Να τος…

Σιγά μη δεν εμφανιζότανε. Πάλι καλά που εμφανίστηκε δηλαδή, γιατί θα τον είχα κρεμάσει από την μύτη τον μπουχέσα - αλλά λέμε τώρα. Σαν το σκυλάκι που κατουράει στο χαλί και έρχεται μετά με την ουρά στα σκέλια και τα αυτιά κατεβασμένα να ζητήσει συγνώμη… Μόνο που αυτός ήτανε πολύ γλυκό σκυλάκι τρομάρα του.

Με είδε να τον προσέχω ενώ μίλαγε με τον Τόλη στο διάδρομο, μακριά από τα φώτα πάντα, και γούρλωσε τα μάτια λες και τον σημάδευα με κάνα πιστόλι. Βρε τον καψερό! Α, καλά να πάθει όμως συγνώμη κιόλας, δεν προσβάλλουνε έτσι την Μαρίνα Κουντουράτου κύριέ μου. Είμαι Σαρακατσάνα εγώ, πες του χαιρετίσματα.

Άσε που είχα και δίκιο. Αν δεν θυμάται τα πάντα για ένα θέμα, τι μας εξετάζει σε αυτό; Δεν φτάνει που μου βγήκανε τα μάτια να διαβάσω το Πέερ Γκυντ – και να προσέχω και τι γράφει κιόλας, εκεί να δεις δυσκολία – για να απαντήσω στη βρωμοεργασία του, του έγραψα μια απάντηση που στέκει και προδιατεθειμένος όπως πάντα την απέρριψε χωρίς καν να τη σκεφτεί. Γιατί κύριέ μου; Επειδή δεν είναι μακρινάρι όπως είχες εσύ φανταστεί την απάντηση; Ή επειδή ότι γράφω εγώ ή σκέφτομαι από μόνη μου είναι σκουπίδι; Να λοιπόν που είχα δίκιο, και με τη βούλα του συγγραφέα κιόλας, και την έφαγε την κεφάλα του ο μπούρδας.

Αλλά ρε γαμώτο, δεν ήταν αυτό που με πείραξε πιο πολύ. Αυτό που με πείραξε ήταν ο τρόπος του. Γιατί όσο πλάκα έχει το να βριζόμαστε και να αποπαιρνόμαστε μπροστά στους άλλους, άλλο τόσο με πλήγωσε το χτεσινό. Να με έχει στριμώξει σε μια γωνία και να μου λέει ότι όλα είναι για τα σκουπίδια και ότι είμαι επιπόλαια και τεμπέλα. Τεμπέλα! Και ενώ το ξέρει, το ξέρει ρε πούστη μου – συγνώμη Τόλη- πόσο σκοτώνομαι και πόσο προσπαθώ, και το ξέρω ότι δεν τα εννοούσε. Γιατί στο διάολο μου τα είπε αυτά; Και να φωνάζει κιόλας κι από πάνω.

Αχ, τα νεύρα μου τσατάλια μου τα έχανε πάλι! Κι είχα και τον Θοδωρή να λέει το ρεφρέν απανωτά τριάντα φορές πάνω από το κεφάλι μου, το πιάσαμε αγόρι μου σου λέει υπερβολές η πουτάνα τι να κάνουμε τώρα;

Σηκώθηκα και –διακριτικά πάντα- βγήκα από το πλατό όταν οι κάμερες ήταν όλες εστιασμένες στον πικραμένο τον άλλο. Με το που με είδε ο Κωνσταντίνος να πλησιάζω πήγε και χώθηκε ο ταραμάς πίσω από τον Τόλη να κρυφτεί, και αυτός τον ξανάσπρωξε μπροστά να με αντικρίσει. Είδες τελικά ποιος είναι ο πραγματικός άνδρας εδώ μέσα, που καταντήσαμε παναγία μου…

Πέταξα κι εγώ λοιπόν μία το μαλλί πάνω απ' τον ώμο, πίσω οι ώμοι, έξω το στήθος… σουτιέν δε φόρεσα πάλι ε; Ε, καλύτερα. «Καλημέρα σας κύριε καθηγητά.» Του είπα ψυχρά, να τον τηγανίσω λίγο ακόμα. Έπαιρνε από το βράδυ ο καψερός τηλέφωνα αλλά σιγά μην το άφηνα να περάσει έτσι εύκολα.

«…Αδελφούλα;» έκανε αυτός, παίρνοντας ένα αθώο χαμόγελο.

