.9.

"Find The Door To The Promised Land, Just Believe In Yourself."

Ο Ντην άρχισε να μουρμουράει βραχνά και σιγανά την γλυκιά μελωδία του πατέρα του, έχοντας ασυνείδητα κατεβάσει την ταχύτητά της τόσο ώστε να τονίζει μεμονωμένα σχεδόν κάθε πολύτιμη, νοσταλγική νότα.

Το αισθανόταν πως δεν ήταν πια μέσα στο αγαπημένο του αμάξι και ήξερε πως αν άνοιγε τα μάτια του δε θα έβλεπε την αντανάκλαση του πατέρα του στο κεντρικό καθρέφτη του Impala να τον νανουρίζει.

Μετά το τέλος αυτού του ταξιδιού, το μυαλό του είχε επιτέλους γαληνέψει, η ψυχή του είχε ευφρανθεί και ήταν πλημμυρισμένος από συναισθήματα που είχε πολλά χρόνια να τα νιώσει ανενόχλητος και χωρίς τον συνεχή φόβο επίπονων αντίποινων.

Ακούμπησε αποκαμωμένα το πίσω μέρος του κεφαλιού του στο ευχάριστα ζεστό, πέτρινο τζάκι και προτίμησε να κρατήσει τα βλέφαρά του σφαλιστά για όσο το δυνατόν περισσότερο μπορούσε. Για όσο θα του επιτρεπόταν τέτοια πολυτέλεια.

Ο δαίμονας φάνηκε πως κατάλαβε αυτή του την ανάγκη και δεν τον διέκοψε, αφήνοντάς τον ελεύθερο να "παρανομήσει" για μιαν ακόμη φορά. Αφήνοντάς τον να κάνει κάτι ανήκουστο, ανήθικο, σχεδόν ανίερο για το Βασίλειο της Κόλασης. Να συνεχίσει να τραγουδά.

Μετά την δεύτερη επανάληψη, σταμάτησε από μόνος του να σιγομουρμουρίζει την νανουριστική μελωδία βγαίνοντας από τις σκέψεις και τις αναμνήσεις του. «Σ' ευχαριστώ Άλαστερ.», είπε τελικά με αληθινή ευγνωμοσύνη και άνοιξε τα μάτια του επαναφέροντας απρόθυμα τον εαυτό του στη παροντική πραγματικότητα. «Ποτέ μου δε το 'χα συνειδητοποιήσει. Τώρα που το 'δα σαν θεατής, κατάλαβα.»

«Χαίρομαι αγαπητέ μου που σου άρεσε το αποχαιρετιστήριο δώρο μου. Σ' το άφησα, από το σημείο που σε βρήκε ο πατέρας σου, τελείως ασχολίαστο και ανέγγιχτο για να το ζήσεις ξανά εντελώς ανενόχλητος.», ο δαίμονας ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο παχύ χαλί έχοντας τα χέρια του πλεγμένα πίσω από το κεφάλι του για μαξιλάρι και με τα ομιχλώδη, λευκά μάτια του κοιτούσε το ταβάνι. «Ήθελα να σου δείξω και να σου αποδείξω πως τζάμπα θεωρούσες τόσα χρόνια πως αυτή ήταν μία από τις χειρότερες αναμνήσεις σου. Μισούσες τόσο πολύ τον εαυτό σου γι' αυτό που έκανες κι από το φόβο και τον πόνο σου, έσβησες μαζί με τις άσχημες αναμνήσεις τις όμορφες και πολύ σημαντικές.», τα μάτια του έγιναν και πάλι γκρι όταν κέντραρε το βλέμμα του στο ρολόι πίσω από το γραφείο του.

Ο Ντην γύρισε κι αυτός για να κοιτάξει πόσος χρόνος του είχε απομείνει.

43 λεπτά.

«Εγώ ξέρω πολύ καλά γιατί έμεινες τελικά με τον Τζον, ενώ μπορούσες να γλιτώσεις από τη ζωή του Κυνηγού για πάντα.», ανακοίνωσε ο Άλαστερ και ο Ντην απόρησε, διότι ο ίδιος δεν ήξερε και δεν είχε καταλήξει ποτέ στο για ποιόν ακριβώς λόγο είχε αποφασίσει να μείνει με τον πατέρα του και να συνεχίσει το Κυνήγι. Πολύ θα ήθελε να ρωτήσει τον Άλαστερ και να μάθει τις σκέψεις του, μα εκείνος αφού εισέπνευσε βαθιά και τεντώθηκε νωχελικά συνέχισε ακάθεκτος. «Η ερώτησή μου είναι, εσύ για ποιό λόγο πιστεύεις πως σε αναζήτησε ο πατέρας σου;»

Ο Ντην σήκωσε νευρικά τους ώμους του δηλώνοντας εμφατικά άγνοια. «Με λυπήθηκε να υποθέσω; Έμφυτη γονική ευθύνη παρόλο που ήμουν είκοσι - τριών χρονών μαντράχαλος; Αισθάνθηκε τύψεις γιατί μ' έδιωξε κακήν κακώς ενώ την προηγούμενη τον είχα σώσει;», έσφιξε τα σπασμένα του πλευρά, ζαρώνοντας τη γέφυρα της μύτης του από τη δυσφορία. «Νομίζεις πως ήξερα ή και κατάλαβα ποτέ μου πώς λειτουργούσε το μυαλό του Τζον Γουίντσεστερ;», κατέληξε λυπημένα. «Είμαι όμως απολύτως σίγουρος πως την έχεις χρησιμοποιήσει την συγκεκριμένη ανάμνηση για να τον βασανίσεις,», ο Ντην θυμήθηκε το μετανιωμένο, σχεδόν ένοχο βλέμμα του πατέρα του όταν του είχε πει πως ήταν διψασμένος και την καταρρακωμένη στάση σώματός του όταν είχε επαναφέρει στο μυαλό του τις εικόνες από το περιστατικό στο Φλάγκσταφ. Δεν υπήρχε περίπτωση ο Άλαστερ να μην είχε χρησιμοποιήσει αυτόν τον θησαυρό αρνητικών και ένοχων συναισθημάτων για να τον τυραννήσει με τον χειρότερο τρόπο. «οπότε μάλλον εγώ πρέπει να σου κάνω αυτήν την ερώτηση κι όχι τ' αντίθετο.»

«Ναι, όντως.», παραδέχτηκε ανοιχτά ο Άλαστερ. «Πρέπει να πω πως όλα αυτά που σκέφτηκες είναι ολόσωστα.», συνέχισε αφήνοντας ασχολίαστη την διαπίστωση του Ντην. «Όμως υπάρχει ακόμα ένας λόγος. Ο κυριότερος. Εσύ μπορεί να μην ήξερες πώς λειτουργούσε το μυαλό του πατέρα σου, όμως εκείνος σε καταλάβαινε, σε γνώριζε μέσα – έξω και ήξερε πολύ καλά πως ολομόναχός σου δε θα τα κατάφερνες ποτέ.»

Ο Ντην γέλασε κοφτά σαν να είχε ακούσει ένα κακό ανέκδοτο αλλά έπρεπε με το ζόρι να γελάσει για να μην προσβάλει τον αφηγητή και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του ρίχνοντας αμήχανες κλεφτές ματιές, προσπαθώντας να διαβάσει τον δαίμονα.

«Τι γελάς; Γιατί άδικο είχε; Κοίτα λίγο τριγύρω σου. Κοίτα με ποιόν μιλάς.», συνέχισε αλύπητα και ο Ντην κατάλαβε πως ο Άλαστερ δεν χαριτολογούσε αλλά ούτε και τα έλεγε επίτηδες για να τον κάνει να αισθανθεί άσχημα. Μιλούσε αληθινά. «Μόλις πέθανε ο αδερφός σου το πρώτο πράγμα που σκέφτηκες να κάνεις ήταν να πουληθείς για να τον φέρεις αμέσως πίσω. Για να μη μείνεις ούτε στιγμή μόνος σου. Μόλις μένεις μοναχός σου βγαίνεις εκτός ελέγχου, χάνεις τον προορισμό σου, τον σκοπό σου. Δεν αντέχεις χωρίς καθοδήγηση! Κι εσύ το αισθάνεσαι έντονα κι ας μη το συνειδητοποιείς και γι' αυτό πήγες να ζητήσεις τη βοήθεια του Σαμ στο Στάνφορντ όταν χάθηκε ο Τζον. Για να ισορροπήσεις.»

«Βέβαια. Ο ανισόρροπος, άχρηστος, πρωτότοκος γιος του Γουίντσεστερ θα τα 'κανε μαντάρα μόνος του. Ήθελα τον Σαμ να μου κρατάει τα λουριά και να με καθοδηγεί.», πέταξε ο Ντην σκύβοντας και κουνώντας απογοητευμένα το κεφάλι, ζουλώντας επίτηδες παραπάνω τα πλευρά του μέχρι τα όρια του ανυπόφορου πόνου.

«Ντην, μη μου το παίζεις εμένα θιγμένος και μην παραποιείς τα λόγια μου.», κορόιδεψε ο Άλαστερ, περιγελώντας το ύφος του Ντην. «Μην μπερδεύεις το ένα με το άλλο. Ναι, μπορεί να θέλεις καθοδήγηση αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είσαι άχρηστος ή αδύναμος.», έκανε παύση για έμφαση. «Όχι, αγαπητέ μου, όχι. Είσαι πανίσχυρος! Φτιαγμένος από σπάνιο υλικό. Υλικό πολεμιστών, μαχητών, ηρώων.», ο Ντην κούνησε πάλι το κεφάλι του στραβώνοντας το στόμα του, υποδηλώνοντας πως δε πίστευε κουβέντα από τα λόγια του Άλαστερ. «Κι ο πατέρας σου το ήξερε πάρα πολύ καλά αυτό και γι' αυτό έτρεξε και σε αναζήτησε μόλις κατάλαβε πως, όχι μόνο δεν είχες σκοπό να πας με τον αδερφό σου, μα είχες χάσει τελείως τον δρόμο σου. Αναγνώρισε το επιπόλαιο, παρορμητικό σφάλμα του κι έτρεξε να μαζέψει το γεμάτο όπλο που γέννησε κι εκπαίδευσε, γιατί ήξερε πόσο επικίνδυνο ήταν να σε αφήσει να γυρνάς μόνος σου ανεξέλεγκτος.»

Ακούστηκε ρυθμικό και έντονο χτύπημα στη ξύλινη εξώπορτα του γραφείου, μα προτού ο Άλαστερ δώσει την άδεια να περάσει ο απρόσμενος επισκέπτης, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και ο Φράνκλιν μπήκε φουριόζος μέσα. Από καθαρή συνήθεια ξεκίνησε να προχωράει προς το εβένινο γραφείο του Διευθυντή, μα φρέναρε απότομα μπερδεμένος μόλις πρόσεξε πως ο Άλαστερ ήταν ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο χαλί μπροστά από το τζάκι του και δίπλα στον Ντην.

«Πώς τολμάς και μπαίνεις μέσα στο γραφείο μου έτσι;», ο Άλαστερ ανασηκώθηκε στο πλάι του παραμένοντας οριζοντιωμένος, ρωτώντας ήρεμα, έκπληκτος από την απρόσμενα θρασεία συμπεριφορά του μαθητή του.

«Κύριε Καθηγητά! Πρέπει να…», πήγε να αρθρώσει συνεχίζοντας να προχωρά, μα ο Άλαστερ, ξαπλωμένος ακόμα, σήκωσε το χέρι του και το τίναξε απότομα σαν να έδιωχνε μυγάκι από μπροστά του.

«Πρέπει;», φώναξε δυνατά και ο Φράνκλιν απέναντί του έπεσε στα γόνατα κρατώντας σφιχτά το μάγουλό του, το οποίο είχε αποκτήσει μια καινούργια τεράστια και βαθιά ουλή από το μάτι του ως την καρωτίδα του. «Πέρνα έξω γελοίε!»

