Ουφ παλι τους ξεφύγαμε. Σκέφτηκε ο Αλαντίν καθώς εκείνος και ο Αμπού καθόντουσταν για να απολαύσουν το ψωμί που μόλις έκλεψαν.
Εκεί όμως που πήγαινε να φάει την πρώτη του μπουκιά, βλέπει με την άκρη του ματιού του δυο παίδια με κουρελιασμένα ρούχα να τους κοιτάνε με λαχτάρα. Ραγίζει η καρδιά του που τα βλέπει και ακόμα και αν γουργουρίζει η κοιλιά του, κοιτάει τον Αμπού ρωτώντας τον με τα μάτια. Το μαϊμουδάκι όμως είναι ανένδοτο και αρχίζει να κατασπαράζει το ψωμί του αφού ρίξει στον Αλαντίν ένα θυμωμένο βλέμα. Ο Αλαντίν όμως, τα λυπάται και χωρίς δεύτερη σκέψη σηκώνεται και δίνει στα παιδιά το ψωμί του με ένα γλυκό βλέμα στο πρόσωπο.
《Ορίστε.Μην φοβάστε.》Τους λέει, και το μεγαλύτερο από τα δύο παίρνει το φαγητό χαμογελώντας.
Τότε και ο Αμπού δεν μπορεί να κάνει αλλιώς...σηκώνεται και τους προσφέρει και αυτός (το μισοφαγομένο τώρα πια) ψωμί του.
Καθώς ο Αλαντίν κοιτά περήφανος την σκηνή μπροστά του, μουσική ακούγεται εξω από το σοκάκι που καθόντουσταν. Περίεργος ακολουθεί το θόρυβο όσπου βλέπει έναν ακόμα πρίγκηπα να κατευθύνεται προς το παλάτι.
Τώρα τελευταία είχαν όλο και πιο συχνές επισκέψεις από Βασιλόπουλα ή αλλιώς πιθανούς μνηστήρες για την κόρη του βασιλιά, την πριγκίπισσα Ελπίδα. Η Ελπίδα ήταν σε ηλικία γάμου και έπρεπε να παντρευτεί σύντομα για να διασφαλίσει ένα καλό μέλον για το βασίλειο. Το ίδιο βέβαια, έπρεπε να κάνει και ο αδερφός της πριγκίπισσας, ο πρίγκηπας Τζας και για αυτό συνήθως έλειπε σε ταξίδια για την αναζήτηση μια νύφης. Αν και οι δυο τους ήταν πολύ διάσημοι στο βασίλειο πολλοί λίγοι ανθρωποι τους είχαν δει από κοντά και το γεγονός του ότι εξακολουθούσαν να μην βρίσκουν συζύγους δεν ήταν και το καλύτερο για την φύμη τους.
Ο σημερινός μνηστήρας καβαλούσε ένα κατάλευκο άλογο κρατόντας το κεφάλι του ψηλά. Είχε ένα υπεροπτικό ύφος στο πρόσωπο του και όταν τα δυο παιδιά που βοήθησε ο Αλαντίν βρέθηκαν καταλάθος μπροστά του, δεν αντέδρασε τόσο ήρεμα.
Ο Αλαντίν πήγε κατευθείαν να τα βοηθήσει και ο πρίγκηπας του έπιασε το χέρι με το λάσο του και με κακία το έριξε στην λάσπη ένω συνέχισε τον δρόμο του προς τις θεόρατες πύλες του παλατιού.
Κάθως ο Αλαντίν τον έβλεπε να φεύγει θα ορκιζόταν πως και το άλογό του είχε την ίδια απέσια προσωπικότητα με τον αφέντη του.
《Προσεξε τον Αμπού, σπάνια βλέπει κάποιος ενα τόσο μουλαρένιο μουλάρι.》
《Δεν είσαι πάρα ένας βρομιάρης, γεννημένος βρομιάρης και θα πεθάνεις βρομιάρης και μόνο οι ψείρες σου θα σε κλάψουν.》Του απαντάει ο μνηστήρας με ένα βλέμα γεμάτο μίσος.
Ο Αλαντίν θυμωμένος τρέχει από πίσω του αλλά οι πόρτες του παλατιού κλίνουν στα μούτρα του και μένει μόνος του με τον Αμπού.
《Δεν είμαι αλήτης, ούτε έχω ψείρες》ξεφωνίζει και γυρνάει προς τον φίλο του αναστενάζοντας.《Έλα Αμπού, πάμε...πάμε σπίτι...》