Γαμώτο ήταν ανάγκη να με πει έτσι τώρα; Που μας είχε κολλήσει από τις Σπέτσες και μου θύμιζε πάντα το πόσο υπέροχα είχαμε περάσει και το ήξερε ότι ήταν η αδυναμία μου… «Είπατε τίποτα, κύριε καθηγητά;» τον ρώτησα δήθεν πως δεν άκουσα, αλλά να που μαλάκωσε λίγο η φωνή μου. Γαμώτο.

«Είπαμε… συγνώμη, κυρία Κουντουράτου.» είπε και τσουπ! Έβγαλε από πίσω από τη πλάτη του ένα ροζ λουλουδάκι και μου το προσέφερε.

Ε, τώρα πως του κρατάς κακία;

«Δεν μου πάτε στα τσακίδια, κύριε καθηγητά;» Είπα γελώντας και πήρα το λουλούδι από το χέρι του, φέρνοντας το στη μύτη μου. Ωραία μύριζε το άτιμο.

«Μαζί σας και στη κόλαση, κυρία Κουντουράτου.» μου είπε, χαρίζοντας μου ένα από εκείνα τα πονηρά χαμόγελα του που με έκαναν να λιώνω.

Και τότε χτύπησε πίσω μου το κινητό μου.

Το βούτηξα από την καρέκλα όπου το είχα αφήσει και το έφερα στ' αυτί μου. «Ναι;»

«Μαρίνα μου;»

Αχ, η ξινή. «Έλα Μίνα μου!» είπα, και αμέσως ο Κωνσταντίνος γούρλωσε τα μάτια κι ήρθε δίπλα στο ακουστικό. Αρχίσαμε πάλι…

«Μαρινάκι, έγινε τίποτα; Κάπως πεσμένη σε είδα σήμερα.»

«Ααα, είδες την εκπομπή; Ε, ναι μωρέ ήμουνα λίγο άκεφη. Έχω κάτι προβλήματα με τον Ίψεν.» Είπα και αγριοκοίταξα τον υπαίτιο.

«Αχ, καλέ τι τον έχουμε τον Κωνσταντίνο, πες του τα να σου τα λύσει.»

…Τώρα το 'έχουμε' εκεί τι το 'θελε; Τέλος πάντων. «Ε, βέβαια θα πω στον Κωνσταντίνο να μου τα λύσει!» επανέλαβα χαμογελώντας, επίτηδες για να τ' ακούσει αυτός, και του έχωσα κι ένα χαστουκάκι επιτήν ευκαιρία, μη νομίζει ότι το ξέχασα με ένα λουλουδικό.

«Λοιπόν, τι λες Μαρίνα μου να έρθεις από εδώ να φάμε το βράδυ οι τρείς μας;»

Έκανα μια γκριμάτσα. «Αχ, το βράδυ οι τρεις μας…» μουρμούρισα, και απευθείας ο Κωνσταντίνος άρχισε να κάνει κάτι νοήματα σαν τροχονόμος που είχε πάρει φωτιά ο κώλος του. Το έπιασα το υπονοούμενο. «Ε, άσε μωρέ Μίνα μου… Άσε γιατί θέλω να δω και λίγο τον Λάμπη.»

«Άχου κρίμα μωρέ και θα περνούσαμε ωραία… Εντάξει Μαρινάκι, θα κανονίσουμε για αύριο άμα είναι, καλό μεσημέρι.»

Βρε λύσσα κακιά… «Ναι… Ντάξει. Έλα, γεια.» Είπα και το έκλεισα. Άντε επιτέλους, ένα ελεύθερο βράδυ.

Κάτι τέτοιο φάνηκε να σκέφτεται κι ο Κωνσταντίνος, γιατί όταν τα βλέμμα μου έπεσε πάνω του – εντελώς τυχαία, θέλω να το πιστέψετε αυτό- μου χαμογέλαγε πάλι. Πάντως δεν είπε τίποτα. Κοίταξα και τον Τόλη, αλλά ούτε κι αυτός είπε τίποτα. Ξανακοίταξα τον Κωνσταντίνο, και αυτός απλά σταύρωσε τα χέρια του μπροστά του, χαμογελώντας σαν ηλίθιος.

«…Και τώρα;» τον ορμήνεψε ο Τόλης, γνέφοντάς του προς εμένα.

«Και τώρα;» Επανέλαβε πιστά ο Κωνσταντίνος, και με δυσκολία κράτησα ένα γέλιο.

Μετά από άλλη μια στιγμή σιωπής, ο Τόλης κούνησε το κεφάλι του απηυδισμένος. «…Τι θα κάνουμε…»

«Τι θα κάνουμε;» ξανά-επανέλαβε ο Κωνσταντίνος.

