.7.
"Wise Man Said, Just Find Your Place In The Eye Of The Storm"
Ο χωροχρόνος πήδησε για μια ακόμη φορά και μετέφερε τον Ντην από το αγαπημένο του αμάξι, σε ένα υποφωτισμένο, γεμάτο υγρασία, ημιυπόγειο γκαράζ.
Ήταν σκυμμένος πάνω από έναν ανοιχτό κάδο πλυντηρίου και τον γέμιζε ασφυκτικά με ρούχα, κυρίως σκούρα κοντομάνικα, εσώρουχα και καρό πουκάμισα διαφόρων αποχρώσεων, που έβγαζε από ένα φθαρμένο σακίδιο εκστρατείας.
«Άλαστερ, δε τελειώσαμε με τα ταξίδια;», ρώτησε ανήσυχα ο θεατής Ντην. Θυμόταν πολύ καλά αυτό το κομμάτι της ανάμνησής του. Ήταν περίπου τριάντα με σαράντα λεπτά μετά από το διάλειμμα που είχαν με τον Τζον. Μόλις είχαν επιστρέψει στην προσωρινή τους βάση και η νεότερη εκδοχή του είχε αποφασίσει, πριν κάνει οτιδήποτε άλλο, να πλύνει τα ρούχα του γιατί την επόμενη μέρα θα έφευγαν και πάλι και δεν ήταν σίγουρος αν θα ξανάβρισκε σύντομα τόσο βολικό και δωρεάν πλυντήριο/στεγνωτήριο ρούχων.
Όταν πρωτοήρθαν σε αυτή την πόλη, στάθηκαν πολύ τυχεροί και βρήκαν σχεδόν αμέσως ένα ακατοίκητο και σχετικά απομακρυσμένο εξοχικό παρόλο που ήταν καλοκαίρι. Δε χρειάστηκε καν να το παραβιάσουν γιατί ανακάλυψαν, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, ένα έξτρα κλειδί κρυμμένο κάτω από έναν ξεθωριασμένο, γύψινο νάνο κοντά στην εξώπορτα.
Ο Τζον αποφάσισε να κρατήσουν τα έξοδα από το δωμάτιο σε μοτέλ, να παρανομήσουν και να κάνουν κατάληψη για όσες μέρες χρειαζόταν η υπόθεσή του. Το σπίτι απ' έξω φαινόταν πως ήθελε αρκετές επιδιορθώσεις, αλλά μέσα ήταν γεμάτο με όλες τις ηλεκτρικές συσκευές και οικιακό εξοπλισμό, μα το κυριότερο, είχε ρεύμα και νερό.
«Είμαι σίγουρος πως ξέρεις πολύ καλά πως σε λίγο θα ξεκινήσει μια από τις χειρότερες βραδιές της ζωής μου. Πριν είπες πως δε θέλεις πια να με βασανίσεις και πως θέλεις να με σώσεις. Δε καταλαβαίνω γιατί είμαι εδώ.»
Ο εικοστριάχρονος Ντην γέμισε τη κατάλληλη θήκη του πλυντηρίου ξέχειλα με το σαμπουάν του, πίεσε το κουμπί της έναρξης, σταυρώνοντας για καλή τύχη τα δάχτυλά του και το πλυντήριο πήρε μπρος, τραβώντας κανονικά νερό και ξεκινώντας την πλύση. Χαρούμενος φίλησε το χέρι του και χτύπησε με αυτό το πλυντήριο, κουνώντας πανηγυρικά και χορευτικά τους γοφούς του.
«Ντην Γουίντσεστερ! Παράτα τώρα, ό,τι στα κομμάτια κάνεις εκεί κάτω και τσακίσου κι έλα γρήγορα εδώ!», άκουσε το μπαμπά του να φωνάζει έξω φρενών από το ισόγειο.
«Όλο το προηγούμενο ήταν η εισαγωγή αγαπητέ μου. Τώρα αρχίζει το καλό.», απάντησε ο Άλαστερ στην τελευταία ερώτηση.
«Άλαστερ, πραγματικά δε θέλω να το δω. Δε θέλω να φύγω με την υπενθύμιση αυτής της ανάμνησης. Πάνε με σ' όποια άλλη ανάμνηση θες! Ακόμα και στην προ-προηγούμενη! Σ' εκείνο το σημείο που μ' έδερνε ο μεταμορφικός και βάλτο και σε διαρκή επανάληψη μέχρι να 'ρθει ο Λιμός.», η φωνή του Ντην ακουγόταν απεγνωσμένη, όμως ο δαίμονας παρέμενε τελείως σιωπηλός.
Ο Ντην ανέβηκε τρέχοντας δυο – δυο τα σκαλιά της εσωτερική, στενής, ξύλινης σκάλας που οδηγούσε από το γκαράζ στο ισόγειο του σπιτιού. «Τι έγινε;», ρώτησε λαχανιασμένος τον μπαμπά του που στεκόταν στην ανοιχτή εξώπορτα, κρατώντας με το καλό του χέρι ένα βαρύ σακίδιο. Ενώ αυτός έβαζε πλυντήριο, ο Τζον καθάριζε και ταχτοποιούσε τον εξοπλισμό στο αμάξι που είχαν παρκάρει μπροστά από το σπίτι. «Τι έπαθες; Πού είναι ο Σάμι; Ξύπνησε;», φώναξε ψιθυριστά σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει κάποιον στο χώρο.
«Όταν μπήκα κοιμόταν του καλού καιρού. Χαμπάρι δε μας πήρε τόση ώρα που 'μαστε εδώ.», γύρισε να δει τον μικρό γιο του, που καθόταν σιωπηλός στον φθαρμένο καναπέ και έτριβε τα νυσταγμένα μάτια του. «Μα τώρα μια χαρά ξυπνητός είναι.», η βραχνή φωνή του Τζον πήρε τον συνηθισμένο τόνο που δήλωνε εκνευρισμό και προμήνυε μπελάδες. «Για εξήγα μου.», παρέμεινε όρθιος στην ίδια θέση, μπλοκάροντας την εξώπορτα.
Ο Ντην πλησίασε αρκετά, κρατώντας όμως ασφαλή απόσταση και αντάμωσε το απορημένο του βλέμμα με το ψαρωμένο βλέμμα του αδερφού του. «Τι να σου εξηγήσω;», προσπάθησε να ρωτήσει όσο πιο χαλαρά και ευδιάθετα μπορούσε.
Ο Τζον έδειξε με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού του, τακτοποιημένα δίπλα σε μια παλιά παπουτσοθήκη, μια σχολική τσάντα φισκαρισμένη με βιβλία, έτοιμη να σχιστεί στις ραφές, μια τσάντα λάπτοπ και ένα τεράστιο και ασφυκτικά τιγκαρισμένο σακίδιο εκστρατείας. Ο Ντην ήξερε πως αυτές οι τρεις τσάντες ήταν όλο το βιός του αδερφού του. «Όταν τον ρώτησα για ποιό λόγο είναι τα πράγματά του έτοιμα για να φύγει, ενώ δεν ήξερε πότε θα επιστρέψουμε, απ' όλες τις απαντήσεις που θα μπορούσε να μου δώσει, ξέρεις ποιά απίστευτη απάντηση διάλεξε;», έκανε μια μικρή παύση σαν να περίμενε την απάντηση, μα συνέχισε όταν είδε πως ο Ντην δεν είχε σκοπό να μιλήσει «Μου 'πε πως εσύ ξέρεις το γιατί και πως θα μου εξηγούσες. Τι ξέρεις λοιπόν και τι θα μου εξηγούσες; Ακούω.»
Ο Ντην ξεροκατάπιε. «Σαμ, την άλλη Κυριακή δεν είπες;», ρώτησε τον αδερφό του με τέτοιο τρόπο σαν να ήθελε να τον ακούσει μόνο εκείνος και όχι ο Τζον, πράγμα αδύνατο αφού βρίσκονταν όλοι τους μέσα στον ίδιο χώρο.
«Όχι Ντην, χθες το πρωί εννοούσα. Την Κυριακή που μας πέρασε, όχι την επόμενη. Καλά πες μου πως το ξέχασες!», η μαχμουρλίδικη από τον ύπνο φωνή του εντάθηκε από τον εκνευρισμό. «Τι στα κομμάτια ρε φίλε; Τι κάθομαι και σ' ακούω;»
«Τι μέρα είναι σήμερα;», ο Ντην έχασε τελείως τις μέρες με όλα όσα είχαν προηγηθεί.
«Δευτέρα, 2 Σεπτεμβρίου του 2002,», πέταξε ξερά ο Σαμ δαγκώνοντας νευρικά και διαρκώς το εσωτερικό των χειλιών του. Κοίταξε το ηλεκτρονικό ρολόι στον καρπό του ξεφυσώντας. «05.37 το πρωί.»
«Θα μου πει κάποιος επιτέλους τι στο διάολο συμβαίνει;», απείλησε ο Τζον. Το μεγάλο σακίδιο που κρατούσε, του πονούσε την πληγιασμένη του παλάμη από το βάρος. Ασυναίσθητα και μέσα στον εκνευρισμό του θέλησε να το σηκώσει με το δεξί του χέρι, ξεχνώντας τελείως πως από εκείνη την πλευρά τα πράγματα ήταν χειρότερα. Ο οξύς πόνος από την κίνηση, τον έκανε να το ρίξει και να αρχίσει να αναπνέει συριστικά μέσα από σφιχτά κλεισμένα μάτια.
«Μπαμπά είσαι τραυματισμένος;», πετάχτηκε ο Σαμ και πρόλαβε τον Ντην που πήγε και αυτός να βοηθήσει.
«Και οι δύο είμαστε.», κατάφερε να πει ο Τζον, ενώ ο Σαμ σήκωνε με κόπο το σακίδιο από το πάτωμα και ο Ντην προσπαθούσε να τον στηρίξει. «Μπορώ να περπατήσω! Τα χέρια μου πονάνε. Παράτα με!», τινάχτηκε επιφυλακτικά από το άγγιγμα του γιου του και έκλεισε με δύναμη την εξώπορτα πίσω του. «Περιμένω την εξήγησή σου ακόμα.»
«Μπαμπά είναι ανάγκη να το κάνουμε αυτό τώρα;», αναστέναξε ο Ντην άηχα και πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του, σε μια ασυναίσθητη προσπάθεια αυτοπαρηγόρησης. Ανακάλυψε πως το πίσω μέρος του κεφαλιού του πονούσε ακόμα και πως μέσα στις ρίζες τον μαλλιών του υπήρχε αρκετή ποσότητα χώματος. «Είμαι ψόφιος και θέλουμε και οι δύο μπάνιο.», τα τίναξε νευρικά τρίβοντάς τα. «Γίνεται να σ' τα εξηγήσω όλα σ' ένα τετράωρο; Δε θ' αλλάξει κάτι.»
