.6.

"Seek The Roses Along The Way, Just Beware Of The Thorns "

Χωρίς καμία άλλη κουβέντα και προειδοποίηση, ο Ντην έχασε πάλι αστραπιαία τον χωροχρόνο και βρέθηκε σε μιαν ακόμη ανάμνησή του.

«Να πάρει Άλαστερ! Μη μου λες πρώτα πως θέλεις να με σώσεις, μου απαγγείλεις ποίηση και μετά με πετάς έτσι απλά μέσα σε μιαν ανάμνησή μου!», του φώναξε εκνευρισμένος. Ήθελε να του μιλήσει, να τον ρωτήσει τις απορίες του, να καταλάβει αν εννοούσε πραγματικά αυτά που μόλις του είχε εκμυστηρευτεί ή αν απλώς τον βασάνιζε όπως συνήθιζε. «Πού μ' έστειλες τώρα πάλι

Ήταν νύχτα, ένιωθε το δροσερό αεράκι να του χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά και το λαιμό. Καθόταν στη θέση του οδηγού και είχε καρφωμένα τα μάτια του μπροστά σε έναν ολόισιο, φαινομενικά ατελείωτο, ασφαλτοστρωμένο, κατάμαυρο δρόμο.

Από την περιφερική όρασή του μπορούσε να αντιληφθεί πως ήταν μέσα στο πολυαγαπημένο του "Μωρό". Η μυρωδιά των φθαρμένων δερμάτινων καθισμάτων, ανακατεμένη με λάδι συντήρησης όπλων, old spice αλλά και του εξατμισμένου αρωματικού πεύκου που ήταν κρεμασμένο στον κεντρικό καθρέφτη του γαργαλούσε τη μύτη, ενεργοποιώντας όμορφα συναισθήματα. Μπορούσε να δει τα χέρια του που κρατούσαν χαλαρά το βαρύ τιμόνι και να αισθανθεί το πέλμα του που ασκούσε διαρκή πίεση στο πετάλι του γκαζιού, κάνοντας το αμάξι να ταξιδεύει ομαλά με ευχάριστη ταχύτητα στον άδειο, σκοτεινό δρόμο που φωτιζόταν γλυκά όπου τον άγγιζαν οι προβολείς.

Τα χέρια του στο τιμόνι δε πρόδιδαν την ακριβή ηλικία του και όσο κι αν προσπαθούσε, δε μπορούσε να δει την αντανάκλασή του, ούτε στο αριστερό παράθυρο, ούτε στο μπροστινό παρμπρίζ αλλά ούτε και στον κεντρικό καθρέφτη που ήταν φιξαρισμένος στο να δείχνει μέρος των πίσω καθισμάτων και το πίσω παρμπρίζ.

Το μόνο σίγουρο ήταν πως μόλις είχε ολοκληρώσει κάποιο Κυνήγι, γιατί τα νύχια του ήταν γεμάτα με ένα παχύ στρώμα σκούρου χώματος και οι κλειδώσεις στα βρώμικα δάχτυλά του ήταν γεμάτες μικροκοψίματα. Τα χέρια του έμεναν σχεδόν πάντα σε αυτή τη κατάσταση μετά από κάποια δουλειά γιατί ή με κάτι θα είχε παλέψει και θα το είχε θάψει ή αλλιώς κάτι θα είχε ξεθάψει για να αλατίσει, να κάψει και μετά να ξαναθάψει.

«Πότε και πού στα κομμάτια είμαι;», αναφώνησε ο Ντην προσπαθώντας να αποσπάσει την πληροφορία από τον Άλαστερ γιατί ο παρελθοντικός, άγνωστος εαυτός του, δε κουνιόταν ούτε χιλιοστό από τη θέση του, έχοντας αυστηρά φιξαρισμένο το βλέμμα του μόνο στον δρόμο.

Το μοναδικό στοιχείο που είχε στη διάθεσή του ήταν η συναισθηματική κατάσταση του Ντην της ανάμνησης που επηρέαζε και τον ίδιο.

Ο Ντην του τότε, πεινούσε, διψούσε, νύσταζε, πονούσε σε όλο του το κορμί από φυσική κόπωση, είχε βαθύ πονοκέφαλο και το αριστερό του ζυγωματικό τον έκαιγε και το αισθανόταν να τον πιέζει ως το μάτι του.

Αυτό που διέφερε και έκανε τον θεατή Ντην να απορεί, ήταν πως αυτή τη φορά δεν αισθανόταν καθόλου ευχαρίστηση και ολοκλήρωση.

Η ενέργεια που έπαιρνε σχεδόν πάντα αφότου έφερνε σε πέρας τη δουλειά του, ήταν ικανή να τον κάνει όχι μόνο να ξεχάσει τους σωματικούς πόνους και ό,τι φρικιαστικό είχε δει, μυρίσει, παλέψει και σκοτώσει, αλλά του έδινε χαρά και ενθουσιασμό για μέρες. Ο Ντην όμως του τότε, αυτή τη φορά, αισθανόταν στεναχώρια, απογοήτευση, άγχος και τον φόβο της αβεβαιότητας.

Από αυτό και μόνο ο Ντην μπόρεσε να συμπεράνει πως ο Άλαστερ μάλλον τον είχε στείλει στην ανάμνηση κάποιου Κυνηγιού που είχε αποτύχει. Άρχισε να στύβει το μυαλό του προσπαθώντας να ανακαλέσει όλες τις υποθέσεις στις οποίες κάτι είχε πάει στραβά.

Βρισκόταν στην υπόθεση με τον Λη και τη μυστήρια αίρεση στην Αριζόνα; Στο εγκαταλελειμμένο άσυλο στην Τούλσα που κόντεψαν να τον λιντσάρουν πρεζάκια καταληψίες; Στο Μπρούκλιν, στους υπονόμους του Κανάρσι, με τον άπειρο Ρίτσι; Στη φτωχογειτονιά στη Γουίτσιτα με τον Σαμ και το δήθεν παιδί θαύμα; Δεν υπήρχε περίπτωση να τις θυμηθεί όλες, ήταν πάρα πολλές.

«Όχι!», μια βραχνή, κουρασμένη και γεμάτη αγωνία αντρική φωνή ακούστηκε ακριβώς δίπλα του, στα δεξιά του, μα ο Ντην της ανάμνησης αν και ξαφνιάστηκε δε γύρισε να κοιτάξει προς τη πηγή της. «Όχι, φ-φύγε!», η φωνή ράγισε, ψελλίζοντας σε πιο παρακλητικούς τόνους. «Μη! Δε σου φταίει σε τίποτα! Ντην!»

Ο Ντην ξεκόλλησε επιτέλους το βλέμμα του στο άκουσμα του ονόματός του και γύρισε το κεφάλι του.

Στη θέση του συνοδηγού βρισκόταν ο πατέρας του. Ήταν κουκουλωμένος μέχρι τα αυτιά με το καφέ, υπερμέγεθες, δερμάτινο σακάκι του και φαινόταν πως κοιμόταν βαθιά, ακουμπώντας το σφιχτά μαζεμένο σώμα του πάνω στη πόρτα και το κλειστό παράθυρο του συνοδηγού.

«Όχι!», ο Τζον μουρμούριζε στον ύπνο του και το σώμα του τιναζόταν ελαφρά κάθε φορά που μιλούσε. «Άφησέ τον! Ντην!», ακουγόταν σαν να παρακαλούσε κάποιον.

«Εδώ είμαι μπαμπά. Μην ανησυχείς.», ο θεατής Ντην άκουσε τον εαυτό του να λέει σιγανά σαν να μην ήθελε πραγματικά να ξυπνήσει τον Τζον απότομα από τον εφιάλτη που τον παίδευε.

Με τη περιφερική όρασή του κατάφερε να διακρίνει ένα κόκκινο απόκομμα εισιτηρίου στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Τα τυπωμένα γράμματα ήταν αρκετά μεγάλα για να μπορέσει να τα διαβάσει και ας μη κοιτούσε ο Ντην της ανάμνησης πάνω τους.

##Bear Trap Summer Festival - 2002##

Ακριβώς από κάτω, με μαύρο στυλό υπήρχε ένας αριθμός τηλεφώνου και το όνομα Μίντι με μια μεγάλη καρδούλα στο γιώτα αντί για τόνο. Αμέσως προσανατολίστηκε και τα πάντα, ειδικά τα αρνητικά συναισθήματα, άρχισαν να αποκτάνε νόημα.

Ήταν Αύγουστος του 2002, όταν αυτός και ο μπαμπάς του είχαν αναλάβει μιαν υπόθεση στα ορυχεία του βουνού Κάσπερ στο Γουαϊόμινγκ, μετά από μια σειρά εξαφανίσεων σε διαφορετικές χρονολογίες και την εύρεση ενός παράξενου πτώματος στην είσοδο κάποιου εγκαταλελειμμένου ορυχείου της περιοχής.

«Να το πάμε λίγο πιο πίσω;», ακούστηκε σαν από το υπερπέραν η αυστηρή φωνή του Άλαστερ.

«Όχι δε χρειάζεται. Το θυμάμαι πολύ καλά και το πριν και ειδικά το μετά.», η φωνή του Ντην φανέρωνε ενοχές και πόνο.

«Εγώ λέω να το πάμε ένα οχταωράκι πιο πίσω. Προλαβαίνουμε.», επέμεινε ο δαίμονας και αμέσως το τιμόνι χάθηκε από τα χέρια του Ντην. Στη θέση του πλέον βρισκόταν ένα φτυάρι και με αυτό έσκαβε ήδη μέσα σε έναν τάφο, στο αχνό φως του λυκόφωτος, σε ένα παλιό μικρό νεκροταφείο.

«Επ! Για πού το 'βαλες;», άκουσε τον εαυτό του να γκρινιάζει, καθώς ο μπαμπάς του πίσω του σκαρφάλωνε έξω από το λάκκο.

Ο Τζον πέταξε το φτυάρι του, έβγαλε μια μπύρα από ένα χακί σακίδιο, την άνοιξε και αφού ήπιε μερικές γουλιές έκατσε αναστενάζοντας με ανακούφιση στη γερμένη, απλή, πέτρινη ταφόπλακα. «Μια χαρά τα καταφέρνεις και μόνος σου.», του πρότεινε το αλουμινένιο κουτάκι χαμογελώντας του κουρασμένα.

Ο Ντην ήπιε μια γερή γουλιά. «Ζεστή είναι.», τη γύρισε πίσω κάνοντας μορφασμό δυσαρέσκειας. «Μπαμπά γιατί πάντα κάνω εγώ τις χαμαλοδουλειές;», έδειξε το χώμα, χτυπώντας νευρικά το φτυάρι του. «Πριν από ένα μήνα, εγώ ν' ανοίξω πάλι τον λάκκο για το τσουπακάμπρα…»

«Δεν ήταν τσουπακάμπρα εκείνο, σ' το 'πα ξανά, μην επιμένεις.», διέκοψε ο Τζον.

«Και εγώ σου 'πα πως μου 'χει δείξει φωτογραφίες ο Άλεξ! Ήταν και παραήταν και βρώμαγε και σα τσουπακάμπρα! Μετά, εγώ να κάψω και να εξαφανίσω τα στοιχεία στο σπίτι του τύπου που 'κανε θυσίες, την προ - προηγούμενη Πέμπτη…»

«Ξέρεις ότι μπορείς να συνεχίζεις να φτυαρίζεις χώμα ενώ μιλάς, έτσι;», τον διέκοψε ξανά ο Τζον συνεχίζοντας την μπύρα του. «Αυτό κι αυτό,», έδειξε το στόμα του Ντην και το φτυάρι που κρατούσε στα χέρια του, «πραγματικά φαίνεται αδύνατο, μα πίστεψέ με, μπορούν να λειτουργούν ταυτόχρονα. Για δοκίμασε.»

Ο Ντην έφτυσε στη στοίβα με το χώμα που έβγαζε σμίγοντας τα φρύδια του και ενέτεινε εκνευρισμένα την ταχύτητα της δουλειάς του σχεδόν κωμικά.

Ο Τζον γέλασε απρόσμενα από το θέαμα ενώ έπινε από το κουτάκι του, πιτσιλώντας μπύρα στο αξύριστο πηγούνι του. «Ενώ εσύ λοιπόν όλη μέρα καλοπερνούσες στο Φεστιβάλ, ακούγοντας τα συγκροτήματα, πίνοντας δροσερές και όχι ζεστές μπύρες και τρώγοντας εκείνο το… πώς στα κομμάτια το 'πες;», σκούπισε το πρόσωπό του με τη βρώμικη παλάμη του.