«Όχι κύριε Καθηγητά! Ακούσ…», προσπάθησε να συνεχίσει έντονα, ενώ κόκκινο αίμα είχε ήδη βάψει το αριστερό του χέρι μέχρι και το μανίκι του.

«Άκουσα καλά Φράνκλιν; Σε μένα τόλμησες και είπες όχι;», επανέλαβε ξιπασμένα ο Άλαστερ και τίναξε ξανά το χέρι του, χαρακώνοντας και στην άλλη πλευρά το πρόσωπο του μαθητή του, φτάνοντας την δεύτερη ουλή ως το στέρνο του αυτή τη φορά. «Έξω, τώρα, μη σε κάνω φέτες!»

Ο Φράνκλιν σηκώθηκε βογκώντας ξέπνοα κι άρχισε να οπισθοχωρεί προς την έξοδο, τρεκλίζοντας επικίνδυνα. «Κύριε υποδιευθυντή! Σας ικετεύω!», απευθύνθηκε τώρα αποκλειστικά στον απορημένο Ντην, χρησιμοποιώντας την προηγούμενη ιδιότητά του. «Ντην! Κ-Κέλλυ Κλάρκσον!», του φώναξε τελικά και ο Ντην ανασηκώθηκε κατάπληκτος, σταματώντας να ακουμπά πάνω στο τζάκι.

Στην Κόλαση ο Ντην μπορεί να είχε γνωρίσει κολασμένους που τον μισούσαν και επιθυμούσαν να του κάνουν κακό επειδή ήταν πρώην Κυνηγός και Γουίντσεστερ, επικίνδυνους δαίμονες που ποθούσαν να τον έχουν για σκλάβο - τρόπαιο, αρχιδαίμονες που τον ήθελαν για να τον χρησιμοποιήσουν στις προσωπικές τους μηχανορραφίες ή άτομα που απλά ονειρευόντουσαν να τον ξεκάνουν τελείως, όπως ο Άλντρεντ, μα μετά από τόσα χρόνια είχε καταφέρει να σχηματίσει και αρκετές στοιχειώδεις σχέσεις και μερικές υποτυπώδεις φιλίες.

Ο Φράνκλιν ήταν σίγουρα κάτι παραπάνω από μια απλή επαφή. Ήταν ο "γκρούπι" του Ντην, όπως τον αποκαλούσε υποτιμητικά ο Άλαστερ, το "τσιράκι" του για κάποιους από τους συμμαθητές του, ο "παρατρεχάμενός" του για τους πιο κακοπροαίρετους. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι του είχε ιδιαίτερη αδυναμία και για αυτό όταν ερχόταν η σειρά του να τον βασανίσει στην Φάση της Αναπροσαρμογής, δεν μπορούσε σχεδόν ποτέ να αποδώσει.

Επειδή λοιπόν δεν άντεχε καν στην ιδέα του Ντην να υποφέρει από τα χέρια του, του ζήτησε να χρησιμοποιούν μια κωδική λέξη για να ξέρει πότε το παράκανε και να μετριάζει τις πράξεις του. Ο Ντην τότε γελώντας κοροϊδευτικά, γιατί δε πίστευε πως ο Φράνκλιν το εννοούσε πραγματικά, του είπε πως θα του φωνάζει μια από τις κωδικές φράσεις που ούρλιαζε κωμικά ο χαρακτήρας του Στιβ Καρέλ στην ταινία "Παρθένος ετών 40", στη σκηνή της αποτρίχωσης. Το ονοματεπώνυμο "Κέλλυ Κλάρκσον".

Προς έκπληξή του, την ημέρα που δεν άντεξε κι αναγκάστηκε να ξεστομίσει απεγνωσμένα την κωδική φράση τους για πρώτη φορά, ο Φράνκλιν έκανε αμέσως αυτό που του είχε τάξει. Σταμάτησε να τον πονά. Από εκείνη τη στιγμή και μετά όταν ήταν η σειρά του Φράνκλιν, ο Ντην ήξερε πως μπορούσε να έχει έστω αυτή τη μικρή ανακούφιση στα ατελείωτα και αδιάκοπα βασανιστήρια της φρικτής περιόδου της Αναπροσαρμογής του.

Τώρα όμως για πρώτη φορά ο Φράνκλιν χρησιμοποίησε την μυστική τους φράση και μάλιστα άφοβα μπροστά στον ίδιο τον Άλαστερ. «Φράνκλιν τι…;», πήγε να τον ρωτήσει, μα ο Άλαστερ τον έσπρωξε τηλεκινητικά με μια τελευταία, ακόμα πιο έντονη κίνηση του χεριού του έξω από το γραφείο και έκλεισε και την πόρτα με πάταγο. «Κύριε Καθηγητά, νομίζω πως είχε πραγματικά κάτι σημαντικό να σας πει.», συνέχισε ανήσυχα ο Ντην.

«Γι' αυτό σε πάω ρε Ντην.», ο Άλαστερ δε φάνηκε να νοιάζεται καθόλου. «Ενώ πριν ήθελες να μας ξεκάνεις όλους, τώρα που σε συνέτισα γύρισες πάλι στις εργοστασιακές σου ρυθμίσεις κι άρχισες να ενδιαφέρεσαι.»

«Απλά μου φάνηκε υπερβολικά επίμονος.», δικαιολογήθηκε ο Ντην. Δεν ήταν σίγουρος αν τον ενόχλησε το σχόλιο του Άλαστερ. Δεν είχε ακόμα ξεκαθαρίσει μέσα του το αν μετά από τόσο καιρό και ταλαιπωρία νοιαζόταν πραγματικά για τον Φράνκλιν ή για οτιδήποτε άλλο εκεί μέσα.

«Ό, τι κι αν νομίζουν πως είναι τόσο σημαντικό δεν δικαιολογεί την συμπεριφορά του Φράνκλιν να με διακόψει με τέτοιο τρόπο. Πολύ θάρρος έχετε πάρει όλοι σας εδώ μέσα. Δεν είσαι ο μόνος τελικά που χρειάζεσαι πειθαρχία.», σηκώθηκε όρθιος και πρότεινε το χέρι του στον Ντην. «Στο θέμα μας όμως.», τον τράβηξε απότομα, αγνοώντας τις εκφράσεις δυσφορίας του, μα τον βοήθησε να σταθεί και τον σταθεροποίησε όταν τα γόνατά του λύγισαν και κόντεψε να πέσει. «Το συμβόλαιο Μετανοίας που προσπαθούσαν τόσο καιρό να σε κάνουν να υπογράψεις το συνέταξε ο Άλντρεντ.», άφησε τον Ντην μόλις σιγουρεύτηκε πως δε θα σωριαστεί και πήγε προς το εβένινο γραφείο του. «Ξέρω πως δε μπορούσες να διαβάσεις το κείμενο πάνω από το σώμα του Σπένσερ γιατί ήταν επίτηδες δυσανάγνωστο και φυσικά στ' Αραμαϊκά, οπότε είμαι σίγουρος πως δε κατάλαβες καθόλου τι θα υπογράψεις.»

«Μόνο όσα μπόρεσα να πιάσω απ' την περίληψη της μετάφρασης που μου 'κανε η Κάρεν.», ο Ντην κουτσαίνοντας άρχισε να πλησιάζει το γραφείο του Άλαστερ, ενώ εκείνος είχε ήδη στα χέρια του κάτι σαν περγαμηνή και την μελετούσε.

«Έβαλα την Οντίλ να σ' το καθαρογράψει, να σ' το μεταφράσει σε γλώσσα που γνωρίζεις, ας πούμε, καλά, ν' αφαιρέσει την άχρηστη συμφωνία σας με τον δήθεν Μπόμπι και τον δήθεν Σαμ και γενικότερα να σ' το απλοποιήσει για να καταλάβεις τι περιεχόμενο θα υπογράψεις και τι ακριβώς θα σου συμβεί μετά τα μεσάνυχτα.», το χτένισε με το βλέμμα του μια τελευταία φορά σαν να ήθελε να σιγουρευτεί πως ήταν όλα καλά και του το παρέδωσε.

Το νέο συμβόλαιο Μετανοίας του Άλντρεντ ήταν γραμμένο σε μακρόστενη καθαρή περγαμηνή, με μεγάλα ευανάγνωστα γράμματα, αριθμημένη λίστα με τους όρους και υπογεγραμμένες τις λέξεις μεγίστης σημασίας και σπουδαιότητας.

«'Φχαριστώ.», είπε ο Ντην κοιτώντας το κείμενο.

«Ντην μη με "'φχαριστάς".», αναστέναξε ο Άλαστερ. «Μη το χαζεύεις και ξεκίνα να μελετάς τους όρους.»

Ο Ντην διάβασε πρώτα την εισαγωγή του κειμένου. «Εγώ, ο Ντην Γουίντσεστερ του Τζον Έρικ Γουίντσεστερ, δηλώνω πως παραδέχομαι, αποδέχομαι και μετανιώνω τα παρακάτω σφάλματα που διέπραξα. Αναλυτικά: 1α. Καταπάτηση των κανονισμών…μπλα, μπλα, μπλα…Άλαστερ, τα πηδάω όλα αυτά γιατί τα ξέρουμε ήδη. Μη καθυστερούμε.», έβαλε τον δείκτη του πάνω στο συμβόλαιο και γλιστρώντας πάνω του έφτασε γοργά στους πρώτους όρους, οι οποίοι με μια πρώτη ματιά δεν φαίνονταν να λένε κάτι το διαφορετικό από αυτά που του είχε μεταφράσει και η Κάρεν.

Αναστενάζοντας μακρόσυρτα, άρχισε να διαβάζει γρήγορα και βαριεστημένα τις υπογεγραμμένες λέξεις. «Απολύομαι από υποδιευθυντής κι αποβάλλομαι απ' τη Σχολή. Ε, πάει αυτό! Προνόησες και μου το 'κανες ήδη.», γέλασε κοφτά, μα δε παρατήρησε πως το βλέμμα του Άλαστερ είχε αρχίσει να αγριεύει από το ιλαρό του υφάκι. «Αχά, τελευταία βαθμίδα για πάντα.», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του.

«Αυτό που μόλις προσπέρασες τόσο γρήγορα, καταλαβαίνεις τι πραγματικά σημαίνει;», πετάχτηκε σχεδόν έκπληκτος ο δαίμονας.

«Να υποθέσω πως δε θα μπορέσω ποτέ μου να προαχθώ σε Βασιλιά της Κόλασης;», γέλασε αδιάφορα ο Ντην ξαναδιαβάζοντας τον όρο. «Μμμ, ναι. Αυτό λέει.»

«Σημαίνει πως και κανονικός δαίμονας να γίνεις, δε θα 'χεις ποτέ δικαίωμα σε τίποτα. Θα είσαι στον πάτο του πάτου για μιαν αιωνιότητα. Ένας τιποτένιος σκλάβος, ένα ασήμαντο σκουπίδι, ένα μηδενικό.»

Ο Ντην ανασήκωσε τους ώμους του. «Μα τρεις όρους παρακάτω λέει πως θα βγω στην Κεντρική Δημοπρασία κι απ' όσα μου 'χεις πει θ' αναμετρηθούν για ν' αποκτήσουν την αφεντιά μου πολλοί. Πώς ακριβώς το 'πες πριν; "Δαίμονες που θα γούσταραν πολύ να 'χουν για σκλαβάκι τους έναν ξεπεσμένο Κυνηγό και μάλιστα τον γιο του Γουίντσεστερ"», παρόλο που το ύφος του φαινόταν ατρόμητο και ειρωνικό τα μάτια του δε μπορούσαν να κρύψουν τον πανικό του στη συνειδητοποίηση της πρότασης. «Τι ευκαιρίες και δικαιώματα μου λες; Υποθέτω πως η υπόλοιπη ζωή μου θα 'ναι σαν τα τριάντα χρόνια μου με σένα. Μπορεί και χειρότερα.», ξεροκατάπιε με δυσκολία.