«Όχι.», αρνήθηκε σοβαρά ο Τζον με άγριο βλέμμα. «Θα πάω να ξεπλυθώ και μόλις βγω, περιμένω πλήρη αναφορά κι απ' τους δύο.», έφυγε με αργές κινήσεις, κοπανώντας νευρικά τις πόρτες πίσω του.
«Φτιάξε τώρα φρέσκο καφέ και κάν' τον πολύ δυνατό, όπως του αρέσει.», ο Ντην άρχισε να συμμαζεύει μέσα στη ξένη σαλονοκουζίνα ό,τι του φαινόταν ακατάστατο. «Σάμι, το ξέχασα τελείως πως ήταν αυτήν την Κυριακή. Ήμουν σίγουρος πως ήταν η επόμενη.», συνέχισε ανούσια να διορθώνει ό,τι έβρισκε μπροστά του. «Ο νεροχύτης είναι άδειος; Καθάρισες τα όπλα που σου 'δωσε; Κι εκείνο το λατινικό, ακαταλαβίστικο κείμενο, το προχώρησες καθόλου με τις σημειώσεις του θεί-, του Μπόμπι;»
Ο Σαμ πέταξε το σακίδιο του Τζον πάνω στον καναπέ και αγνοώντας όλες τις ερωτήσεις του Ντην έτρεξε στα πράγματά του. Πέρασε το λουρί του λάπτοπ πάνω στον ώμο του και πήγε να φορτωθεί το βαρύ σακίδιο εκστρατείας.
«Τι στα κομμάτια κάνεις;», ο Ντην τον ακολούθησε και του τράβηξε το σακίδιο.
«Φεύγω Ντην.», προσπάθησε να το τραβήξει πίσω. «Δεν έπρεπε να σ' ακούσω και να σε περιμένω. Έπρεπε να φύγω από χθες το πρωί μόνος μου. Ήδη έχω καθυστερήσει με το πρόγραμμά μου! Άφησέ το!», το ταρακούνησε από τη λαβή του αδερφού του.
Ο Ντην έβαλε περισσότερη δύναμη και το έριξε στο πάτωμα. «Τρελάθηκες ρε Σαμ; Πώς θα φύγεις έτσι; Θα μείνεις εδώ και θα του εξηγήσουμε μαζί.»
«Δε θα με καταλάβει και δε θα μ' αφήσει να πάω!», φώναξε όσο πιο έντονα μπορούσε αλλά αρκετά σιγά για να μην τον ακούσει ο Τζον. «Δεν τον είδες πώς μας μιλάει;», τα μάτια του γυάλιζαν και τα χέρια του έτρεμαν από το άγχος.
«Σάμι ο μπαμπάς είναι κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος!», προσπάθησε να τον δικαιολογήσει ο Ντην. «Με το ζόρι μπορεί και μιλάει! Μα πώς διάολο νόμιζα ότι ήταν την άλλη Κυριακή;», τα έβαλε με τον εαυτό του. «Δε πρόλαβα να του πω τίποτα. Νόμιζα ότι είχα μια βδομάδα ακόμα για να του το φέρω μαλακά.», τράβηξε ήρεμα το λουρί από το λάπτοπ που φορούσε ο Σαμ και κατάφερε να του το αφαιρέσει και να το αφήσει στο πάτωμα. «Μη φύγεις τώρα και μάλιστα με τέτοιο τρόπο. Θα τα κάνεις χειρότερα και σήμερα ήταν μια πάρα πολύ δύσκολη μέρα.», πρόσθεσε κουρασμένα και άγγιξε απαλά το χτυπημένο του ζυγωματικό. Είχε φουσκώσει ακόμα πιο πολύ και τον πέθαινε στον πόνο.
«Τι πάθατε ρε συ;», ο Σαμ πλησίασε τον αδερφό του παρατηρώντας για πρώτη φορά το τραυματισμένο του μάτι. «Θεέ μου, τώρα το πρόσεξα το χάλι σου! Ντην βλέπεις τίποτα απ' αυτό ή πας για γυάλινο;»
«Μια χαρά βλέπω!», ο Ντην πήγε προς το ψυγείο και άνοιξε την κατάψυξη ψάχνοντας για πάγο, όμως ήταν τελείως άδεια. Έβαλε την παλάμη του στο τοίχωμα και το κράτησε κολλημένο εκεί. «Μη λες τέτοια παλιογρουσούζη!»
«Πώς το 'παθες αυτό και γιατί κι εσύ και ο μπαμπάς είστε τόσο χάλια; Δε πέτυχε το Κυνήγι σας;»
Μόλις η παλάμη του Ντην άρχισε να τον πονά από το κρύο της κατάψυξης την έβγαλε και την ακούμπησε στο ζυγωματικό του αναστενάζοντας με ανακούφιση και βάλθηκε να φτιάχνει καφέ με το ένα χέρι και να εξηγεί στον αδερφό του ό,τι τους συνέβη από την αρχή ως το τέλος.
«Ντην, γ-για κάτσε λίγο!», διέκοψε τελικά ο Σαμ. «Για πάμε λίγο πιο πίσω γιατί μου φαίνεται πως η φτυαριά σου ξεκόλλησε μερικούς I.Q. πόντους! Δηλαδή στην ουσία, αυτό που μου λες είναι πως σήμερα ο μπαμπάς όχι μόνο σε σακάτεψε, αλλά κόντεψε να σε στραγγαλίσει κιόλας;», ρώτησε όταν ο Ντην ολοκλήρωσε το βασικό μέρος της εξιστόρησής του και πλέον χαμογελαστός, περιέγραφε με περιττές λεπτομέρειες το σχήμα, τη γεύση και το πόσο φρέσκα ήταν τα μπέιγκελς που αγόρασε από τον φούρνο.
«Το πνεύμα τα 'κανε όλα αυτά το 'παμε! Ο μπαμπάς δε το 'θελε και δε μπορούσε ν' αντιδράσει καθόλου όσο και να το πολεμούσε.», έκλεισε για τρίτη φορά την κατάψυξη και έβαλε πάλι την παγωμένη παλάμη του στο ζυγωματικό του. «Και μετά στο ορυχείο κι εγώ τον πυροβόλησα οπότε είμαστε πάτσι. Σου 'πα πως το συζητήσαμε στ' αμάξι Σαμ. Το λύσαμε το θέμα. Είπαμε πως ό,τι έγινε, έγινε αναγκαστικά και πάνω στη δουλειά και δε θα το συνεχίσουμε τζάμπα.»
«Νομίζεις πως το λύσατε το θέμα! Δε καταλαβαίνεις τίποτα έτσι;», πετάχτηκε ο Σαμ. Η νευρικότητα και το άγχος του εκτοξεύτηκαν σε δέκατα δευτερολέπτου. «Πρέπει να φύγω τώρα που προλαβαίνω ακόμα!», ξεκίνησε πάλι να πάρει τα πράγματά του.
Ο Ντην όμως έτρεξε ξωπίσω του και τον άρπαξε από το μπράτσο. «Τι στα κομμάτια παίχτηκε τώρα; Δεν είπαμε πως μόλις βγει θα του εξηγήσουμε;»
«Τι να του εξηγήσουμε ρε Ντην;», τίναξε το χέρι του για να απελευθερωθεί από τη λαβή του. «Καλά, χαμπάρι δεν έχεις πάρει τι έχει γίνει! Όλα άλλαξαν κι εσύ ή κοιμάσαι όρθιος απ' την κούραση ή όντως έχεις πάθει διάσειση! Έχεις την εντύπωση πως μ' αυτά που έγιναν σήμερα και μ' αυτά που αναγκάστηκε να κάνει και να περάσει, νομίζεις πραγματικά πως θα μ' αφήσει σύντομα να φύγω από κοντά του; Ή μήπως νομίζεις πως κι εσένα θα σε ξαναφήσει να πας μαζί του για Κυνήγι;»
«Τι λες Σάμι;»
«Κλειδωμένους θα μας κρατάει μέχρι να το ξεπεράσει!», έτρεξε προς την εξώπορτα και δοκίμασε να την ανοίξει. «Βλέπεις;», την ταρακούνησε δείχνοντας στον αδερφό του πως ήταν κλειδωμένη και η έκφραση του πρόδιδε και έκπληξη μα και σαν να το περίμενε ταυτόχρονα. «Πήρες χαμπάρι πότε μας κλείδωσε; Εγώ όχι!»
«Σαμ, ο μπαμπάς πάντα κλειδώνει όπου και να 'μαστε. Έχει γίνει απαραίτητο συνήθειο για να μην πω φοβία. Βάζω στοίχημα πως ούτε καν το κατάλαβε ότι κλείδωσε. Τώρα που θα βγει, θα δεις πως θα ελέγξει μόνος του όλες τις εισόδους ή θα βάλει εμάς να τις ελέγξουμε και μετά θα τις διπλό - ελέγξει.»
«Α, ναι ε; Τότε πού στο διάολο είναι το κλειδί Ντην;», φώναξε συγκροτημένα δείχνοντάς του την κενή κλειδαριά. «Ξεκίνησε ήδη! Κόντεψε να σε σκοτώσει με τα ίδια του τα χέρια! Έχει τρομοκρατηθεί απ' αυτό που του συνέβη και θ' αργήσει να το ξεπεράσει κι εγώ δεν έχω πια άλλο χρόνο για τα ψυχολογικά του μπαμπά!»
«Σάμι κόψε τις βλακείες. Ο μπαμπάς ξέρει πως αν θέλουμε μπορούμε να βγούμε απ' αυτόν τον χώρο με χίλιους δύο τρόπους κι ας είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα. Δεν επρόκειτο να μας σταματήσει μια απλή κλειδαριά.»
«Δε μου λες; Τα κλειδιά του αυτοκινήτου σου που είναι;»
«Εδώ τα 'χω, στην τσέπη μου.», ο Ντην ψαχούλεψε την κωλότσεπή του και έκπληκτος συνειδητοποίησε πως τα κλειδιά του Impala είχαν εξαφανιστεί.
«Τα βλέπεις; Σου τα σούφρωσε την ώρα που προσπαθούσες να τον βοηθήσεις!»
«Κι αυτό δεν μου λέει κάτι. Μπορώ άνετα να βάλω μπρος το "μωρό" μου χωρίς το κλειδί.»
«Ναι αλλά θα καθυστερήσεις αρκετά μέχρι να το καταφέρεις και θα προλάβει να...»
«Τι να προλάβει Σαμ; Δε μπορεί να μας κρατάει παρά τη θέλησή μας, δεν είμαστε πια παιδιά να μας κλειδώνει μέσα στο δωμάτιο ενός μοτέλ ή να μας αφήνει στου Μπόμπι ή στου Πάστορα ή σ' όποιον του 'κανε τη χάρη να μας νταντεύει.»
«Πάμε να φύγουμε Ντην!», η φωνή του Σαμ άρχισε να σπάει. «Οι δυο μας! Πάμε μαζί στην Καλιφόρνια!»