«Firerock Burger.», απάντησε μουρμουριστά ο Ντην. «Με τριπλό τσένταρ.»

«Αυτό! Παρεούλα με την… πώς την είπες την ξανθούλα τη κοπελιά; Λίντα; Σίντι;»

«Μίντι μπαμπά!»

«Αυτή! Εγώ ξέρεις τι έκανα; Έσερνα απρόθυμους υπαλλήλους, με το ζόρι και Κυριακάτικα, απ' την ησυχία του σπιτιού τους στις υπηρεσίες τους κι έβγαζα τα μάτια μου πρώτα στις εφημερίδες της τοπικής βιβλιοθήκης, έπειτα στ' αρχεία υποθέσεων της αστυνομίας, για να καταλήξω στο μουχλιασμένο υπόγειο του ληξιαρχείου, να ψάχνω μέσα σε ποντικοφαγωμένες κούτες, καταγραφές απ' το 1900!», ήπιε μονορούφι την υπόλοιπη μπύρα διψασμένος και αφού στράβωσε το κουτάκι σφίγγοντάς το στη χούφτα του το πέταξε με δύναμη προς τα δεξιά του. «Σειρά σου να δουλέψεις λίγο.»

«Καταρχάς δεν έκανα "παρεούλα" με τη κοπέλα. Η κολλητή της ήταν αυτή που έχασε πρόσφατα τον φίλο της και τον δήλωσαν αγνοούμενο στην αστυνομία. Έρευνα έκανα κι έπαιρνα στοιχεία της περιοχής απ' τους ντόπιους!», σταμάτησε ο Ντην πάλι να φτυαρίζει, μα μόλις θυμήθηκε πως όντως μπορούσε και να μιλά και να δουλεύει ταυτόχρονα συνέχισε να πετά έξω από το λάκκο χώμα. «Μπορώ να πάω κι εγώ ξέρεις στις βιβλιοθήκες και στα ληξιαρχεία για έρευνες αλλά εσύ δε μου βγάζεις ταυτότητα του F.B.I. Με τι σόι δικαιολογία θα 'μπαινα Κυριακάτικα μέσα στα γραφεία για ψάξιμο κυβερνητικών φακέλων;»

«Δε νομίζω πως η υπηρεσία έχει πολλούς εικοσιτριάχρονους πράκτορες στην ενεργό δράση που να μοιάζουν μάλιστα με το ζόρι πως είναι σε ηλικία ψήφου.»

«Γιατί έχεις δει και ποτέ σου κανέναν αληθινό πράκτορα του F.B.I. ρε μπαμπά; Και όχι! Ο Μόλντερ και η Σκάλι δε πιάνονται!»

«Όταν με το καλό βγάλεις μερικές τρίχες ακόμα στο πηγούνι σου, μπασάρει η φωνή σου και πάψεις να μοιάζεις με βαθμοφόρο σε κατασκήνωση λυκόπουλων, τότε θα το σκεφτώ να σου φτιάξω και ταυτότητα πράκτορα. Προς το παρόν σκάβε πιο γρήγορα να τελειώνουμε μη μας κάνει καμιά επίσκεψη.», χτύπησε με τη φτέρνα του την ταφόπλακα, ερευνώντας ταυτοχρόνως οπτικά την περιοχή. «Έδυσε ο ήλιος.»

«Τουλάχιστον είναι στα σίγουρα ο τύπος που ψάχνουμε αυτός που ξεθάβω ή τζάμπα κοψομεσιάζομαι;»

Ο Τζον έβγαλε από ένα σάκο μια κοντόκαννη, κυνηγετική καραμπίνα και την απίθωσε όρθια πάνω στην ταφόπλακα. «Ναι, αυτός είναι. Όλα τα στοιχεία της έρευνάς μου καταλήγουν σ' αυτόν.»

«Και γιατί έχει δύο ονόματα;», ο Ντην γύρισε το κεφάλι του για να τα διαβάσει. «Μπιλ Πάξτον και Τόμι Πάξτον.»

«Δε ξέρω για τον Τόμι Πάξτον. Ίσως κάποιος συγγενής του; Από τ' αρχεία βρήκα πως ο Μπιλ ήταν χήρος κι η γυναίκα του είχε πεθάνει στη Μινεσότα. Δεν αναφέρει πουθενά αν είχε παιδί.», έξυσε με το νύχι του το δεύτερο όνομα, φαινόταν σαν να χαράχτηκε μετά από καιρό και αφού είχε γίνει ήδη η ταφόπλακα για τον Μπιλ Πάξτον. «Το μόνο σίγουρο είναι πως όποιος κι αν είναι αυτός ο Τόμι, τον έβαλαν μετά τον Μπιλ.»

«Θα δούμε τι και πώς, μόλις τ' ανοίξουμε.»

«Πάντως ο Μπιλ Πάξτον ήταν προσωπικός σωματοφύλακας του ιδιοκτήτη του πιο πάνω ορυχείου, που πέθανε το 1912. Σύμφωνα με την αστυνομική αναφορά της υπόθεσης αλλά και το άρθρο της τοπικής εφημερίδας, ο ιδιοκτήτης του ορυχείου ήθελε να πουλήσει τμήμα του γιατί γνώριζε πως στέρεψε από μεταλλεύματα. Για να μπορέσει όμως να το πουλήσει ζήτησε απ' τον Πάξτον, που τον εμπιστευόταν, να πυροβολήσει με σκάγια χρυσού τα τοιχώματα προς στο τέλος της στοάς για να φαίνεται πως υπήρχε ενεργή φλέβα. Χωρίς να μπορέσει να προβλέψει τις συνέπειες τις πράξης του, ο Πάξτον ξεκίνησε να πυροβολεί με τα σκάγια, προκαλώντας άθελά του κατακρήμνιση με αποτέλεσμα να καταπλακωθεί και να πεθάνει.»

«Τα παιδιά στο Φεστιβάλ μου 'παν πως χρόνια τώρα υπάρχει ο θρύλος για το σωματώδες φάντασμα που στοιχειώνει τη συγκεκριμένη περιοχή αλλά ποτέ ως τώρα δεν υπήρχαν θύματα, μόνο εξαφανισμένοι που δε βρέθηκαν ποτέ.», σταμάτησε το φτυάρισμα για να πάρει μιαν ανάσα.

«Ίσως με κάποια σεισμική δραστηριότητα κουνήθηκε μέρος της στοάς και για άγνωστο λόγο τον ενεργοποίησε. Ή μπορεί να 'χει να κάνει με την ημερομηνία ή τις χρονολογίες. Φέτος πέρασαν ακριβώς ενενήντα χρόνια απ' τον θάνατό του Δε μπόρεσα να ξεχωρίσω κάποιο μοτίβο. Το πιο ύποπτο πάντως είναι πως στο πτώμα που βρήκαν έξω απ' τη στοά, η ιατροδικαστική εξέταση έγραφε πως έτρεχε απ' όλες τις οπές του παχύρρευστο, μαύρο υγρό, άγνωστης προέλευσης.»

«Εκτόπλασμα;», ο Ντην σκούπισε το ιδρωμένο μέτωπό του.

«Πιθανότατα. Οπότε ξέρεις τι σημαίνει αυτό, έτσι;»

«Διάολε! Μπορεί και στοιχειώνει ανθρώπους.», ο Ντην ξεκίνησε να φτυαρίζει πιο γρήγορα. «Μπαμπά αλήθεια τα χέρια του πτώματος ήταν πληγιασμένα μέχρι τα κόκαλα;»

«Ναι, είδα τις φωτογραφίες. Το θύμα ήταν σοβαρά αφυδατωμένο κι είχε καταφέρει να ξεσκίσει τελείως τα νύχια του, το δέρμα του, τους μύες του και να φτάσει μέχρι κόκαλο. Ήταν σαν να έσκαβε ασταμάτητα για μέρες χωρίς εργαλεία μέσα στη στοά μέχρι που πέθανε από φυσική εξάντληση. Λογικά και τ' άλλα άτομα που αγνοούνται τόσα χρόνια πρέπει να είχαν ανάλογη κατάληξη. Ίσως να βρίσκονται μέσα στις διακλαδώσεις του ορυχείου.»

«Λες ο φίλος της Μίντι να 'παθε τα ίδια και γι' αυτό εξαφανίστηκε;»

«Ας ελπίσουμε πως όχι Ντην.», ο Τζον παίρνοντας το φτυάρι του, σηκώθηκε. «Πάω να φέρω τ' αλάτι και τη βενζίνη. Συνέχισε, πλησιάζεις.», έφυγε προς το παρκαρισμένο αμάξι τους.

«Μπαμπά,», ο Ντην φώναξε ακούγοντας τον Τζον να ανοίγει το πορτ μπαγκάζ του Impala. «τελείως άσχετο με την υπόθεση, μα πρέπει να συζητήσουμε ένα θεματάκι.», συνέχισε να φτυαρίζει όσο πιο γρήγορα άντεχε, παίρνοντας και σηκώνοντας επίτηδες μεγάλες, βαριές ποσότητες χώματος.

«Το 'χουμε ήδη συζητήσει και νόμιζα πως έληξε αυτό το θέμα. Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε. Δεν είναι ακόμη ο Σάμι έτοιμος για να δοκιμάσετε οι δυο σας να πάτε μόνοι σας σε Κυνήγι. Τελεία και παύλα.», ακούστηκε το καπό να κλείνει δυνατά.

Η μύτη του φτυαριού του Ντην χτύπησε κάτι σταθερό μέσα στο χώμα. «Όχι, δεν εννοώ αυτό ρε μπαμπά.», έσκυψε και με τα χέρια καθάρισε το χώμα πάνω από το παλιό, καπάκι του ξύλινου φέρετρου μέχρι που βρήκε τις άκρες του. «Αλλά βουλωμένο γράμμα διαβάζεις. Πάλι για τον Σαμ είναι κι αυτό που θέλω να σου πω.», τράβηξε τις σανίδες με δύναμη και το φθαρμένο καπάκι άνοιξε σχετικά εύκολα αποκαλύπτοντας τα λιγοστά σκελετικά απομεινάρια του νεκρού. «Την άλλη Κυριακή θα πρέπει να φύγουμε για να…»

Ο Ντην πραγματικά εντυπωσιάστηκε από τον ήχο που έκανε το μέταλλο του φτυαριού που έσκασε με δύναμη στο πίσω μέρος του κεφαλιού του. Εντυπωσιάστηκε γιατί ο τόνος του ήχησε πεντακάθαρα από μέσα του, κάνοντας ηχείο το ίδιο του το κρανίο. Αν και δεν αισθανόταν κανένα πόνο ακόμα, δεν κατάλαβε πως το δυνατό χτύπημα στο κεφάλι τον έκανε να λιγοθυμήσει και στιγμιαία παρέμεινε σαστισμένος να αναρωτιέται το πώς και για ποιό λόγο είχε βρεθεί στα τέσσερα, μέσα στο σπασμένο φέρετρο και κοιτούσε από πολύ κοντά τα κόκκαλα του νεκρού. Πριν καταφέρει να βγάλει άκρη όμως, ένα σετ δυνατά χέρια τον γράπωσαν από τη μπλούζα του και τον τράβηξαν με τη βία, σέρνοντάς τον έξω από τον λάκκο, πετώντας τον άτσαλα ανάσκελα στο χώμα. «Τι γίνεται;», πρόλαβε να ρωτήσει μπερδεμένος προτού δεχτεί μια γερή γροθιά στο αριστερό του ζυγωματικό.

Ο Τζον έπεσε με ορμή και κάθισε πάνω στο στομάχι του Ντην, συγκρατώντας τον ακινητοποιημένο με όλο του το βάρος. Μια δεύτερη γροθιά έσκασε στο ίδιο σημείο με την ίδια δύναμη, μα στην τρίτη ο Ντην πρόλαβε να σηκώσει αμυντικά τα χέρια του και να την μπλοκάρει. Κύρτωσε τη μέση του, προσπαθώντας να απωθήσει και να ρίξει τον μπαμπά του τινάζοντας και κουνώντας το κορμί του για να μπορέσει να απελευθερωθεί, όπως είχε μάθει την χρονιά που έκανε πάλη στου Σόνι, όμως εκείνος τον χτύπησε πάνω στο διάφραγμα κόβοντάς του την αναπνοή και του έριξε ακόμα δυο πολύ πιο δυνατές γροθιές στο ίδιο ζυγωματικό.