«Χειρότερα από 'μένα δε θα βρεις πουθενά σε ολόκληρο το Βασίλειο μικρέ!», διόρθωσε ο Άλαστερ μεταξύ σοβαρού και αστείου. «Αλλά αυτή τη φορά δε θα έχεις καμία ελπίδα για τίποτε καλύτερο.», πρόσθεσε ψυχρά. «Ποτέ!»

«Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε.», είπε ο Ντην κοιτώντας μελαγχολικά τον δαίμονα κατάματα.

«Εκεί φτάσαμε αγαπητέ μου; Να μου παραθέτεις και Δάντη;»

«Τι θες να κάνω ρε Άλαστερ;», ο Ντην άφησε επιτέλους τα πραγματικά του συναισθήματα ελεύθερα. «Να μην υπογράψω και να 'ρθει ο Λιμός να με φάει; Να υπογράψω και να με τυραννά όποιος με κατέχει για μιαν αιωνιότητα; Έτσι κι αλλιώς θα βασανίζομαι για πάντα. Όπως έστρωσα θα κοιμηθώ! Τι σημασία έχει πια;»

Ο Άλαστερ άρπαξε το συμβόλαιο από το χέρι του Ντην πριν προλάβει εκείνος να το συγκρατήσει. «Την επιλογή με τον Λιμό και την εκτέλεση ξέχασέ την σου είπα!», του φώναξε. «Δεν έχεις ιδέα πόσο πολύ θα υποφέρεις! Βασικά, κανείς δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά αλλά οι θρύλοι είναι πολλοί και φρικτοί.»

«Μπορεί να είναι όπως το 'πες, απλοί θρύλοι. Μπορεί να 'ναι παραμυθάκια φτιαγμένα απ' τους γονείς δαίμονες για να τρώνε το φαί τους τα μικρά δαιμονάκια.», χαριτολόγησε περιπαικτικά.

«Ντην, κόφτο επιτέλους!», ξεκίνησε ο Άλαστερ και ο Ντην συνειδητοποίησε πως ποτέ δε θυμόταν την φωνή του να έχει πάρει παρόμοιο κουρασμένο τόνο. «Θυμάσαι πώς ήταν όταν πρωτοήρθες στην Κόλαση και προτού γίνεις ιδιοκτησία μου;»

Ο Ντην ξεροκατάπιε, έκλεισε αποκαμωμένα τα μάτια του και αναρίγησε σύγκορμος καθώς και μόνο στην επαναφορά των γεγονότων ενεργοποιούταν αυτόματα το μετατραυματικό του στρες.


.


Φυσικά και θυμόταν τι του είχε συμβεί και μάλιστα πολύ καλά.

Κρεμασμένος στο κενό, φαινομενικά ατελείωτες ώρες, σε τσιγκέλια τα οποία ξέσχιζαν το κορμί του στην παραμικρή κίνηση, να κραυγάζει πανικόβλητος, να προσεύχεται, να παρακαλάει για βοήθεια.

Ολομόναχος.

Η ατελείωτη μοναξιά του όμως ήταν αυτή που τον τρέλαινε περισσότερο από όλα. Άκουγε μόνο τις εκκωφαντικές κραυγές του που από την ένταση του βούλωναν τα αυτιά, τις άρρυθμες, πνιχτές αναπνοές του, τα δόντια του που κροτάλιζαν από το διαρκές τρέμουλο, τις σάρκες του που ξεσκίζονταν αργά, την καρδιά του που σφυροκοπούσε ασταμάτητα από τον πανικό. Μα τίποτε άλλο.

Δε μπορούσε να πιστέψει πως αυτή ήταν η Κόλαση. Δεν υπήρχε κανείς. Πού μπορεί να ήταν οι αμέτρητοι κολασμένοι και όλοι οι δαίμονες; Μα πόσο λάθος μπορεί να έκαναν όλα αυτά τα χρόνια οι θεολόγοι και οι φιλόσοφοι του κόσμου;

Πλήρως απελπισμένος, σταμάτησε να κλαίει, σιώπησε τις κραυγές του, κατάπιε τα παρακάλια του, φίμωσε τις προσευχές του. Απλώς υπήρχε. Υπήρχε για να σκέφτεται και να θυμάται ό,τι είχε χάσει και να ονειρεύεται όλα όσα θα στερούνταν. Διαρκώς.

Κι όταν "λύγισε", έχασε κάθε λάμψη και η ψυχή του σκοτείνιασε από την αποπνιχτική απογοήτευση, τότε μια παρουσία έκανε την εμφάνισή της. Η φιγούρα ενός άντρα που του φαινόταν και γνωστή και άγνωστη.

Το φως του επανήλθε γοργά και ενδυναμωμένος άρχισε και πάλι να κραυγάζει, να προσπαθεί να απελευθερωθεί για να τον πλησιάσει, να πασχίζει να του τραβήξει την προσοχή. Δεν ήθελε πολλά, μόνο να τον δει από κοντά. Να ακούσει για λίγο τη φωνή του. Να αισθανθεί το άγγιγμά του.

Ήταν τόσο, μα τόσο, μόνος.

Ο άντρας ευτυχώς του έκανε τη χάρη και του μίλησε. Του έδωσε τη σημασία που τόσο ποθούσε, μα δε του ζήτησε τίποτα για αντάλλαγμα. Μόνο του είπε το όνομά του και του έκανε μία ερώτηση. "Με λένε Άλαστερ. Θες να 'ρθεις μαζί μου;"

Κι ο Ντην του απάντησε άμεσα και ανακουφισμένα "Ναι!"


.


«Υποθέτω πως κάπως έτσι θα είναι αγαπητέ μου η ύπαρξή σου μέσα στον Λιμό, αν μπορεί κάποιος να το αποκαλέσει αυτό "ύπαρξη". Και δε θέλω να νομίζεις πως σου το λέω για να σε τρομάξω. Ντην,», ο Άλαστερ φάνηκε να κομπιάζει. «θα είσαι ολομόναχος και θα υποφέρεις για μιαν αιωνιότητα! Πραγματικά δε θα σ' το ευχόμουν ούτε κι αν ήσουν ο χειρότερος εχθρός μου κι αυτή η συμβουλή προέρχεται από κάποιον που η ειδικότητά του είναι τα μαρτύρια. Δυστυχώς σε αυτή την περίπτωση δεν μου επιτρέπεται να παρέμβω, να σε διατάξω αλλά ούτε και να επιχειρήσω να σ' αποτρέψω με τη βία απ' το να επιλέξεις αυτή τη μοίρα αλλά μπορώ και αισθάνομαι πως πρέπει να σε προειδοποιήσω, γιατί μου είναι ξεκάθαρο πως δεν έχεις επίγνωση των πράξεών σου και των συνεπειών τους.»

«Το κατάλαβα Άλαστερ.», απάντησε ο Ντην με ειλικρίνεια. «Θ' αφήσω τον Λιμό να…λιμάξει και θα υπογράψω το συμβόλαιο.», πήγε να το πάρει από τα χέρια του δαίμονα όμως εκείνος το συγκράτησε σφιχτά στα δάχτυλά του.

«Χαίρομαι για την απόφασή σου, μα ούτε και το συμβόλαιο του Άλντρεντ θέλω να υπογράψεις.», το τράβηξε μακριά του τσαλακώνοντας το σημείο από όπου το έσφιγγε.

«Μα τι κάνεις; Δε νομίζω πως έχω άλλη επιλογή κι ο χρόνος μου τρέχει! Ή με τρώει ο Λιμός ή γίνομαι σκλάβος.»

«Αφού το πρώτο ευτυχώς καταφέραμε και το αποκλείσαμε ήρθε η ώρα να αποκλείσουμε και το δεύτερο.», ο Άλαστερ κρατώντας ακόμα το συμβόλαιο του Άλντρεντ λες και ο Ντην θα το υπέγραφε στα κρυφά αν του το άφηνε, πήγε προς το τζάκι του.

Πήγε να το ρίξει στις φλόγες, όμως τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε.

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα!», ο Ντην αναστέναξε ξεφυσώντας αποκαμωμένα και στηρίχτηκε, ακουμπώντας την παλάμη του στο γραφείο για να μην σωριαστεί, καθώς η κούραση και τα τραύματά του άρχισαν να τον καταβάλλουν.

«Είναι ολοφάνερο πως δεν καταλαβαίνεις τίποτα!», ο Άλαστερ σήκωσε το χέρι του και με μια κοφτή, απότομη κίνηση έσπρωξε τηλεκινητικά τον Ντην, ρίχνοντάς τον μαλακά πάνω στην πολυθρόνα πίσω του σε καθιστή θέση. «Παλουκώσου!», τον διέταξε παρατηρώντας τον με την περιφερική του όραση καθώς ήταν σκυμμένος πάνω από το τζάκι του και διάβαζε και πάλι το συμβόλαιο Μετανοίας του Άλντρεντ.

«Άλαστερ δεν…»

«Βγάλε το σκασμό! Όπως είπα και πριν, έχω ξοδέψει πολύ κόπο, χρόνο και ενέργεια για να σε φτιάξω. Πάρα-πολύ-κόπο!», επανέλαβε με στόμφο κρατώντας την περγαμηνή και αφού πλησίασε τον Ντην, την πέταξε από μακριά με απέχθεια πάνω στο γραφείο του, σαν να ήταν δύσοσμο σκουπίδι. «Δεν θέλω ν' αφήσω τη δουλειά μου, όχι, το έργο τέχνης μου καλύτερα,», πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του Ντην χαϊδεύοντάς τον σαν να ήταν το αγαπημένο του κατοικίδιο, «στα σιχαμένα, ρυπαρά νύχια κανενός!», γλίστρησε το χέρι του στον αυχένα του και τον ζούληξε μαλακά, ακριβώς όπως έκανε κάποτε ο Τζον.

Ο Ντην παρόλο που πάντα ανατρίχιαζε αηδιασμένος από αυτή την πράξη του Άλαστερ, που του θύμιζε την φειδωλή στοργή του πατέρα του, αυτή τη φορά μπορεί να έσφιξε τα βλέφαρά του και να παρέμεινε τελείως ακίνητος υπομένοντας όπως συνήθως, μα βαθιά μέσα του και ασυνείδητα, ανακουφίστηκε από το ευγενικό άγγιγμα του δαίμονα σαν να επιζητούσε εκτός από τα λόγια του, την επαφή του. Ανακουφίστηκε από την αποδοχή του και την ιδιαίτερη προτίμηση που του έδειξε. Αισθάνθηκε σημαντικός.

«Τις τελευταίες ώρες και μόνο στη σκέψη του ότι δε θα είσαι πια δικός μου, στη σκέψη του ότι θα γίνεις ιδιοκτησία κάποιου άλλου αρχιδαίμονα και ότι κάποιος άλλος θα σε…», ο Άλαστερ δάγκωσε τα χείλια του με θυμό και έσφιξε τη λαβή του στο σβέρκο του Ντην, μπήγοντας τα νύχια του επίπονα στο δέρμα του.

Τα μάτια του δαίμονα πυρακτώθηκαν και ο Ντην χωρίς να τον δει, μα καταλαβαίνοντας ενστικτωδώς την οργή του, σταμάτησε μέχρι και να ανασάνει και χαμήλωσε υποτακτικά όσο μπορούσε το κεφάλι του και το βλέμμα του στο πάτωμα. Την τελευταία φορά που ο Άλαστερ είχε οργισθεί τόσο πολύ, ο Ντην κατέληξε να εύχεται να μην είχε γεννηθεί ποτέ. «Κ-κύριε Καθηγητά…», κατάφερε να πει τρομοκρατημένος περισσότερο από την εκκωφαντική, ανενεργή σιωπή.