«Και τι; Θα μένω μαζί σου στον κοιτώνα ή μήπως θα μένω στο Impala στο πάρκινγκ του Στάνφορντ;»
«Μόλις φτάσουμε, θα ψάξουμε κατευθείαν για δουλειές και με τα πρώτα μεροκάματα θα πιάσουμε και σπίτι. Λίγη υπομονή θα κάνουμε στην αρχή κι όλα θα μπούνε σε τάξη.»
«Υποτίθεται πως σε πήραν στο πανεπιστήμιο με υποτροφία γιατί αναγνώρισαν πως έχεις δυνατό μυαλό και δε θέλουν να το απασχολείς με καθημερινές ανησυχίες τέτοιου είδους αλλά για να το αφιερώσεις στην επιστήμη σου.»
«Όλα μπορώ να τα κάνω και να τα προλάβω αρκεί να μην έχω τον μπαμπά στο κεφάλι μου. Σε παρακαλώ Ντην! Πάμε να φύγουμε!»
«Σου 'πα πως ο μπαμπάς δεν γνωρίζει τίποτα ακόμα και πέσαμε και σε δύσκολη μέρα. Δε καταλαβαίνω γιατί ανησυχείς τόσο πολύ. Θα του εξηγήσουμε τα πάντα και θα δεις πως θα καταλάβει και θα γίνουν όλα όπως τα θες.»
Ο Σαμ όμως φάνηκε πως δεν πίστευε τα λεγόμενα του Ντην. «Αν θες εσύ μείνε μαζί του για πάντα!», έβγαλε από τη τσέπη του τον ελβετικού τύπου σουγιά του και ξεκίνησε να σκαλίζει την κλειδαριά της πόρτας με το λεπτό μαχαίρι για να την ξεκλειδώσει. «Εγώ φεύγω!»
«Σαμ,», ο Ντην τον άφησε να παιδεύεται με την πόρτα. «για πες μου λιγάκι. Για νομική δε πας;», ρώτησε, όμως ο Σαμ δεν γύρισε κάν να τον κοιτάξει. «Υποτίθεται πως σ' αρέσουν πολύ τα δικηγορίστικα για να θες να ξοδέψεις τα καλύτερά σου χρόνια χωμένος σε αρχαία, τεράστια νομικά βιβλία, μαθαίνοντας απ' έξω νόμους, υποθέσεις, μπλα, μπλα, μπλα.»
«Ναι Ντην μου αρέσουν πολύ, και;», ο Σαμ έβγαλε ένα άλλο εργαλείο από τον σουγιά του και ξεκίνησε διαφορετική προσέγγιση.
«Γιατί λοιπόν δεν αντιμετωπίζεις τον μπαμπά σαν υπόθεση δικαστηρίου; Πες ότι είναι δικαστής ή ένορκος ή δε ξέρω κι εγώ τέλος πάντων ποιον ακριβώς προσπαθούν να πείσουν οι δικηγόροι.», άρπαξε τον σουγιά από τα χέρια του Σαμ απηυδισμένος από την ανικανότητά του. «Πες του όλη την ιστορία, θέσε όλα σου τα επιχειρήματα και πείσε τον γι' αυτά που επιθυμείς.», έβαλε πρώτα την πλαστική οδοντογλυφίδα στην κλειδαριά και σε συνδυασμό με τον λεπτό διατρητή, γύρισε επιδέξια το σουγιά και κατάφερε να την ξεκλειδώσει με μία κίνηση. «Όπως είδες κι εσύ, ο μπαμπάς είναι τραυματισμένος, κουρασμένος και σύμφωνα με σένα είναι και ψυχολογικά πιεσμένος.», του έδωσε τον σουγιά πίσω. «Δεν μπορώ να τον αφήσω έτσι απλά και να φύγω, ειδικά μ' όλα όσα έγιναν σήμερα. Αν εσύ θες ακόμα να φύγεις,», του άνοιξε την πόρτα για να του δείξει πως δε χρειάζεται να αισθάνεται παγιδευμένος, «ορίστε φύγε. Θα προσπαθήσω να του εξηγήσω, να τον ηρεμίσω και να τον καθυστερήσω όσο μπορώ σε περίπτωση που αποφασίσει να σε γυρίσει πίσω σηκωτό.», του χάιδεψε καθησυχαστικά το μάγουλο και το σβέρκο σαν να ήταν αυτός ο στοργικός πατέρας. «Όμως πιστεύω πως θα 'ταν καλύτερα αν του τα εξηγούσες και τον έπειθες εσύ και δεν έφευγες σα κλέφτης μέσα στη νύχτα. Πατέρας σου είναι, του αξίζει ο χρόνος σου. Μην τον παραγκωνίζεις τόσο εύκολα, υποτιμώντας τη νοημοσύνη του με τέτοιο τρόπο. Πιστεύω θα το εκτιμήσει.», τον χτύπησε μαλακά με τη γροθιά του τον ώμο, για να ισορροπήσει μέσα του το προηγούμενο αυθόρμητο χάδι του.
Ο Σαμ πήρε μια βαθιά αναπνοή και ξεφύσησε αργά τον αέρα. «Να πάρει Ντην! Να πάρει!», έκλεισε αποφασιστικά την εξώπορτα, την ίδια ακριβώς στιγμή που άνοιξε στο βάθος η πόρτα του μπάνιου.
Ο Τζον φορώντας μόνο το τζιν του, βγήκε έξω από το μπάνιο στεγνώνοντας, με το καλό του χέρι, τα μαλλιά του με μια πετσέτα. Το δεξί του χέρι το κρατούσε πεισματικά και προστατευτικά κολλημένο πάνω στον γυμνό κορμό του.
«Έλα μπαμπά, φτιάξαμε καφέ. Κάτσε.», ο Ντην γέμισε μια κούπα και την απίθωσε πάνω στο στρόγγυλο ξύλινο τραπέζι, υποδεικνύοντάς του πού να καθίσει τραβώντας του την καρέκλα, όμως ο Τζον έβαλε την πετσέτα στον ώμο του, τον πλησίασε και τον γράπωσε δυνατά από το πηγούνι όπως στο αμάξι. «Μπαμπά…», πήγε να παραπονεθεί, μα ο Τζον έσφιξε κι άλλο τη λαβή του.
«Πάψε και κοίτα πάνω δεξιά!»
Ο Ντην εκτέλεσε απρόθυμα την εντολή, μα συνειδητοποίησε πως σε αυτή ακριβώς την κίνηση τον πονούσε όχι μόνο το μάτι αλλά και όλη η περιοχή που ήταν πρησμένη.
«Το αισθάνεσαι πως έχει πρηστεί κι άλλο ή έχει μουδιάσει εντελώς απ' τον πολύ τον πόνο και δε το παίρνεις πια χαμπάρι;», ο Τζον κούνησε ελαφρά το κεφάλι του απογοητευμένος καταλαβαίνοντας τη δυσφορία του γιου του. «Δεν έβαλες πάγο, έτσι;», το άγγιξε όσο πιο απαλά μπορούσε, μα ο Ντην και πάλι πετάχτηκε. «Χάλια έγινε!»
«Δεν έχουμε! Θα μου περάσει.», πήγε προς την καφετιέρα και γέμισε μια κούπα για τον Σαμ και μια για τον εαυτό του.
Ο Τζον ξεφυσώντας νευρικά, άνοιξε τυχαία μερικά συρτάρια στον πάγκο της κουζίνας. Μόλις βρήκε τις καθαρές πετσέτες, πήρε δυο, τις δίπλωσε σε ρολό με το ένα χέρι και άνοιξε τη βρύση. «Λοιπόν, ακούω.», η φωνή του μαλάκωσε ελάχιστα. «Ποιός απ' τους δυο σας θα μου εξηγήσει επιτέλους τι στα κομμάτια συμβαίνει και ποιός θα με βοηθήσει να τυλίξω το χέρι μου;», έβρεξε τις δυο πετσέτες, τις έστυψε καλά και αφού τις έβαλε στην άδεια κατάψυξη, έκατσε στην καρέκλα και πήρε την κούπα του.
Τα δυο αδέρφια αντάλλαξαν ματιές, σαν να δίσταζαν να επιλέξουν ποιό ρόλο θα αναλάμβαναν.
Όταν ο μέλλων υποψήφιος νομικός Σαμ Γουίντσεστερ χαμήλωσε το βλέμμα του καταπίνοντας την ρητορική του, ο Ντην έπλυνε καλά τα χέρια του στον νεροχύτη, προσπαθώντας να ξεκολλήσει όσο περισσότερο χώμα μπορούσε από τα νύχια του στο συντομότερο χρόνο, πήρε τον καφέ του και ένα μαύρο νεσεσέρ που λειτουργούσε σαν κουτί πρώτων βοηθειών από τον πάγκο και έκατσε δίπλα στον μπαμπά του. Δυστυχώς το ντους που τόσο επιθυμούσε θα έπρεπε να περιμένει. Τράβηξε την πετσέτα που φορούσε στον ώμο του ο Τζον και άρχισε να ταμπονάρει απαλά το τραυματισμένο του χέρι. «Μπόρεσες βλέπω κι έβγαλες τελικά μόνος σου όλα τα σκάγια.»
Ο Τζον έσφιξε τα μάτια του και τα χείλια του και κρατώντας την αναπνοή του δεν έβγαλε τον παραμικρό ήχο, ενώ ο Ντην τον στέγνωνε και έλεγχε τις πολλαπλές μικρές τρύπες που είχε στο δέρμα του, από την άκρη του ώμου ως και τον καρπό του, με ελάχιστες ξώφαλτσες πάνω στο στήθος του. «Έτσι νομίζω. Για έλεγξε κι εσύ.», βόγκηξε και ξερόβηξε ταυτόχρονα για να αποκρύψει τη δυσφορία του.
Νωρίτερα στο ντους, η διαδικασία της αφαίρεσης των υπολειμμάτων από τις πληγές του, τον έκανε να λιγοθυμήσει δυο φορές και να συνεχίσει τη διαδικασία καθισμένος στα πλακάκια της ντουζιέρας. Τώρα αυτή η απλή κίνηση του γιου του που τον στέγνωνε, τον έκανε να θέλει να του αρπάξει την πετσέτα από το χέρι και να την πετάξει μακριά.
«Καλά τα κατάφερες. Δε βλέπω να 'χει μείνει τίποτα.», συνέχισε ο Ντην να ελέγχει την περιοχή μήπως και του ξέφυγε κάτι που θα δημιουργούσε μόλυνση. Αφού σιγουρεύτηκε επαρκώς, έβγαλε από το νεσεσέρ το επουλωτικό/αντισητικό σπρέι που είχε αγοράσει νωρίτερα και άρχισε να το ανακινεί. «Λοιπόν, σε προειδοποιώ, αυτό θα τσούξει πολύ.», τον προειδοποίησε σουφρώνοντας την μύτη του. «Α, και μια και μιλάμε για τσουξίματα,», συνέχισε βγάζοντας το καπάκι. «μπαμπά, τον Σαμ τον δέχτηκαν στο Στάνφορντ.», του πέταξε απρόσμενα και συγχρόνως ξεκίνησε να ψεκάζει όλη την τραυματισμένη του περιοχή, από πάνω έως κάτω.