«Μπάσταρδε, βγες από μέσα του!», βόγκηξε απεγνωσμένα ο ζαλισμένος Ντην καταλαβαίνοντας πως το πνεύμα που κυνηγούσαν είχε κυριεύσει το σώμα του πατέρα του, μα εκείνος τον άρπαξε και με τα δυο του χέρια από το λαιμό και τον έσφιξε.

Ο Ντην ξεκίνησε να κλωτσά και να ρίχνει γονατιές όπου έβρισκε επαφή και να χτυπά με τις γροθιές του τον Τζον στο πρόσωπο, στα πλευρά, στον κορμό και στους βραχίονες με όση δύναμη είχε, όμως τα χτυπήματα, παρόλο που ήταν γερά, δε φαίνονταν να έχουν καμιά απολύτως επίδραση. Ήταν σαν να μη τον πονούσε καθόλου.

Τα σκούρα καστανά μάτια του μπαμπά του τον κοιτούσαν απαθέστατα και η έκφραση του προσώπου του ήταν απόκοσμα γαλήνια. «Ψόοοφαααα!», ψιθύρισε βραχνά και λαρυγγικά, σαν η φωνή του να έβγαινε με κόπο μέσα από τα σωθικά του, σφίγγοντας επικίνδυνα τη λαβή γύρω από το λαιμό του παιδιού του.

«Στα-μάτ..! Δ-δε…μπο…ν' ανασά-ω!», παρακάλεσε ο Ντην, ξύνοντας με τα νύχια του τις παλάμες που τον πίεζαν, νιώθοντας την κόπωση να τον καταβάλει και την έλλειψη οξυγόνου να του καίει τους πνεύμονες. «Μπ-μπαμπά!»

Η λαβή του Τζον έγινε στιγμιαία ελάχιστα πιο χαλαρή, επιτρέποντας στο Ντην να ρουφήξει λίγο πολύτιμο οξυγόνο. «Είσ-σαι γιοοός;», τον ρώτησε με εφιαλτικό τόνο και μαύρο, παχύρρευστο εκτόπλασμα άρχισε να τρέχει από το στόμα του, να κυλάει στα χείλια του και στο πηγούνι του και να στάζει πάνω στο στήθος του. «Είν-ναι πα-τέεεραααςςς;», συνέχισε συριστικά, σφίγγοντας και πάλι δυνατά τα δάχτυλά του. Ένα μαύρο δάκρυ κύλησε από το αριστερό του μάτι και έσταξε πάνω στο μάγουλο του Ντην. «Κοι-μή-σσσουουου!»

«Μη!», ψέλλισε άφωνα ο Ντην σταματώντας σταδιακά να παλεύει καθώς άρχισε να χάνει τις αισθήσεις του από υποξία.


.


«Γιατί;», ο θεατής Ντην κατάφερε να μιλήσει ενώ ο εικοστριάχρονος εαυτός του ξαναέβρισκε τις αισθήσεις του, βήχοντας ξερά, προσπαθώντας να καταπιεί, πασχίζοντας να καταπιέσει τους πόνους του σώματός του. «Γιατί Άλαστερ;», κοίταξε το ρολόι στον καρπό του και συνειδητοποίησε πως είχαν περάσει τρεις ώρες από τη δύση του ήλιου άρα περίπου τόσες από την ώρα που λιποθύμησε. «Μπαμπά!», φώναξε βραχνά προς τη μεριά του παρκαρισμένου Impala και σηκώθηκε με εξαιρετική δυσκολία.

«Τι γιατί Ντην;», ακούστηκε ο δαίμονας, «Προφανώς για κάποιο λόγο ξοδεύω τόνους ψυχικής ενέργειας για να σ' τα δείξω όλα αυτά. Θέλω να θυμηθείς κάτι που έχεις ξεχάσει. Θέλω να το αισθανθείς. Ράψ' το τώρα μη σ' το ράψω και ζήσ' το!»

Στον λάκκο υπήρχε μόνο το σπασμένο φέρετρο, μα έλειπαν όλα τα σκελετικά απομεινάρια του νεκρού. Ωστόσο η ταφόπλακα ήταν πλέον όρθια και στη προηγούμενη θέση της. Δίπλα στο αμάξι το μπιτόνι της βενζίνης ήταν σπασμένο και άδειο και παντού υπήρχε σκορπισμένο αλάτι.

Δε μπορούσε πια να κάψει τη σωρό και να απελευθερώσει τον πατέρα του.

«Έρχομαι!», άρπαξε την καραμπίνα που ήταν πεταμένη κοντά στην ταφόπλακα και τρεκλίζοντας ξεκίνησε προς την είσοδο του ορυχείου περίπου δύο χιλιόμετρα βόρεια του νεκροταφείου. «Έρχομαι μπαμπά!», μουρμούρισε αποφασιστικά προσπαθώντας να δώσει κουράγιο στον εαυτό του.

«Μπορώ να σου πω εγώ τι έγινε.», το πίσω μέρος του κεφαλιού του Ντην πονούσε ενοχλητικά από την φτυαριά που είχε δεχθεί, αν και όχι το ίδιο εφιαλτικά με την προηγούμενη ανάμνησή του. «Μπήκα στ' ορυχείο και ψάχνοντας μέσα στις στοές με τον μετρητή ηλεκτρομαγνητικής ενέργειας ως οδηγό, βρήκα μετά από λίγο τον μπαμπά μου. Δε χρειάζεται να το καθυστερούμε.»

Προτού προλάβει να ολοκληρώσει την πρότασή του ο Ντην βρέθηκε μέσα σε μια στοά, φωτισμένη μοναχά από ένα φακό που κρατούσε στο χέρι του, κολλημένο πάνω στο κοντάκι της κοντόκαννης καραμπίνας την οποία και είχε προτεταμένη, σημαδεύοντας μια σκοτεινή φιγούρα στα δέκα περίπου μέτρα απέναντί του.

Ο Άλαστερ είχε πηδήξει και πάλι μέρος της ανάμνησης.

«Μπαμπά μ' ακούς; Εγώ είμαι.», η φωνή του νεαρού Ντην έβγαινε τρεμουλιαστή και αβέβαιη. «Σταμάτα!», τον διέταξε.

Ο Τζον ήταν βρώμικος, καλυμμένος με σκόνη και χώμα, μούσκεμα στον ιδρώτα και βαριανασαίνοντας διαρκώς με δυσκολία σαν να ήταν λαχανιασμένος, έσκαβε μανιωδώς με ένα φτυάρι το τοίχωμα της στοάς.

Ο Ντην τόλμησε να κάνει μερικά διστακτικά βήματα προς το μέρος του. «Κοίτα με! Πρέπει να σταματήσεις!», πλησίασε λίγο ακόμη.

«Φφφ-φύγε γιέεεε!», ακούστηκε η απόκοσμα βραχνή φωνή του Τζον μέσα από ασθματικές γρήγορες αναπνοές. «Πολύ κοντά! Εκεί! Πρέπεινατονβρωωω! Είναι κοντά!...Είναικοντάείναιεκείείναικοντά!…», συνέχισε να παραμιλά διαρκώς φτυαρίζοντας πιο νευρικά, πασχίζοντας να πάρει αναπνοή.

«Άκουσέ με και σταμάτα μπαμπά! Πρέπει να τον διώξεις!», πλησίασε κοντά του και τον ακούμπησε με την κάνη της καραμπίνας του ανάμεσα στις μουσκεμένες από τον ιδρώτα ωμοπλάτες του.

«Φφφ-φύγε εί-πα!», ούρλιαξε δαιμονισμένα ο Τζον γυρίζοντας απότομα, προσπαθώντας να χτυπήσει τον γιο του με το καταφαγωμένο από το σκάψιμο φτυάρι του, όμως ο Ντην πρόλαβε να σκύψει και να αποφύγει το χτύπημα. «Φφφ-φύγε και μηηη τον υπο-υποχρεώσεις να δειει το θά-να-τοοό σσσου γιεεεε! Φφφ-φύγε και μη βλέπεις κι ε-σσσύ τον δι-κό του!», ξεκίνησε να τρεκλίζει προς το μέρος του κρατώντας απειλητικά το φτυάρι. Τα μάτια, τα ρουθούνια, τα αυτιά και το στόμα του ήταν καλυμμένα με το μαύρο παχύρρευστο εκτόπλασμα, το οποίο έρεε διαρκώς έτσι όπως μιλούσε και βαριανάσαινε. «Φύυυυγε!»

«Εσύ να φύγεις από μέσα του! Τράβα ρε μπάσταρδε προς το φως μονάχος σου γιατί αλλιώς θα σε στείλω εγώ με το ζόρι!», ο Ντην οπισθοχώρησε παρατηρώντας τον Τζον, πασχίζοντας να διακρίνει μέσα στο λιγοστό φως κάτι που θα του έδειχνε πως ο μπαμπάς του τον άκουγε. «Σ-συγγνώμη μπαμπά!», τραύλισε και οπλίζοντας την καραμπίνα, πυροβόλησε τον πατέρα του, χτυπώντας τον με μια ριπή αλατιές πάνω στον δεξί του ώμο.

Μια εφιαλτική κραυγή ξέφυγε από τα χείλια του Τζον πριν πέσει λιπόθυμος και σκάσει άτσαλα στο χώμα, ενώ ταυτοχρόνως η θερμοκρασία της στοάς έπεσε απότομα σε βαθμούς υπό το μηδέν.

Ο Ντην γέμισε γοργά την κοντόκαννη με νέους κάλυκες και αφού την όπλισε, άνοιξε έναν ακόμα τραβώντας τον με τα δόντια του και άδειασε το περιεχόμενό του στο στόμα του. Το πνεύμα τώρα δε θα μπορούσε πια να στοιχειώσει ούτε τον μπαμπά του που ήταν καλυμμένος με αλάτι, αλλά ούτε και τον ίδιο.

Το φάντασμα εμφανίστηκε ξαφνικά να αιωρείται πάνω από τον αναίσθητο Τζον. Τελικά οι μαρτυρίες και οι ιστορίες των ντόπιων δεν ήταν καθόλου υπερβολικές.

Ήταν ένας τεράστιος, ψηλός και μυώδης άντρας ντυμένος με κοστούμι της εποχής του. «Πρέπεινατονβρωωω!», η μπάσα φωνή του δονούσε ολόκληρη την στοά. Τα μαλλιά του και τα γένια του ήταν άγρια και ανακατεμένα, τα μάτια του πανικόβλητα και ούρλιαζε κλαίγοντας σπασμωδικά και απελπισμένα, παραμορφώνοντας απαίσια τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, κάθε φορά που δοκίμαζε να στοιχειώσει το αναίσθητο σώμα του Τζον, σαν να καιγόταν από το αλάτι στις πληγές του.

«Μπαμπά ξύπνα! Πρέπει να φύγουμε!», ο Ντην έσπρωξε με τη γλώσσα του το αλάτι μέσα στο στόμα του, αποθηκεύοντάς το σα σκίουρος στα μάγουλά του. Σημάδεψε το πνεύμα που δεν έλεγε να φύγει μακριά και το πυροβόλησε ξανά. «Εξαφανίσου είπα!», το φάντασμα κραύγασε απαίσια και χάθηκε πάλι. Έτρεξε στο μπαμπά του και τον ταρακούνησε. «Σήκω!», του φώναξε, σκουπίζοντας με το μπλουζάκι του και τις παλάμες του το πρόσωπό του από το μαύρο εκτόπλασμα που του κάλυπτε όλες τις οπές. «Ξύπνα!», η φωνή του έσπασε, όταν του έριξε ένα γερό χαστούκι στο μάγουλο.

Τα βλέφαρα του Τζον πετάρισαν και άνοιξαν απότομα καθώς συνήλθε από το τσούξιμο της σφαλιάρας. Αντανακλαστικά έπιασε τον γιο του από τον γιακά και ετοιμάστηκε να τον γρονθοκοπήσει. «Αγόρι μου;», ρώτησε αναγνωρίζοντάς τον, συγκρατώντας τελευταία στιγμή μετέωρη τη γροθιά του.

«Είναικοντάείναιεκείείναικοντά!», ακούστηκε το στοιχειό να ουρλιάζει σαν να ήταν παντού μέσα στη στοά και ο χώρος άρχισε να τρέμει σαν να γινόταν σεισμός. «Πρέπεινατονβρωωω!», χώμα άρχισε να ξεκολλάει από τα τοιχώματα και την οροφή γεμίζοντας τα πάντα με αποπνικτική σκόνη.

