Πλησίασαν αργά ο ένας τον άλλον και τώρα τα χείλη τους απήχαν χιλιοστά.
《Εδώ μου ήσαστε;》Ακούγεται μια αντρική φωνή από το πουθενά και ο Τσας και ο Αλαντίν πετάγονται απο την θέση τους τρομαγμένοι. Μπροστά τους στεκόντουσταν φρουροί του παλάτιου.
《Με κυνηγάνε!》Λένε και οι δύο ταυτόχρονα και κοιτάζονται απορημένοι.
《Σε κινηγάνε;》 Λένε ξανά μαζί σε τέλεια αρμονία.
Ο Τζας βάζει τα χέρια στο πρόσωπό του σαστυσμένος και λέει περισσότερο στο εαυτό του:《Ο πατέρας μου πρέπει να έστειλε στρατιω...!》
《Με εμπιστευέσαι; 》Φονάζει ο Αλαντίν《Με εμπιστεύεσαι;》και απλώνει το χέρι του προς τον Τζας.
《Ναι...》Του απαντάει και πιάνει το χέρι του λίγο χαμένος. Δε ήξερε τι μπορεί να ετιμάζει πάλι ο Αλαντίν αλλά τον εμπιστευόταν με την ζωή του.
《Εεε τότε πίδαααα!!!》Λέει ενώ τραβάει τον Τζας και πηδάνε στο κενό.
Τελικά έπεσαν και οι δύο στην άμμο σώοι και αβλαβείς αφού πρώτα μια τέντα τους εκόψε την φόρα.
Ο Αλαντίν κοίταξε το αγόρι δίπλα του ανακουφισμένος όταν είδε πως ,αν και λίγο χλωμός από την πτώση, ήταν καλά.
Και οι δύο άρχισαν να τρέχουν μα δεν πρόλαβαν να πάνε μακριά όταν ο Αλαντίν έπεσε πάνω σε έναν από τους φρουρούς.
《Ηρθε η ώρα σου μικρέ!》
Τον έπιασε με τα μεγάλα χέρια του και τον έσπρωξε προς τους υπόλοιπους στρατιώτες οι οποίοι τον ακοινητοποίησαν.
《Άφήστε τον κάτω!》Είπε το Αγόρι καθώς έτρεχε προς το μέρος του Αλαντίν και ο Αλαντίν φοβόταν πιο πολύ για εκεινον παρά για τον εαυτό του.
《Χα! Χα! Για κοιτάξτε! Το μωρό μίλησε!》Λέει ένας φρουρός και χτυπάει το αγόρι με τόση δύναμη που έπεσε κατευθείαν στο πάτωμα. Ο Αλαντίν δεν μπορούσε να βλέπει άλλο και άρχισε να προσπαθεί με όλο του το είναι για να ελευθερωθεί. Γέλια ακουγόντουσταν από παντού.
Το αγόρι όμως σηκώνεται και κατεβάζει την κουκούλα του αποκαλύπτοντας το προσωπό του. Τα μάτια του είχαν πάρει ένα γενναίο βλέμα καθώς έλεγε: 《 Ελευθερώστε τον!!! Είναι διαταγή του πρίγκηπα!》Και τότε όλοι σώπασαν.
《Πρίγκηπας; 》Ο Αλαντίν είχε μείνει με το στώμα ανοιχτό! Το αγόρι μπροστά του. Το πιο όμορφο αγόρι που είχε δει ποτέ. Το αγόρι που αγαπούσε ήταν ο πρίγκηπας.
Μόνο τότε θυμήθηκε πως ποτέ τους δεν συστήθηκαν. Το αγόρι μπροστά του λεγόταν Τζας και ήταν ο πρίγκηπας της Άγκραμπα και ο γιος του Σουλτάνου!
Ο Τζας παρατηρούσε με την άκρη του ματιού του το ξαφνιασμένο αγόρι ανάμεσα στους στρατιώτες, καθώς κοιτουσε τον φρουρό που τον είχε ρίξει.
《Πρίγκηπα Τζας...!》Λέει αμήχανα και όλοι τους υποκλίνονται βαθιά. Αχχ...πόσο του άρρεσε να βλέπει τον τρομο στα μάτια τους μετά από τον τρόπο που τους φέρθηκαν .《Μα τι γυρεύετε έξω από το παλάτι, παρέα με αυτό το Χαμίνι;》
《Αυτό δεν σε αφορά! Κάνε όπως σε διέταξα! Ελευθέρωσέ τον!!!》
《Αχχχ δεν μπορώ πρίγκηπά μου γιατί έχω διαταγές από τον Τζαφάρ.Βρείτε τα πρώτα μαζί του.》Με ένα πονηρό χαμόγελο αρχίζει να υποχωρεί μαζι με τους υπόλοιπους φρουρούς και το αγόρι.
《Εεε λοιπόν αυτό θα κάνω !!!》μουρμουρίζει εξαγριωμένος ο Τζας!
