. Αν δεν ήσουν εσύ, ο αδερφός σου δε θα κατάφερνε ούτε να επιβιώσει, ούτε να μεγαλώσει σωστά. Φαντάσου πόσο μίζερη θα ήταν η ζωή του αν είχε απομείνει μόνος του με τον μπαμπά σου. Αν κατάφερνε βέβαια ο Τζον και δεν τον έχανε από την Πρόνοια.»

«Δε μπορεί Άλαστερ.», δοκίμασε να βολευτεί αποκαμωμένος, σταματώντας να ακουμπά την φρέσκο – μαστιγωμένη πλάτη του στην πολυθρόνα, σκύβοντας προς τα μπροστά, κρατώντας συνέχεια προστατευτικά τα πονεμένα του πλευρά μέσα από τη σχισμένη του μπλούζα. «Δε μπορεί να τη γλίτωσε ο Αζέηζελ μόνο μ' έναν δαιμονισμό. Σίγουρα θα του ζήτησες και κάτι ακόμα.»

«Μα φυσικά αγαπητέ μου. Άλλο η διασκέδαση και άλλο η δουλειά. Η διασκέδαση μπορεί να ήσουν εσύ αλλά η κανονική συμφωνία μας ήταν πως αν κατάφερνα να σε κρατήσω ζωντανό και να κρατήσω και τις υποθέσεις του μυστικές, θα είχα για τα επόμενα τριάντα γήινα χρόνια το ελεύθερο να είμαι από τους πρώτους που θα επέλεγα από τις νεοφερμένες κολασμένες ψυχές.»

Ο Ντην γέλασε κοφτά γιατί ήξερε πως οι μηχανορραφίες του Άλαστερ δεν είναι ποτέ απλές. Χαμήλωσε το βλέμμα του υποτακτικά μα τα μάτια του γυάλιζαν επικίνδυνα από πόνο και οργή.

«Χάρη σ' αυτή τη συμφωνία μου με τον Αζέηζελ, τόσα χρόνια μπορώ και επιλέγω τις κατάλληλες ψυχές που θα μεταμορφώσω σε άξιους υπηρέτες του βασιλείου της Κόλασης και κατά προέκταση και δικούς μου έμπιστους. Τόσα χρόνια εκμεταλλεύτηκα στο έπακρο την ευκαιρία που μου δόθηκε και η δύναμη και η επιρροή μου πολλαπλασιάστηκε με γρήγορους ρυθμούς. Στην ουσία δηλαδή θα μπορούσε κάποιος να πει πως χάρη σε σένα κατάφερα να κάνω όλα αυτά που βλέπεις.», άνοιξε τα χέρια του σαν ταχυδακτυλουργός που ολοκλήρωσε το μαγικό του κόλπο, δείχνοντάς του το δωμάτιο.

«Γιατί μου τα λες όλα αυτά λίγο πριν χαθώ; Για να μου τα τρίψεις στη μούρη;», του πέταξε ο Ντην.

Ο Άλαστερ αναστέναξε απογοητευμένος. «Αντιθέτως αγαπητέ μου. Σε ξέρω από τότε που ήσουν έντεκα. Κράτησα με νύχια και με δόντια την ψυχή σου μακριά και ασφαλή από την θερίστριά σου, βοήθησα με τον τρόπο μου τους γιατρούς στην ίαση των τραυμάτων σου αλλά και στο να ξεπεράσεις το ψυχολογικό τραύμα της επίθεσης…»

«Τι είναι αυτά που λες;», διέκοψε απηυδισμένα ο Ντην.