Ε αυτή τη φορά δεν κρατήθηκα ∙ έβαλα τα γέλια. «Εγώ θα πάω στο καμαρίνι μου.» Τον ενημέρωσα χαχανίζοντας, και τον προσπέρασα.

Μου έπιασε το μπράτσο. «Μισό λεπτό, να έρθω κι εγώ λιγάκι;»

Το στόμα μου άνοιξε με ήχο. Να έρθει… στο καμαρίνι μου; Μα αυτός… αυτός ούτε που ήθελε να πατάει εδώ μέσα μήπως και μας πάρει μαζί κανένα μάτι, και τώρα ήθελε όχι μόνο να μείνει παραπάνω αλλά να έρθει και στο δικό μου το καμαρίνι;

Άθελά μου, ένιωσα τη καρδιά μου να πηδάει ένα χτύπο. Ένα χαμόγελο βρήκε τα χείλη μου και τον κοίταξα με έκπληξη.

«Να… να λύσουμε εκείνο το- το προβληματάκι με τον Ίψεν που…» Τραύλισε, και μετά καθάρισε τον λαιμό του. «Όχι ότι με νοιάζει εμένα. Επειδή το είπε η Μίνα.» μου είπε πειραχτικά.

Κούνησα το κεφάλι μου, και μου ξέφυγε ένα έκπληκτο γελάκι. Βρε κοίτα να δεις πράγματα που γίνονται…

«Καλά τρεχάτε γρήγορα και όχι πολλά-πολλά γιατί τελειώνει ο άλλος μέσα σε λίγο και πρέπει να πας να κλείσεις.» μου υπενθύμισε ο Τόλης, κάνοντας μας νόημα προς τα μέσα.

«Έγινε, έγινε.» Είπα και του έστειλα ένα φιλί, και μετά έκανα νόημα στον άλλο να με ακολουθήσει.

Πήγαμε όλο ευθεία, ακολουθώντας τον διάδρομο χωρίς κανένας από τους δυο μας να αρθρώσει λέξη. Στο βάθος, λίγο πριν φτάσουμε στο καμαρίνι, ήρθε δίπλα μου και τύλιξε το χέρι του γύρω από την πλάτη μου. Για άλλη μια φορά τον κοίταξα απορημένη, μα αυτός απλώς μου χαμογέλασε.

Και όταν τελικά φτάσαμε στην μαύρη πόρτα μου, χωρίς να το πολυσκεφτώ την άνοιξα και τον άφησα να περάσει μέσα.

Μπήκε πρώτος, κατευθείαν κοιτώντας γύρω του, περιεργαζόμενος τον χώρο. Τον ακολούθησα κι εγώ, και έκλεισα την πόρτα πίσω μου χωρίς να τον χάσω δευτερόλεπτο από τα μάτια μου. Μετά ακούμπησα την πλάτη μου πάνω της, και δάγκωσα νευρικά τα χείλια μου.

Η αλήθεια ήταν ότι δεν έμπαινε και πολύς κόσμος στο καμαρίνι μου… σχεδόν κανείς, βασικά. Άφηνα μέσα μόνο τον Τόλη, την κυρία Ντένη, και καμία φορά τον κύριο Κασιμάτη και την γραμματέα του αν είχα κάνει καμία στραβή. Είχα περάσει διάφορα εδώ μέσα, είχα θυμώσει, είχα κλάψει… Ήταν κάτι πολύ προσωπικό δικό μου, και δεν μου άρεσε να το δείχνω. Ούτε καν τον Λάμπη δεν είχα φέρει ποτέ. Όχι ότι ερχόταν και συχνά στην εκπομπή, αλλά τέλος πάντων.

Μετά από κάτι ατέλειωτα δευτερόλεπτα, ο Κωνσταντίνος γύρισε να με κοιτάξει. Και αμέσως, πρόσεξε τον τοίχο πίσω μου – κι έσκασε στα γέλια.

«Έλα, κόφτο…» γκρίνιαξα, γελώντας κι εγώ μαζί του.

«Τι είναι αυτό παιδάκι μου;» είπε, καλύπτοντας το στόμα του. Τρανταζόταν ολόκληρος από τα γέλια. «Δεν είμαστε καλά!»