Ο Τζον αυτή τη φορά έσφιξε και κλείδωσε όλο του το κορμί, στην έντονη ενόχληση που αισθανόταν, πασχίζοντας να παραμείνει ακίνητος στη θέση του, παίρνοντας μόνο εισπνοές, θέλοντας στην πραγματικότητα να ουρλιάξει και να απομακρυνθεί από τον πόνο.
«Λίγο ακόμα θέλει και θα καλυφθεί όλο.», τον ενθάρρυνε ο Ντην συνεχίζοντας να ψεκάζει.
Τα νύχια του Τζον μπήχτηκαν μέσα στις ήδη πληγιασμένες του παλάμες ενώ έσφιγγε τις γροθιές του και το τραυματισμένο του χέρι ξεκίνησε να τρέμει από τον ανυπόφορο πόνο. «Ντην!», δεν άντεξε άλλο και χτύπησε την καλή του γροθιά στο τραπέζι, κάνοντας τα φλιτζάνια να αναπηδήσουν στη θέση τους, καταφέρνοντας ωστόσο να μη χύσουν ούτε στάλα. «Φτάνει!», βόγκηξε με σφιγμένα δόντια, αναπνέοντας γρήγορα και άτσαλα.
«Τελειώνω. Κάλυψα όλη την περιοχή του χεριού σου, όμως άνοιξε και τις παλάμες σου να στις ψεκάσω κι αυτές.», ο Τζον βαριανασαίνοντας, ξέσφιξε απρόθυμα τις γροθιές του, τέντωσε τις παλάμες του και ετοιμάστηκε για έναν ακόμα γύρο πόνου. «Έλα μπαμπά κάνε κουράγιο και μη μου λιποθυμήσεις τώρα στο τέλος.», πρόσθεσε ο Ντην μαγκωμένος, βλέποντας την προσπάθεια που έκανε ο πατέρας του να σταθεί. «Τελείωσα! Τέρμα!», αφού τελείωσε, πέταξε με απέχθεια το απαίσιο σπρέι μέσα στο νεσεσέρ. «Χαλάρωσε! Αύριο πάλι.», έβγαλε έναν ελαστικό επίδεσμο και με γοργές κινήσεις ξεκίνησε να τυλίγει το μπράτσο του Τζον.
«Παίρνε αργές αναπνοές μπαμπά.», η φωνή του Σαμ έσπασε κάτω από την πίεση. Ο Τζον καταϊδρωμένος, αναπνέοντας άρρυθμα, είχε χάσει τελείως το χρώμα του και με κλειστά τα μάτια έτρεμε ελαφρά και βογκούσε συγκρατημένα σε κάθε του εκπνοή. «Ρε συ Ντην, ο μπαμπάς δεν είναι καλά, γιατί δε τον πήγες σ' ένα νοσοκομείο;»
«Νομίζεις πως δε το προσπάθησα ρε Σαμ;», πετάχτηκε ενοχλημένος ο Ντην φτάνοντας τον επίδεσμο ως τον καρπό του μπαμπά του και σταθεροποιώντας τον με το μεταλλικό γαντζάκι του. «Γιατί, πότε μ' ακούει για να μ' ακούσει και τώρα;»
«Καλά είμαι, πάψτε!», ο Τζον ενοχλημένος, σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς το κρεβάτι του. Ενώ οι γιοί του νόμιζαν πως θα καταρρεύσει πάνω στο στρώμα, εκείνος πήρε ένα καθαρό, μαύρο, τζιν πουκάμισο που είχε αφήσει και ξεκίνησε να το φοράει με αργές, επιφυλακτικές κινήσεις. «Στο Στάνφορντ;», ρώτησε βραχνά και κουρασμένα. «Καλά πώς στο διάολο έγινε αυτό; Πότε έκανες την αίτηση και πότε ήρθε η απάντηση;»
Ο Σαμ ξεροκατάπιε σαν να είχε λαρυγγίτιδα και δυσκολευόταν να μιλήσει και ο Ντην αναγκαστικά απάντησε και πάλι εκ μέρους του. «Μπαμπά, ο Σαμ έκανε αίτηση τον Ιανουάριο κι η απάντηση ήρθε με το ταχυδρομείο στο σπίτι του θεί-, του Μπόμπι, τον Απρίλιο.», είπε σιγανά.
Ο Μπόμπι τον είχε πάρει ενθουσιασμένος πρωταπριλιάτικα για να του πει τα νέα και για αρκετή ώρα προσπαθούσε να τους πείσει ότι λέει αλήθεια και ότι δεν τους δουλεύει λόγω της ημέρας. Είχαν χαρεί και οι τρεις τους τόσο πολύ.
Ο Τζον σταμάτησε έκπληκτος να κουμπώνει το πουκάμισό του. «Δηλαδή εσύ κι ο Σίνγκερ το ξέρατε τόσους μήνες και τώρα δέησες να μ' ενημερώσεις; Δε σας πιστεύω! Καλά, κάτσε να πάμε στη μάντρα και θα σ' τον τακτοποιήσω και τον άλλον τον ανακατωσούρη όταν έρθει η σειρά του.», σχολίασε εκνευρισμένος, αν και πολύ θα ήθελε να τον πάρει επί τόπου τηλέφωνο και να τον "στολίσει" πατόκορφα, υπονοώντας συγχρόνως, υποσυνείδητα, πως εκείνη την στιγμή ήταν η σειρά του Ντην για "τακτοποίηση".
«Δεν φταίει σε τίποτα ο Μπόμπι.», ο Ντην υπερασπίστηκε με σιγανή φωνή τον αγαπημένο του θετό θείο, κρατώντας το βλέμμα του χαμηλά, ξύνοντας νευρικά με το νύχι του το ξύλινο τραπέζι. «Επειδή ταξιδεύουμε και μετακινούμαστε συνέχεια, θέλαμε μια σταθερή διεύθυνση για την αίτηση και σκεφτήκαμε να χρησιμοποιήσουμε την δικιά του. Δεν το 'ξερε ότι το κάναμε. Μην τον μπλέξεις τζάμπα.»
«Φταίει και παρά - φταίει! Γιατί αντί να πάρει κατευθείαν εμένα τηλέφωνο όταν του 'ρθε το γράμμα πήρε εσένα! Κι εσύ μου το κράτησες κρυφό μέχρι τώρα!»,
Ο απειλητικός τρόπος που ο Τζον κοιτούσε τον Ντην και η μαζεμένη, αμυντική γλώσσα σώματος του αδερφού του, έκανε τον Σαμ να πάρει θάρρος και να παρέμβει. «Μπαμπά, μπορεί να με δέχτηκαν από τον Απρίλιο αλλά εγώ έκανα την αίτηση χωρίς να είμαι σίγουρος αν θέλω να πάω. Είπα στον Ντην να το κρατήσει κρυφό γιατί δεν ήμουν ακόμα σίγουρος για το τι θα έκανα.»
«Καλά ρε Σάμιουελ, δεν είπαμε πως δε θα κάνεις φέτος αιτήσεις για πανεπιστήμια; Δε το συζητήσαμε, μαζί, οι δυο μας και μου υποσχέθηκες πως θα 'κανες ένα χρόνο διάλειμμα και μετά θ' αποφάσιζες; Εγώ βασίστηκα πάνω σ' αυτή σου την υπόσχεση.»
«Την έκανα όμως τώρα την αίτηση και με δέχτηκαν.», ο Σαμ ανασήκωσε τους ώμους του. «Και μάλιστα δε θα χρειαστεί να ξοδευτείς καθόλου γιατί με πήραν με πλήρη υποτροφία μπαμπά!», τα μάτια του έλαμψαν από χαρά και ο Ντην απέναντί του δε μπόρεσε να κρατηθεί και μειδίασε αμυδρά, γεμάτος περηφάνια για τον πανέξυπνο, μικρό αδερφό του που με τόσες δυσκολίες, τόσες αλλαγές σχολείων και καθηγητών, χωρίς ιδιαίτερα μαθήματα και φροντιστήρια, χωρίς να μπορεί ο ίδιος να τον βοηθήσει με την σχολική του ύλη, μελετώντας όπου μπορούσε και όποτε προλάβαινε, παρόλα αυτά, κατάφερε τέτοιο σημαντικό επίτευγμα.
Ο Ντην βέβαια μπορεί να ένιωθε περηφάνια για τον Σαμ όμως η συμπεριφορά του Τζον πρόδιδε εκνευρισμό και βαθύ προβληματισμό. Στο άκουσμα της λέξης "υποτροφία" το πρόσωπό του σκοτείνιασε και το βλέμμα του βούλιαξε. «Γιατί ρε Σαμ;», του ξέφυγε ρητορικά, με έντονη την απόγνωση και την κούραση στη φωνή του.
«Ν-νόμιζα πως θα χαιρόσουν.», γέλασε αμήχανα και πικραμένα ο Σαμ παρατηρώντας την αλματώδη κατακρήμνιση της διάθεσης του Τζον. «Τι βλάκας που είμαι!», μουρμούρισε μέσα στα δόντια του. «Πραγματικά, βαθιά μέσα μου, πίστευα πως θα χαιρόσουν, έστω και λίγο, που τουλάχιστον ο ένας απ' τους δύο γιους σου κατάφερε να περάσει στο πανεπιστήμιο και θα 'χει την ευκαιρία να γίνει κάτι στη ζωή του.»
Τα λόγια του Σαμ χτύπησαν σαν γροθιά στο στομάχι τον Ντην κι ας μην είχε άδικο ή έλεγε ψέματα.
Η δικιά του έκδοση για το σχολείο πέρα από το τζάμπα φαγητό στο εστιατόριο και το δωρεάν ζεστό ντους μετά το μάθημα της γυμναστικής, ήταν οι κοπάνες, οι πλάκες και φυσικά τα κορίτσια. Ποτέ του δεν είχε τη διάθεση να συνεχίσει τις σπουδές του και ποτέ του δε σκέφτηκε πως μετά την ολοκλήρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, θα μπορούσε να επεκταθεί σε κάτι ακαδημαϊκά ανώτερο. Για αυτόν η ζωή και η δουλειά του ήταν και θα συνέχιζε να είναι το Κυνήγι του υπερφυσικού.
Ωστόσο όταν ο ίδιος του ο αδερφός ξεστόμισε την πραγματικότητα, τόσο ανοιχτά και με τόσο υποτιμητικό τόνο, κάτι μέσα του χτύπησε σαν παράφωνη συγχορδία, όμως κατάφερε να μη το δείξει και να παραμείνει τελείως ανέκφραστος. Βάλθηκε να χαϊδεύει μαλακά το ζυγωματικό του, ασκώντας σταδιακά ολοένα και περισσότερη πίεση μέχρι να αισθανθεί πόνο. Χρόνια τώρα και τελείως ασυναίσθητα χρησιμοποιούσε κάποιες φορές τον εξωτερικό πόνο σαν αντίβαρο για τον εσωτερικό του.
