Ο Κωνσταντίνος περίμενε την Μαρίνα έξω από το σπίτι της με ένα κουτί μπύρας στο χέρι, την βλέπει και κρύβεται πίσω από ένα κορμό δέντρου ξαφνικά βγαίνει από την κρυψώνα του και πετάει το κουτί της μπύρας κάτω για να κάνει θόρυβο.
-Καλησπέρα.
Εκείνη που τον έχει ακούσει συνεχίζει να ψάχνει τα κλειδιά του σπιτιού της.
Πηγαίνει και της πιάνει το μπράτσο σφιχτά ώστε να την αναγκάσει να τον κοιτάξει.
- Όταν σου μιλάω εγώ θα μου δίνεις σημασία εντάξει;
- Μα τι θέλετε αγαπητέ μου;
- Θέλω να σας πω αγαπητή μου, ότι σε μια εβδομάδα παντρεύομαι, εγώ όμως σιχαίνομαι το γάμο.
-Τι είπες;
- Είπα ότι μπορώ να τα διαλύσω όλα αυτή την στιγμή, λέγε !
Η Μαρίνα τα έχασε δεν το περίμενε αυτό προσπάθησε να σκεφτεί γρήγορα την απάντηση της, αλλά τα είχε χαμένα ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο του Κωνσταντίνου πρώτη φορά χάρηκε που κάποιος τους διέκοπτε, όταν το έβγαλε από την τσέπη του μπουφάν του και είδε ότι ήταν η Μίνα ασυναίσθητα το πρόσωπο της πήρε μια έκφραση ξινίλας, εκείνος σήκωσε το τηλέφωνο με το ελεύθερο χέρι.
-Έλα Κωνσταντίνε, που είσαι;
-Σε μια δουλειά θα έρθω σε λίγο.
-Εντάξει αγάπη μου.
Όσα λεπτά κράτησε η στιχομυθία ο Κωνσταντίνος δεν άφηνε από το βλέμμα του την Μαρίνα με το που έκλεισε το τηλέφωνο, η Μαρίνα τον φίλησε χωρίς δισταγμό και δεύτερες σκέψεις, την συνόδεψε μέχρι την πόρτα του διαμερίσματός της, εκείνος δεν μπήκε μαζί της μέσα στο σπίτι έπρεπε να μιλήσει απόψε οπωσδήποτε στην Μίνα πριν φύγει όμως και χωρίς να το περιμένει η Μαρίνα τον φίλησε.
-Αυτό ήταν για εμψύχωση, να σε περιμένω μετά;
-Ναι της είπε και έφυγε με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά.