«Μη μ' αποκαλέσεις ξανά έτσι!», διέκοψε άγρια ο Άλαστερ, αρπάζοντας και τραβώντας απότομα τον Ντην από τα μαλλιά, κυρτώνοντας επίπονα το λαιμό του προς τα πίσω, ως το κεφαλάρι της μπερζέρας, σκύβοντας πάνω του και πολύ κοντά στο πρόσωπό του. «Τ' άκουσες; Ποτέ ξανά! Το 'χασες αυτό το δικαίωμα! Δεν είσαι πια ούτε υποδιευθυντής μου, ούτε καν μαθητής μου. Πραγματικά σ' εμπιστεύτηκα Ντην κι όταν σ' άφησα για λίγο από τα μάτια μου, για πρώτη φορά μετά από σχεδόν σαράντα χρόνια, εσύ ποιό ήταν το πρώτο πράγμα που πήγες κι έκανες; Με πρόδωσες!», έσφιξε περισσότερο τα δάχτυλά του, τραβώντας τα μαλλιά του ολοένα και πιο δυνατά. «Με πρόδωσες Ντην και κατάφερες να τα ανακατώσεις όλα! Παραλίγο να καταστρέψεις όλα όσα έχω παλέψει για να αποκτήσω και όλα όσα αγαπώ. Μαζί και τον εαυτό σου! Και τώρα…», η οργή του κόπασε και μεταμορφώθηκε σε πικρό παράπονο. «…τώρα, μ' αναγκάζεις να σε χάσω. Να σε χάσω για πάντα, ανόητε!», κατέληξε να του ψιθυρίζει, η καυτή εκπνοή του πλέον χάιδευε το μέτωπό του.

«Λυπάμαι.», η φωνή του Ντην ήταν σταθερή και ειλικρινής.

«Λυπάσαι που δε τα κατάφερες;», τον ρώτησε ήρεμα, έτοιμος όμως να εκραγεί. «Λυπάσαι που δε με κατέστρεψες;»

«Όχι Άλαστερ.», συνέχισε ο Ντην και κοίταξε άφοβα τον δαίμονα, έτσι όπως ήταν ανάποδα, μέσα στα γκρι του μάτια.

Τα χαρακτηριστικά του δαίμονα μαλάκωσαν και ένα μικρό μειδίαμα του ξέφυγε, δίνοντας σχεδόν χαρούμενη λάμψη στο πρόσωπό του. Με το έμφυτο χάρισμά του αισθάνθηκε πως η απόκριση του Ντην ήταν πραγματική και ειλικρινής. «Το ξέρω αγαπητέ μου πως λυπάσαι και πλέον ξέρω πως λυπάσαι, όχι μόνο επειδή με φοβάσαι.», ο τόνος του άλλαξε και πάλι. Του ανασήκωσε το κεφάλι στην κανονική θέση κρατώντας τον ακόμα από τα μαλλιά και του ψιθύρισε απευθείας στο αυτί. «Γι' αυτό και μόνο με κάνεις να θέλω να σε βοηθήσω ακόμα περισσότερο!», τον χάιδεψε για να του φτιάξει τα τραβηγμένα μαλλιά και για να απαλύνει τον πόνο που του είχε προκαλέσει και πήγε στο γραφείο του. Αφού βολεύτηκε στην καρέκλα του, τράβηξε αποφασιστικά το συρτάρι του, έβγαλε μια κενή περγαμηνή και την άπλωσε προσεχτικά μπροστά του.

Η κίνησή του όμως ξαφνικά πάγωσε εντελώς και βάλθηκε να παρατηρεί σιωπηλός τον Ντην σαν να συλλογιζόταν κάποιο καινούργιο θέμα που άρχισε να τον προβληματίζει. «Ξέρω όμως επίσης πολύ καλά και το πόσο με μισείς.», έσιαξε το τσουλούφι του που ακουμπούσε πάνω στο μέτωπό του, συνεχίζοντας να σκανάρει τον Ντην. «Και το μίσος σου μπορεί να με βάλει πάλι σε αχρείαστους, ενοχλητικούς μπελάδες.», ξεφύσησε μακρόσυρτα και κουρασμένα.

Μόνο το αριστερό φρύδι του Ντην τινάχτηκε ανεπαίσθητα. Ξεροκατάπιε με δυσκολία, όμως αποφάσισε να παραμείνει απόλυτα ακίνητος και τελείως ήσυχος.

Ο Άλαστερ απέναντί του εισέπνευσε βαθιά και φάνηκε πως πήρε μια σημαντική απόφαση. «Μα ξέρεις κάτι αγαπητέ μου; Μ' αυτό μπορώ να ζήσω. Μπορώ να το αποδεχτώ, γιατί μπορεί και να αλλάξει κάποτε, ενώ αν σε χάσω τώρα αυτό θα είναι μόνιμο κι αδύνατον να αναιρεθεί.», έψαξε μέσα στις τσέπες του, έβγαλε ένα χρυσό στυλό και ξεκίνησε να το κουνάει πάνω στην περγαμηνή σαν να σχεδίαζε περισσότερο, παρά σαν να έγραφε.

Ο Ντην ήθελε να κοιτάξει τι ακριβώς σημείωνε ο Άλαστερ, μα ήταν πολύ σαστισμένος από την νέα, παράξενη συμπεριφορά του. Προτίμησε να κρατήσει καρφωμένο το βλέμμα του στο παχύ χαλί και να μην κουνηθεί καθόλου.

«Όπως με όλες τις ψυχές που αναλαμβάνω, έτσι και με σένα, για να σε αναδημιουργήσω, να σε "φτιάξω", αν θες, έπρεπε πρώτα να σε διαλύσω, να σε σπάσω.», συνέχισε να σχεδιάζει, πότε κοιτώντας την περγαμηνή και πότε τον Ντην. «Ακριβώς όπως όταν γεννήθηκες και βγήκες στον κόσμο των ανθρώπων μέσα από κραυγές, πόνο και αίμα, έτσι κι εδώ για να αναγεννηθείς έπρεπε να κραυγάσεις, να πονέσεις, να ματώσεις.», σταμάτησε να γράφει. «Κοίταξέ με Ντην Γουίντσεστερ!», περίμενε υπομονετικά μέχρι εκείνος να βρει το κουράγιο και να καταφέρει να ανταμώσει διστακτικά το βλέμμα του. «Δεν σε έφτιαξα σε αυτό που είσαι τώρα για να σε χρησιμοποιήσω ως απλό εργαλείο βασανιστηρίων σαν τους υπόλοιπους συμμαθητές σου, ούτε φυσικά για να σε μεταμορφώσω αργότερα σ' έναν ακόμα ασήμαντο δαίμονα - ακόλουθο, αλλά για να ξεκινήσω αργά και σταθερά να σου δείχνω το τι είσαι ικανός να κάνεις και πόσο πολύ περισσότερο μπορείς να γίνεις.», συνέχισε να σχεδιάζει, αφότου σιγουρεύτηκε πως ο Ντην δεν κοιτούσε υποτακτικά το πάτωμα. «Εγώ ήδη το αισθανόμουν, ήδη το ήξερα και συνεχίζω να το πιστεύω γιατί σε γνωρίζω από τότε που ήσουν παιδί!», χαμογέλασε με αυτοπεποίθηση και η ενέργεια του χαμόγελού του φώτισε τα συνήθως ψυχρά μάτια του. «Μα έπρεπε να το βγάλω από μέσα σου και όχι μόνο να σου το δείξω μα και να σ' το αποδείξω, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως έπρεπε να περάσεις τριάντα ολόκληρα χρόνια συνεχούς βίας.», κούνησε το στυλό πιο νευρικά φτάνοντας στον πάτο της περγαμηνής που πλέον είχε γεμίσει με ένα πυκνό κείμενο. «Το ξέρεις πως δε μπορώ να σου αφαιρέσω τις μνήμες απ' το παρελθόν σου και τη ζωή που έκανες όταν ήσουν ζωντανός. Όλοι εξάλλου εδώ κάτω μαθαίνουμε να ζούμε με αυτόν τον συνεχή πόνο ακόμα και ως δαίμονες, ούτε όμως μπορώ να σου σβήσω και τις άσχημες αναμνήσεις απ' τα σαράντα χρόνια σου εδώ στη Κόλαση. Αλλά δε θέλω να τα ξεχάσεις αυτά τα χρόνια. Θέλω να τα χρησιμοποιήσεις, γιατί αυτό το μονοπάτι της οδύνης σου είναι αυτό που σε δημιουργεί και σε ολοκληρώνει. Αυτό που συνεχίζει να σε μεταμορφώνει ακόμα και τώρα που μιλάμε.»

Ο Ντην συνοφρυώθηκε και ξεροκατάπιε με δυσκολία στο άκουσμα της μεταμόρφωσής του, όμως ο Άλαστερ συνέχισε ακάθεκτος.

«Είμαι τόσο περήφανος για την τέχνη μου! Είμαι τόσο περήφανος για όλα τα έργα μου. Ειδικά για σένα αγαπητέ μου!», άφησε την πένα του πάνω στην περγαμηνή και έπλεξε τα δάχτυλά του από πάνω της. «Όπως ο Ντα Βίντσι δε θα 'θελε ο "Σωτήρας του κόσμου" του να καταλήξει στη χωματερή ή στα βουρκόνερα, έτσι κι εγώ δε θα το ανεχτώ να καταλήξεις σε κάποιον τυχαίο αρχιδαίμονα που θα σου φέρεται σαν να 'σαι το τελευταίο σκουπίδι και δε θα το αφήσω έτσι.»

«Αφού δε θες να με χάσεις, τότε γιατί δε με διεκδικείς όταν θα με βγάλουν στην Κεντρική Δημοπρασία;», ο Ντην ακούμπησε αποκαμωμένα στην πλάτη της πολυθρόνας, παρόλο που κάθε εξωτερική επαφή του πονούσε τη δικιά του πλάτη. «Άνετα μπορείς να ποντάρεις και να με κερδίσεις πάλι. Μόνο που θα σε δουν να ποντάρεις θα κάνουν όλοι πίσω.», συνέχισε σαν να προσπαθούσε να λύσει το πρόβλημα του Άλαστερ.

«Στ' αλήθεια θα 'θελες να γίνει κάτι τέτοιο;», έκπληκτος ο Άλαστερ του χαμογέλασε με το συνηθισμένο του σαρδόνιο χαμόγελο. «Θα 'θελες να σ' αγοράσω; Θα 'θελες πραγματικά αγαπητέ μου, να ξαναγίνω ο αφέντης σου;»

Ο Ντην μετά τις ερωτήσεις του Άλαστερ συνειδητοποίησε πως δεν είχε σκεφτεί καλά το τι είχε μόλις προτείνει. Ήταν το πρώτο πράγμα που του είχε έρθει στο μυαλό σαν λύση του προβλήματος, μα δεν είχε υπολογίσει πως ο ίδιος ήταν το σημαντικότερο μέρος της εξίσωσης.

Πέρασε το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του και έφτασε στο σημείο όπου ο Άλαστερ του τα είχε τραβήξει. Οι ρίζες του πονούσαν και ο πόνος από το τράβηγμα συνδυαζόταν με τον πόνο που είχε ήδη στο κεφάλι από το προηγούμενο ταξίδι στην ανάμνησή του. Για την ακρίβεια όλο του το κορμί πονούσε ακόμα από τα ταξίδια του και όσο περνούσαν τα λεπτά, ο πόνος γινόταν όλο και πιο χειρότερος. Πόνος που ο δαίμονας θα μπορούσε να είχε σταματήσει εδώ και πολύ ώρα αν το επιθυμούσε, όμως είχε επιλέξει να τον αφήσει έτσι.

Όχι. Δε ήθελε τον Άλαστερ για αφέντη του.