«Αλλά τι περίμενα;», ο Σαμ συνέχισε ακάθεκτος νιώθοντας τον εκνευρισμό του να φουντώνει, προσπαθώντας και παλεύοντας σκληρά να συγκρατηθεί. Δε θα έχανε τον έλεγχο και το δίκιο του από την πρώτη αρνητική απόκριση του μπαμπά του. «Εδώ δεν χάρηκες όταν σου είπα πως βγήκα πρώτος στη βαθμολογία στο σχολείο και ούτε καν σ' ένοιαξε να 'ρθεις να δεις τον αποχαιρετιστήριο λόγο μου στην τελετή αποφοίτησης.»
«Ήρθε ο Ντην όμως μαζί σου και σε είδε.», ο Τζον φάνηκε να κάνει προσπάθεια να δικαιολογηθεί. «Τι γκρινιάζεις πάλι γι' αυτό τώρα; Ξέρεις πολύ καλά πως εκείνη την ημέρα μου ζήτησε ο πάστορας να πάω να τον βοηθήσω. Έπρεπε να πάω…»
«Στη Νεβάδα, ναι το ξέρω μπαμπά.», διέκοψε ο Σαμ. «Όταν πήρα τον πάστορα για να του πω για το ότι αποφοίτησα και έμαθε ότι δεν ήρθες στην τελετή επειδή σε κάλεσε, μου ζήτησε χίλιες φορές συγνώμη, λες κι έφταιγε αυτός.»
«Δε χρειαζόταν να του δώσεις αναφορά για το τι κάνουμε και δεν κάνουμε.», ο Τζον ανέβασε ενοχλημένος τον τόνο της φωνής του. «Κι εξάλλου γιατί να 'ρθω Σαμ; Να δω τι; Νομίζεις πως δεν ξέρω ήδη πως είσαι σ' όλα καλύτερος απ' τους κακομαθημένους συνομήλικούς σου; Δε χρειάζομαι τον διευθυντή κάποιου ασήμαντου σχολείου να υπογράψει σ' ένα χαρτί για να μου αποδείξει πως είσαι πρώτος σ' όλα.», παρατήρησε για λίγο τον Ντην που ενώ καθόταν σκυφτός, σκεφτικός, και σιωπηλός, χάιδευε το άσχημο χτύπημά του. Ήξερε πως τα λόγια του Σαμ τον είχαν επηρεάσει, όπως είχαν επηρεάσει και τον ίδιο και καταλάβαινε πως το ότι παραδεχόταν την αξία του μικρού του αδερφού μπορεί να τον έριχνε κι άλλο ψυχολογικά, όμως ο Σαμ έπρεπε να τα ακούσει. «Πού δεν είσαι αστέρι ρε αγόρι μου; Στην ιστορία; Ξέρεις απ' έξω όχι μόνο ό,τι γράφουν στα ημιτελή σχολικά βιβλία αλλά γνωρίζεις παγκόσμιες αληθινές κρυφές ιστορίες και περιστατικά από απαγορευμένα βιβλία κι αποκρυφιστικούς συγγραφείς. Θες γεωγραφία; Έχουμε ταξιδέψει σε μέρη όπου οι συμμαθητές σου δεν θα δουν ποτέ στην ζωή τους, γιατί σιγά να μη καταφέρουν ποτέ να ξεφύγουν απ' τα σύνορα της μίζερης πόλης τους. Διαβάζεις και γράφεις από αρχαία αγγλικά έως και λατινικά, ξεχωρίζεις κι αναγνωρίζεις μόνο απ' το άκουσμα και τη γραφή πολλαπλές ξένες γλώσσες.», πήγε προς τη κατάψυξη και πήρε τη μία από τις δύο πετσέτες που είχε βάλει νωρίτερα. «Μαθηματικά, φυσική, χημεία; Παιχνιδάκια για σένα. Γνωρίζεις από τακτικές άμυνας κι επίθεσης, ξέρεις να χειρίζεσαι ολόκληρο οπλοστάσιο και βάζω στοίχημα πως μπορείς να βάλεις κάτω, σε λιγότερο από τριάντα δεύτερα και με δεμένο το δεξί σου χέρι πίσω από την πλάτη σου, τον πρώτο και καλύτερο αθλητή της τάξης σου.», την έβαλε στη παλάμη του Ντην και σηκώνοντάς του το χέρι από τον καρπό σαν να μην ήξερε τι έπρεπε να την κάνει, την οδήγησε και την πίεσε στο τραυματισμένο του ζυγωματικό. «Κάνε λίγο υπομονή και πίεσε το δυνατά για μερικά δευτερόλεπτα γιατί θα κλείσει το μάτι σου τελείως!», του είπε έντονα όταν ο Ντην τραβήχτηκε, μουγκρίζοντας ενοχλημένα. «Ήθελες πραγματικά να 'μαι στο κοινό παρέα μ' όλους τους άλλους χαζομπαμπάδες που 'μαι σίγουρος πως τραβούσαν διαρκώς βίντεο τα βλαστάρια τους λες κι έκαναν το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή τους.», πίεσε δυνατά το χέρι του πάνω από το χέρι του Ντην όταν κατάλαβε πως ο γιος του απλά ακουμπούσε την πετσέτα στο χτύπημα.
«Μπαμπά κόφτο! Πονάω!», γκρίνιαξε ο Ντην προσπαθώντας να απελευθερωθεί, όμως ο Τζον τον συγκράτησε στη θέση του γραπώνοντάς τον γερά από το πίσω μέρος του λαιμού του κι εκείνος συμμορφώθηκε άμεσα και κάθισε ήσυχα, σφίγγοντας τα μάτια του και όλους τους μύες του προσώπου και του λαιμού του, αναπνέοντας συριστικά από τη δυσφορία.
«Για σκέψου το όμως για λίγο Σάμι μου.», συνέχισε, αγνοώντας ενσυνείδητα τον Ντην. «Τι καταφέρατε να κάνετε εσύ κι όλοι οι απόφοιτοι; Καταφέρατε να μάθετε απ' έξω την άχρηστη σχολική ύλη που αποφάσισαν να σας ταΐσουν σαν άχυρο οι κοστουμάτοι στο υπουργείο παιδείας και μπορέσατε να τ' αποδείξετε ότι την φάγατε και την αφομοιώσατε επαρκώς παπαγαλίζοντάς την στα τελικά σας τεστ. Με ήθελες πραγματικά στο κοινό να πάρω μέρος σ' αυτό το θέατρο του παραλόγου;»
Τα μάτια του Σαμ άρχισαν να γυαλίζουν από παράπονο και θλίψη. «Ήθελα μονάχα τον πατέρα μου, που έχασε όλες τις σχολικές γιορτές, όλες τις απονομές βραβείων, όλες τις γυμναστικές επιδείξεις μου. Τον ήθελα μόνο μια φορά να ερχόταν και να με έβλεπε, όχι επειδή το πίστευε πραγματικά, αλλά επειδή του το ζήτησα εγώ. Αλλά τελικά ούτε αυτό μπόρεσες να κάνεις.»
«Είσαι εγωιστής Σαμ.», ο Τζον απομάκρυνε την πετσέτα από το πρόσωπο του Ντην που συνέχιζε να πασχίζει σιωπηλά, σφίγγοντάς του στιγμιαία και ενθαρρυντικά το σημείο από όπου τον συγκρατούσε σαν να ήθελε να τον επιβραβεύσει για την υπομονή του και να του δώσει λίγο κουράγιο. «Ενώ εσύ και τα υπόλοιπα παπαγαλάκια χαιρόσασταν και πανηγυρίζατε για ένα άχρηστο κομμάτι χαρτί, ένα ολόκληρο χωριό υπέφερε από ένα πλάσμα που τους δηλητηρίαζε καθημερινά, επειδή είχε φτιάξει τη φωλιά του μέσα στο νερό τους. Αν ερχόμουν στην αποφοίτησή σου ακόμα θα υπέφεραν.», έβρεξε ξανά την πετσέτα που κρατούσε, την έβαλε στην κατάψυξη και αφού πήρε την άλλη, την έδωσε στον Ντην κάνοντάς του νόημα να κάνει την ίδια διαδικασία μόνος του.
«Δεν ήταν ξέρεις απαραίτητο να πήγαινες εσύ εκείνη την ημέρα με τον πάστορα και να σώσεις το χωριό. Ο πάστορας Τζιμ σίγουρα θα 'βρισκε κάποιον άλλον να τον βοηθήσει. Δεν θα σταματούσε ο κόσμος αν δεν πήγαινες σ' ένα Κυνήγι μια φορά, όπως ακριβώς δε θα σταματήσει ο κόσμος αν εγώ φύγω για το Στάνφορντ.»
Ο κόσμος μπορεί να μη σταματούσε, αλλά ο δικός τους κόσμος θα άλλαζε στα σίγουρα, σκέφτηκε ο Ντην αλλά προτίμησε να κρατήσει αυτή τη σκέψη για τον εαυτό του για να μην εντείνει τη συζήτηση.
Όταν ο Σαμ του εκμυστηρεύτηκε το ότι θα έκανε αίτηση για το Στάνφορντ, άμεσα αισθάνθηκε προδομένος. Αισθάνθηκε πως ο Σαμ ήθελε να τον εγκαταλείψει και πως όλες οι θυσίες που έκανε για χάρη του πήγαν στράφι. Φυσικά η πρώτη του αντίδραση ήταν να βρει χίλιες και μία δικαιολογίες για να τον αποτρέψει όμως ο Σαμ κατάφερε και του έδωσε χίλιες και μία αιτιολογίες για τους λόγους που έπρεπε να πάει στο πανεπιστήμιο καταφέρνοντας να τον πείσει.
«Κι όλα αυτά τα χρόνια εκπαίδευσης και προσωπικής εμπειρίας στην αντιμετώπιση του υπερφυσικού θα πάνε χαμένα;»
«Μπαμπά, ποτέ μου δεν ήθελα να ακολουθήσω αυτή τη δουλειά.»
«Το Κυνήγι δεν είναι απλώς μια δουλειά Σαμ! Είναι ζωή! Είναι η ζωή μου κι εσείς σαν παιδιά μου είστε μαζί μου.»
«Τι σόι δικαιολογία είναι αυτή; Δηλαδή αν ήσουν αστροναύτης θα μας έπαιρνες μαζί σου στο διάστημα;»
«Κάποτε ήθελες Σάμι μου και με παρακαλούσες να σε παίρνω μαζί μου στα Κυνήγια.»
