Ο Τζαφάρ είχε μεταμορφωθεί σε γέρο και είχε πείσει τον Αλαντίν να έρθει μαζί του. Τώρα ο Αλαντίν στεκόταν μπροστα στον γιγάντιο τίγρη που είχε εμαφανιστεί δυο μέρες πριν. Ο Αέρας ήταν πολύ δυνατός και με δυσκολία κρατιώντουσταν όρθιοι.

《Ποιος τολμά να ενοχλήσει την ησυχία μου;》Λέει τελικά ο τίγρης με μια χοντρή φωνή και ένα δολοφονικό ύφος.

《Εγώ είμαι. Ο Αλαντίν.》

《Πέρασε, μην αγγίξεις τίποτα εκτός από το λυχνάρι.》Το θηρίο ανοίγει το στώμα του και μπροστά τους εμφανίζεται μια σκάλα.

《Να θυμάσαι μικρέ, πάρε πρώτα το λυχνάρι και μετά θα έχεις ότι επιθυμείς.》Λέει ο Τζαφαρ.

《Έλα Αμπου!》

Ο Αλαντίν προχωρά αργά, αλλά με σιγουριά και μπαίνει στην σπιλιά.


Ο Αλαντίν πέρασε μια γιγάντια σκάλα η οποία ήταν περικυκλωμένη από κενό και τώρα στεκόταν στην είσοδο ενός δωματίου άναυδος.

《Αμπού! Βλέπεις ότι βλέπω;》

Το δωμάτιο ήταν γέμάτο θησαυρούς. Χρυσά νομίσματα έλαμπαν στο κιτρινο φως της σπιλιάς.

《Με μια χούφτα από αυτά θα ήμουν πιο πλούσιος από τον Σουλτάνο.》

Ο Αμπού τότε βγαίνει από την θέση του μες την μπλούζα του Αλαντίν από την οποία δεν είχε κουνηθεί από τότε που βγήκαν από την φυλακή και τρέχει για να γραπώσει ένα αστραφτερό στέμα.

《Αμπού! Μην αγγίζεις τίποτα. Πρέπει πρώτα να βρούμε το λυχνάρι.》Του λέει ο Αλαντίν λίγο πριν το ακουμπήσει ο Αμπού.

Τότε η μαΐμού του ρίχνει μια δολοφονική ματιά και συνεχίζουν τον δρόμο τους.

Περνούν ανάμεσα από λόφος με χρυσά νομίσματα και διαμάντια και ο Αλαντίν κοιτάει με δέος. Τότε, ξαφνικά ο Αμπού πιάνει την άκρη του παντελονιού του και με κάτι τρελές χειρονομίες προσπαθεί να του πει Κάτι.

《Αμπού ηρέμησε λίγο!》Λέει ο Αλαντίν, μη δίνοντας σημασία.

Δεν είχε πέρασει ένα λέπτο όταν ο Αμπού έπεσε πάλι τρέχοντας στον Αλαντίν. Αυτή την φορά τον έριξε κάτω και βάλθηκε να κάνει αυτές τις χειρονομίες που έκανε προηγουμένος πάνω στην πλάτι του;

《Καλα! Αμπού τρελάθηκες;》

Τότε ο Αμπού του πιάνει το κεφάλι και του το στρέφει προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο Αλαντίν τα έχασε! Σηκώνεται αργά αργά καθώς ένα χαμόγελο εμφανίζεται στο πρόσωπό του όταν λέει:

《Ένα μαγικό χαλί!!! Έλα, έλα εδώ ντε...δεν πρόκειται να σε πράξουμε.》

Το χαλί έρχεται προς τον Αλαντίν πετώντας και κάθεται δίπλα του. Ήταν μοβ και είχε υπέροχες χρυσές λεπτομέρειες. Κάνει να δώσει στον Αμπού το καπέλο του ,που ο Αλαντίν δεν είχε καταλάβει ότι έλειπε, αλλά εκείνος τρομοκρατείται.

《Έλα Αμπού δεν δαγκώνει.》

Ο Αμπού παίρνει το καπέλο του με μια γρήγορη κίνηση και αρχίζει να φονάζει στο χαλί κάτι ασυνάρτητα. Τότε αυτό, που για ένα περίεργο λογο καταλαβε τα λεγόμενα του Αμπού, στάθηκε όρθιο διπλώθηκε στα δύο και άρχισε να απομακρύνετε περπατόντας.