Αυτό που πάνω από όλα ήθελε ήταν να είναι και πάλι ζωντανός.

Να μην είχε αναγκαστεί ποτέ του να πουλήσει την ψυχή του και να βρεθεί αιώνια παγιδευμένος στην Κόλαση.

Ήθελε να ζούσαν οι γονείς του και ο αδερφός του να ήταν ευτυχισμένος με τις επιλογές του.

Ήθελε όμως και όλοι οι άνθρωποι που βοήθησαν με τα Κυνήγια τους από τότε που ήταν παιδί να ήταν ζωντανοί και ασφαλείς.

Ήθελε σύντροφο, χαρούμενες εμπειρίες, ευτυχισμένη, ήρεμη ζωή.

Αυτό που ήθελε ήταν να τα είχε καταφέρει και να τους είχε καταστρέψει όλους κι ας υπέφερε για πάντα μέσα στο Λιμό. Όμως δεν ήταν ικανός ούτε αυτό να κάνει. Ούτε αυτό το ύστατο "θέλω" του δε του πραγματοποιήθηκε.

Όχι, σίγουρα δεν ήθελε τον Άλαστερ για αφέντη.

Αφέντης. Η έννοια της λέξης και μόνο του έφερνε ανακάτωμα.

Να μπορεί ο Άλαστερ να τον έχει όχι για υποδιευθυντή ή έστω για μαθητή στη σχολή του, μα για να τον βασανίζει, να τον εξευτελίζει, να τον έχει για προσωπικό του σκλάβο για μιαν αιωνιότητα.

Από την άλλη η προοπτική του να γίνει σκλάβος για κάποιον άλλον αρχιδαίμονα, για κάποιο λόγο του φαινόταν ακόμα χειρότερη.

Σκλάβος. Ένας ασήμαντος σκλάβος. Για πάντα.

«Ωχ μωρέ, το γύρισες πάλι στο δραματικό;», τον ειρωνεύτηκε ο Άλαστερ, διαβάζοντας όλα τα συναισθήματα που του δημιουργούσαν οι σκέψεις του και είχαν αποτυπωθεί επακριβώς στα χαρακτηριστικά του σαν προσωπείο απελπισίας. «Όχι Άλαστερ! Δε θέλω να σ' έχω για αφέντη μου! Δε θέλω να γίνω σκλάβος σου Άλαστερ, δε θέλω να με πονάς και να με ξεφτιλίζεις όσο κι όποτε θες!», ξεκίνησε να μιμείται το στυλ ομιλίας, έκφρασης και κίνησης του Ντην με άκρως κοροϊδευτικό τρόπο. «Δε θέλω να βασανίζω πια κολασμένες ψυχές γιατί εγώ είμαι ενάρετος και γιατί ό,τι έκανα, το έκανα για να σώσω τον πολύτιμο αδελφούλη μου! Δεν είμαι σαν εσένα Άλαστερ! Εσύ είσαι ένα τέρας!», φρέναρε απότομα την μίμησή του όταν συνειδητοποίησε πως απέναντί του ο Ντην κρατώντας σφιχτά τα σπασμένα του πλευρά, γελούσε μακρόσυρτα και αναγκαστικά συγκρατημένα, για να αποφύγει τον πόνο από τους σπασμούς του έντονου γέλιου που δε μπορούσε να σταματήσει.

«Άλαστερ μη…!», παρακάλεσε μέσα από τις παύσεις του παράξενου γέλιου του. «Σταμάτα και μη με κάνεις να γελάω!», διπλώθηκε πάνω στην αριστερή του πλευρά στο μπράτσο της πολυθρόνας, λυγίζοντας άγαρμπα στο αέρα το δεξί του πόδι για να κουλουριαστεί.

Ο δαίμονας σήκωσε έκπληκτος τα φρύδια του. «Διασκεδάζουμε κύριε Γουίντσεστερ;»

Ο Ντην αν και ανησύχησε προς στιγμήν από την ερώτηση γιατί έκρυβε μια πληθώρα πιθανών διαφορετικών αντιδράσεων, ωστόσο δε μπόρεσε να σοβαρευτεί. «Μα είναι σαν να με βλέπω σε καθρέφτη! Τι στο καλό;», δοκίμασε να βολευτεί όσο καλύτερα γινόταν πάνω στην πολυθρόνα. Δεν μπορούσε να θυμηθεί, μα ούτε καν και να φανταστεί, πώς είχε αντέξει στα έντεκά του να διαχειριστεί το μέγεθος της δυσφορίας που του προκαλούσαν τα τραύματα από την επίθεση του μεταμορφικού. «Μετά από σαράντα ολόκληρα χρόνια, νόμιζα πως ήξερα όλες τις πλευρές σου, όμως όχι!», τα ανελέητα βασανιστήρια που του είχε κάνει μόλις πληροφορήθηκε την προδοσία του, οι ξεχωριστές αποκαλύψεις που του χάρισε μέσα από τις αναμνήσεις του και ο πρωτόγνωρος τρόπος που αλληλεπιδρούσε τις τελευταίες ώρες μαζί του, αποδείκνυαν πως πραγματικά δεν ήξερε καθόλου τον Άλαστερ.

«Μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως δεν έχεις ιδέα ποιός είμαι αγαπητέ μου.», ο Άλαστερ πέρασε το χέρι του αυτάρεσκα μέσα από τα μαλλιά του. «Και αυτό ακριβώς είναι το ζήτημα της ερώτησής μου την οποία δεν μου απάντησες.», τον κάρφωσε με τα μάτια του.

«Τι αν θέλω να με αγοράσεις; Αν σε θέλω για…αφέντη;», χωρίς να είναι η αρχική πρόθεσή του, ο Άλαστερ είχε καταφέρει να ρίξει τη διάθεση του Ντην και να τον κάνει να σταματήσει σταδιακά το νευρικό του γέλιο που εξάλλου μόνο ταλαιπωρία του πρόσφερε. «Άλαστερ,», αναστέναξε ρηχά αφήνοντας ένα τελευταίο, σύντομο, νευρικό μα και πικρό γελάκι να του ξεφύγει, «στη ζωή μου, την κανονική αλλά και τώρα τη μεταθανάτια, έχω καταλάβει και το 'χω πάρει πλέον απόφαση, πως ποτέ μου δεν θα 'χω αυτά που θέλω.», πίεσε ελαφρά το τραυματισμένο του ζυγωματικό και έπειτα τσίμπησε τη γέφυρα της μύτης του για να βρει το κέντρο του και να ισορροπήσει τα συναισθήματά του που άρχισαν να αφηνιάζουν και πάλι μέσα του, μετά από το μικρό διάλειμμα.

«Πέρα από όσα έχω δει μέσα από τις αναμνήσεις σου, δε ξέρω πραγματικά αν στην "κανονική", όπως την είπες, ζωή σου δεν είχες αυτά που ήθελες, αλλά αν κρίνω την ζωή σου αποκλειστικά από αυτές, ίσως έχεις ένα δίκιο, μα εδώ κάτω δε μπορεί να έχεις παρόμοια παράπονα.», ανασήκωσε τους ώμους του παραξενεμένος.

«Δε νομίζω πως το εννοείς αυτό.», ο Ντην δε πίστευε στα αυτιά του. «Μάλλον με δουλεύεις πάλι μα αυτή τη φορά χωρίς την προφορά.»

«Σε δουλεύω;…Καθόλου!», ο Άλαστερ φάνηκε να εκπλήσσεται για μιαν ακόμη φορά. «Γιατί τι άλλο ήθελες και δε σ' το 'κανα;»

«Τ-τι ήθελα;»

«Να τα πάρω από την αρχή; Θα τα πάρω! Η πρώτη μου ερώτηση όταν σε γνώρισα ήταν αν εσύ από μόνος σου ήθελες να έρθεις μαζί μου και ήθελες! Από την πρώτη μας συνεδρία ως και την τελευταία, κάθε, μα κάθε φορά σε ρωτούσα αν ήθελες να γίνεις εσύ βασανιστής και να σταματήσω να σε βασανίζω και για χρόνια δεν ήθελες, μέχρι που άλλαξες γνώμη και μετά το θέλησες.»

«Άλαστερ…»

«Σε ρώτησα όταν ήρθε η ώρα και νόμιζα πως ήσουν έτοιμος, αν ήθελες να γίνεις υποδιευθυντής μου κι εσύ, από μόνος σου πάλι, είπες αμέσως το ναι. Στη δουλειά σου ως βασανιστής είχες τις δικές σου μεθόδους και προσεγγίσεις και εγώ σε άφησα να κάνεις ό,τι θέλεις. Να δημιουργήσεις τα δικά σου έργα τέχνης ανενόχλητος. Ψέματα;»

«Όχι, μα…»

Ο Άλαστερ όμως πήρε φόρα και συνέχισε να μιλά μετρώντας πλέον τα θέλω του Ντην επιδεικτικά με τα δάχτυλά του. «Σήμερα κιόλας, πριν από μερικές ώρες, μου ζήτησες να σταματήσω να σε βασανίζω και το έκανα, δε σε πίεσα με τη βία να πάρεις καμιάν απόφαση, στις αναμνήσεις σου εσύ ήθελες να διακόψουμε τη ροή κι εγώ πάλι σ' το 'κανα το χατίρι!»

«Α, έτσι πάει;»

«Γιατί Ντην, πώς θέλεις εσύ να πάει; Ό,τι θέλεις γίνεται Ντην! Ακόμα και όταν πριν προσπάθησα να σου διορθώσω τον καμβά για να μην υποφέρεις, εσύ μου δήλωσες πως δεν ήθελες και μου την είπες και για τη δουλειά μου από πάνω!»

«Γι' αυτό μ' έχεις τόση ώρα σ' αυτά τα χάλια;», ο σαστισμένος Ντην έδειξε το σακατεμένο του κορμί του.

«Ε, γιατί άλλο; Τόλμησες να ζητήσεις μέσα στην Κόλαση από έναν αρχιδαίμονα βασανιστή να σε κλωτσήσει, να σε χτυπήσει και να σε χαρακώσει, γιατί ένιωθες ενοχές και πως αμάρτησες για το ότι χτύπησες τον πατέρα σου κι ο εν λόγω αρχιδαίμονας τι έκανε;», ρώτησε ρητορικά και με στόμφο ο Άλαστερ. «Το μοναδικό σου "θέλω" όλη μέρα που αποφάσισα να μη σ' το κάνω, ήταν προς όφελός σου!», αναφώνησε και σταμάτησε απότομα. «Δε το 'χεις συνειδητοποιήσει ακόμα έτσι;», γέλασε κοφτά. «Μα τον Εωσφόρο δεν το έχει συνειδητοποιήσει!», αναφώνησε θεατρικά σε ένα αόρατο κοινό.

«Τ-τι δεν έχω συνηδητοπ…»

«Είσαι ελεύθερος Ντην!», φώναξε ο δαίμονας. «Είσαι ελεύθερος από τη στιγμή που αφαίρεσα την πυροσφραγίδα μου!», συνέχισε να γελά κοροϊδευτικά.

«Ελεύθερος;»

«Ναι Ντην! Δεν μου ανήκεις πια! Μπορείς αν θέλεις να σηκωθείς να ανοίξεις την πόρτα και να φύγεις από το γραφείο μου εδώ και τώρα!», του έδειξε την έξοδο και ο Ντην γύρισε με αφέλεια και την κοίταξε. «Βέβαια, όπως είπα και πριν, είναι πολύ επικίνδυνο για μια ψυχή να είναι ολότελα ελεύθερη στο Βασίλειο της Κόλασης. Υποθετικά θα μπορούσε ακόμα και τώρα να μπει η Οντίλ ή ξέρω κι εγώ, ο Μπέλφεγκορ και να σε διεκδικήσουν,», στράβωσε το στόμα του ενοχλημένος και μόνο στη σκέψη, «αλλά η ουσία και αυτό που θέλω να τονίσω είναι πως πλέον δε σε κρατώ εγώ εδώ μέσα με το ζόρι. Πάντα ήθελες να σε απελευθερώσω από την ιδιοκτησία μου ε, σου πραγματοποίησα μέχρι και αυτό! Κι έχω να σε ακούω τώρα να μου λες τόσο αχάριστα πως δεν έχεις αυτά που θέλεις;», ο Άλαστερ χτύπησε δυνατά με τη γροθιά του στην περγαμηνή που είχε συντάξει. «Και φυσικά ακόμα δεν τόλμησες να μου δώσεις μια ξεκάθαρη απάντηση!», χτύπησε και πάλι το συμβόλαιό του με ανοιχτή παλάμη αυτή τη φορά, ξεφυσώντας ανυπόμονα.