«Όταν ήμουν έφηβος κι εσύ έπαιρνες τον Ντην μαζί σου για βοήθεια, μα εμένα με κλείδωνες μονάχο μου για μέρες στο δωμάτιο κάποιου άθλιου μοτέλ! Ή χειρότερα με φόρτωνες στην καμπούρα όποιου σε λυπόταν και προσπαθούσε να σε βοηθήσει, όπως ο θείος Μπόμπι!», φώναξε με αγανάκτηση. «Ναι, τότε σε παρακαλούσα να με πάρεις μαζί σου όχι γιατί μου άρεζε η δουλειά αλλά γιατί ήθελα να 'μαι κοντά στον πατέρα μου και στον αδερφό μου κι όχι εγκαταλελειμμένος, ανησυχώντας για ατέλειωτες ώρες και κάποιες φορές και μέρες αν είστε ζωντανοί ή πεθαμένοι.»
«Υπερβολές.», μουρμούρισε ο Τζον στραβώνοντας με τον όρο του Σαμ.
«Α, ναι ε;», ο Σαμ πήρε φόρα. «Δε θα πιάσω παλιά περιστατικά γιατί δε χρειάζεται. Πάρε παράδειγμα μόνο απ' το σημερινό. Για κοίταξε λίγο τον εαυτό σου στον καθρέφτη να δεις πώς είσαι. Με το ζόρι στέκεσαι όρθιος! Για κοίτα λίγο πόσο κουρέλι είναι κι ο Ντην, που σήμερα αναγκάστηκε να πυροβολήσει τον ίδιο του τον πατέρα για να σωθεί!»
«Σάμι ρίξε τους τόνους σου, δε χρειάζεται να τσιτωνόμαστε τζάμπα όλοι τέτοια ώρα.», ο Ντην δεν άντεξε και πετάχτηκε, μαντεύοντας τι επρόκειτο να χρησιμοποιήσει ως επιχείρημα ο Σαμ.
«Κοίτα πώς τον κατάντησες! Κοίτα το μάτι του!», ο Σαμ δεν αντιλήφθηκε καν το σχόλιο του αδερφού του. «Σήμερα κόντεψες όχι μόνο να πεθάνεις και να μας αφήσεις ορφανούς, αλλά χειρότερα, κόντεψες να σκοτώσεις με τα δυο σου χέρια τον ίδιο σου τον γι…»
«Κόφτο λέμε!», φώναξε ο Ντην εκσφενδονίζοντάς του την πετσέτα που κρατούσε, πετυχαίνοντάς τον πάνω στο στήθος «Μη γίνεσαι κόπανος! Πώς μπορείς και του το πετάς έτσι; Ο μπαμπάς δε το 'κανε επίτηδες Σαμ. Ό,τι έγινε, έγινε πάνω στη δουλειά, πάλι θα τα λέμε;»
«Σε ωραία δουλειά σ' έχει μπλέξει. Μια δουλειά με μηδενική αναγνώριση, μηδενικές αποδοχές, φουλ στον κίνδυνο και στην παραβατικότητα.», δίπλωσε την πετσέτα και την άφησε πάνω στο τραπέζι. «Αυτό θέλεις από μένα και τον Ντην; Θέλεις να μας δεις νεκρούς; Σκοτωμένους απ' τα νύχια κάποιου τέρατος; Ε, λοιπόν εγώ δεν επιθυμώ να πάρω μέρος σ' αυτή την παράλογη οικογενειακή επιχείρηση. Δε θα πληρώσω το τίμημα για τις δικές σου επιλογές και δεν θέλω να φοβάμαι κάθε φορά για την σωματική μας ακεραιότητα. Δεν έχω λόγο να επενδύσω τη ζωή μου σε κάτι τέτοιο.»
«Σάμι…», ο Ντην προσπάθησε να παρέμβει όμως ο Τζον τον διέκοψε.
«Άσ' τον να μιλήσει Ντην, άσ' τον να εκφραστεί, μπας και μιλώντας θυμηθεί για ποιόν λόγο κάνουμε ό,τι κάνουμε.», πλησίασε τον νεροχύτη, άνοιξε τη βρύση και έβρεξε λίγο το πρόσωπό του. Η κούραση της ημέρας και όλα τα γεγονότα τον έκαναν να πνίγεται. «Και για πες μου αγόρι μου.», συνέχισε σιγανά και βραχνά. «Μετά τι;»
«Τι εννοείς μπαμπά;»
«Και τι θα κάνεις αφότου πας και ολοκληρώσεις το πανεπιστήμιο;»
Η ερώτηση φάνηκε να προβληματίζει τον Σαμ.
«Θα γίνεις δικηγόρος;»
«Δεν είναι απαραίτητο πως θα ακολουθήσω αυτό το συγκεκριμένο κλάδο. Υπάρχουν αμέτρητες επαγγελματικές επιλογές για κάποιον που έχει βγάλει την νομική.»
«Μάλιστα.», ο Τζον έκατσε αποκαμωμένος στο τραπέζι δίπλα στον Ντην. «Δηλαδή αυτό που μου λες είναι πως θα ολοκληρώσεις τις σπουδές σου, θα κάνεις την πρακτική σου, θα πιάσεις δουλειά, αμάξι, σπίτι, υποθήκη και ίσως γυναίκα και παιδιά; Θα δουλεύεις 9 με 5 και τα σαββατοκύριακα θα κουρεύεις το γκαζόν σου και θα παίζεις μπάλα με τα παιδιά σου;», ήπιε επιτέλους μια γουλιά από τον πλέον χλιαρό καφέ του.
«Υποθέτω πως αυτό είναι το πολύ γενικευμένο πλάνο. Ναι.»
«Αυτό επιθυμείς πραγματικά;»
«Αυτό δεν επιθυμούσες κι εσύ μπαμπά όταν γύρισες από το Βιετνάμ κι αυτό δεν έκανες με τη μαμά;»
Τα χαρακτηριστικά του Τζον σκλήρυναν στο άκουσμα της γυναίκας του. «Γι' αυτήν κάνω τώρα ό,τι κάνω!»
«Τι σχέση έχει ο θάνατος της μαμάς με καθένα από τα Κυνήγια σου. Δηλαδή το φάντασμα που καθαρίσατε σήμερα, αυτό ήταν που σκότωσε τη μαμά και επιτέλους το εκδικήθηκες;»
«Σαμ ξέρεις πολύ καλά πως η κοινωνία μας αποτελείται από πολλαπλές προσωπικότητες οι οποίες το μόνο κοινό που έχουν είναι το ότι κυνηγάνε το υπερφυσικό και το ότι είναι τρομερά μυστικοπαθείς. Κάποιοι δεν ξέρουν τίποτε και μαθαίνουν τα πάντα απ' το μηδέν, μα κάποιοι κρύβουν μέσα τους σοφία αιώνων την οποία απόκτησαν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Τόσα χρόνια προσπαθώ να μαζέψω εμπειρία κι αξιοπιστία έτσι ώστε να μπορέσω να κερδίσω την εμπιστοσύνη αυτών των κάποιων συγκεκριμένων που θα με βοηθήσουν να ολοκληρώσω την αποστολή μου. Τώρα που μεγαλώσατε κι εσείς και γίνατε άντρες ήλπιζα πως μαζί πλέον, σαν ομάδα, θα συνεχίζαμε να κερδίζουμε αυτήν την εμπιστοσύνη. Γι' αυτό και σας προετοιμάζω τόσα χρόνια. Για τον αληθινό κόσμο!», έκανε παύση για να δώσει έμφαση στο λόγο του. «Οπότε ναι και φαντάσματα θα πολεμήσω και τέρατα θα σκοτώσω και θα λερώσω τα χέρια μου στη βρώμα τους και θα βαφτώ με το αίμα μου μέχρι να πετύχω τον σκοπό μου. Και θέλω να με βοηθήσετε, να με βοηθήσεις Σαμ, να εκδικηθούμε μαζί αυτούς που μέσα σε μία νύχτα κατέστρεψαν τις ζωές μας.»
«Είσαι τόσο τυφλωμένος όλα αυτά τα χρόνια απ' την ανάγκη σου για εκδίκηση που δε βλέπεις πως πλέον εσύ είσαι αυτός που καταστρέφει τις ζωές μας! Είναι τόσο κακό που επιτέλους θέλω να ξεφύγω απ' αυτήν την κατάντια που εσύ αποκαλείς καθημερινότητα και να ονειρευτώ μια φυσιολογική ζωή;»
«Φυσιολογική ζωή!», γέλασε ο Τζον, «Το καταλαβαίνεις πως πηγαίνοντας στο Στάνφορντ θα δημιουργήσεις καινούργιες φιλίες, σχέσεις…»
«Το ελπίζω!», διέκοψε ο Σαμ.
«Σ' το 'χω πει πολλές φορές, αλλά θα το επαναλάβω πάλι. Δε μπορείς πια να 'χεις τέτοιου είδους επαφές αγόρι μου!»
«Γιατί μπαμπά; Γιατί δεν αξίζω εγώ τέτοια ζωή;»
«Γιατί όσο κι αν θέλεις να τ' αρνείσαι είσαι ήδη Κυνηγός! Όλες οι καινούργιες επαφές σου θα κινδυνεύσουν άμεσα εξαιτίας σου! Είναι αδυναμίες Σάμι μου. Απλά θα τους βάλεις σε κίνδυνο!», αναστέναξε βαθιά και χαμήλωσε λίγο τον τόνο του. «Δυστυχώς αυτό είναι το τίμημα που πληρώνουμε σ' αυτή τη ζωή. Ξεκόβουμε τους πάντες, δεν φορτωνόμαστε καινούργιους και δε κοιτάμε πίσω. Έτσι μένουν ασφαλείς κι αυτοί κι εσύ. Μπορείς να βασιστείς μόνο σ' εμένα, στον αδερφό σου και στους άλλους Κυνηγούς.»
«Όχι μπαμπά! Κόψε την γνωστή καραμέλα που μου πιπιλάς κάθε φορά!», ο Σαμ φώναξε δυνατά. «Αν θέλω να φύγω απ' αυτή τη ζωή είναι στο χέρι μου και όχι στο δικό σου!»
«Σε ρώτησα πριν αλλά θα σ' το ξαναρωτήσω. Όλες αυτές τις γνώσεις και εμπειρίες που έχεις αποκτήσει με την επαφή σου με το υπερφυσικό, θα τις αφαιρέσεις χειρουργικά απ' τον εγκέφαλό σου ή τελικά είσαι τόσο αναίσθητος και αδιάφορος που νομίζεις πως μπορείς να τις θάψεις μέσα σου και να τις σβήσεις; Ενώ θα ξέρεις πως ο γείτονάς σου ή ο συνάδερφός σου, υποφέρει από κάτι που δε καταλαβαίνει αλλά εσύ αναγνωρίζεις πώς να τον απαλλάξεις, θα κάθεσαι ήσυχος στο σπιτάκι σου και θα σκέφτεσαι πως δεν σε αφορά;»
«Αυτό ακριβώς θα κάνω.»
