Το πέπλο της νύχτας είχε σκέπασει τον ουρανό της Άγκραμπα και κρύμένος στις σκιές της, ο Τζας κατευθύνθηκε προς τα τείχη που χώριζαν το παλάτι από τον υπόλοιπο κόσμο. Ντυμένος με έναν καφέ κουρελιασμένο μανδία για να κρύβει το βασιλικό του ένδυμα, ξεκίνησε να σκαρφαλώνει ένα δέντρο έτσι ώστε να καταφέρει να περάσει από την άλλη πλευρά του τείχους.
Έπρεπε να το κάνει. Έπρεπε να πάρει την ζωή στα χέρια του πριν να είναι πολύ αργά. Ήθελε να ζήσει πριν γίνει Σουλτάνος και για να το κάνει αυτό θα έπρεπε να το σκάσει για ένα διάστημα. Ουτε η αδερφή του δεν ήξερε για το σχέδιο του...θα το μάθαινε το πρώι από ένα σημείωμα που της είχε αφήσει.
Πριν όμως ξεκινήσει καλα καλα να ανεβαίνει, κάτι ένιωσε να του τραβάει το πόδι.
《Ράτζα μη...ξέρεις οτι πρέπει να το κάνω αυτό...》 είπε στον τίγρη του και του έδωσε μια σφιχτή αποχερετηστήρια αγκαλιά. 《Θα γυρίσω! Ίσως όχι σύντομα αλλλά θα γυρίσω εγκαίρως. 》
Τελικα ο Ράτζα με ένα λυπημένο βλέμα βρυχηθηκε ηττημένος και βοήθησε τον Τζας να σκαρφαλωσει το δέντρο.
Είχε ξημερώσει ότα ο Τζας αποφάσισε να εξερευνήσει την πόλη. Ακόμα και αν είχε κάνει αμέτρητα ταξίδια, ποτέ δεν τον άφηναν να τρυγιρίζει στα διάφορα βασίλεια. Έτσι το μόνο που είχε δει ήταν παρόμοια παλάτια και κάθε τι που έβλεπε τώρα στην αγορά της πόλης, του φαινοταν άγνωστο και ένδιαφέρον.
Έτσι λοιπόν, θαμπωμένος προχωρούσε μες τον δρόμο, κρατώντας σφιχτά την κουκούλα του, έτσι ώστε να μην κινδυνέψει να φανεί η ταυτότητά του. Σε μια στιγμή απροσεξίας σκόνταψε πάνω σε έναν κοκαλιάρι άντρα και το ρούχο του έφυγε από τα χέρια κάνοντας την κουκούλα του να πέσει για ένα δευτερόλεπτο. Ταραγμένος την ξανατοποθέτησε στο κέφάλι του και κοίταξε έντρομος γύρω του. Ευτυχώς κανένας δεν έδιχνε να του δίνει σημασία και ο Τζας συνέχισε τον δρόμο του.
Ο Αλαντίν καθόταν πάνω σε μια τέντα όταν είδε ένα αγόρι να πέφτει πάνω σε έναν άντρα. Η κουκούλα του έπεσε και αμέσως του αποκαλύφτηκε το πιο όμορφο πρόσωπο που είχε δει ποτέ. Ο Αλαντίν τότε ήξερε, πως δεν θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το αγόρι.
Έμεινε εκεί ονειροπολώντας όσπου άκουσε έναν έμπορο να φωνάζει εξαγριωμένος.《Εμένα δεν τόλμησε να με κλέψει ποτέ κανένας!!!》
《Μα σας παρακαλώ κύριε... δεν έχω καθόλου χρήματα. Αν με αφήσετε να πάω στο παλάτι θα σας φέρω από τον Σουλτάνο.》Λέει το αγόρι και πριν καλά καλα το καταλάβει, ο Αλαντίν είχε κατέβι από την τέντα έτοιμος να το βοηθήσει.
《Σε ευχαριστώ καλέ μου κύριε, χαίρομαι που τον βρήκες.》Λει βιαστηκά.
《Το ξερεις το αγόρι;》
《Δυστυχως ναι! Ειναι ο αδερφος μου και δεν ειναι στα καλα του.》Απαντά ο Αλντίν κάνοντας κάποιες χαζές χειρονομίες με τα χέρια του.
《Είπε πως ξερει το Σουλτάνο.》
《Νομίζει πως ο Σουλτάνος ειναι η μαϊμού.》
Τότε το αγόρι φαίνεται πως έπιασε το νόημα και έπεσε στα γόνατα μπροστά στον Άμπου.
《Ωωω καλέ μου Σουλτάνε πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;》Λέει προσκινώντας τον.
Μετά από αυτό ο Αλαντίν με το ζόρι κρατιώταν για να μην βάλει τα γέλια. Όλο το σκηνικό ήταν ξεκαρδιστηκό.
《Τραγικό δεν είναι; 》Λεει τελικα στον έμπορο δίχνωντας τους.《 Έλα αδερφούλι πρέπει να πάμε στον γιατρό》Συκώνει το αγόρι από το πάτωμα και κρατώντας το από τους ώμους οδηγεί και τους τρεις τους μακριά.
