《Άγχ!Μα τι ταπείνωση ήταν αυτή!》Λέει με μια αγριοφωνάρα ο μνηστήρας που πριν λίγο έφτασε, για να δει την πριγκίπισσα Ελπίδα.

ο Σουλτάνος τον ακολουθεί ενώ αυτός πάει σχεδόν τρέχοντας προς την έξοδο το παλατιού. Το πίσω μέρος του παντελονιού του είχε τώρα πια μια τεράστια τρύπα και τον έκανε να φαίνεται γελοίος.

《Ελπιζω δεν θα μας φύγετε, έτσι δεν είναι;》

《Σας εύχομαι καλή τύχη και σύντομα κουφέτα.》απαντά θυμωμένος και εξαφανίζεται...

Αχ τι θα κάνω πως θα παντρέψω την κόρη μου αν αυτή δεν θέλει κανέναν; Και ο γιος μου; Έχει πάει τόσα ταξίδια...γυρίζει σήμερα από το τελευταίο του και από όσο ξέρω δεν επιστρέφει με καλά νέα. Συλλογίζεται ο Σουλτάνος προχωρώντας προς τον κήπο για να βρει την Ελπίδα.


《Γειά σου αδερφή!》

《Τζας!!!》φωναζει η Ελπίδα, καθώς τρέχει και δίνει στον αδερφό της μια τρυφερή αγκαλιά.

《Λοιπόν,τι έγινε όσο έλειπα; Γιατί είδα τον μπαμπά τόσο στενοχωρημένο;.》

Τα δύο αδέρφια μερακινούνται ενώ μιλάνε και κάθονται στην άκρη του συντριβάνιού.

《Ο Ράτζα απλώς παραφέρθηκε λίγο όταν είδε τι χαζός ήταν, ένας που μου κουβάλησαν για να παντρευτώ.》Λέει με ένα αμυδρό χαμόγελο και ο Τζας ξεσπάει στα γέλια. 《Ναι...ο μπαμπάς δεν το βρήκε τόσο αστείο...κλείνω τα δεκαέξι σε τρεις μέρες και θέλει να προλάβω να βρω σύζυγο.》Λέει αγανάκτησμένη.《Ξέρεις το πρόβλημα μου όμως. Θέλω να παντρευτώ από αγάπη. Και μόνο έναν αγαπάω! Αν δεν πάρω τον Άλεξ δεν παίρνω κανέναν.》

Πολλοί ήξεραν τον Άλεξ, ήταν ένας από τους υπηρέτες του Τζας και όλοι είχαν να πουν καλά λόγια για αυτόν.. Ήταν ο μόνος που ήξερε πως ο Άλεξ και η Ελπίδα είχαν ερωτευτεί και εδώ και ένα χρόνο, έψαχναν ένα τρόπο για να το πούνε στον Σουλτάνο, χωρίς να τους αναγκάσει να χωρίσουν. Ο νόμος όμως έλεγε πως και οι δύο έπρεπε να παντρευτούν παιδιά Σουλτάνου. Παρόλα αυτά ο Τζας τους ζήλευε λίγο. Ήθελε και εκείνος να γνωρίσει την αγάπη, αλλά ακόμα και μετά από τόσα ταξίδια σε παλάτια με τις πιο όμορφες και καλές βασιλοπούλες, δεν μπορούσε να βρει αυτό που έψαχνε.

《Μην ανησυχείς κάτι θα σκεφτούμε. Όσο περνάει από το χέρι μου, εσύ δεν παντρεύεσαι εκτός κι αν το θελήσεις.》της λέει.

《Εσυ;Βρήκες νύφη;》ρωτάει η Ελπίδα.

《Όχι. Η τελευταία πριγκίπισσα ήταν πολύ καλή, αλλά δεν νομίζω να μπορούσα να την αγαπήσω ποτέ έτσι όπως αγαπούσε ο μπαμπάς την μαμά και έτσι όπως αγαπάς εσύ το Άλεξ.》