Τελικά κατάφεραν να απομακρυνθούν αρκετά από τον έμπορο και τώρα ο Τζας ακολουθούσε τους δύο ήρωες του. Από την στιγμή που είδε το αγόρι ένιωσε πως ήταν ξεχωριστό και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του.
《Σχεδόν φτάσαμε!》είπε.
Άρχισαν να ανεβαίνουν μια ξύλινη σκάλα που πήγαινε ως την κορυφή ενός σπιτιού και το αγόρι τον βοήθησε να ανέβει το τελευταίο μεγάλο σκαλοπάτι τραβώντας τον από τα χέρια. Τελικά ο Τζας τα κατάφερε, αλλά μόλις πάτησε το έδαφος έχασε την ισορροπία του και έπεσε πάνω στο αγόρι. Έτσι και οι δυο κατέληξαν γραπωμενοι ο ένας πάνω στον άλλον προσπαθώντας να σταθεροποιηθούν.
Ο Τζας τότε, πρόσεξε για πρώτη φορά τα μάτια του αγοριού. Ήταν σκούρα, σχεδόν μαύρα και τόσο ειλικρινή. Δεν είχαν καμία σχέση με αυτα που έβλεπε συνήθως στους ψιλομμίτες γαλαζοαίματους που γνώριζε και ένιωσε ένα ευχάριστο φτερούγισμα στο στήθος.
《Θέλω να σε ευχαριστήσω που με έσωσες 》Ξεφούρνισε ο Τζας ενώ οι δυο τους χωρίζονταν.
《Ήταν η πρώτη σου φορά στην αγορά εεε;》τον ρωτάει το αγόρι και του σκάει ένα τεράστιο χαμόγελο. Παίρνει ένα θεόρατο κοντάρι και πιδώντας με την βοήθεια του, περνάει στο απέναντι κτίριο.
《Τόσο πολύ φαίνεται;》Απαντάει παρατηρώντας τον ενώ στήριζε μιά χοντρή σανίδα ενδιάμεσα από τα δύο κτίρια, προφανώς για να την διασκίσει αυτός.
《Εεε... ξερεις κάνει μπαμ πως να το κάνουμε.》
《Φαίνεται πως δεν ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι το Άγκραμπα.》
Ο Αλαντίν δεν πρόλαβε καλά καλά να τελειώσει την φράση του όταν το αγόρι έπιάσε ένα κοντάρι και πίδηξε ως εκεί που ήταν αυτός, χωρίς προσπάθεια. Άπλώς έμεινε μέ ανοιχτό το στώμα.
《Μαθαίνω όμως γρήγορα.》Του είπε με ένα στραβό χαμόγελο.
Και τότε ήταν που ο Αλαντίν κατάλαβε πως ήταν τρελά ερωτευμένος με ένα αγόρι που μόλις γνώρισε.
Ο Τσας και το αγόρι τώρα περνούσαν από ένα σκοτεινό στενό δρομάκι.
《 Από εδώ. Πάμε 》Του λέει ανοίγοντας δρόμο για αυτόν. 《Χέι Πρόσεξε το κεφάλι σου εκεί》
Τελικά φτάσανε σε ένα σκοτεινό μικρό χώρο με πέτρινους τοίχους. Ο ένας από αυτούς είχε ένα τεράστιο πορτοκαλί πανί που κρεμόταν από το ταβάνι. Πίσω από αυτό ήταν μια μεγάλη τρύπα.
《Εδώ μένεις;》
《Ναι! Εγώ και ο Αμπού 》είπε δίχνοντας την μαΐμου του που τόση ώρα είχε μείνει σιωπηλή.《Σα στο σπίτι σου. 》
《Μου αρέσει εδω περα!》Λέει ο Τζας και κάνει ακόμα ένα διστακτικό βήμα προς τα μέσα.
Το αγόρι του έπιασε τα χέρια και απαλά τον οδήγησε κοντά στον τρύπιο τοίχο.《Εεε δεν είναι και σπουδαίο... 》Λέει σχεδόν ψιθυριστά ενώ τραβά το πανί που κρεμότανε μπροστά τους. 《 Έχει όμως σπουδαία θέα...》
Και όντως είχε! Ο Τζας δε είχε καταλάβει πως είχαν σκαρφαλώσει τόσο ψηλά ως τώρα. Από το σημείο που στεκόταν μπορούσε να δει όλο το Άγκραμπα. Μπροστά, τα σπίτια και η αγορά που φωτίζονταν με ένα απαλό πορτοκαλί χρώμα όπως αυτό του ουρανού τώρα στο ηλιοβασίλεμα. Από πίσω έστεκε το θεόρατο παλάτι, πλούσιο και επιβλητικό. Θα έλεγε κανείς πως όποιος και αν το έβλεπε θα του κοβόταν η ανάσα από την όμορφιά του. Ο Τζας όμως έβλεπε μόνο μια φυλακή. Έβλεπε μόνο θλίψη και αμέσως θυμήθηκε γιατί το είχε σκάσει.
《Αχ κοίτα το παλάτι φαίνεται απίθανο από εδώ.》Λέει το αγόρι και η φωνή του βγάζει τον τζας από τις σκέψεις του. Κοιτάει τον θαυμασμό του νέου δίπλα του καθώς κοιτούσε το παλάτι και νιώθει ένα βάρος στο στήθος. Δεν αντέχει άλλο να κοιτάει και γυρίζει την πλάτη σε αυτόν και την φυλακή του.
