Πήγε έντεκα η ώρα, συνειδητοποίησε όταν έριξε μια ματιά στο ρολόι. Σηκώθηκε από τον καναπέ με έναν αναστεναγμό και κατευθύνθηκε προς τη κουζίνα. Πήρε από το ντουλάπι τη σακούλα με τη σκυλοτροφή και γέμισε το μπολ του Τίτου. Αμέσως αυτός έτρεξε προς το μέρος του χαρωπός, κουνώντας τη μαλλιαρή ουρά του. Ο Κωνσταντίνος του χάιδεψε το κεφάλι καθώς αυτός άρχισε να τρώει.

Γύρισε προς τη κουζίνα για να επιστρέψει τη σακούλα, όταν τα μάτια του έκαναν μια στάση πάνω της. Στεκόταν μπροστά στο μάτι της κουζίνας, σίγο-μουρμουρίζοντας ένα σκοπό που αυτός δεν ήξερε – ή ίσως απλά δεν μπορούσε να αναγνωρίσει λόγω του βουητού του απορροφητήρα. Την είδε να λικνίζει το κορμί της ελαφρά, με ένα τρόπο που τον έκανε να πιστεύει πως ήταν ασυνείδητο. Οι ξανθές μπούκλες της αναπηδούσαν στους ώμους της με κάθε κίνησή της, και ένιωσε την επιθυμία να πλησιάσει, να βυθίσει το πρόσωπό του στα μαλλιά της και να εισπνεύσει το άρωμά της. Πήρε μια βαθιά ανάσα χωρίς να το θέλει στη σκέψη, και η μυρωδιά της τηγανιτής μαρίδας που αυτή ετοίμαζε για βραδινό γέμισε τα πνευμόνια του. Μύριζε υπέροχα, οπότε δεν τα είχε κάψει… ακόμα.

«Θες ξύδι;»

Το βλέμμα του ήταν ήδη καρφωμένο σε αυτήν, οπότε όταν μίλησε αυτός απλώς βλεφάρισε. «Στη μαρίδα;»

«Ναι καλέ. Δεν έχεις ξαναφάει;» Τον ρώτησε, με την πλάτη γυρισμένη προς αυτόν, γυρίζοντας τα ψάρια στο τηγάνι. «Έτσι ξιδάτη μας την έκανε η μάνα στο χωριό πάντα, την λάτρευα. Ξέρεις τι, θα βάλλω ξύδι και άμα δεν σου αρέσει την επόμενη φορά την κάνουμε όπως θες, εντάξει;»

«Εντάξει.» της απάντησε. Στάθηκε για λίγο στην τελευταία της πρόταση ∙ του άρεσε, συνειδητοποίησε, αυτό το 'επόμενη φορά'. Η προοπτική του αύριο, της επανάληψης, της συνήθειας… της καθημερινότητας μαζί της. Κάτι τόσο απλό όπως το βραδινό, μαζί της φάνταζε γιορτή. Η κάθε μικρή λεπτομέρεια που πάντα χανόταν στο γκρίζο της ρουτίνας του, ξαφνικά έπαιρνε χρώμα όταν αυτή την άγγιζε.

Λες και για να επιβεβαιώσει τη σκέψη του ξαφνικά άρχισε να γελάει, και το δωμάτιο με μιας φάνταζε πιο φωτεινό.

«Γιατί γελάς;»

«Τίποτα τίποτα… Σε φαντάστηκα στο σπίτι μου στο χωριό.» είπε και χαχάνισε.

Σήκωσε το ένα φρύδι του. «Και αυτό είναι αστείο;»

«Ναι είναι. Να κάθεσαι σιδερωμένος με το κουστουμάκι σου και το παπιονάκι σου στην βεράντα, στην άσπρη πλαστική καρέκλα που της λείπει το ένα χερούλι και έχει τρία πόδια σπασμένα, και να παίζεις τάβλι με τον πατέρα μου ενώ στο φόντο ακούγονται οι κότες από δίπλα και στα τρία μέτρα δεξιά σου χέζει μια προβατίνα.» περιέγραψε παραστατικά, γελώντας ακατάπαυστα με αυτό το χαρακτηριστικό, δυνατό και κακαριστό γέλιο της.

Εντάξει… ήταν όντως ελαφρώς χιουμοριστικό. «Τόσο απίθανο σου φαίνεται;»

«Να έρθεις στο χωριό μου; Ναι.» χαχάνισε ξανά στον εαυτό της.