Ο Τζον σηκώθηκε απότομα, κάνοντας τον Ντην να πεταχτεί, και πηγαίνοντας προς τον πάγκο της κουζίνας χτύπησε τη γροθιά του με όλη του τη δύναμη πάνω σε ένα από τα ξύλινα ντουλάπια.
Η συζήτηση άρχισε να βγαίνει εκτός ελέγχου και ο Ντην αισθανόταν την αρνητική φόρτιση να εντείνεται στον χώρο. «Μπαμπά, μπορεί ο Σαμ να λέει πως δε θ' ασχοληθεί ξανά με τα Κυνήγια αλλά πραγματικά δε ξέρει αν θα γίνει έτσι.», δοκίμασε να εκτρέψει την πορεία προς την καταστροφή όμως ο Σαμ κούνησε το κεφάλι του δηλώνοντας πως έτσι θα γινόταν και πως δεν θα ασχολιόταν ποτέ ξανά στη ζωή του με οτιδήποτε το υπερφυσικό. «Όχι ρε Σαμ, δε ξέρεις πώς θα αισθάνεσαι σε 5 χρόνια.»
«Και ξέρεις εσύ;»
«Βγάλε λίγο το σκασμό κι άκουσέ με που να σε πάρει!», επέμεινε κάνοντας νόημα στο Σαμ να σωπάσει γιατί προσπαθούσε να τον βοηθήσει στο να πείσουν τον μπαμπά τους. «Μπαμπά, ο Σαμ μπορεί να τελειώσει αυτή τη ριμάδα τη σχολή και μετά η κοινότητά μας ν' αποκτήσει έναν καλό νομικό με το μέρος της.», έκανε μία παύση για να δει τι αντίκτυπο είχαν τα λόγια του, όμως ο Τζον δεν έκανε καμία κίνηση. «Πολλοί γνωστοί μας έχουν διπλές και τριπλές ιδιότητες και δεν είναι μόνο Κυνηγοί. Πώς έχουμε κάποιες φορές για γιατρό τον Δρα. Ρόμπερτ ή πολλές φορές ο Μπόμπι αναλαμβάνει χρέη μηχανικού ή εκείνος ο τύπος απ' το Μαϊάμι, ο ντετέκτιβ, αυτός που μου 'χεις πει πως δεν αντέχεις ρε μπαμπά. Πώς διάολο τον λένε μωρέ;», ρώτησε τον Τζον, μα εκείνος δεν απάντησε αλλά ξεφύσησε δυνατά και ανυπόμονα.
«Ο Τζόναθαν[1];», ρώτησε τώρα ο Σαμ.
«Αυτός! Δεν μας βοηθάει κάποιες φορές με το να μας δίνει πληροφορίες για πινακίδες και ταυτότητες κι όλα αυτά; Τι θα πείραζε αν ο Σάμι γίνει μια μέρα η νομική μας κάλυψη; Σαμ Γουίντσεστερ,», ο Ντην έκανε μια κίνηση σαν να παρουσίαζε στον αέρα την επαγγελματική ταμπέλα του αδερφού του. «Νομικός Σύμβουλος, Κυνηγός Φαντασμάτων!», γέλασε βεβιασμένα, πασχίζοντας υπερβολικά να αλλάξει γρήγορα την αρνητική ενέργεια του χώρου. «Πιασάρικο είναι, δε νομίζετε;»
«Όχι.», ο Τζον γύρισε επιτέλους.
«Ε, καλά ρε μπαμπά, δεν είναι ανάγκη να γράφει αυτό ακριβώς η ταμπέλα. Θα το βρούμε.»
«Σάμι, άκουσέ με προσεχτικά γιατί θα τα πω μόνο μια φορά.», ο τόνος του Τζον δεν άφηνε περιθώρια για ελαφρότητες. «Τα 'πες, ξέσπασες, την ολοκλήρωσες την επανάστασή σου. Ξέρω ότι αυτή τη στιγμή δε μπορείς να το χωνέψεις αλλά ίσως μια μέρα καταλάβεις για ποιό λόγο κάνω ό,τι κάνω. Τώρα, θα σταματήσεις τις βλακείες και θα κάνεις ό,τι συζητήσαμε κι αποφασίσαμε ήδη.»
«Όχι! Κόφτο με τις διαταγές σου! Ούτε την επανάστασή μου κάνω αλλά ούτε είναι πλέον επιλογή σου το οτιδήποτε κάνω. Δική μου είναι η ζωή και μόνο εγώ θα αποφασίσω πώς θα εξελιχθεί!»
«Θα πάρεις ένα χρόνο διάλειμμα και θα υποβάλλεις αίτηση ξανά του χρόνου.», τον αγνόησε πλήρως. «Εντωμεταξύ σε χρειάζομαι.»
«Γιατί με χρειάζεσαι μπαμπά; Τι με θέλεις; Αφού δε μ' αφήνεις ούτε μέρος σε κανονικό Κυνήγι να πάρω.»
«Πίστευα πως ακόμα δεν είσαι έτοιμος, αλλά αν το επιθυμείς θ' αλλάξω και θα σε παίρνω μαζί μου πιο συχνά.»
«Λες ψέματα. Για το μόνο πράγμα που με θες είναι για να μου φορτώνεις τη βαρετή για σένα και τον Ντην δουλειά. Με θες μόνο για να κάνω άχρηστες έρευνες για τέρατα και μυθολογίες απ' το πρωί μέχρι το βράδυ κλεισμένος σε βιβλιοθήκες.»
«Τώρα ποιός λέει ψέματα;», ο εκνευρισμός του Τζον άρχισε να αυξάνεται με κάθε άρνηση του γιου του. «Εξάλλου το ίδιο δε θα γίνεται και στο πανεπιστήμιο; Θα διαβάζεις απ' το πρωί μέχρι το βράδυ κλεισμένος στη βιβλιοθήκη του Στάνφορντ για υποθέσεις ανθρώπινων τεράτων και θα μελετάς παλιές δικαστικές υποθέσεις και διάφορες νομοθεσίες.»
«Μπαμπά, αποφάσισα να πάω στο Στάνφορντ και σήμερα θα φύγω για την Καλιφόρνια είτε σου αρέσει είτε όχι.», ο Σαμ σηκώθηκε όρθιος.
«Σάμιουελ...»
«Έχω ήδη καθυστερήσει! Χθες υποτίθεται πως θα συναντιόμουν με τον νέο μου συγκάτοικο και θα κανονίζαμε τα τυπικά της διαμονής μας! Σήμερα θα υπάρχει η επίσημη ξενάγηση στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου, την οποία απ' ότι φαίνεται θα χάσω, αύριο είναι η τελευταία μέρα για την τακτοποίηση και οριστικοποίηση των εγγραφών και μεθαύριο ξεκινάνε κανονικά τα μαθήματα.», ο Σαμ προχώρησε ελάχιστα προς την έξοδο.
«Σαμ, μπαμπά, καθίστε κάτω και μη στέκεστε όρθιοι!», ο Ντην προσπάθησε να παρέμβει.
«Θα ήταν πολύ βολικό αν με πήγαινε ο Ντην όπως είχαμε κανονίσει, μα επειδή κάτι τέτοιο δε βλέπω πια να γίνεται, οπότε μόλις ξημερώσει θα φύγω για τον σταθμό των λεωφορείων. Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε ο ένας τον άλλον από τη στιγμή που δε μπορούμε να πείσουμε ο ένας τον άλλον.»
«Τελείωσες;», ο Τζον δάγκωσε νευρικά τα χείλια του. «Τώρα θα σου πω εγώ πώς θα γίνουν τα πράγματα.», έκανε μια μικρή παύση για να αφήσει τον Σαμ να καταλάβει πως μιλάει σοβαρά. «Θα βάλεις σε αναμονή το Στάνφορντ, όχι πλέον για ένα χρόνο όπως μου είχες υποσχεθεί, αλλά μέχρι να σου πω εγώ πότε κι αν, αν είπα, θα μπορέσεις ποτέ να το ξανασκεφτείς.», ο Τζον πλέον φώναζε κανονικότατα. «Απ' αυτή την πόλη τελειώσαμε, οπότε θα δώσεις σε μένα και τον αδερφό σου ένα 24ωρο για να ξεκουραστούμε και ν' αναρρώσουμε και μεθαύριο, θα φύγουμε από 'δώ και θα πάμε στο Λαρέντο στο Τέξας γιατί πριν με πήρε ο Κέϊλεμπ και μ' ενημέρωσε για μια σειρά μυστήριων καιρικών φαινομένων που θέλουν έρευνα. Υποπτεύεται δαιμονική δραστηριότητα αλλά θα δούμε τι ακριβώς συμβαίνει όταν πάμε εκεί. Οπότε Σάμι, ξέχνα προς το παρόν ό,τι είχες και δεν είχες σχεδιάσει, γιατί αυτή η περίοδος είναι πολύ άσχημη για να χωριστούμε. Ίσως υπάρχουν δαίμονες ελεύθεροι!», ο Σαμ πήγε να παραπονεθεί όμως ο Τζον σήκωσε το χέρι του κάνοντάς του νόημα να σωπάσει. «Τώρα, είμαι πρόθυμος ν' αφήσω ανέγγιχτο όλο αυτό το περιστατικό χωρίς περαιτέρω συνέπειες, παρόλο που μ' απογοητεύσατε και οι δύο με τα μυστικά και τις κινήσεις πίσω απ' την πλάτη μου. Λοιπόν. Για να τελειώνουμε μια και καλή. Κατεβείτε απ' τα σύννεφα, προσγειωθείτε στην πραγματικότητα και πάμε να κάνουμε τη δουλειά μας. Το πιάσατε λεβέντες μου ή θέλετε να το πάρω πάλι απ' την αρχή;»
Ο Ντην κούνησε το κεφάλι του άμεσα και θετικά μουρμουρίζοντας ένα σύντομο και σιγανό «Το πιάσαμε κύριε.»
«Το πιάσαμε κύριε! Μάλιστα κύριε!», μιμήθηκε και ο Σαμ τον αδερφό του, με καθαρά κοροϊδευτικό στρατιωτικό τρόπο και πήγε προς τα πράγματά του.
«Τι νομίζεις πως κάνεις εκεί μικρέ;», ο Τζον φώναξε άγρια στον γιο του, όμως εκείνος δεν ταράχθηκε καθόλου και φόρεσε σταυρωτά την τσάντα του λάπτοπ του.
«Φεύγω. Δεν μπορώ να μείνω ούτε λεπτό εδώ μέσα.»
Ο Τζον έκανε μια κίνηση σαν να ήθελε να πάει προς τον Σαμ, όμως ο Ντην πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε στον αδερφό του κάνοντας ταυτόχρονα έντονο νόημα στον μπαμπά του να μη κουνηθεί καθόλου από τη θέση του. Ο Τζον του έκανε απρόθυμα τη χάρη ξεφυσώντας ανυπόμονα και κόλλησε το σώμα του πάνω στον πάγκο της κουζίνας.