«Σκάσε!» έσπρωξα τον εαυτό μου από τον τοίχο με την πελώρια ταπετσαρία της φάτσας μου και τον πλησίασα, χτυπώντας το μπράτσο του. «Καμαρίνι είναι, 'ντάξει;»

«Και είπες μη τυχόν μπει κανείς και δεν καταλάβει ποιά δημοσιότητα φιλοξενεί. Αμαρτία.» κούνησε το κεφάλι του χαχανίζοντας και κοίταξε ολόγυρα. Τα μάτια του πήγαν στον καθρέφτη, και στα αμέτρητα περιοδικά στηριγμένα σε αυτόν με εμένα στο εξώφυλλο. «Ο Χριστός κι η παναγία…»

«Είναι για να μου τονίζεται το ηθικό πριν βγω.» Του είπα με καμάρι. Αμ, τι.

«Αλίμονο. Γνωστή τακτική, και στο θέατρο ακριβώς έτσι κάνουμε.» Συμφώνησε… αλλά σαν να ειρωνευότανε μου φαίνεται. Τέλος πάντων.

Γύρισε δεξιά, και είδε τις στοίβες με τα ρούχα. Πλησίασε διστακτικά την πρώτη κρεμάστρα. Με ένα τρόπο λες και το ρούχο θα τον δάγκωνε, τράβηξε το πρώτο συνολάκι ελαφρώς προς τα έξω. Το επεξεργάστηκε με προσοχή.

«Αυτό…» είπε τελικά, ρίχνοντας μου μια λοξή ματιά. «…τι είναι;»

Του χαμογέλασα. «Μπλουζίτσα – φουστίτσα!»

«Α, με τα γνωστά, ευστοχότατα υποκοριστικά…» έγνεψε. «Φυσικά. Και αυτό;» ρώτησε, επεξεργαζόμενος το αμέσως επόμενο.

«Α, αυτό είναι το αγαπημένο μου.» ανακοίνωσα με καμάρι.

Το στραβοκοίταξε. «Το υπόλοιπο που είναι;»

«Μα αυτό είναι όλο.»

«Α.» το κοίταξε ξαφνιασμένος από πάνω μέχρι κάτω, και μετά εμένα από την κορφή μέχρι τα νύχια.

Έβαλα τα χέρια μου στη μέση μου. «Να σου πω, δεν σε έφερα εδώ να μου κρίνεις τις ρουχικές επιλογές μου, εντάξει;»

«Να κρίνω τις ποιες, αγάπη μου;»

«Τις ρουχικές επιλογές μου.» επανέλαβα.

Γέλασε. «Με συγχωρείτε κυρία Κουντουράτου μου, απλώς με συνεπήρε η ξαφνική επιφοίτηση του πόσα διαφορετικά χρώματα μπορούν να χωρέσουν σε τόσο λίγο ύφασμα.»

«Βρε άει σιχτίρ.» Τον προσπέρασα και κάθισα στην καρέκλα μου, πιάνοντας τη βούρτσα μου.

«Και αυτά εδώ τι είναι πάλι;» ρώτησε περπατώντας προς το βάθος δεξιά.

«Περούκες.» απάντησα κοιτώντας τον εαυτό μου στο καθρέφτη καθώς άρχισα να χτενίζομαι.

«Αν είναι δυνατόν… και τις φοράς εσύ αυτές;»

«Όχι για ομορφιά τις έχω.» είπα σαρκαστικά.

«Ευρέως γνωστόν αυτό, αλλά τις φοράς εσύ;»

Του έριξα ένα βλέμμα, και μου χαμογέλασε αθώα. «Ναι, Κωνσταντίνε. Τις φοράω.» Όποτε το απαιτούσε η περίσταση ∙ αν πέθαινε κάποιος ή αν κάναμε καμία αφιέρωση στην κλασική μουσική.

Με κοίταξε λίγο περίεργα σε αυτό το τελευταίο, και μετά κάθισε στον καναπέ ακριβώς δίπλα στις περούκες. «Ξέρεις τι συνειδητοποίησα μόλις τώρα;»

«Για πες.» είπα και άφησα κάτω τη βούρτσα, γυρνώντας προς το μέρος του. Άμα με ξανακορόιδευε, μα την Παναγία…

«Δεν θυμάμαι αν σε έχω ξανακούσει να λες το όνομά μου.» Είπε, ξαφνιάζοντάς με. «Μου αρέσει.»

Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μπορούσα να συγκρατήσω ένα τεράστιο χαμόγελο. «Έτσι, ε;»

«Έτσι ε.» απάντησε και μου χαμογέλασε κι αυτός.

«Μάλιστα…» είπα και σηκώθηκα από την καρέκλα για να διασχίσω το δωμάτιο και να κάτσω δίπλα του.

Μου έκανε χώρο, και τύλιξε το χέρι του γύρω από τους ώμους μου. Μετά από ένα λεπτό γέλασε. «Ξέρεις εδώ θα ήταν αρμόζων να επαναλάμβανες το όνομα, όπως θα έκανε ένας φυσιολογικός άνθρωπος.»