«Άλαστερ…»

«Δε πειράζει Ντην,», έκανε μια παύση και εισέπνευσε βαθιά, «γιατί δεν έχει τελικά ιδιαίτερη σημασία το αν θέλεις ή όχι να ποντάρω για σένα στη δημοπρασία και να προσπαθήσω σε κάνω ξανά δικό μου.», κατέληξε σε ήπιους τόνους και άρχισε να ξεδιπλώνει και να σιάζει τακτικά το ένα μανίκι από το μαύρο πουκάμισό του.

«Επειδή θα κάνεις έτσι κι αλλιώς αυτό που γουστάρεις, γιατί δε σε νοιάζει πραγματικά η απάντησή μου και με παραμύθιαζες τόση ώρα για τη δήθεν ελευθερία μου και τα δήθεν "θέλω" μου;», του πέταξε άφοβα ο Ντην χαμογελώντας.

Ο Άλαστερ ενώ σύνδεε τη μανσέτα του μανικιού του με το δεξί του μανικετόκουμπο πάγωσε την κίνησή του και ο Ντην, παρόλο που προσπάθησε αρκετά, στο τέλος ξεροκατάπιε το χαμόγελό του. Αν νωρίτερα, τολμούσε να πει αυτό που είχε ξεστομίσει με τόση αυθάδεια, θα τον είχε ήδη αρπάξει από τα μαλλιά και θα τον κοπανούσε στο γραφείο του στους τοίχους και στο πάτωμα μέχρι να φτύσει όλα του τα δόντια και μετά πιθανότατα θα του διόρθωνε τον καμβά για να το ξανακάνει.

Αυτή τη φορά όμως ο δαίμονας μειδίασε, έγλυψε ανυπόμονα τα χείλια του και συνέχισε να ασχολείται με τα μανίκια του κουνώντας το κεφάλι του λες και συλλογιζόταν ακριβώς το ίδιο πράγμα. «Όχι Ντην, αλλά διότι έτσι κι αλλιώς δε μπορώ να πάρω μέρος στην δημοπρασία σου. Δεν επιτρέπεται νομικά να ποντάρω σε ιδιοκτησία που μόλις έχασα ή παρέδωσα στην Κεντρική Δημοπρασία.»

«Τότε τι ακριβώς συζητάμε;», ο Ντην έριξε μιαν ανήσυχη ματιά στο ρολόι πάνω από το γραφείο.

«Είχα ήδη σκεφτεί μερικά νομικά "παραθυράκια" για να σε αποκτήσω.», άρχισε να ξεδιπλώνει το δεύτερο μανίκι του. «Όπως για παράδειγμα να βάλω την Οντίλ να ποντάρει, με δικά μου έξοδα φυσικά, να σε αγοράσει και μετά να σε πουλήσει και πάλι σε μένα,», με περισσή προσοχή και ευγενικές κινήσεις κούμπωσε στη μανσέτα του το δεύτερο μανικετόκουμπο.

«Η Οντίλ;»

«όμως, μετά τη συζήτηση που είχαμε, με έκανες να αλλάξω γνώμη.», τίναξε ανάλαφρα τα χέρια του για να έρθουν οι άκρες των μανικιών του στο ίδιο ύψος. «Αν υπογράψεις το συμβόλαιο του Άλντρεντ ξέρεις, αναγκαστικά κι εσύ αλλά κι εγώ θα πρέπει να συνεχίσουμε με όλους τους όρους του, όπως για παράδειγμα το ότι θα είσαι στην τελευταία βαθμίδα για πάντα.», χτύπησε τον δείκτη του πάνω στην περγαμηνή. «Γι' αυτό κι εγώ άλλαξα πλέον γνώμη και ρότα», έκανε παύση χτυπώντας την πιο εμφατικά. «και γι' αυτό πριν από λίγο συνέταξα αυτό.», με μια ενιαία κίνηση, τη γύρισε και τη γλίστρησε πάνω στη στιλπνή επιφάνεια, σπρώχνοντάς την προς τη μεριά του Ντην.

«Ένα δ-δεύτερο Συμβόλαιο Μετανοίας;», ο Ντην συνοφρυώθηκε διαβάζοντας τον τίτλο και τις πρώτες γραμμές του πυκνογραμμένου κειμένου.

«Ακριβώς!», ακούμπησε τους αγκώνες του στο γραφείο, έπλεξε τα δάχτυλά του και στήριξε το πηγούνι του χαμογελώντας με λαμπερά μάτια. «Αυτό δεν είναι απλά ένα "νομικό παραθυράκι" μα μια ολοκαίνουργια πύλη για μένα και για σένα. Και φυσικά εννοείται πως δεν είναι σαν το συμβόλαιο – καταδίκη του Άλντρεντ.»

Ο Ντην άρχισε να διαβάζει γοργά το κείμενο, πηδώντας και πισωγυρίζοντας σε διάφορες λέξεις και ορισμούς από τη βιασύνη του να το ολοκληρώσει. «Θα γίνω κατευθείαν ιδιοκτησία σου;», ρώτησε σιγανά, συνεχίζοντας να τρέχει τα μάτια του πάνω στις αράδες του συμβολαίου.

«Μμμ, ναι κι αυτό είναι σημαντικό γιατί έτσι και εγώ δε θα ξοδέψω τίποτα για να σε αποκτήσω.», ο Άλαστερ δήλωσε με ειλικρίνεια. «Με την υπογραφή σου θα δηλώσεις πως μετανοείς, οπότε ξεχνάμε τον Λιμό μια και καλή, αλλά δηλώνεις επίσης πως επιθυμείς εσύ ο ίδιος να γίνεις ιδιοκτησία μου. Με αυτό τον τρόπο όχι μόνο δε θα αναγκαστείς να περάσεις τον εξευτελισμό της Δημοπρασίας αλλά θα γλιτώσεις και από το περιττό ρίσκο του να μη μπορέσω να σε αγοράσω.»

Ο Ντην σιώπησε εντελώς και συνέχισε να διαβάζει με ενδιαφέρον και αγωνία το νέο συμβόλαιο. Αυτό που ξεχώρισε αμέσως διαβάζοντας τους πρώτους όρους ήταν πως αυτό το συμβόλαιο φαινόταν σαφώς πιο δίκαιο από αυτό του Άλντρεντ. Πέρα από την τυπική παραδοχή της αιώνιας μετανοίας του για τις παραβιάσεις του, πρώτα από όλα έγγραφε ξεκάθαρα και εγγυόταν, πως ο Άλαστερ δε θα εφάρμοζε κανένα είδος τιμωρίας για τις συγκεκριμένες παραβατικές πράξεις του. Σημαντικό, αν υπολογίσει κανείς το τι είχε ήδη τραβήξει στα χέρια του νωρίτερα. Η υπογραφή του θα δήλωνε πως ο ίδιος επιθυμούσε να γίνει ιδιοκτησία του δαίμονα και η εφαρμογή του όρου θα ενεργοποιούταν ακριβώς αμέσως μετά την υπογραφή του.

«Αν και πυκνογραμμένο δεν είναι πολύπλοκο το κείμενο. Σε διαβεβαιώνω πως δεν κρύβει τίποτα και ούτε έχει όρους με διπλή έννοια για να σε ξεγελάσει για κάτι. Όλα είναι ξεκάθαρα και διάφανα. Αν έχεις οποιαδήποτε απορία τώρα είναι η ώρα να με ρωτήσεις τα πάντα.»

«Άλαστερ,», ο Ντην κόμπιασε διστάζοντας να κάνει την ερώτησή του. «Δε καταλαβαίνω. Τ-τι θα απογ-γίνω;»

Ο δαίμονας χαμογέλασε πονηρά μα δε δίστασε να απαντήσει. «Ολότελα και αμετάκλητα δικός μου!»

«Ναι εντάξει, αυτό το κομμάτι το κατάλαβα. Όμως…», ο Ντην κούνησε νευρικά το συμβόλαιο, «Όμως τι με θέλεις ρε Άλαστερ;»

«Τι σε θέλω;»

«Ναι! Να με κάνεις τι; Δούλο; Προσωπικό σου μπάτλερ; Τσιράκι σου; Καθαρίστρια να σου σφουγγαρίζω τα έντερα απ' το εργαστήριό σου; Μήπως υποτακτικό σου για να με πασάρεις στους άλλους αρχιδαίμονες για τ' αρρωστημένα γούστα σας ή θα γίνω πάλι υποπόδιο για κάτω απ' το γραφείο σου;»

«Μη μου βάζεις ιδέες Γουίντσεστερ.», προειδοποίησε ο Άλαστερ ιλαρά.

«Ήδη σου δήλωσα πως σε μισώ…»

«Και εγώ είπα πως αυτό μπορεί να αλλάξει.»

«…δε μπορώ να σ' εμπιστευτώ και να μ' εμπιστευτείς…»

«Δε ξέρω για σένα μα εγώ δεν είπα ποτέ πως δε μπορώ να σε εμπιστευτώ.»

«…σε πρόδωσα στην πρώτη μου ευκαιρία…»

«Είσαι μαχητής. Είναι στη φύση σου να αντιστέκεσαι.»

«…είναι ολοφάνερο και χρόνια γνωστό σε όλους εδώ κάτω πως σ' εκνευρίζω συνέχεια…»

«Αυτό συμβαίνει γιατί έχεις δυναμικό χαρακτήρα και για αυτό μου αρέσεις. Είναι σαφώς πιο εύκολο να διδάξεις τον περιορισμό σ' έναν δυναμικό, παρά να μάθεις σ' έναν υποτακτικό πώς να χρησιμοποιεί το κουράγιο.»

«…και σου το ξεκαθάρισα πως δεν επρόκειτο να βασανίσω ποτέ ξανά! Άλαστερ, το καταλαβαίνεις αυτό;», έκανε παύση για έμφαση. «Δεν επρόκειτο να βασανίσω καμία ψυχή και με κανένα τρόπο! Για ποιό λόγο με θέλεις; Σου είμαι εντελώς άχρηστος!»

«Λοιπόν! Άσε εμένα να ανησυχώ για την χρησιμότητα σου και μη ταλαιπωρείς το μυαλουδάκι σου με τέτοιες σκέψεις αγαπητέ μου.», τον καθησύχασε ο Άλαστερ με σιγουριά. «Η δύναμη δε μπορεί και δε πρέπει να καταστρέφεται μα πρέπει να δίδεται στα σωστά χέρια και πίστεψέ με, τα δικά μου χέρια είναι τα σωστά.»

«Ναι όμως τι θα κάνω;», ο Ντην απηύδησε. «Δε γράφεις πουθενά ποιες θα είναι οι υποχρεώσεις μου ως ιδιοκτησία σου.», σκανάρισε και πάλι το κείμενο, «Ή μήπως το γράφεις κάπου αλλά εγώ δε το βλέπω.»