«Σάμι, κάτσε ρε συ! Περίμενε!», ο Ντην δοκίμασε να του βγάλει τη τσάντα του λάπτοπ όπως πριν, όμως ο Σαμ τραβήχτηκε απότομα.
«Δε περιμένω κανέναν σας πια! Τέρμα οι αναμονές! Δε μπορώ να προσποιούμαι άλλο πως είμαι καλά για να μένει ο μπαμπάς ήσυχος!», φώναξε σμίγοντας τα φρύδια του. «Ό,τι είχα να πω το είπα! Δοκίμασα τον τρόπο σου και όπως βλέπεις έγινε αυτό που περίμενα!»
Ο Ντην δοκίμασε να του πάρει τη τσάντα ακόμα μια φορά, όμως φρέναρε όταν ο αδερφός του πήρε επιθετική στάση. «Δε ξημέρωσε ακόμα αδερφέ μου και είμαστε στη μέση του πουθενά. Δεν υπάρχει ακόμα συγκοινωνία!», προσπάθησε να τον λογικεύσει.
«Δε μ' ενδιαφέρει καθόλου! Καλύτερα! Να μη σας έχω και υποχρέωση. Θα ξεκινήσω με τα πόδια.», πήγε να σηκώσει το μεγάλο σακίδιό του.
«Μόλις ξημερώσει θα σε πάω εγώ!»
«Ντην!», ο Τζον πετάχτηκε με προειδοποιητικό τόνο πίσω του.
«Πού θα με πας;», ο Σαμ γέλασε μαζί του. «Είσαι κουρέλι! Νομίζεις πως μπορείς να οδηγήσεις δεκαοχτώ ώρες ως το Πάλο Άλτο;»
«Κάτσε λίγες ώρες ακόμα και θα σε πάω τουλάχιστον ως τον σταθμό των λεωφορείων. Είναι μόνο μισή ώρα με το αμάξι. Με τα πόδια και μ' αυτό το φορτίο στη πλάτη σου θα κάνεις πέντε ώρες!», δοκίμασε να του το τραβήξει όμως ο Σαμ το τράβηξε απότομα πίσω.
«Άφησέ το Ντην!»
«Ρε το καταλάβατε πως δεν επρόκειτο να πάει κανείς σας πουθενά;», ο Τζον φώναξε εκνευρισμένος και προσπάθησε να πλησιάσει τον Σαμ, όμως ο Ντην μπήκε στη μέση.
«Μπαμπά σε παρακαλώ, πάνε κάτσε πίσω στην καρέκλα σου.», έβαλε την παλάμη του πάνω στο στήθος του Τζον για να του κόψει τη φόρα, όμως εκείνος τον έσπρωξε με το σώμα του.
«Πρέπει όλοι μας να κάνουμε τις θυσίες μας, Σαμ. Δε θα σ' αφήσω να διαλύσεις αυτήν την οικογένεια για ένα καπρίτσιο!»
«Εσύ την διαλύεις καθημερινά λίγο - λίγο εδώ και χρόνια με τον τρόπο που μας φέρεσαι!»
«Σάμιουελ, πρόσεξε τους δικούς σου τρόπους κι άλλαξε αμέσως το υφάκι σου. Έχεις να κάνεις μια πολύ σημαντική επιλογή. Πρέπει να διαλέξεις ή το Στάνφορντ ή εμένα και τον αδερφό σου!»
«Τον Ντην τον ρώτησες αν συμφωνεί μαζί σου; Δεν έχεις δικαίωμα να αποφασίζεις για όλους μας!»
«Άφησε τώρα, τα πράγματά σου κάτω αλλιώς…»
«Αλλιώς τι μπαμπά;»
Ο Ντην ένιωσε τον αδερφό του να πλησιάζει και τον έσπρωξε στο στήθος με τις ωμοπλάτες του για να μην έρθει κοντά.
«Τι ακριβώς νομίζεις ότι θα κάνεις; Θα μου τις βρέξεις σαν να είμαι κανένα παιδάκι ή μήπως θα με μαλώσεις για να σε φοβηθώ; Μήπως θα με κλείσεις τιμωρία στο δωμάτιό μου; Κοίτα τριγύρω σου διάολε! Ούτε σπίτι σου είναι εδώ, ούτε το δωμάτιο που κοιμάμαι είναι δικό μου! Είσαι καταπατητής ξένης περιουσίας! Ξοδεύεις το ρεύμα και το νερό των νόμιμων ιδιοκτητών αυτού του σπιτιού. Είσαι ένας κοινός κλέφτης!»
«Τι είπες;», ο Τζον γρύλισε απειλητικά.
«Σάμι, κόφτο ρε συ!», προειδοποίησε ο Ντην ξέπνοα, η πίεση από το βάρος του μπαμπά του άρχισε να αυξάνεται επικίνδυνα.
«Αυτό που άκουσες! Κι απ' τη στιγμή που εγώ και ο Ντην είμαστε πλέον ενήλικες, αν μπει τώρα η αστυνομία και μας συλλάβει θ' αποκτήσουμε όλοι μας ποινικό μητρώο ενώ θα φταις μονάχα εσύ! Γινόμαστε κι εμείς καταπατητές και παράνομοι μαζί σου! Μας κάνεις κι εμάς κλέφτες!»
Ο Ντην έσπρωξε πάλι τον αδερφό του με την πλάτη του για να τον απομακρύνει και αύξησε την πίεση πάνω στο στήθος του Τζον γραπώνοντάς τον από το πουκάμισο και με τα δύο χέρια για να μη του ξεφύγει. «Μπαμπά δεν το εννοεί! Δε ξέρει τι λέει! Πάμε να κάτσουμε!», άρχισε να νιώθει πως σε λίγο θα έχανε τον έλεγχο.
«Τι ακριβώς προσπαθείς να κάνεις μπαμπά;», ο τόνος του Σαμ ήταν προσβλητικά ειρωνικός. «Ότι τι; Θα με δέσεις χειροπόδαρα για να μη φύγω ή μήπως θες να με χτυπήσεις; Έλα, πάμε! Ντην αυτό θέλει! Άφησέ τον, μη τον εμποδίζεις! Έλα να σε δω!», ο Σαμ τράβηξε βίαια τον Ντην από το μπλουζάκι του προσπαθώντας να τον απωθήσει από τη μέση.
«Βούλωσέ το επιτέλους!», προειδοποίησε πάλι ο Ντην τον αδερφό του.
«Σαμ, αν δεν σταματήσεις αυτή τη συμπεριφορά σου άμεσα, να 'σαι σίγουρος πως θα γίνουν και τα δύο! Μη ξεχνάς σε ποιόν μιλάς! Δεν είμαι εγώ ο αδερφός σου. Μη προκαλείς την τύχη σου μικρέ!»
«Μπαμπά σε παρακαλώ, μην τον ξεσυνερίζεσαι τώρα που είσαι εκνευρισμένος! Πάμε να κάτσουμε, είμαστε κι οι δύο κουρασμένοι! Εσύ δεν έχεις πει πως αυτές οι συζητήσεις θέλουν καθαρό μυαλό;», ο Ντην δοκίμασε να τον πείσει, μα ο Σαμ που τον τραβούσε συνεχώς από πίσω κάνοντάς τον διαρκώς να χάνει την ισορροπία του, άρχισε να τον ανησυχεί. «Ρε Σαμ τράβα στο δωμάτιό σου για λίγο να ηρεμίσεις!», τον απώθησε και πάλι με την πλάτη, χάνοντας μερικά εκατοστά έδαφος από την πίεση που ασκούσε Τζον.
«Δεν είμαι εγώ πια το καλό σου στρατιωτάκι μπαμπά! Χρόνια τώρα το μόνο που ήθελα ήταν να γλιτώσω από σένα κι επιτέλους βρήκα διέξοδο! Δεν μπορείς να μου κάνεις τίποτα και δε θα κάνεις τίποτα!», πέταξε ο Σαμ προκαλώντας τον Τζον.
«Ντην, πάρε τα χέρια σου από πάνω μου και κάνε στην άκρη μην ξεκινήσω από σένα!»
«Όχι κύριε, όχι!», βόγκηξε ο Ντην απελπισμένα πασχίζοντας να μείνει ανάμεσά τους. Δεν είχε ιδέα τι θα μπορούσε να συμβεί. Ο Σαμ και ο πατέρας του είχαν συχνά πυκνά λεκτικούς καυγάδες οι οποίοι όμως έμεναν λεκτικοί. Πότε τους δεν είχαν πιαστεί στα χέρια. «Καθίστε κάτω και οι δύο είπα! Τώρα!», φώναξε όσο πιο απειλητικά μπορούσε, προσπαθώντας να επιβληθεί.
«Κάνε άκρη διάολε!», ο Τζον που τόση ώρα απλώς προσπαθούσε να πλησιάσει τον Σαμ, με μια αστραπιαία κίνηση, ξεμπλόκαρε τα χέρια του Ντην από το πουκάμισό του, τον άρπαξε από το μπλουζάκι και τη ζώνη του τζιν του και τον έσπρωξε με δύναμη από μπροστά του σαν να μην είχε καθόλου βάρος, φτάνοντάς τον ως τον πάγκο της κουζίνας, όπου και έσκασε άτσαλα με ορμή.
Σαν κεραυνός μετά την αστραπή ο Σαμ τελείως άσκεφτα μα άμεσα, έσπρωξε με τη σειρά του τον Τζον από το στήθος προς τα πίσω, κάνοντάς τον να μπουρδουκλωθεί και να πέσει ανάσκελα πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, ρίχνοντας με πάταγο τις κούπες, γεμίζοντας τον χώρο σπασμένες πορσελάνες και χυμένους καφέδες. «Μην σπρώχνεις τον Ντην! Δε σου φταίει σε τίποτα! Αρκετά του 'κανες ήδη!», του φώναξε εκτός εαυτού, αδιαφορώντας για την πράξη του. «Εμένα θες μπαμπά!»
Ο Τζον δεν έχασε δευτερόλεπτο, έξαλλος σηκώθηκε όρθιος και χίμηξε προς τον Σαμ, ο οποίος είχε ήδη πετάξει τη τσάντα του λάπτοπ μακριά και τον περίμενε πανέτοιμος για κανονική μάχη.
Λίγο πριν οι δυο τους πιαστούν στα χέρια, ο Ντην έτρεξε και μπήκε και πάλι στη μέση. Το σώμα του σκυφτό σε θέση επίθεσης και οι γροθιές του σφιγμένες και ψηλά. «Μη πλησιάζεις μπαμπά!», πρόλαβε να προειδοποιήσει πριν έρθει ο Τζον σε απόσταση επαφής. «Σταμάτα!»
...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...
[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.
[1] Σ.Σ. Βλέπε την 7η ιστορία της σειράς, με τίτλο: «Ό,τι συνέβη στο Ουάϊτφις, έμεινε στο Ουάϊτφις.» - «What happened in Whitefish, stayed in Whitefish.»