«Σήκω! Πρέπει να φύγουμε!», ο Ντην βήχοντας πνιγμένος πάλεψε να σηκώσει με το ζόρι τον Τζον. «Θα μας θάψει ζωντανούς!»,

«Όχι, δε προλαβαίνουμε!», ο Τζον βήχοντας κι αυτός βαθιά και υγρά, έφτυσε όσο εκτόπλασμα είχε απομείνει στον λάρυγγα και στο στόμα του. Σηκώθηκε με δυσκολία και αρπάζοντας το φαγωμένο φτυάρι από το έδαφος με το καλό του χέρι, άρχισε πάλι να κοπανάει το τοίχωμα και να φτυαρίζει γοργά χώμα στο ίδιο σημείο που έσκαβε πριν. «Ντην βοήθα με!», φώναξε στον έκπληκτο γιο του. «Πρέπει ν' ανοίξουμε το πέρασμα! Δε μπορώ μόνος μου! Έλα γρήγορα!», επέμεινε.

«Μπαμπά σταμάτα! Δε με καταλαβαίνεις; Πάμε να φύγουμε!», ο Ντην αναρωτήθηκε μήπως ο Τζον είχε στοιχειωθεί και πάλι και δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να τον χτυπήσει με μιαν ακόμη δόση αλατιές.

«Ντην άκουσέ με κι έλα να με βοηθήσεις, τώρα! Πρέπει να τρυπήσουμε την κατακρήμνιση!», τον διέταξε βγάζοντας πυκνό αχνό σε κάθε εκπνοή του και ο γιος του τον υπάκουσε, άρπαξε μια κοτρώνα από το έδαφος και ξεκίνησε και αυτός να κοπανάει το τοίχωμα και να φτυαρίζει χώμα με τα νύχια και τις χούφτες του.

Η παγωμένη σαν κατάψυξη στοά, δονήθηκε πιο έντονα και τμήμα του τοιχώματος που έσκαβαν υποχώρησε και κατέρρευσε, φανερώνοντας ένα κρυφό πέρασμα από πίσω του.

«Είναικοντάείναιεκείείναικοντά!», η εκκωφαντική φωνή του φαντάσματος ήταν πλέον ασυγκράτητη και ο φακός του Ντην άρχισε να τρεμοπαίζει βυθίζοντας τους κάπου κάπου στο απόλυτο σκοτάδι.

Το πνεύμα του Μπιλ Πάξτον έκανε ξανά την εμφάνισή του και περνώντας ξυστά ανάμεσα από τους δύο Γουίντσεστερς, παγώνοντάς τους ως το μεδούλι, αιωρήθηκε γοργά μέσα στο καινούργιο χώρο.

«Τον βρήκε! Ευτυχώς!», χαμογέλασε ο Τζον αγκομαχώντας διαρκώς, πέφτοντας στα γόνατα ανήμπορος να κρατηθεί όρθιος, βήχοντας και φτύνοντας εκτόπλασμα, σκόνη και χώμα. «Μη φοβάσαι, δε θα μας πειράξει. Να! Κοίτα! Κοίτα τους Ντην!», σταμάτησε τον γιο του που πολεμούσε να τον ανασηκώσει.

Ο Ντην φώτισε με το φακό του την τοποθεσία που είχε κατευθυνθεί ο Μπιλ. Φαινόταν να αιωρείται πάνω από μια στοίβα με πέτρες και πανιά αλλά παρατηρώντας προσεχτικότερα ξεχώρισε μέσα στα σκονισμένα πατσαβούρια, ένα κρανίο και μάλιστα μικρότερο από τα συνηθισμένα. Ήταν το κρανίο ενός μικρού παιδιού.

Προς στιγμήν νόμισε πως το φως από τον φακό του δυνάμωσε, μα σύντομα κατάλαβε πως το λαμπερό κιτρινωπό φως εκπεμπόταν από το πνεύμα του Πάξτον. «Τόμι, πάμε σπίτι. Η μαμά μας περιμένει.», είπε καθαρά με ήρεμη φωνή και σαν απάντηση ένα ακόμα φάντασμα έκανε την εμφάνισή του ακριβώς πάνω από το μικρό κρανίο. Ήταν το χρυσαφένιο πνεύμα ενός μικρού αγοριού. Άπλωσε χαμογελώντας χαρούμενα τα χεράκια του προς την πανύψηλη άυλη φιγούρα και εκείνη το πήρε αγκαλιά και το έσφιξε προστατευτικά, φιλώντας το στο μέτωπο.

Το φως τους έγινε στιγμιαία ακόμα πιο ισχυρό στραβώνοντας τελείως τους δύο Κυνηγούς. «Σας ευχαριστώ πατέρα και γιε.», ακούστηκε μια απόκοσμα ήρεμη φωνή και το φως έσβησε, αφήνοντας την στοά βυθισμένη σκοτάδι.


.


Ο χωροχρόνος άλλαξε πάλι και πριν ο θεατής Ντην συνέλθει από την εναλλαγή του φωτός από ισχυρό σε σχεδόν ανύπαρκτο, βρέθηκε ξανά μέσα στο Impala να κοιτά τον κουκουλωμένο, με το κατασκονισμένο δερμάτινό του Τζον στη θέση του συνοδηγού.

«Εδώ είμαι μπαμπά. Μην ανησυχείς.», άκουσε τον εαυτό του να λέει.

«Άφησέ τον είπα!», το κορμί του πατέρα του τινάχτηκε απότομα. «Σ' ικετεύω!»

«Μπαμπά ξύπνα, βλέπεις όνειρο!», ο Ντην μίλησε λίγο πιο δυνατά.

Ο Τζον είχε συχνά πυκνά άσχημους και ζωντανούς εφιάλτες, ειδικά μετά από κάποιο δύσκολο ή αποτυχημένο Κυνήγι. Ένα ακόμα κατάλοιπο της στρατιωτικής θητείας του στον πόλεμο του Βιετνάμ, που τρύπωσε και ενσωματώθηκε με τα άσχημα περιστατικά της νέας του ζωής. Ήταν σαν να ξαναζούσε όλη την εμπειρία από την αρχή και συνεχόμενα. Ο ίδιος αστειευόμενος ισχυριζόταν πως τέτοιου είδους εφιάλτες του έκαναν καλό γιατί έβλεπε τα λάθη του και μπορούσε να μάθει από αυτά, όμως ο Ντην δεν άντεχε να βλέπει τον μπαμπά του να παιδεύεται έτσι. Σίγουρα η θεματολογία του τωρινού εφιάλτη του ήταν η επίθεση που έκανε το πνεύμα στον Ντην χρησιμοποιώντας τα δικά του χέρια.

«Σήκω μπαμπά!», του φώναξε πάλι και τον κούνησε από τον ώμο.

«Άσε με γιε μου και φύγε να σωθείς!», η φωνή του Τζον ράγισε. Το κούνημα και η προτροπή του Ντην φάνηκε σαν να χειροτέρεψε κατά πολύ την κατάστασή του. «Μη! Όχι τ' αγόρι μου!», επαναλάμβανε σιγανά και μουρμουριστά σαν να παρακαλούσε κάποιον κλαίγοντας. «Τρέχα Ντην!»

Ο Ντην υπάκουσε, γκάζωσε νευρικά και μόλις έφτασε στην επιθυμητή ταχύτητα άρχισε να πατά και να αφήνει διαδοχικά το φρένο σαν να προσπαθούσε να αποφύγει κάτι στο δρόμο, ταρακουνώντας όλο το εσωτερικό του αμαξιού μπρος - πίσω κάθε φορά που φρέναρε. Το χαλαρό, από την κατάσταση ύπνου, σώμα του Τζον άρχισε να κουνιέται και αυτό μπρος - πίσω στον ίδιο ρυθμό. Ο Ντην έπαψε να παίζει με το φρένο μόλις ο μπαμπάς του σταμάτησε να παραμιλάει και πιάστηκε αντανακλαστικά από το ταμπλό του αυτοκινήτου για να σταθεροποιηθεί και να σταματήσει το κούνημα.

«Τ-τι ήταν;», ρώτησε βραχνά με τη συνηθισμένη σοβαρότητα στη φωνή του και τελείως ξύπνιος.

«Σκαντζοχοιράκι πρέπει να 'ταν.», είπε ψέματα ο Ντην, ευχαριστημένος που κατάφερε να διακόψει τον εφιάλτη που ταλαιπωρούσε τον μπαμπά του.

«Την γλίτωσε ή έγινε σκαντζοχοιρόπιτσα;»

Ο Ντην κοίταξε κοφτά στο καθρέφτη για να δει δήθεν πίσω. «Το 'σωσα.»

«Έχεις ρέντα σήμερα γιε μου.», χαμογέλασε ο Τζον και αφού ξεσκεπάστηκε, πέταξε το δερμάτινό του στο πίσω κάθισμα. «Πόση ώρα κοιμάμαι;», χασμουρήθηκε βαθιά, τεντώνοντας επιφυλακτικά το κορμί του.

Ο Ντην κούνησε τον καρπό του για να βγάλει με την κίνηση πάνω από το καντράν του ρολογιού του το φθαρμένο κομποσκοίνι που φορούσε και να δει την ώρα. «Πλησιάζεις το τρίωρο.»

«Τρίωρο;», ο Τζον σφύριξε έκπληκτος. «Θα ορκιζόμουν πως πέρασε μόνο ένα τρίλεπτο. Πού στα κομμάτια είμαστε και δε φτάσαμε ακόμα;»

«Θέλουμε ακόμα είκοσι λεπτά για τη βάση μας.»

«Καλά, οι υπόλοιπες ώρες πού πήγαν; Τι έγινε, μπέρδεψες τους δρόμους και χάθηκες πάλι ή πας σα τη χελώνα;»

«Αφού βγήκαμε απ' το ορυχείο και σ' άφησα στ' αμάξι, μπήκα ξανά στη στοά και μάζεψα τα οστά του πατέρα και του αγοριού.», περιέγραψε ο Ντην. «Α, και κοίτα τι βρήκα σ' ένα σακίδιο κοντά στον μικρό.», έψαξε τη τσέπη του βρώμικου μπλουτζίν του και έβγαλε δύο φυσίγγια καραμπίνας. «Έχω άλλα οχτώ τέτοια και είναι γεμάτα χρυσό μπαμπά.»

Ο Τζον τα πήρε στα χέρια του. «Να που έβγαλες και χαρτζιλικάκι για τη δουλειά σου.», του τα έδωσε πίσω χαμογελώντας και ο Ντην τα έβαλε πάλι στη τσέπη του.

«Όλο και κάπου θα χρησιμεύσουν.», η φράση του Ντην δήλωνε πως δεν επρόκειτο να τα κρατήσει μόνο για τον εαυτό του. «Μετά έβαλα στον τάφο τα οστά του παιδιού μαζί με του μπαμπά του κι αφού μάζεψα απ' το χώμα το αλάτι που σκορπίσατε παντού εσύ κι ο Μπιλ και τράβηξα λίγη βενζίνη απ' το αμάξι, αλάτισα κι έκαψα και τις δύο σωρούς για παν ενδεχόμενο.»

«Και πολύ καλά έκανες.»

«Ύστερα, κάλεσα τον σερίφη ανώνυμα απ' ένα τηλεφωνικό θάλαμο.»

«Ωχ, πες μου πως βρήκες το πτώμα του νεαρού;», ο Τζον έκανε μια γκριμάτσα απογοήτευσης.

«Δυστυχώς ναι.», κόμπιασε ο Ντην και φάνηκε πως είχε ενοχληθεί ιδιαίτερα από το δυσάρεστο εύρημά του. «Ήταν σε μια παράλληλη στοά πολύ κοντά στην έξοδο. Απορώ πώς και δεν τον είχαν βρει οι αρχές. Ήταν αφυδατωμένος, καλυμμένος με χώμα παντού και τα χέρια του ήταν πληγιασμένα μέχρι τα κόκαλά του. Φαινόταν πως έσκαβε ασταμάτητα. Μάλλον κι αυτός πρέπει να πέθανε από εξάντληση σαν τον άλλο τον ταλαίπωρο που βρήκαν έξω απ' το ορυχείο.»

«Μπράβο ρε Ντην. Έκανες πολύ καλή δουλειά.», τον επαίνεσε εγκάρδια.