《Έει στάσου μη φεύγεις. Θα μπορούσες να με βοηθήσεις.》

Το χαλί επιστρέφει καταενθουσιασμένο και κάνει μια αγγαλιά και τους δύο.

《Ξέρεις ψάχνουμε αυτό το λυχνάρι.》

Το Χαλί τότε σηκώνεται από το έδαφος και τους δείχνει να το ακολουθήσουν.


Μετά από πολυ ώρα μεσα σε σκοτεινές τρομακτικές σπηλιές φτάσανε. Ο Αλαντίν κοιτούσε μαγεμένος το τοπίο μπροστά του. Βρησκόντουσταν ε ένα μεγάλο βράχο και μπροστά τους ανέβαινε μια τεράστια πέτρινη σκάλα. Γύρω της, υπήρχε μια λίμνη με κρυστάλλινα νερά και στην κορφή της έλαμπε το λυχνάρι.

Ο Αλαντίν ανέβηκε τα σκαλοπάτια και τώρα βρισκόταν μπροστά στο λυχνάρι.

《Αυτό ψάχναμε; Αυτό ήταν όλο;》Λεεί σηκώνοντας το.

Κοιτάει προς το Αμπού και...

《Αμπού όχι!》

Όμως ήταν πολύ αργά. Ο Αμπού είχε πιάσει ένα τεράστιο ρουμπίνι!

《Άπληστοι!!!》Ακούγεται μια άγρια φωνή από το πουθενά. 《Αγγίξατε τον απαγορευμένο θησαυρό και τώρα δεν πρόκειται να ξαναδείτε το φως του Ήλιου. 》

Φλόγες άρχισαν να εμφανίζονται από παντού. Η γη άρχισε να τρέμει και πέτρες έπεφταν από το ταβάνι ασταμάτητα. Τα σκαλιά κατέρρεαν και ο Αλαντίν σκόνταψε. Από κάτω του υπήρχε λάβα και εκείνος κατευθυνόταν καταπάνω της. Το μαγικό χαλί όμως εμφανίζεται την κατάλληλη στιγμή και σώζει τον Αμπού και τον Αλαντίν παίρνοντάς τους πάνω του.

Πετώντας οι τρεις τους παίρνουν το δρόμο της επιστροφής όσο πιο γρήγορα μπορούν. Θερμοπίδακες, λάβα και αστραπές τους κόβουμε τον δρόμο αλλά τα προσπερνάνε. Η έξοδος ήταν πολύ κοντά ,όταν ένας βράχος πέφτει πάνω τους και ρίχνει το χαλί κάτω.

Ο Αλαντίν καταφέρνει την τελευταία στιγμή να πιαστεί από τα πετρώματα της σπηλιάς. Η έξοδος ήταν ακριβώς από πάνω του. Και τότε εμφανίζεται ο Τζαφάρ ακόμα μεταμορφωμένος σε γέρο.

《Βγάλε με από εδώ!》Λέει ο Αλαντίν.

《Πρώτα το λυχνάρι!》

《Δεν μπορώ! Δώσε μου το χέρι σου》

《Δώσε μου το λυχνάρι》

Ο Αλαντίν με ότι δύναμη του έχει απομείνει δίνει το λυχνάρι στον Τζαφάρ.

《Επιτέλους!》

Τότε ο Τζαφάρ γελά σατανικά και πιάνει το χέρι του Αλαντίν ενώ βγάζει ένα μαχαίρι.

《Μα τι κάνεις;》

《Σε επιβραβεύω παιδί μου...》Λέει και πάει να τον καρφώσει.

Όμως ο Αμπού εμφανίζεται από το πουθενά και δαγκώνει το χέρι του Τζαφάρ. Ο Τζαφάρ το τινάζει και σπρώχνει και τους δύο ρίχνοντας τους.

Ο Αλαντίν χάνεται μες την τρύπα και ο γιγάντιος τίγρης εξαφανίζεται μαζί με την σπιλιά και ο Τζαφάρ χαμογελά ικανοποιημένος.

Κάνει να βγάλει το λυχνάρι από την τσέπη του αλλά είναι κενή!

《ΟΧΙ! ΌΧΙΙΙ !!!》Φονάζει και η φωνή του αντηχεί μέσα στην νύχτα.