Χμ… δεν θα έλεγε ποτέ όχι σε μια πρόκληση. Τουλάχιστον, όχι όταν αυτή ήταν που τον προκαλούσε. «Πάμε.» πρότεινε. «Άμα έχεις κανένα κενό.»

Αυτή γύρισε τότε, με τα γαλάζια της μάτια να τον κοιτούν με έκπληξη. «Να πάμε… Γρεβενοχώρια;»

Ανασήκωσε τους ώμους του. «Και γιατί όχι; Εξάλλου είμαι περίεργος να γνωρίσω τον τόπο που μεγάλωσες. Και τους ανθρώπους που… που σε έκαναν αυτό που είσαι.»

Τον αγριοκοίταξε. «Σπόντα ήταν αυτό;»

«Το κάθε άλλο, για καλό το είπα... Κυρίως.»

«Ώστε σπόντα ήτανε! Καλά… να τα' άκουγε αυτό η κυρά Ζωίτσα και θα σου 'λεγα εγώ.»

«Ζωίτσα λένε τη μητέρα σου;»

Έγνεψε και έβγαλε τα ψάρια, βάζοντας μια ακόμη τηγανιά να γίνεται. «Μχμ. Αν νομίζεις ότι εγώ έχω τσαγανό και είμαι αντράκι, που να γνώριζες αυτή. Αν και πάντα με ζόριζε και εγώ της πήγαινα – και πάω – κόντρα σε όλα, έχω να το λέω. Είναι υπόδειγμα Σαρακατσάνας.»

Υπήρχε μια γλυκύτητα στον τόνο της καθώς μιλούσε, και τον έκανε ακόμα πιο περίεργο. «Λες… να ενέκρινε κάποιον σαν εμένα;» ρώτησε, ανήμπορος να κρατηθεί. «Για σένα, θέλω να πω.»

Την είδε να κοντοστέκεται, τα χέρια της κοκαλώνοντας για μια σύντομη στιγμή στη μέση της κίνησης της. Μετά από λίγο ξεπάγωσε. «Νομίζω ότι… Κοίτα, κάθε τύπο που της έχω φέρει σπίτι τον έχει ξαποστείλει από εκεί που ήρθε. Και κανένας τους δεν είχε καμία σχέση με εσένα. Σίγουρα θα σε βρει ξενέρωτο και μαμούχαλο,» είπε, και μπορούσε να ακούσει ένα χαμόγελο στη φωνή της, «αλλά νομίζω ότι θα κοιτάξει πέρα από αυτά, και ότι θα δει μέσα σου αυτό που βλέπω εγώ.»

«Και τι βλέπεις εσύ;» η ερώτηση του ξέφυγε χωρίς να τη σκεφτεί.

«Εσένα.» απάντησε αυτή απλά, λες και αυτό εξηγούσε τα πάντα. Αναποδογύρισε τις μαρίδες ξανά, με τη πλάτη γυρισμένη σε αυτόν ολόκληρη την ώρα.

Έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει. Και ξαφνιάστηκε. Ξαφνιάστηκε με τον ίδιο του τον εαυτό. Το χαμόγελό του πάγωσε στα χείλη του για μια στιγμή, και τελικά έσβησε απαλά ∙ αντ' αυτού, ένιωσε μια θέρμη που να αναδεύει στο στήθος του, να τον ζεσταίνει από ένα σημείο βαθιά μέσα του και να τον κατακλύζει αργά μα σταθερά, σίγουρα… αυτή η θέρμη τον συνεπήρε για μια στιγμή, και αυτός σαστισμένος μπορούσε μόνο να συνεχίζει να την κοιτάει από το σαλόνι, με τη σκυλοτροφή στο χέρι και την καρδιά περιβόλι.