«Όχι Ντην καλά το διάβασες, δεν υπάρχει στους όρους του συμβολαίου μου κάτι που αν το υπογράψεις θα σε υποχρεώσει νομικά και δια της βίας να το κάνεις ή να μη το κάνεις.», ο Άλαστερ κούνησε τα δάχτυλά του ζητώντας την περγαμηνή του πίσω. «Ωστόσο πρόσεξε με,», έδειξε τον όρο που ήθελε, «εδώ λέει ξεκάθαρα πως μέχρι να "δαιμονοποιηθείς", κοινώς μέχρι να γίνεις δαίμονας, δεν θα σου επιτρέπεται να συναναστρέφεσαι με άλλους κολασμένους ή άλλους δαίμονες εκτός από εμένα.», του το έδωσε πίσω και ο Ντην το ξαναδιάβασε.

«Δηλαδή θα βλέπω και θα μιλάω…»

«Μόνο εμένα και μόνο με μένα.», του ξεκαθάρισε. «Αφότου βάλεις την υπογραφή σου, θα έρθω προσωπικά να σε παραλάβω και θα σε πάω σε μια τοποθεσία στην Κόλαση που την ξέρω μόνο εγώ κι εκεί θα παραμείνεις μέχρι να γίνεις δαίμονας.»

«Κ-και τι στα κομμάτια θα κάνω εκεί;»

«Θα ηρεμίσεις,», ο Άλαστερ τόνισε την λέξη του και έκανε παύση για να του δώσει να καταλάβει πως είχε αρκετή ώρα που ήταν στην τσίτα και εκνευριστικά αγχωτικός. «θα ξεκουραστείς, θα χαλαρώσεις και θα αφήσεις πίσω σου όλα όσα συνέβησαν τον τελευταίο χρόνο…»

«Τι πράγμα;», ο Ντην γέλασε σχεδόν υστερικά μη πιστεύοντας πως τα συγκεκριμένα λόγια έβγαιναν από το στόμα του Άλαστερ.

«…και μόλις το πάρεις από μόνος σου απόφαση πως ήρθε η ώρα να ολοκληρώσεις το ταξίδι της μεταμόρφωσής σου, τότε και μόνο τότε, θα σε οδηγήσω στον προορισμό σου.»

«Δηλαδή τέρμα τα βασανιστήρια;»

«Δεν είναι γραμμένο στους όρους μου όμως ναι, τέρμα αγαπητέ μου. Ούτε θα ξαναβασανίσεις, ούτε θα σε ξαναβασανίσει κανείς. Εκτός αν εσύ το θελήσεις.», ο Άλαστερ έγειρε το κεφάλι του περιπαιχτικά και του έκλεισε το μάτι. «Ή εκτός αν θεωρείς την επαφή μαζί μου και μόνο μαζί μου, βασανιστήριο. Δυστυχώς όμως αυτός ο όρος μου δε θα βγει από το Συμβόλαιο και ούτε και θα επιτρέψω καμία τροποποίηση του.»

«Δε καταλαβαίνω πώς θα με οδηγήσεις στον και καλά προορισμό μου χωρίς βασανιστήρια.», ο Ντην αναστέναξε. Μέχρι τώρα ήξερε πως οι ψυχές των κολασμένων δαιμονοποιούνταν μετά από εξοντωτικό ψυχικό βασανισμό.

«Αν υπογράψεις αυτό το συμβόλαιο με τη θέλησή σου, θα ολοκληρώσεις ένα πολύ μεγάλο κομμάτι του ταξιδιού σου ακριβώς γιατί θα το κάνεις με τη θέλησή σου. Το μόνο που θα κάνω εγώ μετά, είναι κάτι που το κάνω έτσι κι αλλιώς στο τελικό στάδιο μεταμόρφωσης κάθε κολασμένου που αναλαμβάνω.», παραδέχτηκε ανοιχτά. «Πριν την προδοσία σου ήσουν σε πολύ καλό δρόμο, μα με τη κουταμάρα που έκανες επανήλθες σχεδόν στο πρώτο στάδιο. Όμως μην ανησυχείς. Η υπογραφή σου θα σε βάλει ξανά ένα βήμα πριν την ολοκληρωτική μεταμόρφωσή σου.»

«Θα γίνω δαίμονας;», ο Ντην ψέλλισε αυθόρμητα, ρωτώντας ρητορικά κοιτώντας σχεδόν πανικόβλητος στα μάτια τον Άλαστερ, όμως εκείνος του χαμογέλασε καθησυχαστικά.

«Για ποιόν λόγο εκπλήσσεσαι και για ποιόν λόγο τρομάζεις Ντην;», έγλειψε τα χείλια του και του χαμογέλασε και πάλι. «Αυτός δεν είναι ο τελικός προορισμός όλων των κολασμένων;»

«Δ-δαίμονας.», μουρμούρισε απογοητευμένα ο Ντην ξεροκαταπίνοντας την έκπληξή του διατηρώντας το κενό και προβληματισμένο βλέμμα του στα γκρίζα μάτια του Άλαστερ.

«Άκου με λίγο Ντην,», ο Άλαστερ υιοθέτησε έναν ασυνήθιστο για τον χαρακτήρα του πατρικό και συμβουλευτικό τόνο μα προτού προλάβει να ολοκληρώσει τις σκέψεις του ακούστηκαν χτυπήματα στην πόρτα του γραφείου του. Το ύφος του άλλαξε σε δέκατα δευτερολέπτου και πήρε τη γνωστή παγωμένη έκφραση που ούρλιαζε κίνδυνος. «Πέρνα!», έκρωξε με νεύρο τη διαταγή του, μόλις ήχησε ένα δεύτερο σετ ρυθμικών χτυπημάτων.

«Συγνώμη που σας διακόπτω κύριε Καθηγητά,», το κεφάλι και μέρος του λαιμού της Οντίλ έκαναν τη διστακτική εμφάνισή τους στο άνοιγμα της πόρτας. «μπορώ να περάσω για να σας κάνω μια γρήγορη ενημέρωση;»

«Πραγματικά Οντίλ δε μπορεί να περιμένει η συγκεκριμένη και καλά ενημέρωση ως τα μεσάνυχτα;», ξεφύσησε ο Άλαστερ τον εκνευρισμό του αντί να ανατιναχθεί ή να ανατινάξει την παρείσακτη. Η Οντίλ και η πρωτύτερη απίστευτη βοήθειά της στο να σωθούν από τις μηχανορραφίες του Ντην, ήταν η μόνη που θα μπορούσε εκείνη την μέρα να διακόψει τον Διευθυντή της Σχολής Βασανιστών χωρίς αντίποινα.

«Θα μπορούσε κύριε Καθηγητά, μα…», η Οντίλ στρίμωξε μέρος από το μπούστο της στο άνοιγμα της πόρτας.

«Έλα, τελείωνε!», ο Άλαστερ της έκανε απότομο νόημα να μπει μέσα. «Λέγε, τι είναι αυτό που δε μπορεί να περιμένει.», περίμενε να τον ενημερώσει από την πόρτα, όμως εκείνη με γοργά κοφτά και άγαρμπα βηματάκια σα παχουλή χήνα, πλησίασε το γραφείο και έσκυψε στο αυτί του βάζοντας προστατευτικά την παλάμη της στο πρόσωπό της έτσι ώστε να κρυφτεί από τον Ντην που καθόταν απέναντί τους. «Τι μας λες; Είναι και σε ψιθυριστή μορφή αυτή η ενημέρωση; Γουστάρω Οντίλ!», γέλασε σαρκαστικά κοιτώντας τον Ντην με προσποιητή απόγνωση. «Πότε;», η πρώτη ερώτηση του δαίμονα του εξαφάνισε τα αμυδρά ιλαρά στοιχεία από το πρόσωπο και ο Ντην μπόρεσε να διακρίνει ψήγματα απότομης έκπληξης στα χαρακτηριστικά του. «Α, μάλιστα!», ο Άλαστερ λίγα δευτερόλεπτα μετά γέλασε κοφτά και τραβήχτηκε. «Κατάλαβα γλυκιά μου, κατάλαβα.», της έκανε νόημα να απομακρυνθεί όταν εκείνη επέμεινε να του πει κι άλλα. «Θα έρθω σε λίγο. Πήγαινε.», της χαμογέλασε και πάλι σαρδόνια.

«Ευχαριστώ και συγνώμη για την ενόχληση και πάλι κύριε Καθηγητά.», του χαμογέλασε ανακουφισμένη και η Οντίλ και έφυγε με τον ίδιο τρόπο που ήρθε, κλείνοντας περιπαιχτικά το μάτι της και στον Ντην μόλις αντάλλαξαν βλέμματα.

«Άλαστερ τι συνέβη;», ο Ντην δε πείστηκε πλήρως από την απρόσμενη συνδιάλεξη των δύο δαιμόνων και τη βεβιασμένη προσπάθειά τους να φανούν τυπικοί.

«Κάτι που αν ήσουν ακόμα υποδιευθυντής μου θα ήταν στις δικές σου αρμοδιότητες, τώρα όμως πέφτει η αγγαρεία στο δικό μου κεφάλι.», του πέταξε ο Άλαστερ βαριεστημένα.

«Όλα καλά;», επέμενε ο Ντην μη μπορώντας να παραβλέψει την προηγούμενη πρώτη απόπειρα ενημέρωσης του Άλαστερ από τον Φράνκλιν. «Τι έπαθαν;»

«Μη σε νοιάζει.», τόνισε ο Άλαστερ. «Δε θα χρειαστεί να ασχοληθείς ποτέ ξανά με τα βαρετά για σένα προβλήματα της Σχολής μου. Μόλις λοιπόν υπογράψεις,», συνέχισε στο θέμα που τους απασχολούσε περισσότερο, «θα γίνεις όπως προείπαμε ξανά ιδιοκτησία μου με καμάρι και κανονική πυροσφραγίδα, στην ιδιωτική μου τοποθεσία, μέχρι να δαιμονοποιηθείς ή μέχρι τον θάνατό μου, όπου αναγκαστικά και θα περάσεις στην ιδιοκτησία αυτού που θα με σκοτώσει.», σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να τακτοποιεί μηχανικά το γραφείο του. «Έχεις κάποια απορία ή θέλεις κάποια διευκρίνιση για το συμβόλαιό μου;»

Ο Ντην διάβασε ξανά στα γρήγορα το κείμενο. Δεν υπήρχε κάτι που δεν καταλάβαινε από τους όρους και την συμφωνία. Τα πάντα φαινόντουσαν ξεκάθαρα. «Αν όμως…», κόμπιασε. «Αν, λέμε τώρα, αν τελικά δεν αποφασίσω ποτέ να προχωρήσω και να γίνω δαίμονας, τότε…;»

«Τότε θα σε έχω ιδιοκτησία μου για μιαν αιωνιότητα.», ο Άλαστερ έκλεισε και κλείδωσε μαγικά με μια κίνηση του χεριού του το ανοιχτό συρτάρι του. «Είπαμε Ντην πως αν γίνεις δαίμονας τότε και μόνο τότε θα απελευθερωθείς από μένα και από απλή ιδιοκτησία θα γίνεις σχεδόν ισάξιο μέλος του ευρύτερου κύκλου μου.»

«Δηλαδή, αν δεν…»

«Αν δεν γίνεις δαίμονας ποτέ, τότε θα γίνεις… ένα από τα μπιμπελό της προσωπικής μου συλλογής.», τον διέκοψε μαντεύοντας την ερώτησή του χαμογελώντας αυθόρμητα με τον όρο που χρησιμοποίησε. «Ένα από τα πιο όμορφα, μα τελικά αποτυχημένα έργα τέχνης μου.»

«Κι εσύ δε θα…», ο Ντην δοκίμασε να μιλήσει, μα ο Άλαστερ τον έκοψε και πάλι σαν να είχε ήδη σκεφτεί την απάντηση στην ερώτησή του.