Ο Ντην πήρε για λίγο τα μάτια του από το δρόμο και παρατήρησε τον Τζον. «Εσύ πώς είσαι μπαμπά; Προσπάθησα να σε ξυπνήσω πριν από κανένα δίωρο και ξανά πριν από ένα μισάωρο αλλά δεν κουνιόσουν με τίποτα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Αν δε ξυπνούσες τώρα θα σε πήγαινα σε νοσοκομείο.»

«Μήπως μας περίσσεψε καθόλου νερό;», βόγκηξε ο Τζον αποφεύγοντας να απαντήσει, πασχίζοντας να βολέψει το σώμα του καλύτερα πάνω στη θέση. Από τις κινήσεις του μπορούσε κανείς να διακρίνει καθαρά πως ήταν πολύ κουρασμένος και πονούσε αρκετά.

«Αυτό που φέραμε το χρησιμοποίησα όλο για να ξεπλύνω από πάνω σου το εκτόπλασμα.», ο Ντην ψαχούλεψε κρατώντας με το ένα χέρι το τιμόνι, μέσα σε μια μεγάλη χάρτινη σακούλα που είχε δίπλα του.

«Κι εγώ για τον ίδιο λόγο θέλω νερό. Νομίζω πως έχει κολλήσει αρκετό στο λαιμό και στο στόμα μου.», προσπάθησε με τη γλώσσα του να ξεκολλήσει ό,τι μπορούσε.

«Αγόρασα απ' ένα μίνι μάρκετ νερό, καφέ σε κουτάκι, μερικά Nerve Damage[1] κι ισοτονικό ποτό. Να, πάρε.», το έβγαλε από τη σακούλα και το έδωσε στον Τζον. «Πιες απ' αυτό πρώτα, υποτίθεται πως κάνει καλό. Είσαι αφυδατωμένος κι εδώ γράφει πως έχει ηλεκτρολύτες.»

«Δε πίνω εγώ τέτοιες χαζομάρες.», διάβασε γοργά την ετικέτα. «Καταρχάς είναι μπλε σα καθαριστικό! Ηλεκτρολύτες!», γέλασε κοροϊδευτικά και αφού το έβαλε πάλι μέσα στη σακούλα, πήρε το μπουκαλάκι με το νερό. Προσπάθησε να το ανοίξει με τα χέρια του όμως δεν μπορούσε. Επιχείρησε να στρίψει το καπάκι γραπώνοντάς το με τα δόντια του. «Άνοιξέ μου το.», το έδωσε τελικά στον Ντην όταν του φάνηκε πως ο δεξής του κυνόδοντας κουνήθηκε από την απόπειρα.

«Έπαθαν κάτι τα χέρια σου μπαμπά;», του ξεβίδωσε το καπάκι και του το επέστρεψε.

«Ναι μωρέ, ρημάχτηκαν απ' το σκάψιμο.», ήπιε μερικές μεγάλες γουλιές νερό, αφού τις στριφογύρισε πρώτα στο στόμα του σαν οδοντικό διάλυμα και άνοιξε τα χέρια του για να τα δει και να τα δείξει και στον Ντην. Οι βρώμικες παλάμες του ήταν καταπληγιασμένες, με πολλές φουσκάλες σε όλα τα σημεία επαφής. Κάποιες από τις φουσκάλες ήταν σκασμένες και άσχημα ματωμένες, με το σχισμένο δέρμα να προεξέχει και άλλες, γεμάτες ασφυκτικά με υγρό, έτοιμες να σκάσουν. «Κάρμα υποθέτω που σ' έβαλα πριν να σκάβεις μόνος σου.», γέλασε αυθόρμητα, όμως τις έκρυψε άμεσα από το βλέμμα του γιου του όταν είδε την έκφραση έκπληξης που είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό του. «Μια χαρά είμαι. Μη φρικάρεις τζάμπα. Σε μια βδομάδα θα 'ναι όπως πριν και πιο σκληραγωγημένες μη σου πω.», ήπιε λίγο ακόμα νερό και αφού άνοιξε ταυτοχρόνως το ντουλαπάκι του ταμπλό μπροστά του, βάλθηκε να ψάχνει, μετακινώντας τα αντικείμενα δεξιά και αριστερά. «Πού πήγαν τα παυσίπονα από 'δώ;», το έκλεισε δυνατά αναστενάζοντας αθόρυβα.

Ο Ντην ψαχούλεψε και πάλι τη σακούλα δίπλα του. «Πέρασα κι απ' ένα ανοιχτό φαρμακείο.», έβγαλε ένα κουτί παυσίπονα και το έδωσε στον Τζον. «Πήρα μερικές προμήθειες γιατί μας τελείωσαν.», τράβηξε έξω στα τυφλά ό,τι έπιασε. Έναν ελαστικό επίδεσμο, δυο γάζες και κάτι σαν αντισηπτικό σπρέι. «Πονάς;», τον ρώτησε επιφυλακτικά χωρίς να τον κοιτάει. «Θες να πάμε να σε δει κάποιος γιατρός για καλό και για κακό;», ήξερε ήδη την απάντησή του.

«Μια χαρά είμαι σου 'πα.», ο τόνος του Τζον ανέβηκε προειδοποιητικά. Κατάφερε να ανοίξει μόνος του αυτή τη φορά το κουτί με τα παυσίπονα και αφού ξεχώρισε τέσσερα, τα έριξε στο στόμα του και τα κατάπιε με το υπόλοιπο νερό του.

«Τουλάχιστον φάε κάτι πρώτα ρε μπαμπά, αφού έχεις θέμα με το στομάχι σου μη τα παίρνεις σκέτα! Είσαι τελείως νηστικός!», ο Ντην έλεγξε γοργά για διερχόμενα αμάξια και αφού σιγουρεύτηκε πως ήταν ολομόναχοι στο δρόμο, γύρισε τελείως το σώμα του και τεντώθηκε, προσπαθώντας να πιάσει μια μικρότερη σακούλα στο πίσω κάθισμα, ακριβώς πίσω από τον Τζον. «Πέρασα κι απ' έναν φούρνο.», άφησε και τα δυο του χέρια από το τιμόνι. «Βέβαια πήγα πρώτα στο φεστιβάλ μπας και προλάβω τη καντίνα που 'φτιαχνε τα μπέργκερ που 'φαγα και δε δοκίμασες αλλά τα 'χαν μαζέψει όλα.», το αμάξι βγήκε ελαφρά στο αντίθετο ρεύμα. «Βρήκα όμως έναν φούρνο μέσα στην πόλη που 'ταν ανοιχτός εκείνη την ώρα και μόλις είχε βγάλει φρέσκα…»

«Ντην, σταμάτα τ' αμάξι.», είπε ο Τζον παρατηρώντας τον.

Ο Ντην διόρθωσε την πορεία του και τσέκαρε γοργά τους καθρέφτες του. «Το 'χω! Μην ανησυχείς μπαμπά, είμαστε ολομόναχοι και δεν έχει κανένα αμάξι τριγύρω.», τον διαβεβαίωσε και τεντώθηκε ακόμα πιο πολύ, κυρτώνοντας τελείως το κορμί του πάνω στο κάθισμα. Το δερμάτινο μπουφάν που είχε πετάξει ο Τζον νωρίτερα κάλυπτε τη σακούλα, δυσκολεύοντάς τον.

«Ντην, είπα κάνε στην άκρη και σταμάτα.», επανέλαβε λίγο πιο έντονα ο Τζον.

«Τι έπαθες μπαμπά; Θες να ξεράσεις;», συνέχισε να παλεύει ενώ είχε σχεδόν καταφέρει να βγάλει το δερμάτινο στην άκρη. «Πες μου πως σε πείραξαν ήδη τα παυσίπονα;»

«Πόσες φορές πρέπει να το πω διάολε! Βγες απ' τον δρόμο και σταμάτα τ' αμάξι τώρα!», διέταξε απότομα ο Τζον με έκδηλο τον εκνευρισμό στη φωνή του.

Ο Ντην πετάχτηκε ξαφνιασμένος και έκατσε και πάλι κανονικά στη θέση του πιάνοντας με τα δυο του χέρια το τιμόνι στις θέσεις "δέκα" και "δύο" σαν να έδινε εξετάσεις στην οδήγηση, αποφεύγοντας την οπτική επαφή. «Μάλιστα κύριε. Συγνώμη κύριε.», αποκρίθηκε μηχανικά και στον πρώτο δεξιόστροφο χωματόδρομο που συνάντησε, έβγαλε φλας, παρόλο που συνέχιζαν να είναι ολομόναχοι στη περιοχή, έστριψε και αφού πάρκαρε άψογα, έσβησε τη μηχανή, συνεχίζοντας να κρατά με τα δυο χέρια το τιμόνι, κοιτώντας μπροστά. Ήξερε πολύ καλά από παλιότερες παρόμοιες εμπειρίες πως δεν έπρεπε να συνεχίσει να εκνευρίζει τον πατέρα του ειδικά τώρα που ήταν κουρασμένος και τραυματισμένος και πως έπρεπε να πάει με τα νερά του.

«Άναψε τα φώτα καμπίνας.», ο Τζον του ζήτησε ήρεμα, μα οι κινήσεις του γιου του ήταν πλέον στρατιωτικά νευρικές και απότομες. Έστριψε το κορμί του προς το μέρος του Ντην βολεύοντας το αριστερό του γόνατο πάνω στο κάθισμα. «Για γύρνα λίγο προς τα 'μένα.», είπε πιάνοντάς του το πηγούνι και τραβώντας τον έτσι ώστε να βλέπει καθαρά την αριστερή πλευρά του προσώπου του, προσπαθώντας να παραβλέψει το γεγονός πως ο Ντην στιγμιαία τινάχτηκε ανεπαίσθητα και έσφιξε τα μάτια του αντανακλαστικά σαν να φοβήθηκε μην τον χτυπήσει.

Τόση ώρα αυτή η πλευρά ήταν κρυμμένη από τον τρόπο που καθόταν στη θέση του οδηγού, μα όταν γύρισε για να πιάσει τη σακούλα από το πίσω κάθισμα, ο Τζον διέκρινε την άσχημη ζημιά στο ζυγωματικό του. «Εγώ σ' το 'κανα αυτό, έτσι;», ρώτησε με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να αποκρύψει κάθε συναίσθημα από την ερώτησή του.

«Όχι κύριε,», ο Ντην μπόρεσε να κοιτάξει και πάλι στα μάτια τον μπαμπά του. «το πνεύμα το 'κανε.»

«Σε τρόμαξα όταν σ' άρπαξα απ' τον λαιμό;», του σήκωσε το κεφάλι και πάλι από το πηγούνι για να εξετάσει και τις αχνές μελανιές και κοκκινίλες στο λαιμό του από όπου τον είχε πιάσει και κόντεψε να τον στραγγαλίσει.

«Μπα.», του πέταξε πεισματικά ο Ντην κοιτώντας αναγκαστικά τον ουρανό του αμαξιού. «Πιο πολύ με ψάρωσες πριν από λίγο παρά στο νεκροταφείο.», παραδέχτηκε, παρατηρώντας προσεχτικά για την παραμικρή αλλαγή στη διάθεση του μπαμπά του για να καταλάβει αν μπορούσε να συνεχίσει να χαριτολογεί. «Δε μπορώ να πω πως δεν ξαφνιάστηκα απ' την επίθεση, αλλά όχι δε με τρόμαξες.», του χαμογέλασε κατεβάζοντας το κεφάλι του διακόπτοντας την εξέταση.