《Αναρωτιέμαι πως είναι να ζεις με υπηρέτες.》
Ναι που να ήξερες. Σκέφτεται ο Τζας. 《Και να σου λένε τι να φας και που να πας...》Λέει εκνευρισμένα.《Χάχα το προτιμώ από το να ψάχνω φαΐ και να τις καπουλάρω από τους φρουρούς》《Δεν έχεις καμία προσωπική ελευθερία...》Ο Τζας συνεχίζει με ένα ύφος απόγνωσης.《Καμία φορά νιώθεις σα να είσαι σε... σα να είσαι σε ...》《φάκα!!》Λένε και οι δύο ταυτόχρονα.
Ο Τζας και ο Αλαντίν κοιτάζονται απότομα.
Είναι δυνατόν να έχουμε τόσο διαφορετικές ζωές αλλά να νιώθουμε και οι δύο το ίδιο εγκλωβισμένοι. Σκέφτεται ο Τζας. Ποτέ δεν είχε συναντήσει ένα τέτοιο αγόρι και η καρδιά του ήξερε πως δεν θα συναντούσε και άλλο.
Ο Αλαντίν ήξερε πως το αγαπούσε αυτό το αγόρι. Αυτό το αγόρι που μόλις γνώρισε, το αγόρι που ήταν αστείο και τον καταλάβενε. Ήταν ο πιο όμορφος άνθρωπος που είχε δει.
《Λοιπόν, από που είσαι;》 Λέει ο Άλαντιν θέλοντας να αλλάξει θέμα στην συζήτηση. Παίρνει με δυσκολία τα μάτια του από το αγόρι και πιάνει δύο μήλα .
《Παίζει ρόλο;》Απαντά ο Τζας πιάνοντας το μήλο που μόλις του πέταξε ο Αλαντίν. 《Τώρα που το έσκασα, δέν γυρίζω πίσω σύντομα.》
Ο Αλαντίν τρώει λίγο από το μήλο στα χέρια του και το δίνει στον Αμπού.《Αλήθια; Και γιατί;》Ρωτάει και κάθετε δίπλα στον Τζας προσπαθώντας να τον κάνει να ανοιχτεί.
《Αχ! Να...! Ο πατέρας μου με πιέζει να παντρευτώ. Χθες το βράδυ είπε πως δεν μπορούσε να περιμένει άλλο και για αυτό μου βρήκε αυτός νύφη... κανονικά, θα έφευγα σήμερα για να την συνάντησω και θα παντρευόμασταν σε μια εβδομάδα.》Απαντά ο Τζας και με το ζόρι κρατά τα δάκρυά του. Είχε υποσχεθεί να μην αφήσει την αδερφή του μόνη της, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήλπιζε μόνο πως θα καταλάβενε και θα τον συγχωρούσε. Είχε πάρει πολύ δύσκολες αποφάσεις, αλλά κοιτάζοντας στα μάτια το αγόρι που τον έσωσε από το στώμα του λύκου στην αγορά,το αγόρι με αυτό το ζεστό χαμόγελο, ήξερε πως έπραξε σωστά.
Ο Αλαντίν δεν ήξερε τον πατέρα του Τζας, αλλά μόνο και μόνο που άκουγε πως θα τον υποχρέωνε να παντρευτει ένιωθε μέσα του μια ανεξήγητη οργή.《Αυτό είναι πολύ άσχημο.》
Ξαφνικά ο Αμπού εμφανίζεται από το πουθενά δίπλα στον Τζας και ταράζει την ησυχία βγάζοντας κάτι ασυνάρτητους ήχους για αυτόν, αλλά δίχνοντας πολύ θυμωμένος.
《Τι λέει ο Αμπού;》ρωτάει ο Τζας
Το αγόρι στην αρχη φαίνεται να ταράζεται λίγο με την ερώτηση αλλά μετά το πρόσωπο του ηρεμεί και απάντα με ένα γλυκό και απαλό τρόπο.《 Λέει ότι...ότι είναι άδικο.》Και ο Αμπού αμέσως τον κοιτά απορημένος.
Ναι καλά...Σκέφτεται αλλά τελικά λέει με ένα πονηρό χαμόγελο:
《Ααα το είπε εεε;》
《Φυσικά το είπε》Λέει το αγόρι με την ίδια πονηράδα στην φωνή του.
《Και μήπως ο Αμπού έχει και τίποτα άλλο να πεί;》Ο Τζας συνεχίζει το παιχνίδι τους.
《Ναι...δηλαδή...》Ξεκινάει λίγο αμήχανα《 ...θα ήθελε να μπορούσε να κάνει κάτι.》και παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, τον πλησιάζει ακόμα περισσότερο.
Τότε ο Τζας κατάλαβε ακριβώς τι του ζητούσε και έπιασε τον εαυτό του να θέλει να του πει χιλιάδες ναι. Τότε συνειδητοποίησε! Ήταν ερωτευμένος και τα νέα τον χτύπησαν σαν κεραυνός. Επιτέλους είχε βρει την αληθινή του αγάπη.
Μην έχοντας λόγια το μόνο που καταφέρνει να πει είναι: 《Πες του ότι είναι πολύ γλυκός.》
Και τότε και οι δύο ταυτόχρονα μαζεύουν όλο το θάρρος που μπορούν να βρουν και πλησιάζουν τα πρόσωπά τους έτοιμοι για το φιλί που θα τα άλλαζε όλα.
Ήταν δύο αγόρια, ενας πρίγκηπας και ένας κλέφτης.
Αλλά η αγάπη τους ήταν αληθινή και στην αγάπη δεν υπάρχουν διακρίσεις.