«Όχι Ντην. Εμένα δε θα με ενοχλήσει αυτό και ούτε πρόκειται να σε πιέσω να αλλάξεις με τη βία.», σταμάτησε για λίγο το συμμάζεμα. «Όμως θέλω να σκεφτείς κάτι. Σου θυμίζω πάλι πως σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου μου, δε θα σου επιτρέπεται να δεις και να μιλήσεις με κανέναν και φυσικά θα έχεις όλο τον χρόνο δικό σου. Αιώνες ολόκληροι στην διάθεσή σου. Θα είσαι ελεύθερος να τον διαχειριστείς όπως εσύ και μόνο εσύ επιθυμείς εντός όμως των ορίων της ιδιωτικής τοποθεσίας μου. Τέτοιου είδους ελευθερία μπορεί να ακούγεται ονειρική και ίσως στην αρχή να είναι, όμως τελικά, δυστυχώς, ο χρόνος χωρίς σκοπό είναι πραγματικό μαρτύριο, είναι φυλακή.»

Ο Ντην αναδεύτηκε ενοχλημένος στην πολυθρόνα του προσπαθώντας να βρει μια πιο ανακουφιστική στάση, βογκώντας αχνά. Οι λέξεις μαρτύριο και φυλακή τον ενόχλησαν περισσότερο από τα δύο σπασμένα του πλευρά.

Ο Άλαστερ τοποθέτησε τα δύο συμβόλαια, του Άλντρεντ στα αριστερά και το δικό του στα δεξιά, μπροστά στον Ντην και άφησε το προσωπικό του ολόχρυσο στυλό στο κενό ανάμεσά τους. «Όμως μην ανησυχείς από τώρα για αυτά. Θα τα συζητήσουμε όταν θα έρθει εκείνη η ώρα.», πήγε προς το τζάκι του και ανακάτεψε τις στάχτες με τη μασιά. Οι φλόγες ήταν έτοιμες να σβήσουν. «Ξέρω πως θα χρειαστείς τον χρόνο σου για να συνειδητοποιήσεις το τι θα αφήσεις για πάντα και τι θα απογίνεις τελικά και θα σε συμβούλευα να το κάνεις όσο αργά ή γρήγορα θέλεις εσύ. Στο εντωμεταξύ, θα σου δώσω μια εκτενή βιβλιογραφία να καλύψεις στις "διακοπές" σου, εφόσον το επιθυμείς φυσικά, για να μάθεις πράγματα για την Κόλαση και τους Δαίμονες που ούτε καν έχεις φανταστεί.», προχώρησε προς τον μεταλλικό του καλόγερο δίπλα στην έξοδο και πήρε το σακάκι του.

Ο Ντην σηκώθηκε από την πολυθρόνα λες και ήθελε να ακολουθήσει τον Άλαστερ, μα μόλις ίσιαξε το κορμί του, τα γόνατά του λύγισαν από την αδυναμία και αναγκάστηκε να στηριχτεί άτσαλα στην πλάτη της πολυθρόνας για να μη σωριαστεί ή ξανακαθίσει. «Φ-φεύγεις;», ρώτησε διστακτικά μορφάζοντας από την έντονη δυσφορία.

«Πρέπει. Με χρειάζονται.», ο Άλαστερ με αργές κινήσεις ξεκίνησε να φορά το σακάκι του. «Τι; Δε θες να φύγω και να σε αφήσω μοναχούλη;», ρώτησε χαμογελώντας αυτάρεσκα, τινάζοντας τα μανίκια του σαν να είχαν σκόνη όμως προς έκπληξή του ο Ντην δεν είχε καμία απόκριση και απέμεινε να τον κοιτά σα μικρό παιδάκι που βλέπει τη μαμά του να φεύγει. «Τι τρέχει αγαπητέ μου; Φοβάσαι;»

Η λέξη "φόβος" ήταν πολύ μικρή για να περιγράψει τα πραγματικά συναισθήματά του, μα φυσικά δε θα το παραδεχόταν αυτό ποτέ ανοιχτά και μάλιστα στον Άλαστερ. «Να μη σου δώσω κι εγώ ένα μικρό αποχαιρετιστήριο δωράκι;», γέλασε κοφτά ο Ντην πασχίζοντας να αλλάξει γρήγορα διάθεση. «Αφού ξέρω το πόσο λατρεύεις να με βλέπεις έτσι.», άλλαξε ασυναίσθητα και πάνω στην αμηχανία του το κέντρο βάρους του, πατώντας στο τραυματισμένο του πόδι. Μια πράξη που του λύγισε το αντίστοιχο γόνατο κάνοντάς τον να σκοντάψει ενώ ήταν στατικός και να βογκήξει πνιχτά μέσα από σφιγμένα δόντια.

«Ντην, Ντην, Ντην.», αναστέναξε ο Άλαστερ το όνομα του Ντην, με τον γνωστό του τραγουδιστό τρόπο. «Αν και ήδη προσπάθησα νωρίτερα να σου διορθώσω τον καμβά κι εσύ μου το απαγόρευσες, ωστόσο εγώ θα σ' το ξαναπροτείνω.», ο Άλαστερ τον πλησίασε αργά και περήφανα. «Θέλεις να σε φτιάξω για να μπορέσεις να συγκεντρωθείς καλύτερα και να πάρεις την τελική απόφασή σου;»

Ο Ντην δάγκωσε τα χείλια του και χαμογέλασε λυπημένα. «Άλαστερ, θέλω να φύγω!», βόγκηξε απελπισμένα και έκλεισε τα μάτια του. «Θέλω να φύγω από την Κόλαση! Είναι το μόνο που επιθυμώ!»

Ο δαίμονας πήρε μια βαθιά αναπνοή και απάντησε μόνο όταν ο Ντην άνοιξε και πάλι τα μάτια του. «Αυτό το "θέλω" σου δεν περνάει από το χέρι μου αγαπητέ μου. Το ξέρεις πολύ καλά πως είναι πέρα από τις δυνάμεις μου.», τόνισε τις λέξεις του. «Μου ζητάς κάτι το τελείως αδύνατο.»

«Τότε άσε με!», ο Ντην ψιθύρισε πικραμένα. «Άσε με και μη με κακομαθαίνεις. Άσε με να συνεχίσω υποφέρω.»

«Όπως επιθυμείς αγαπητέ μου.», ο Άλαστερ απάντησε λες και υπάκουσε στην προτροπή του και του χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο με το πίσω μέρος των δαχτύλων του, ξεκινώντας από το τραυματισμένο του ζυγωματικό έως την άκρη του πηγουνιού του.

Ο εκτυφλωτικός, καυτός πόνος που ένιωθε ο Ντην στο ξεσκισμένο, από τη λαμαρίνα του αυτοκινήτου, πόδι του, άλλαξε και μεταμορφώθηκε σε έντονη φαγούρα, λες και κάποιος του το περιποιήθηκε και πέρασαν μερικές μέρες από τότε που τραυματίστηκε. Πλέον μπορούσε να το πατήσει χωρίς να νιώθει ανυπόφορο πόνο και ταυτοχρόνως συνειδητοποίησε πως και όλα τα υπόλοιπα τραύματά του είχαν μειωθεί σε ένταση σαν να είχαν περάσει μέρες και είχαν αρχίσει να γίνονται καλά. Ήταν ξεκάθαρο πως ο Άλαστερ του είχε βελτιώσει τον "καμβά", χωρίς να το παραδεχτεί.

«Όμως Ντην,», συνέχισε ο δαίμονας, «ό,τι και να επιλέξεις, πρέπει πρώτα να καταλάβεις κάτι που απορώ τόσα χρόνια πώς και δε το έχεις χωνέψει.», έσμιξε τα φρύδια του και αύξησε την ένταση της φωνής του. «Δεν επρόκειτο να φύγεις ποτέ από την Κόλαση.», έκανε παύση για να δώσει βάρος στην πρότασή του. «Κανένας δεν έχει τη δυνατότητα να σε απελευθερώσει από το Βασίλειο, δε μπορείς από μόνος σου να δραπετεύσεις με κανένα τρόπο και κανείς, μα κανείς, δεν θα έρθει ποτέ των ποτών να σε σώσει!», ο Άλαστερ ανασήκωσε το πηγούνι του Ντην όταν εκείνος πήγε να σκύψει το κεφάλι του ηττημένα. «Ούτε ο μπαμπάκας σου που μας ξέφυγε σε μια αστρονομικά απίθανη περίπτωση, ούτε ο "θείος" Μπόμπι, ούτε ο πολυαγαπημένος σου Σάμι! Μ' άκουσες Ντην; Κανείς! Ποτέ!», του ταρακούνησε το κεφάλι ελαφρά. «Πες το!»

Ο Ντην πήγε να τραβηχτεί από τη λαβή του, μα ο Άλαστερ τον γράπωσε επώδυνα. «Παρόλο που δεν μου ανήκεις πια και δεν μπορώ να σε διατάξω για τίποτα ωστόσο θέλω να σε ακούσω να παραδέχεσαι το γεγονός πως δε θα φύγεις από την Κόλαση ποτέ! Πες το να τ' ακούσω!»

«Π-ποτέ.», ψέλλισε με κόπο ο Ντην.

«Έτσι! Ξανά!», τον άφησε μα επέμεινε φωνάζοντάς του δυνατά.

«Ποτέ.», ο Ντην απάντησε αναγκαστικά.

«Ακριβώς! Πιο δυνατά τώρα!»

«Ποτέ!»

«Ντην, πείσε με πως το πιστεύεις και πως δεν έχεις ανόητες αυταπάτες! Λέγε!»

«Ποτέ! Δεν επρόκειτο να φύγω από την Κόλαση ποτέ!», ο Ντην ούρλιαξε με πόνο την απάντησή του κοιτώντας τον Άλαστερ σχεδόν απειλητικά μέσα στα μάτια. «Άλ-λαστερ…Δε θα φύγω ποτέ από 'δω…», επανέλαβε σχεδόν άηχα αυτή τη φορά και τελείως απελπισμένα.

«Ωραίος. Σε πιστεύω.», ο δαίμονας του χαμογέλασε ενθαρρυντικά και συνέχισε αποφασιστικά. «Το ότι δε θα φύγεις όμως από εδώ, δε σημαίνει πως είσαι καταδικασμένος να υποφέρεις για πάντα. Μη ξεχνάς πως όλοι πονάνε, όμως είναι προσωπική επιλογή του καθενός το να συνεχίσουν να υποφέρουν.», έστρωσε με προσοχή τα μανίκια του και το πέτο του παρατηρώντας ωστόσο με την περιφερική του όραση τον Ντην που ανέπνεε άρρυθμα και ξέπνοα ξεθεωμένος από την προηγούμενή του παραδοχή. «Δεν είχα σκοπό να σου μιλήσω για αυτό μα επειδή βλέπω πως είσαι ακόμα ιδιαίτερα προβληματισμένος θα σου πω κάτι που το κρατούσα για αφότου και εφόσον έβαζες την υπογραφή σου στο δικό μου συμβόλαιο.»

Το βλέμμα του Ντην έχασε σταδιακά την απελπισμένη και απεγνωσμένη έκφραση και επικεντρώθηκε με ζωηρή περιέργεια στο βλέμμα του Άλαστερ.

Ο δαίμονας χτύπησε νευρικά τη γλώσσα του στα δόντια του σαν να κρατούσε τον ρυθμό σε κάποια εσωτερική του σκέψη και πήρε μιαν αποφασιστική βαθιά ανάσα. «Η αλήθεια είναι…η αλήθεια είναι, πως δε σε θέλω απλά μόνο για μπιμπελό.», παραδέχτηκε τελικά συνωμοτικά. «Έχω τρανά και μακροπρόθεσμα σχέδια για σένα και για μένα. Για μας, αγαπητέ μου Ντην!»


...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...


[0] Σ.Σ. Μη ξεχάσετε να αφήσετε review. Για οποιαδήποτε απορία στείλτε μου P.M.

[0] Σ.Σ. Το επόμενο κεφάλαιο θα είναι και το τελευταίο της ιστορίας.