Ο Αλαντίν δεν μπορούσε να το πιστέψει! Ήταν μέσα στο παλάτι και στεκόταν μπροστά στον Σουλτάνο. Ειχε διασχίσει όλη την πόλη με μια τεράστια παρέλαση! Τα ρούχα του ήταν υπέροχα, βασιλικά και το τζίνι είχε μεταμορφωσει τον Αμπού σε ελέφαντα.
《Μεγαλειότατε, ήρθα να ζητήσω το χέρι της κόρης σας.》Λέει και κάνει μια βαθιά υπόκληση.
《Ναι φυσικά πρίγκηπα Αλή Αμπάμπα! Χαίρομαι που είσαι εδώ! 》
Αλή; Στην Αρχή ο Αλαντίν μπερδεύτηκε λίγο αλλά μετά θυμήθηκε πως το τζίνι είχε αλλάξει και το όνομά του.
《Από εδώ ο έμπιστός μου Τζαφάρ χαίρεται και αυτός παρομοίως!》Λέει και γνέφει προς έναν άντρα πίσω του.
Ήταν ψηλός και κοκαλιάρης και ειχε έναν παπαγάλο στον ώμο του. Ο Αλαντίν δεν τον ήξερε, αλλά θα ορκιζόταν, πως στα μάτια του έβλεπε κάτι σατανικό.
Μόλις η Ελπίδα και ο Τζας άκουσαν για τον νέο μνηστήρα έγιναν έξω φρενών. Τώρα και οι δυο μαζί κατευθυνόντουσταν προς την αίθουσα του θρόνο και θα γινόταν ο χαμός...
Όταν έφτασαν αρκετά κοντά άρχισαν να τους ακουν να μιλάνε. Ο ήχος όμως ήταν πολύ σιγανός για να καταλαβαίνουν τι λένε.
Βρέθηκαν στην είσοδο του δωματίου και ...
《Μεγαλειότατε, είμαι ο πρίγκηπας Αλή Αμπάμπα, αφήστε την να με γνωρίσει και εγώ θα την κερδίσω.》
Η Ελπίδα δεν άντεξε άλλο.
《Πώς τολμάτε; Θα αποφασίσετε εσείς για το μέλλον το δικό μου; Και τι είμαι, κανένα τρόπαιο για να με κερδίσετε;》Ήταν τόσο θυμωμένη και ο πριγκηπας δεν φαινόταν να της δίνει καν ιδιαίτερη σημασία. Κοιτούσε πισω από αυτήν και μετά σαν να έκανε να πει κάτι αλλά...
Ο Τζας λιποθύμησε...
Ο Τζας μπήκε στο δωμάτιο με την αδερφη του που άρχισε να φωνάζει από την πρώτη στιγμή. Ειδε τον μνηστήρα να συζητά με τον Τζαφάρ και τον πατερά του οσπού οι ματιές τους συναντιούνται...
Ήταν αυτός...
Το αγόρι από την αγορά...
Το αγόρι που είχε ερωτευτεί και έχασε...
Μα πως είναι δυνατόν; Και ο κόσμος έσβησε γύρω του.
Η πριγκίπισσα τους φώναζε αλλά ο Αλαντίν κοιτούσε τον Αγόρι, τον πριγκηπα Τζας. Άνοιξε το στώμα του για να πει κάτι... οτιδήποτε και ξαφνηκά, ο πριγκηπάς του βρέθηκε στο πάτωμα.
《Τζας!》Ξεφωνίζει ο Σουλτάνος και παει δίπλα στο παιδί του.《Αλή! Σήκωσε τον σε παρακαλω για να τον παμε στο κρεβάτι. 》
Ο Αλαντίν παίρνει τον Τζας στην αγγαλιά του και κρατώντας τον απαλά τον μεταφέρει μέχρι την κρεβατοκάμαρα.
Ο Τζας άνοιξε τα μάτια του.
《Ελπίδα τι έγινε;》
《Λιποθύμησες και σε φέραμε να ξαπλώσεις. Μετά από λιγό συνήλθες φέραμε γιατρό να σε κοιτάξει και μετα κοιμήθηκες. Ο γιατρός είπε πως είναι από την κούραση.》
Και τότε ειναι που ο Ο Τζας θυμάται ακριβώς τι ειδε στην αίθουσα του θρόνου. Το αγόρι της αγοράς. Ο Αλη; Το όνομά δεν του τέριαζε.
《Δεν είναι από την κούραση...》
《Τι εννοείς;》
《Να το αγόρι από την αγόρα είναι ο Αλή, ο μνηστήρας σου.》
《Μα το αγόρι ήταν νεκρό.》
《Εεε μάλον δεν είναι... Ελπίδα είμαι σίγουρος πως ήταν αυτός! Εσύ θα μπέρδευες ποτέ τον Άλεξ;》
《Σε πιστεύω. Το καλύτερο θα ήταν να πάρουμε από αυτόν απαντήσεις.》
Ξαφνικά κρύος υδρώτας έλουσε τον Τζας.
《Ελπίδα... ο Αλή ήρθε για να σε παντρευτεί σωστα;》
《 Ναι! γιατι ρωτας;...Αχχ》
