Στο πιο σκοτεινό κελί του παλατιού βρισκόταν ο Αλαντίν. Οι φρουροί του είχαν κολλήσει τα χέρια στον τοίχο με χειροπέδες και όσο και αν προσπαθούμε να ελευθερωθεί από αυτές τίποτα δεν γινόταν.

《Ήταν ο πρίγκηπας...》Λέει στον εαυτό του ξεφυσώντας. 《Δεν το πιστεύω! Και εγώ τον έπηξα στην βλακία》

Ξαφνικά ο Αλαντίν ακούει έναν γνώριμο ήχο και κοιτάει προς την κατεύθυνση του. Από ένα παράθυρο που ήταν σχεδόν στο ταβάνι του κελιού μπήκε ο Αμπού.

《Αμπού! Έλα εδω. Χέι βοηθάμε με δαύτα》Λέει ο Αλαντίν γνέφοντας στις χειροπέδες του.

Ο Αμπού τότε άρχισε να κάνει κάτι ακαταλαβήστηκες μιμήσεις που από ότι φαινόταν όμως ο Αλαντίν καταλάβενε εύκολα.

《Εεε ναι...μα ήταν μπλεγμένος. Αλλά χαλάλι του όμως...》Του απαντάει ο Άλαντιν και ξεφυσάει παίρνοντας ένα ονειροπόλο ύφος.

Ο Αμπού κοιτάει με περιφρόνηση τον Αλαντίν και εμφανίζει από το σακάκι του κάτι μικρά εξαρτήματα με τα οποία προσπαθεί να παραβιάσει τις κλειδαριές των χειροπέδων.

《Μη ζηλεύεις Αμπού δεν θα τον ξαναδώ! Δεν είμαι παρά ένας αλιτάκος και ο νόμος το θέλει αλλιώς. Εκείνος θα πρέπει να παντρευτεί έναν πρίγκηπα. Του Αξίζει όμως...》

Τα χέρια του Αλαντίν ελευθερώνονται και εκείνος τρίβει τους καρπούς του αναστενάζοντας.

《Αχχ τι βλάκας που είμαι...》

《Θα είσαι βλάκας μόνο αν τα παρατήσεις μικρέ!》Ακούγεται μια φωνή από το βάθος του κελιού. Ξάφνου εμφανίζεται ένας κοκαλιάρης γέρος με στραβά δόντια και ένα περίεργο ύφος στο πρόσωπο. Είχε μια τεράστια καμπούρα και ήταν τρομαχτικός.

《Ποιος είσαι;》

《Ένας φυλακισμένος σαν και εσένα. Μαζί όμως, ίσως κάτι κατορθώσουμε.》Λέει ο γέρος και πλησιάζει το Αλαντίν με ένα γελίο περπάτημα.

《Σε ακούω...》Λέει ο Αλαντίν και γνέφει του γέρου για να συνεχίσει.

《Υπάρχει μια σπήλιά αγόρι. Το σπήλαιο τον θαυμάτων. Τίγκα στο ρουμπίνι και το χρυσάφι, πέρα από κάθε φαντασία!》Ο γέρος βάζει το χέρι μες την μπλούζα του και βγάζει μια παλάμη γεμάτη κατακόκκινα ρουμπίνια που έλαμπαν στο σκοτάδι.《Είναι ένας θησαυρός που θα μπορούσε ακόμα και να σε βάλει στο παλάτι θα έλεγα.》

《Και γιατί θες να μοιραστείς έναν τέτοιο θησαυρό μαζί μου;》

《Χρειάζομαι πρώτα από όλα τα πόδια σου, για να με πάνε εκεί πέρα. 》

《Κανένα πρόβλημα μα εσύ είσαι εκεί και εγώ είμαι έδω.》

《Χμχμ... μάθε πως τα πράγματα δεν είναι πάντα όπως φαίνονται...》

Ο γέρος τότε σηκώνει το μπαστούνι του που ο Αλαντίν πρώτη φορά πρόσεξε πως κρατούσε. Έσπροξε ένα συγκεκριμένο σημείο του τοίχου και έμφανιστηκε μια στενή είσοδος. Μέσα της αχνοφαίνονταν σκαλοπάτια.

《Λοιπόν είμαστε σύμφωνοι;》Ρωτάει ο γέρος και απλώνει το χέρι σε έναν άναυδο Αλαντίν.