«Σωστός. Κράτησες τη ψυχραιμία σου.», του χάιδεψε απαλά με τον αντίχειρα το αριστερό ζυγωματικό που ήταν ζωηρό κόκκινο προς το μαβί και αρκετά πρησμένο, τόσο ώστε να του κλείνει ελαφρά το μάτι. «Τώρα, είμαι σίγουρος πως αυτό σε πονά αλλά το θέμα είναι αν σε πονάει σαν να σου 'σπασε τίποτα;»

Ο Ντην χαλάρωσε τη στάση του και πάλι. «Όχι δεν νομίζω πως έσπασε κάτι. Μια χαρά είμαι ρε μπαμπά. Απλά με πιέζει και με καίει το ρημάδι. Θα του βάλω μετά λίγο πάγο και θα περάσει.», πήγε να τραβηχτεί, μα ο Τζον του έσφιξε το πηγούνι συγκρατώντας τον στη θέση του. Του τράβηξε απαλά το κάτω βλέφαρο ακριβώς στη γωνία του ματιού του και τα χαρακτηριστικά του προσώπου του σκλήρυναν ακόμα πιο πολύ. «Να πάρει. Φαίνεται πως έσπασε κάποιο αγγείο σου.», συνέχισε τραβώντας και σπρώχνοντάς τον ελαφρά για να το δει και ο ίδιος στον κεντρικό καθρέφτη. Το κάτω, μισό, αριστερό ασπράδι στο μάτι του Ντην ήταν πλέον αιματοβαμμένο και η πράσινη ίριδά του είχε μια ακόμα πιο έντονη κόκκινη γραμμή στις άκρες της σαν τέλεια ημισέληνο. «Βλέπεις κανονικά απ' αυτό το μάτι ή θολώνει;»

«Όχι, βλέπω μια χαρά. Καλά είναι απίθανο!», χαμογέλασε εντυπωσιασμένος ο Ντην βλέποντας το παράξενο μάτι του στον καθρέφτη. Αφού γύρισε το πρόσωπό του για να το δει από πολλαπλές γωνίες, δοκίμασε να το κλείσει πονηρά στην αντανάκλασή του, αποτυγχάνοντας οικτρά λόγω του επίπονου οιδήματος.

«Ντην,», αναστέναξε ο Τζον κουρασμένα με την ιλαρή διάθεση του γιου του. «το θέμα που μ' ανησυχεί είναι αν το αιμάτωμα έγινε απ' τις γροθιές στο ζυγωματικό ή απ' το χτύπημα στο κεφάλι.», έλεγξε το μέτωπο του γιου του, που είχε αρχίσει να δυσφορεί και να αντιδρά ενοχλημένος τονίζοντας πως αισθανόταν μια χαρά, για να δει τη θερμοκρασία του και αφού βεβαιώθηκε πως ήταν φυσιολογική άρχισε να ψαχουλεύει το πίσω μέρος του κεφαλιού του ψάχνοντας για καρούμπαλα. «Η φτυαριά που σου 'ριξα…»

«Έριξ-ε! Το φάντασμα με κοπάνισε.», τον διόρθωσε ο Ντην.

«Αυτό τέλος πάντων, ήταν μ' όλη μου τη δύναμη. Η Δρ. Χιού μ' είχε προειδοποιήσει για τα τραύματα στο κεφάλι σου. Μου 'χε πει πως δε σε παίρνει να πάθεις άλλη σοβαρή διάσειση. Κυριολεκτικά, ποτέ ξανά.», τόνισε τις τελευταίες δύο λέξεις του συνεχίζοντας να ψάχνει προσεχτικά για εξογκώματα ή βαθουλώματα.

«Ποιά;», το όνομα της γιατρού γαργάλησε τις αναμνήσεις του Ντην.

«Η νευροχειρουργός που σ' είχε αναλάβει όταν ήσουν μικρούλης κι ήσουν για παραπάνω από δυο εικοσιτετράωρα σε βαθύ κώμα.», αφού δε βρήκε τίποτα σε όλη την έκταση του κρανίου του, άρχισε να ελέγχει τα μάτια του, τα αυτιά του και τα ρουθούνια του για ύποπτες εκκρίσεις. «Τ' όνομά της σου 'χε φανεί τόσο αστείο τότε. Η Δρ. Σαμάνθα Χιού, που κάθε φορά που 'βαζε τα χέρια τις στις τσέπες της, έτρεμες μη τυχόν και βγάλει καμιά ένεση.», τον άφησε επιτέλους ήσυχο αφού δε μπόρεσε να βρει τίποτα το ανησυχητικό. «Όταν το πήρε χαμπάρι πως φοβόσουν την κίνηση με τις τσέπες, σε πείραζε συνέχεια αλλά αντί για παυσίπονες έβγαζε και σου 'δινε καραμέλες ή μπογιές ή παιχνίδια. Καλά, πες μου πως δε τη θυμάσαι ούτε λίγο;»

Η έκφραση του Ντην σοβάρεψε απότομα ενώ τα μάτια του κινιόντουσαν πολύ γρήγορα καθώς πάσχιζε να θυμηθεί. «Η Σάμι;», ένας απροειδοποίητος πιο δυνατός πόνος στο κεφάλι ξάφνιασε τον Ντην, αλλά κατάφερε να τον αποκρύψει πλήρως από τον μπαμπά του.

Ο Τζον γέλασε αυθόρμητα και το πρόσωπό του φωτίστηκε. «Μπράβο, αυτή! "Σάμι" ήταν η πρώτη λέξη που 'πες μόλις κατάφερες να συνέρθεις απ' το κώμα κι η γιατρός και το προσωπικό είχαν ξαφνιαστεί πολύ που 'χες χρησιμοποιήσει το χαϊδευτικό της χωρίς να την έχεις γνωρίσει ποτέ σου. Φυσικά δεν είχαν καταλάβει ότι εσύ έψαχνες τον δικό μας τον μικρό.», οι άσχημες μνήμες του περιστατικού αλλά και ολόκληρου του δύσκολου επόμενου χρόνου πλημμύρισαν τον Τζον. Το χαμόγελό του έσβησε σταδιακά και η κούρασή του άξαφνα τριπλασιάστηκε.

Το ίδιο ξαφνικά συνειδητοποίησε και τη σοβαρότητα της μέρας που μόλις είχε περάσει. Μετά από τόσα χρόνια, ο Ντην κόντεψε και πάλι να πεθάνει από τα χέρια ενός υπερφυσικού πλάσματος. Για την ακρίβεια θα πέθαινε από τα χέρια του ίδιου του του πατέρα, μόλις στα είκοσι τρία του, χάρη στη δουλειά που έκανε χωρίς να την έχει επιλέξει ποτέ. Χάρη στον Τζον και τον τρόπο ζωής που αυτός είχε επιλέξει για τον εαυτό του και τα δυο του αγόρια.

«Σα να θυμάμαι κάτι, τώρα που το συζητάμε.», είπε ο Ντην στύβοντας το μυαλό του για περισσότερες πληροφορίες. Το κεφάλι του άρχισε να πονά όλο και περισσότερο καθώς προσπαθούσε να ανακαλέσει τις μνήμες, προκαλώντας του ελαφριά δυσφορία. «Στο Γκράντ Φόρκς[2], σωστά; Που 'χα χτυπήσει κι επειδή εκείνος ο τεράστιος τύπος στην εκκλησία μας βοήθησε, εσύ…εσύ τον σ-σκότωσες…», ο Ντην σταμάτησε σαστισμένος από τις αναμνήσεις του και το βλέμμα του στιγμιαία κλείδωσε στο πρόσωπο του Τζον και πάγωσε σα να είχε απέναντί του κάτι επικίνδυνο. «Όχι, όχι γράψε λάθος.», επανήλθε γρήγορα και αποφασιστικά ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του σαν να είχε μόλις ξυπνήσει, χαλαρώνοντας και πάλι. «Το τέρας που πήρε την μορφή σου τον σκότωσε και μετά ήθελε να σκοτώσει εμένα και τον Σαμ, αλλά εσύ μας έσωσες.»

Ο Τζον όμως είχε προλάβει, παρόλο που ήταν πολύ σύντομο, να διαβάσει την έκφραση στο πρόσωπο του Ντην και να αναγνωρίσει στην αντίδρασή του τον παλιό φόβο που κάποτε τον βασάνιζε και ήλπιζε να μην ξαναδεί ποτέ. «Περίπου. Εσύ ήσουν αυτός που προστάτεψες κι έσωσες τον Σάμι μας απ' την επίθεση του μεταμορφικού κι ο Σίνγκερ με τον φίλο του σας γλίτωσαν απ' τα χέρια του, αλλά ναι, το θυμήθηκες το περιστατικό.», η φωνή του έχασε κάθε χρώμα και συναίσθημα. Ήταν ο συνηθισμένος του αμυντικός μηχανισμός για να κρύβει τον βαθύ πόνο που αισθανόταν.

«Γι' αυτό με ρώτησες πριν αν τρόμαξα;», ο Ντην επιτέλους συνειδητοποίησε το λόγο της προηγούμενης ερώτησης του μπαμπά του. Απέναντί του Τζον έσπασε την οπτική επαφή και ξεροκατάπιε αμήχανα. «Μπαμπά, κατάλαβα αμέσως τι σου συνέβαινε κι απλώς πάσχιζα να σκεφτώ πώς θα σε σώσω.», τον διαβεβαίωσε. «Το 'ξερα απ' την ώρα που δέχτηκα την φτυαριά ότι σ' είχε καταλάβει το πνεύμα και πως ό,τι κι αν έκανες, το 'κανες παρά τη θέλησή σου. Δεν είμαι πια έντεκα ξέρεις.»

Ο Τζον του χαμογέλασε λυπημένα. «Και τότε, παρόλο που ήσουν βαριά τραυματισμένος, το 'χες καταλάβει πολύ γρήγορα γιε μου.»

Οι μνήμες του Ντην από το περιστατικό άρχισαν να ξεκλειδώνουν και να τρέχουν σαν ταινία σε γρήγορη ταχύτητα. Όσο περισσότερο τις συλλογιζόταν όλο και περισσότερες αναμνήσεις άνοιγε. «Δε το πιστεύω πως το 'χα ξεχάσει! Ξέρεις τι άλλο θυμήθηκα μόλις τώρα απ' εκείνες τις μέρες που μέναμε οι δυο μας μαζί στο ίδιο δωμάτιο στο νοσοκομείο;», πετάχτηκε ολόκληρος γεμάτος χαρά, μα πριν προλάβει να συνεχίσει, σταμάτησε, όταν έντονη δυσφορία παρόμοια με το αίσθημα της ορθοστατικής υπότασης τον κατέκλυσε πλήρως. Έκλεισε τα μάτια του σφιχτά προσπαθώντας να κρατήσει τις αισθήσεις του και να μη λιποθυμήσει.

«Κι αυτή αγαπητέ μου, είναι μια πολύ καλή επίδειξη της εφαρμογής της νοητικής ασφαλιστικής δικλίδας που εγκατέστησα στον εγκέφαλό σου.», ο Άλαστερ μίλησε μέσα στο μυαλό του θεατή Ντην ξαφνιάζοντάς τον καθώς και ο ίδιος ένιωθε ταυτόχρονα την ίδια δυσφορία. «Κάθε φορά που προσπαθούσες να ανακαλέσεις τις μνήμες του περιστατικού, ένιωθες αυτή τη δυσφορία η οποία γινόταν σταδιακά όλο και εντονότερη όταν συνέχιζες να σκαλίζεις.»

«Διάολε! Ντην, είσαι καλά;», άκουσε τον μπαμπά του να ανησυχεί και αισθάνθηκε τα δάχτυλά του να πιέζουν την καρωτίδα του. «Έϊ, έϊ, έϊ! Άνοιξε τα μάτια σου και πες μου τι σου συμβαίνει!», ο Τζον τον πλησίασε παρατηρώντας τον διαρκώς. «Ντην μ' ακούς;»

«Μόλις όμως σταματούσες να το σκέφτεσαι, όπως θα γίνει σε λίγο, το σύστημα επιβράβευσης του εγκεφάλου σου, σου έδινε μια γερή δόση

Ο Ντην εγκατέλειψε αναγκαστικά τελείως την προσπάθεια να θυμηθεί και άμεσα ένα υπέροχο συναίσθημα τον κατέκλυσε. Οι τρίχες του σώματός του σηκώθηκαν όπως κάθε φορά που άκουγε την εισαγωγή του Stairway To Heaven[3] και αναστέναξε με ανακούφιση. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα με κόρες πλήρως διεσταλμένες και ξάφνου αισθανόταν καλύτερα από ποτέ.

«Απίστευτο…», σχολίασε εντυπωσιασμένος ο θεατής Ντην πλημμυρισμένος με τα ίδια θετικά ερεθίσματα. «Πριν νευρίασα γι' αυτό που μου 'χες κάνει αλλά τώρα πρέπει να πω πως είμαι πραγματικά εντυπωσιασμένος. Είσαι όντως καλλιτέχνης!»

«Καλά τώρα μιλάει η χημεία του εγκεφάλου σου.», γέλασε ο δαίμονας, «Θα δούμε μόλις περάσει η επήρεια αν θα αισθάνεσαι το ίδιο. Πάντως σε ευχαριστώ για το κομπλιμέντο. Ο Τζον βέβαια εδώ σου χάλασε την υπέροχη πρόοδο που είχες κάνει, αλλά απ' ότι κατάλαβες και ο ίδιος, ξέχασες και πάλι το περιστατικό με την πάροδο του χρόνου.»