Σούφρωσα τα χείλη μου. «Ολόκληρη κουμούτσα είναι βρε παιδί μου. Άσε που προτιμάω το αδελφούλη, το κύριε καθηγητά, το αγάπη μου…» είπα και ακούμπησα το κεφάλι μου στον ώμο του, κουρνιάζοντας στο λαιμό του.

Μου φίλησε τα μαλλιά, και μπορούσα να τον νιώσω να γελάει. «Είσαι απίστευτη.»

«Είμαι, η φοράδα. Λοιπόν;»

«Τι λοιπόν;»

Έκανα νόημα με το χέρι μου. «Περί Ίψεν.»

Κοκάλωσε. «…Ίψεν;»

«Μχμ. Χένρικ Ίψεν, Νορβηγός θεατρικός συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός, ίσως τον έχεις ακουστά;»

«Ναι, ναι, κάτι έχω ακούσει…» τα μάσησε.

«Κωνσταντίνε

«Καλά ντε.» είπε αμυντικά. «Περί Ίψεν λοιπόν…»

Βολεύτηκα στην αγκαλιά του, περιμένοντας να δω τι θα πει. Η αλήθεια ήταν πως δεν του κρατούσα κάποια κακία, αλλά δεν τον είχα ακούσει να μου ζητάει ένα συγνώμη της προκοπής, πέραν του λουλουδικού.

Καθάρισε τον λαιμό του και ξεκίνησε. «Περί Ίψεν, έχω να πω ότι ναι μεν η απάντηση σου ήταν ελλιπής – αλλά ήταν βάσιμη. Και ότι… θα έπρεπε να μην την είχα κρίνει εκ πρώτης όψεως. Και ούτε και εσένα. Γιατί το ξέρω ότι προσπαθείς…» μου ξαναφίλησε το κεφάλι, «…και έχεις καταφέρει πάρα πολλά. Και είμαι… να… είμαι περήφανος για το μυαλουδάκι σου και για την όρεξή σου, αν και δεν το λέω συχνά. Και συγνώμη αν… που ήμουν απότομος. Απλώς θέλω να κάνεις σπουδαία πράγματα γιατί το ξέρω ότι μπορείς, και μου σπας τα νεύρα όταν τα παρατάς και δίνεις τις εύκολες απαντήσεις. Αν και στην προκειμένη περίπτωση το είχες ψάξει και είχες δίκιο τελικά.»

Δεν μίλησα. Τι να έλεγα κιόλας… τα είχε καλύψει όλα και ακόμα περισσότερα, ο ταραμάς. Κάτι που με τίποτα δεν το συνήθιζε. Και με είχε αφήσει άμιλη, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα να πω. Τελικά αρκέστηκα στο να του δώσω ένα φιλί στο λαιμό, που τον είχα κι εύκολο, και να του πω απαλά «Ευχαριστώ.»

Μια ατέλειωτη στιγμή μετά, αναστέναξε. «Ξέρεις τι, ωραία είναι εδώ μέσα.»

«Ωραία;» Επανέλαβα ξερά. «Πλάκα μου κάνεις, τόση ώρα δεν το κορόιδευες;»

«Κοίταξε, από αισθητικής απόψεως είναι παντελώς αισχρό και γύφτικο, δεν τίθεται προς συζήτησιν αυτό.»

«Αχού… εγώ φταίω που σ' έφερα.» σταύρωσα τα χέρια μου στο στήθος μου.

Γέλασε και έβαλε μια μπούκλα πίσω από το αυτί μου. «Αλλά, αδελφούλα… Είναι ξεκάθαρα κάτι δικό σου. Τα χρώματα, τα φώτα, η μυρωδιά…» Είπε και επιδεκτικά τον ένιωσα να μυρίζει τα μαλλιά μου. «Όλα θυμίζουν εσένα. Ακόμα και στη γελοία ταπετσαρία, το μόνο που μπορώ να δω είναι τα μάτια σου. Πώς θα μπορούσα να μισήσω κάτι τέτοιο;»

Χαμογέλασα. «Όπως μίσησες κι εμένα.»

«Άλλο αυτό. Και εν πάση περιπτώσει δεν αρμόζει αυτή η λέξη πια για εμάς.»

«Ναι ε; Και ποια αρμόζει, λοιπόν;»

«Ααα, ο νοών νοήτω.» είπε αόριστα.

Σήκωσα το κεφάλι μου για να τον αγριοκοιτάξω.

Μα ήταν ανάγκη να μου το πει στα ξένα τώρα;