κεφάλαιο 1
Ήταν κατασκότεινα εκείνη την νύχτα που ο Τζαφάρ βρήκε επιτέλους την κρυψώνα του λυχναριού, που τόσο επιθυμούσαι. Τρέχοντας καβάλα στο άλογό του, με τον παπαγάλο του στον ώμμο, ακολουθούσε την λάμψη που του έδειχνε τον δρόμο. Το βλέμμα του ήταν άγριο και τερατώδες. Στα μάτια του δεν υπήρχε ίχνος ανθρωπιάς. Κοιτούσε όπως ένα λιοντάρι κοιτά την λεία του, λίγο πριν κάνει το τελευταίο σάλτο και της στερισει την ζωή.
Δίπλα του ίππευε βιαστικά και ο κλέφτης που το βοηθούσε, περιμένοντας φυσικά την ανταμοιβή του...
Ξαφνικά και η δύο βλέπουν στο βάθος κάτι το απίστευτο! Η λάμψη που μέχρι τώρα ακολουθούσαν μανιωδώς, είχε χωριστεί στα δύο και κατευθυνόταν προς έναν αμμόλοφο οπου και τελικά συγκρούστηκε, δημιουργώντας έτσι πάνω του, δύο μάτια τόσο φωτεινά, σαν δύο χρυσούς ήλιους. Τότε αέρας άρχισε να φυσάει γύρω από τον λόφο σηκώνοντας την άμμο σαν στροβιλιστή κορδέλα και χαρακτηριστικά άρχισαν να πλάθονται στη απιφάνια του. Όταν οι δύο καβαλάρηδες πλησίασαν, έπεσαν από την ορμή του ανέμου και ξάφνου ακούστηκε μια βοή σαν βρυχηθμός. Μόνο όταν ο αέρας κόπασε και η λάμψη εξαφανίστηκε κατάφεραν να σηκώθουν και να αντικρίσουν ένα θεόρατο κεφάλι τίγρης από άμμο. Το στώμα της ήταν ανοιχτό και από μέσα έβγενε φως τόσο δυνατό ώσο αυτό στα μάτια της.
《Το σπήλαιο των θαυμάτων.》Μουρμούρισε ο Τζαφάρ με ένα υποχθόνιο ύφος και έπιασε τον κλέφτη από τον γιάκα διατάζοντάς τον να μπεί στο στόμα της τίγρης και να του φέρει το λυχνάρι...