«Δε πειράζει! Μην ανησυχείς αγόρι μου, εγώ είμαι εδώ. Έλα, ξάπλωσε και κάνε λίγο κουράγιο.», ο Τζον τον τράβηξε προσεχτικά από το μαύρο κοντομάνικο που φορούσε, υποβαστάζοντας το κεφάλι του, προσπαθώντας να τον μετακινήσει για να τον ξαπλώσει και ετοιμάστηκε να κάτσει στη θέση του οδηγού και να τον τρέξει στο πλησιέστερο νοσοκομείο.

Ο Ντην όμως γαντζώθηκε στην πόρτα από το ανοιχτό παράθυρο αρνούμενος να κουνηθεί. «Μπαμπά είμαι…»

«Αν μου πεις ακόμα μια φορά πως είσαι καλά πίστεψέ με μετά δε θα 'σαι πια.», απείλησε ο Τζον κι έβαλε τον δείκτη του μπροστά στα μάτια του Ντην. «Για ακολούθα το με τα μάτια σου.», άρχισε να το μετακινεί δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω ελέγχοντας τις κινήσεις των ματιών του. «Οι κόρες σου φαίνεται ν' αντιδρούν και πάλι κανονικά στο φως. Ζαλίζεσαι; Πονάς; Έχεις ναυτία; Μήπως έχεις διπλωπία;»

«Τι να 'χω; Διπλό - τι;», ο Ντην ξεφύσησε ανυπόμονα κατεβάζοντας το πληγιασμένο και βρώμικο δάχτυλο του Τζον μπροστά από το πρόσωπό του. «Μπαμπά, γυρνάμε απ' το πρωί στους δρόμους, έκανα ένα κάρο χαμαλοδουλειές κι οδηγάω εδώ και μία ώρα. Αν είχα σκοτοδίνες ή δεν έβλεπα καλά, θα 'μασταν τώρα σε κανένα χωράφι ή χαντάκι κι όχι εδώ. Σ' τ' ορκίζομαι πως δεν έχω τίποτα άλλο εκτός από έναν ελαφρύ πονοκέφαλο και τον πόνο στη μούρη μου.»

«Και τι στα κομμάτια έπαθες πριν από λίγο;»

«Δε ξέρω! Είμαι πολύ κουρασμένος και πεινάω κιόλας! Νομίζω πως αυτό φταίει γι' αυτό που έγινε. Θα μου 'πεσε το ζάχαρο ή η πίεση. Ή μου ανέβηκαν, ξέρω κι εγώ τι ζόρι τραβάνε κι αυτά και τι παθαίνουμε όταν ανεβοκατεβαίνουν;», απλώθηκε πάλι πάνω στην πλάτη της θέσης, καταφέρνοντας να αρπάξει επιτέλους τη σακούλα από το πίσω κάθισμα. «Έλα να φάμε πρώτα κάτι και μετά βλέπουμε.», την άνοιξε χαμογελώντας πλατιά με λαχτάρα. «Ο φούρνος που ήταν ανοιχτός εκείνη την ώρα, πήγα να σου πω πριν αλλά με διέκοψες, είχε προλάβει να βγάλει μόνο ψωμιά και μπέιγκελς.», έβγαλε ένα μπέιγκελ και το έδωσε στον Τζον. «Είναι ολόφρεσκα και το συγκεκριμένο είναι καλυμμένο με τσένταρ και κομμάτια μπέικον.», έβγαλε ένα και για τον εαυτό του και δίχως να περιμένει, πήρε μια πολύ τεράστια για το στόμα του δαγκωματιά. «Μπαμπά δοκίμασε, είναι τέλεια, είναι ακόμα ζεστό κι έχει κι από μέσα έξτρα τυρί!», παρότρυνε μπουκωμένος τον Τζον να φάει για να σταματήσει να τον παρατηρεί.

Ο Τζον χαμογέλασε αυθόρμητα στη θέα του πεινασμένου γιου του, που καταβρόχθιζε το μπέιγκελ. Πάντοτε του άρεζε να τον βλέπει να τρώει και ποτέ δε νευρίαζε με τους τρόπους που είχε στο τραπέζι. Ήταν ένα αυθεντικό γνώρισμά του που φανέρωνε ένα κομμάτι από τον αθώο του χαρακτήρα. Αυτό και μόνο τον χαλάρωσε αρκετά, ελπίζοντας πως από τη στιγμή που ο γιος του είχε όρεξη για φαγητό άρα λογικά πρέπει να έλεγε αλήθεια και όντως αισθανόταν καλά. Έγλυψε τα χείλια του και δάγκωσε κι αυτός μια μπουκιά από το δικό του μπέιγκελ. Ήταν πράγματι ό,τι ακριβώς χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. «Καλό.», συμφώνησε λακωνικά.

Ο Ντην που τελείωσε το μπέιγκελ του σε τρεις μπουκιές, έβγαλε ένα δεύτερο από τη σακούλα. «Νομίζω πως άνετα μπορώ να φάω μια ντουζίνα τέτοια!»

«Είμαι σίγουρος πως μπορείς.», ο Τζον πήρε ακόμα μια δαγκωνιά αλλά το υπόλοιπο κομμάτι του γλίστρησε μέσα από τα πληγιασμένα του δάχτυλα. Ενστικτωδώς και ξεχνώντας στιγμιαία την κατάστασή του, δοκίμασε να το αρπάξει στον αέρα με το τραυματισμένο από τις αλατιές δεξί του χέρι που τόση ώρα κρατούσε προστατευτικά προσκολλημένο πάνω στο κορμί του. Η απότομη κίνηση τον έκανε να βογκήξει συριστικά μέσα από σφιγμένα δόντια και χείλια.

«Δε πειράζει μπαμπά!», ο Ντην μπουκωμένος, έσκυψε και το μάζεψε από το πάτωμα του αυτοκινήτου. Το έλεγξε γοργά στο φως και μόλις είδε μερικούς κόκκους σκόνης και χώματος κολλημένους πάνω στην επιφάνεια το εκσφενδόνισε από το παράθυρο. «Έχω πάρει μισή ντουζίνα. Να, πάρε ένα άλλο.», του το πρότεινε μα ο Τζον αναπνέοντας άρρυθμα, έκανε μια κίνηση με το καλό του χέρι δηλώνοντας πως δεν ήθελε.

Τράβηξε το χιλιοτρυπημένο, ματωμένο, πενταβρώμικο μανίκι από το καρό ασπρόμαυρο πουκάμισο που φορούσε για να χαλαρώσει το ύφασμα και τακτοποίησε όσο καλύτερα μπορούσε το πονεμένο του χέρι αγκαλιάζοντας με αυτό το κορμί του.

«Μπαμπά πονάς πολύ.», αποφάσισε ο Ντην σταματώντας να τρώει, ρίχνοντας το μισοφαγωμένο μπέιγκελ του στη σακούλα. «Πάμε να βγάλω εγώ μια ακτινογραφία το κεφάλι μου και να ελέγξουν κι εσένα οι γιατροί;», προσπάθησε να διαπραγματευτεί.

Οι ενοχλήσεις του Τζον υποχώρησαν και πάλι από την ακινησία, επιτρέποντάς του να χαμογελάσει με το σχόλιο του γιου του. Έβγαλε ένα καινούργιο μπέιγκελ για τον Ντην και του το έδωσε και τράβηξε το μισοφαγωμένο για τον εαυτό του. «Έλα φάε τώρα μη ξαναλιποθυμίσεις κι άστα αυτά.», του το τσούγκρισε και πήρε μια γερή δαγκωνιά. «Τώρα που θα επιστρέψουμε στη βάση μας, θα κάνω πρώτα ένα καλό ντους, θα το περιποιηθώ και μετά θα δω αν χρειάζεται περαιτέρω ιατρική βοήθεια. Μην ανησυχείς, απλά οι αλατιές πονάνε αρκετά και τα θραύσματα που 'χουν κολλήσει δε βοηθάνε καθόλου την κατάσταση. Είναι σαν να 'βαλα όλο μου το χέρι μέχρι και τον ώμο μέσα σε σφηκοφωλιά. Θα περάσει όμως κι αυτό. Πού θα πάει;»

«Μεγάλη βλακεία μου, δεν έπρεπε να σου ρίξω στο χέρι.», ο Ντην χαμήλωσε το βλέμμα του ένοχα συνεχίζοντας να κρατά το μπέιγκελ.

«Όντως Ντην, όπως ακριβώς το 'πες. Πολύ μεγάλη η βλακεία σου.», συμφώνησε μασουλώντας ο Τζον και ο Ντην απέναντί του ξεροκατάπιε την μπουκιά του με δυσκολία. Αισθανόταν πως σε λίγο θα έβγαζε αυτά που μόλις είχε φάει.

«Μπαμπά δε το 'θελα.», ψιθύρισε απολογητικά.

«Δεν έπρεπε να μου ρίξεις στο χέρι κι είμαι εκατό τα εκατό σίγουρος πως αυτό δεν έγινε κατά λάθος. Ξέρω πως έχεις άριστο σημάδι απ' τα έξι[4] σου, άρα μη λες πως δεν το 'θελες. Ήθελες και παρά - ήθελες να με πετύχεις ακριβώς σ' εκείνο το σημείο, σωστά;»

Όλη η προηγούμενη ευχάριστη διάθεση του Ντην εξαφανίστηκε. «Μάλιστα κύριε.», κατάφερε να αρθρώσει ίσα - ίσα για να μην αφήσει μετέωρη την ερώτηση του Τζον. «Πανικοβλήθηκα επειδή το πνεύμα πήγε να μου επιτεθεί και δε μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο.», προσπάθησε να δικαιολογηθεί.

«Μη διανοηθείς ποτέ ξανά να κάνεις αυτό που 'κανες.», ο τόνος του Τζον σοβάρεψε, μα η ένταση του λόγου του ήταν ήρεμη. «Το κατάλαβες;»

Ο Ντην ήξερε πως ο μπαμπάς του προτιμούσε τις λεκτικές αποκρίσεις όταν τον κατσάδιαζε μα αυτή τη φορά δε μπορούσε να εμπιστευτεί την ίδια του τη φωνή. Κούνησε το κεφάλι του δηλώνοντας κατάφαση και παρέμεινε άβολα ακλόνητος στην ίδια θέση σχεδόν κολλώντας το πηγούνι του πάνω στο στήθος του από την ντροπή.

«Αν, μακριά από 'δώ, συμβεί ξανά κάτι τέτοιο σε μένα ή στον Σάμι ή σε κάποιον άλλον συνάδερφο Κυνηγό, θα χτυπάς κατευθείαν στο κέντρο του κορμού.», έκανε παύση μέχρι ο Ντην να τον κοιτάξει με έκπληκτη απορία. «Ούτε ξώφαλτσα, ούτε στα χέρια, ούτε στα πόδια αλλά ακριβώς στο κέντρο.», κρατώντας ακόμα το μπέιγκελ του χτύπησε με τον καρπό του το στήθος του. «Μόνο έτσι θα 'χεις τη μεγαλύτερη κάλυψη και θα μπορείς να 'σαι σίγουρος ότι δε θα σου επιτεθούν. Και μη σε νοιάζει αν θα βγάλεις το μάτι του άλλου ή αν θα τον τραυματίσεις βαριά. Το θέμα είναι να σώσεις πρώτα τον εαυτό σου απ' την επίθεση κι αν καταφέρεις να γλιτώσεις κι αυτόν που 'χει καταληφθεί ή δαιμονιστεί ή οτιδήποτε άλλο, τότε ακόμα καλύτερα. Αλλά πρώτα θα προστατεύεις τον εαυτό σου! Το 'πιασες μικρέ;», του χαμογέλασε και πήρε στο στόμα του την τελευταία μπουκιά.

«Το 'πιασα.»

«Κι ούτε θα καθυστερείς ζητώντας συγνώμες κι άλλες τέτοιες συναισθηματικές ανοησίες. Μόνο ένα λάθος χρειάζεται για να γίνει το κακό. Πάντα πρώτα θα χτυπάς και…;», μασουλώντας τον παρότρυνε να ολοκληρώσει τη φράση του, δείχνοντάς του και το μπέιγκελ που κρατούσε στα χέρια του και δεν έτρωγε.