«Την αλήθεια που δε ξέρεις λέω Ντην!», του φώναξε. «Πριν, αναρωτήθηκες γιατί δεν θυμάσαι καλά την επίθεση στο Γκράντ Φόρκς. Γιατί πολύ απλά εγώ αλλοίωσα τις μνήμες σου έτσι ώστε στο πέρασμα του χρόνου να μη μπορείς να θυμηθείς όλα αυτά που σε έκαναν να έχεις ζωντανούς εφιάλτες και για να μπορέσεις να συνεχίσεις τη ζωή σου πιο δυνατός απ' αυτή την εμπειρία και όχι σακατεμένος από τη κατάσταση που σε άφησε ο μεταμορφικός.», έκανε μια παύση σα να ήθελε να ηρεμίσει και συνέχισε σε πιο ήπιους τόνους. «Και ύστερα πάλι, μετά από χρόνια όταν πουλήθηκες και βρέθηκες στο Βασίλειό μας, εγώ ήμουν που σε διεκδίκησα σκληρά και ακριβά μέσα από πολλούς αρχιδαίμονες που σε ήθελαν σαν τρελοί. Δεν έχεις ιδέα πόσο πολύ γούσταραν να έχουν για σκλαβάκι τους έναν ξεπεσμένο Κυνηγό και μάλιστα τον γιο του Γουίντσεστερ. Ευτυχώς όμως για σένα πρόλαβα και σε κατέκτησα και αυτοί παρόλο που αναγκαστικά το αποδέχτηκαν, δε χάρηκαν καθόλου. Επένδυσα πολύτιμο προσωπικό χρόνο και καθημερινό μόχθο, μέχρι να καταφέρω να σε υποτάξω και να σε λαξεύσω με τη φωτιά και τη λεπίδα μου σε κάτι καινούριο, σε κάτι δυνατό και σκοτεινό. Γιατί γνώριζα ήδη τι είσαι πραγματικά και πίστευα σε σένα. Και όντως τα κατάφερα!», του χαμογέλασε ενθαρρυντικά. «Για να απαντήσω λοιπόν στην προηγούμενη ερώτησή σου, γι' αυτό Ντην θέλω να σε σώσω από την αιώνια καταδίκη. Για όλους αυτούς τους λόγους αρνούμαι να σε χάσω τόσο εύκολα. Απλά δε το δέχομαι!», ανέβασε πάλι τον τόνο της φωνής του και χτύπησε τη γροθιά του στο γραφείο.

Ο Ντην σταμάτησε να κοιτά ηττημένος το πάτωμα και αντάμωσε το απορημένο βλέμμα του με το βλέμμα του Άλαστερ. Το συνηθισμένα ανέκφραστο παρουσιαστικό του έκρυβε αληθινό πόνο και αναστάτωση.

«Ξέρω πως εκμεταλλεύτηκες αχάριστα την απουσία μου και προσπάθησες να με προδώσεις στην πρώτη σου ευκαιρία και γι' αυτό κι εγώ σε τιμώρησα αυστηρότατα, ξεσπώντας πάνω σου με όλη μου την οργή. Ήθελα να σου δώσω ένα καλό μάθημα, μα δε μπορώ να συνεχίσω να σου κρατάω κακία γι' αυτό που πήγες να κάνεις.

Ξεκίνησε ένας βάτραχος ποτάμι να περάσει

κι ένα σκορπιό συμφώνησε στην πλάτη ν' ανεβάσει.

Μα στα μισά της διαδρομής εκείνος τον τσιμπάει

και το φονιά του ο βάτραχος πριν βυθιστούν ρωτάει:

«Δε σκέφτηκες πως θα πνιγείς μ' ένα πνιγμό δικό μου;»

«Μα δε μπορώ να κάνω αλλιώς, είναι το φυσικό μου!»

Από αυτή την πλευρά του καθρέφτη Ντην μου, εσύ είσαι ο σκορπιός κι εγώ όταν αποφάσισα να σε εμπιστευτώ και να σε πάρω στην πλάτη μου, βαθιά μέσα μου ήξερα πως η έμφυτη, ακριβοδίκαιη "εναρετίλα" σου, κάπου, κάπως, κάποτε θα με τσιμπούσε. Με είχαν προειδοποιήσει εξάλλου όλοι τους. Ο Αζέηζελ, η Μεγκ, η Λίλιθ!», ο Ντην έμεινε άφωνος με τα ονόματα που άκουγε. «Ακόμα κι ο ανόητος ο Μπέλφεγκορ το είχε μαντέψει.», γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε το ρολόι του στον τοίχο. «Θέλω όμως να προλάβω να σου δείξω και κάτι τελευταίο πριν πάρεις την τελική απόφασή σου.»


...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...


[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.

[1] Σ.Σ. Είπα, βλέπε τη 2η ιστορία της σειράς, με τίτλο: «Ό,τι συνέβη στο Γκράντ Φόρκς, έμεινε στο Γκράντ Φόρκς.» - «What happened in Grand Forks, stayed in Grand Forks.» (Αν έφτασες ως εδώ χωρίς να την έχεις ήδη διαβάσει, τι να πω.)