Ο Τζαφάρ βγήκε από το μυστικό του δωμάτιο την στιγμή που ο Τζας μπήκε στο γραφείο του σχεδόν τρέχοντας. Το δωμάτιο ήταν πολύ καλά κρυμμένο αφού ο Τζαφάρ είχε φροντίσει να βάλει για πόρτα τον ίδιο τον τοίχο. Όταν αντίληφθηκε πως ο πρίγκηπας ερχόταν έσπροξε τον τοίχο μπροστά από την είσοδο τόσο γρήγορα που ο παπαγάλος του ο Ιάγκο μην έχοντας προλαβει να βγει σφήνωσε ενδιάμεσα.

《Τζαφάρ!!!》Φωναζει θυμωμένα οΤζας.

《Πρίγκηπα...τι μπορώ να κάνω για εσάς;》Λέει με απόλυτη ηρεμία.

《Η φρουροί σου συνέλαβαν ένα αγόρι. Με δική σου εντολή!》Ο Τζας με μια απότομη κίνηση του κορμιού του μπαίνει στον προσωπικό χώρο του τζαφάρ και σηκώνει το δάχτυλό του απειλητικά.

《Ουουου μα έχω αναλάβει τα θέματα δημοσίας τάξης του Άγκραμπα...το αγόρι είναι εγκληματίας.》

《Για πιο έγγλημα;》

《Μα για την Απαγωγή σας φυσικά.》

《Μα δε με απήγαγε! Μόνος μου το έσκασα!》

《Ωωώ! τι κρίμα. Μα τι θλιβερό νέο...Αν το ήξερα...!》Λέει ο Τζαφάρ κάνωντας τον αναστατωμένο και γυρνάει την πλάτι στον Τζας.

《Τι θες να πεις;》

Ο Τζαφάρ γυρνά προς το μέρος του πρίγκηπα και με μια πονηράδα στα μάτια του λέει:《 Δυστυχώς το αγόρι καταδικάστηκε και η διαταγή εξετελέστει.》

《Ποια διαταγή;》

《Θάνατος!!!》Ο Τζας παίρνει μια κοφτή ανάσα και βάζει το χέρι του στο στώμα ενώ ο Τζαφάρ συνεχίζει να μιλά.

《Δια απαγχονισμού.》

《Όχι...》Λέει ο πρίγκηπας συντετριμένος και πέρνοντας βιαθιές ανάσες σωριάζεται σε ένα καναπέ δίπλα του.

《Ειλικρινά λυπάμε πολυ υψηλότατε... 》λέεί ο Τζαφάρ και βάζει τα χέρια του στους ώμους του πρίγκηπα.

《Πως μπόρεσες;》Ο Τζας τότε πετιέται από την θέση του και κλέγοντας φεύγει μακριά από τον Τζαφάρ.

Αχ πόσο άρεσε στον Τζαφάρ να προκαλεί δυστυχία στους ανθρώπους. Είχε πει στον πρίγκηπα ψέματα. Το αγόρι ήταν ζωντανο και το είχε συλλάβει γιατί μόνο με την βοήθεια του θα έβρησκε το λυχνάρι που τόσο επιθυμούσαι. Για να μπει κάποιος στην σπιλιά έπρεπε να έχει αγνή καρδιά και αυτό το αγόρι ήταν το ιδανικό.


《Εγώ φταίω για όλα Ράτζα και δεν ξέρω όυτε το όνομά του !》Λέει μυξοκλέγοντας ο Τζας στο τίγρη του ενώ αγγαλιαζώντουσταν.

Μετά από λίγη ώρα ο πρίγκηπας συκώθηκέ από την θέση του δίπλα στο συντριβάνι και μαζί με τον Ράτζα κατευθύνθηκε προς το δωμάτιο της αδερφής του. Ακόμα έκλεγε. Ένιωθε ένα έντονο πόνο στην καρδιά του και δεν μπορουσε να σκεφτεί τίποτε άλλο πέρα από το αγόρι που θα θρηνούσε για την υπόλοιπη ζωή του. Είχε βρει την αληθινή αγάπη και την έχασε. Ήξερε πως δεν θα αγαπούσε ποτέ κανέναν έτσι. Θα έμενε για πάντα μόνος του και για όλα έφταιγε αυτός. Αυτό το αγόρι με την αγνή καρδιά, που άξιζε να ζήσει περισσότερο απο κάθε άλλον, είχε χαθεί και για όλα έφταιγε αυτός.


Ο Τζας χτύπησε την πόρτα της Ελπίδας και όταν η υπηρέτρια άνοιξε την πόρτα έτρεξε μεσα στο δωμάτιο σαν σίφουνας και έπεσε στην αγγαλιά της έκπληκτης αδερφής του.

Είχαν περάσει κάποια λεπτά και τώρα τα δύο αδέρφια ήταν καθισμένα στο κρεβάτι.

《Θα μου πεις επιτέλους τι έγινε;》Ρωτάει η Ελπίδα αγανακτησμένη. Από τότε που ο Αδερφός της μπήκε στο δωμάτιο μες την μέση της νύχτας δεν είχε πει κουβέντα. Καθόταν αμίλητος, έχοντας ένα απλανές βλέμα. Πουνκαι που δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του.

《Είναι νεκρός.》ψιθυρίζει ο Τζας

《Ποιος είναι νεκρός;》Λέει ανήσυχη η Ελπίδα και πιάνει το χέρι του αδερφού της.

《Ο...ο...δεν ξέρω ποιος είναι...》Λέει και του ξεφεύγει ένας λιγμός. 《Τι; Αν θες να καταλάβω Τζας, πρέπει να μου εξηγήσεις...μέχρι τώρα δεν καταλαβένω τίποτα από όσα λές!》

Ο Τζας παίρνει μια βαθιά ανάσαα και λέει:《Φαντάζομαι πως διάβασες το σημείωμα που σου άφησα...》

Η ελπίδα γνέφει καταφατικά.

《Έφυγα. Είχα φτάσει και εξερευνούσα την αγορά. Εκεί τον γνώρισα. Με έσωσε από ένα πωλητή και μετά με οδήγησε σπίτι του. Εκει μιλήσαμε και... και...》Ο Τζας κοιτά την Ελπίδα στα μάτια με ανησυχεία.

《Πες μου! Ότι και να είναι πες το μου μην φοβάσαι...》

Ο Πρίγκηπας εκπνέει δυνατά και χωρίς να πάρει το βλέμα του απο τα μάτια της αδερφής του συνεχίζει.

《Τον αγάπησα. Τον αγάπησα από την στιγμή που τον αντίκρησα. Θα φιλιόμασταν αλλά μας βρήκαν οι φρουροί και με διαταγή του Τζαφάρ τον σκότωσαν. Νόμιζαν πως με απήγαγε και των σκότωσαν εξαιτίας μου. Τον ερωτεύτηκα και ούτε το όνομά του δεν κατάφερα να μάθω.》

Όταν τελείωσε η αδερφή του τον κοιτούσε με ανοιχτό το στώμα. Ο Τζας αγωνιούσε καθώς περίμενε να δει την αντίδρασή της. Τελικά η Ελπίδα τον πλησίασε κι άλλο και χωρίς να πει λέξι τον αγγάλιασε.

Έμειναν αμίλητοι για πολύ ώρα οσπου ο Τζας έσπασε για λίγο την σιωπή.

《Συγνώμη που έφυγα...》

《Δεν πειράζει και εγώ το ίδιο θα έκανα αν ήμουν στην θέση σου.》