«Και μετά θα ζητάω εξηγήσεις.», παπαγάλισε ο Ντην την πιο παλιά συμβουλή του μπαμπά του. «Μ' άκουσες που σου ζήτησα συγνώμη;», ξεκίνησε απρόθυμα να τρώει το μπέιγκελ όχι επειδή το ήθελε, αλλά επειδή του το είχε δείξει ο μπαμπάς του και δεν ήθελε να το κρατάει πια.

«Και το "συγνώμη" άκουσα αλλά και τ' άλλο το νόστιμο που πέταξες, ενώ μπορούσες απλά να πυροβολήσεις. Πώς το 'πες να δεις; Α, ναι! Το "Τράβα ρε μπάσταρδε προς το φως μονάχος σου γιατί αλλιώς θα σε στείλω εγώ με το ζόρι!"», ο Τζον χτύπησε με τη γροθιά του τον ώμο του Ντην παιχνιδιάρικα. «Ανεκτίμητης αξίας στιγμή. Πάντως ναι, δεν ήμουν ούτε δευτερόλεπτο αναίσθητος όταν με κατέλαβε το πνεύμα.»

«Πώς ήταν αυτό ρε μπαμπά; Τι αισθανόσουν;»

«Ήταν απαίσιο. Σαν ζωντανός εφιάλτης. Όλα τα 'βλεπα, όλα τ' άκουγα και όλα τα αισθανόμουν.», αναστέναξε ο Τζον. «Πάλευα μάταια ν' απελευθερωθώ και φώναζα χωρίς ν' ακούγομαι μέσα στο ίδιο μου το σώμα. Έβλεπα άπραγος ενώ σε χτυπούσε και σε στραγγάλιζε και δε μπορούσα να κάνω τίποτα απολύτως για να τον αποτρέψω, όσο κι αν το πολεμούσα. Θα…Θα σε σκότωνε Ντην.», κατέληξε λυπημένα, χαϊδεύοντας κουρασμένα το μέτωπό του. «Αν δεν έλεγες τη λέξη "μπαμπά"…», εκνευρισμένος με τον εαυτό του που με την ανοησία του και την απροσεξία του θα την πλήρωνε ο Ντην, δάγκωσε με δύναμη τα χείλια του και κούνησε το κεφάλι του. «Τον αισθάνθηκα αγόρι μου, ήταν αποφασισμένος. Θα σ' έπνιγε με τα ίδια μου τα χέρια και εγώ θα το 'νιωθα στα δάχτυλά μου και θα το 'βλεπα πρώτο τραπέζι πίστα. Αλλά επειδή παρέμεινε πίσω κι έγινε φάντασμα λόγω του γιου του, ευτυχώς, συγκινήθηκε απ' την σχέση μας και δεν μπόρεσε να το κάνει.»

Ο Ντην ξεροκατάπιε σαν να έκλεισε και πάλι ο λαιμός του μόλις θυμήθηκε τι είχε προηγηθεί. «Μετά όμως μέσα στη στοά, πώς ήξερες τι ήθελε να κάνει και συνεχίσαμε να σκάβουμε;»

«Η αλήθεια είναι πως δεν πιάσαμε ακριβώς λογική συζήτηση. Είχε έναν σκοπό και σαν να 'ταν προγραμματισμένος γι' αυτόν έκανε τα πάντα για να τον εκπληρώσει. Κι αυτή η λαχτάρα της ολοκλήρωσης ήταν τόσο δυνατή, που μπόρεσα να την καταλάβω κι εγώ. Χωρίς να μου το πει, ήξερα πως πίσω από 'κείνα τα χαλάσματα βρισκόταν το παιδί του. Δεν είμαι σίγουρος πώς και γιατί αλλά απ' ό,τι κατάλαβα, τελικά είχε πάρει μαζί του τον γιο του για να ρίξουν το χρυσάφι στ' ορυχείο κι όταν κατέρρευσε η στοά, το παιδί παγιδεύτηκε στον κενό χώρο που ανοίξαμε μαζί. Λογικά όταν ο κόσμος έμαθε για τ' ατύχημα προφανώς έσκαψαν και έβγαλαν την σωρό του Μπιλ, αλλά δεν ήξεραν ότι είχε και το παιδί του μαζί οπότε δεν συνέχισαν τις ανασκαφές.»

«Καλά, πώς γίνεται να μην ήξερε κανείς για τον γιο του Πάξτον;»

«Τι να σου πω ρε αγόρι μου, αυτό θα μείνει μυστήριο. Ίσως το παιδί το μεγάλωνε καμιά γιαγιά σ' άλλη πόλη και το 'χε πάρει ο Μπιλ μαζί του για κάποιες μέρες κι έγινε τ' ατύχημα. Λίγο το σκάνδαλο που ξέσπασε ύστερα, λίγο τ' ότι οι επικοινωνίες εκείνον τον καιρό ήταν αργές. Ίσως το κατάλαβαν μετά και γι' αυτό πρόσθεσαν τ' όνομά του στην ταφόπλακα του πατέρα του. Η αλήθεια είναι πως δε διάβασα όλες τις εφημερίδες εκείνης της εποχής. Μπορεί σε μετέπειτα τεύχος να υπάρχει αναφορά για το χαμό του Τόμι.»

«Άρα το πνεύμα του Μπιλ ήταν στην ουσία "δεμένο" με τη σωρό του Τόμι;», διέκοψε ο Ντην. «Δηλαδή ακόμα κι αν καίγαμε τα κόκαλά του, δε θα χανόταν;»

«Νομίζω πως, ναι, δε θα χανόταν Ντην, γιατί ο Πάξτον μπορεί να πέθανε ακαριαία στην κατακρήμνιση, όμως ο γιος του έμεινε προστατευμένος και παγιδευμένος ζωντανός. Λογικά το φοβισμένο αγόρι συγκράτησε πίσω την ψυχή του πατέρα του γιατί ήθελε να το σώσει κι όταν μετά πέθανε και το παιδί, η ψυχή του πατέρα συγκράτησε με τη σειρά της παγιδευμένη τη ψυχή του γιου μέχρι να τον συναντήσει. Παγιδεύτηκαν και οι δύο τόσο κοντά, μα τόσο μακριά ο ένας απ' τον άλλον.»

Ο Ντην φάνηκε να εντυπωσιάζεται από την συνειδητοποίηση της ιστορίας. «Και γιατί δεν περνούσαν τα πνεύματα μέσα απ' την κατακρήμνιση για να φτάσει ο ένας τον άλλον;»

«Υποθέτω πως οι πέτρες και το χώμα θα 'χουν κατάλοιπα σιδήρου ή μπορεί και υψηλή περιεκτικότητα σε άλατα. Δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς το γιατί δεν περνούσαν απλά κι έπρεπε να καταλαμβάνει ανθρώπινα σώματα τόσα χρόνια και να τα βάζει να σκάβουν μέχρι να πεθάνουν.»

«Το πιστεύεις; Απαλλάξαμε τους αθώους από μια υπερφυσική απειλή βοηθώντας όμως και τα πνεύματα που την προκαλούσαν.», γέλασε ο Ντην.

«Κι ο κόσμος δε θα το μάθει ποτέ, για μιαν ακόμη φορά.»

«Τουλάχιστον βρήκαμε χρυσό στο τέλος αυτής της περιπέτειάς μας.», ψαχουλεύοντας μέσα στη σακούλα από τον φούρνο τράβηξε ακόμα ένα μπέιγκελ. «Κι ένα εορταστικό μπέιγκελ, με σιρόπι σφενδάμου και πολύχρωμη τρούφα, δώρο!»

«Αυτό πάλι πώς προέκυψε;», απόρησε ο Τζον.

«Η φουρνάρισσα μου το χάρισε για να μου ευχηθεί περαστικά για το χτύπημα στο μάτι μου.», το δάγκωσε τρώγοντας με τη μία το μισό. «Νομίζω πως με λυπήθηκε η κακομοίρα.», είπε μπουκωμένα και σήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Δε πειράζει. Δωρεάν μπέιγκελ!», κούνησε το μισό που είχε απομείνει θριαμβευτικά.

Ο Τζον έσκυψε και του το άρπαξε με τα δόντια από το χέρι πριν ο Ντην προλάβει να αντιδράσει. «Έπρεπε να της πεις πως σε γρονθοκόπησε ο ίδιος σου ο πατέρας, μπας και σε λυπόταν παραπάνω και σου 'δινε δύο.», γέλασε μπουκωμένος με την έκπληκτη και τσατισμένη φάτσα του Ντην.

«Είμαστε τόσο προβληματικοί και "πειραγμένοι" σαν οικογένεια, που αυτό που 'πες όχι μόνο μου φαίνεται αστείο αλλά το βρίσκω και πολύ έξυπνο.», σχολίασε ο Ντην αναλογιζόμενος τη ζωή του.

«Α! Ναι. Τώρα που 'πες οικογένεια, θυμήθηκα πως πριν την φτυαριά ήθελες να μου πεις κάτι για τον Σάμι.», ο Τζον γύρισε και κάθισε κανονικά, δίνοντας σήμα στον γιο του πως το διάλειμμα τους τελείωσε και πως ήρθε η ώρα να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

Ο Ντην έβαλε μπρος και μπήκε και πάλι στον κεντρικό δρόμο. «Καλά, ας πάμε τώρα πίσω, να ξεβρομίσουμε πρώτα και να κοιμηθούμε κάνα εικοσιτετράωρο και το συζητάμε μετά.», δεν είχε πραγματικά άλλο κουράγιο για καυγάδες και μακροσκελείς, πολύωρες συζητήσεις και το θέμα που ήθελε να συζητήσουν σίγουρα θα είχε τέτοιου είδους κατάληξη. «Ε, αφεντικό; Θα κοιμηθούμε αύριο λίγο παραπάνω έτσι; Δε τη παλεύω.»

«Ναι εννοείται. Αύριο ρεπό. Αλλά έλα τώρα, πες μου τι ήθελες να μου πεις ενώ γυρνάμε.», επέμενε με ευχάριστη διάθεση ο Τζον. «Είναι σαν το φτυάρισμα και η οδήγηση μπορείς και να μιλάς και να οδηγάς ταυτόχρονα.», τον πείραξε γελώντας ρουθουνιστά.

Ο Ντην αναστέναξε αθόρυβα και δάγκωσε το εσωτερικό του μάγουλού του. «Ε, να.», κόμπιασε προσπαθώντας να σκεφτεί πώς θα έλεγε όσο πιο ανώδυνα μπορούσε αυτό που ήθελε να πει. «Το ξέρεις πως ο Σάμι μας…», το κινητό του Τζον ξεκίνησε να κουδουνίζει διακόπτοντάς τον. «Ποιός είναι; Ο Σαμ;», ρώτησε ανακουφισμένος.

Ο Τζον διάβασε την πράσινη οθόνη του κινητού του και έκανε αρνητικό νεύμα. «Ξέρεις τι ώρα είναι ρε κάθαρμα;», κοίταξε το ρολόι στον καρπό του. «Τέσσερις παρά τέταρτο! Μόνο αν πεθαίνεις και πήρες να μου πεις ότι μου αφήνεις το οπλοστάσιό σου θα σε δικαιολογήσω που τόλμησες να με καλέσεις τέτοια ώρα.», η φωνή του Τζον ήταν προσποιητά ενοχλημένη. «Όχι ρε Κέϊλεμπ,», γέλασε, κλείνοντας το μάτι στον Ντην. «δε με ξύπνησες. Ποιός προλαβαίνει πια να κοιμηθεί; Εγώ πάντως όχι μικρέ. Γυρνάω στους δρόμους με τον μεγάλο μου. Για λέγε.»


...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...


[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.

[1] Σ.Σ. Το "Nerve Damage" ήταν το αγαπημένο ενεργειακό ποτό του Dean όταν ήταν παιδί. Βλέπε Supernatural 13.08 "The Scorpion & the Frog."

[2] Σ.Σ. Τελευταία φορά το ορκίζομαι. Βλέπε τη 2η ιστορία της σειράς, με τίτλο: «Ό,τι συνέβη στο Γκράντ Φόρκς, έμεινε στο Γκράντ Φόρκς.» - «What happened in Grand Forks, stayed in Grand Forks.»

[3] Σ.Σ. Τραγούδι των Led Zeppelin, "Stairway to Heaven" (1971)

[4] Σ.Σ. Βλέπε τη 3η ιστορία της σειράς, με τίτλο: «Ό,τι συνέβη στο Εθνικό Δάσος Ντάνιελ Μπούν, έμεινε στο Εθνικό Δάσος Ντάνιελ Μπούν» - «What happened in Daniel Boone National Forest, stayed in Daniel Boone National Forest.»