Να χαμογελάει… Πόσες φορές είχε πιάσει τον εαυτό του να χαμογελάει στη ζωή του; Χωρίς να το έχει σκεφτεί πριν, χωρίς να προσπαθεί να δείξει τυπική ευγένεια στα παιδιά στη σχολή ή όταν συναντά τον Νικηφόρο, ή όταν ρωτάει τη Μήνα για τη μέρα της. Ποια ήταν η τελευταία φορά που είχε χαμογελάσει αβίαστα, επειδή το ένιωθε, επειδή ήταν χαρούμενος; Η τελευταία φορά που δεν το είχε κάνει καν συνειδητά; Ήταν δυνατόν να μη θυμόταν; Υπήρχε λόγος που το μόνο που του ερχόταν στο μυαλό αντ' αυτού ήταν το πρόσωπό της;

Μια αμέτρητη στιγμή αργότερα, βρήκε τη φωνή του ξανά. «Και ο πατέρας σου;»

«Ο πατέρας μου… απλά θέλει να είμαι χαρούμενη. Είναι απλός άνθρωπος, και συμπαθεί όλο τον κόσμο. Δεν θα βρεις αντίσταση από εκεί, θα σε συμπαθούσε ακόμα κι αν είχες τρία μάτια και πόδια πάπιας.»

Γέλασε κι αυτός. «Εντάξει, ψήθηκα, θέλω να τους γνωρίσω.»

Γύρισε για να τον κοιτάξει με μια αστεία έκφραση. «Τι λαϊκές εκφράσεις είναι αυτές, κύριε καθηγητά;»

Ωχ. «Είδατε πως με καταντήσατε δεσποινίς Κουντουράτου μου… Σε λίγο η Ζωίτσα δεν θα με βρίσκει καν… πώς το 'πες; Μαμούχαλο.»

Χαχάνισε. «Δυσκολάκι. Και εν πάση περιπτώσει, δεν μπορούμε να πάμε.»

«Γιατί;» απαίτησε.

«Γιατί, πρώτων, μόλις γυρίσαμε από τις Σπέτσες και μας βγήκε η παναγία να το καλύψουμε κι αυτό. Δεύτερον, η κυρία Φλώρα είναι ακόμα θυμωμένη μαζί σου. Τρίτον, η Μήνα δεν πρόκειται να χάψει άλλο ψέμα θα μας πάρει χαμπάρι… και τέλος,» είπε και η φωνή της χαμήλωσε ελαφρά. «αυτό που ξέρουν οι δικοί μου, και που ισχύει φυσικά, είναι ότι τα έχω με τον Λάμπη. Οπότε και να ήθελα να σας γνωρίσω, δεν θα γινόταν. Που…» ξεροκατάπιε. «Που θέλω, δηλαδή. Αλλά δεν γίνεται. Οπότε Γρεβενά, γιοκ. Μέχρι το πάρκο βόλτα τον Τίτο και πολύ μας είναι, αδελφούλη. Άλλωστε… ούτε καν που θα σου άρεσε στα Γρεβενά, δεν είναι του γούστου σου. Πολλά ζώα και μυρωδιές και γεφύρια. Δεν έχει και τίποτα να κάνεις.»

Μα ότι και να έλεγε, δεν μπορούσε να σβήσει την επιθυμία που ξαφνικά φούντωσε μέσα του. Ήθελε να πάει στα Γρεβενά μαζί της. Ήθελε να γνωρίσει τον τόπο της, το κομμάτι του εαυτού της που δεν είχε γνωρίσει ακόμα, την παιδικότητά της. Και πιο πολύ από όλα, ήθελε να μπορούσε να το κάνει. Να μπορούσε να συστηθεί στους γονείς της και να έχει την ευκαιρία να τους κερδίσει, να τους γνωρίσει. Να μπορούσε να της έπιανε το χέρι ελεύθερα στο δρόμο και να την ακολουθήσει καθώς του έδειχνε τα σοκάκια στα οποία έπαιζε, το σχολείο της, το δέντρο στο λόφο όπου είχε χαράξει το όνομά της, το βράχο στον οποίο σκαρφάλωνε ∙ που είχε την καλύτερη θέα του ήλιου που χανόταν πίσω από το βουνό το δειλινό.

Τα ήθελε όλα αυτά. Χωρίς όρια και φόβο και κρυφές συναντήσεις. Ήθελε να είναι μαζί της με όλους τους τρόπους. Με κάθε τρόπο.

Γιατί φοβάσαι να αφεθείς, ενώ είσαι ευτυχισμένος; Η φωνή της ήχησε ξαφνικά στα αφτιά του, μια ερώτηση που του είχε κάνει κάτι μέρες πριν στις Σπέτσες.

Φοβόταν... Ω, ναι φοβόταν. Το κυνήγι της ευτυχίας, αδελφούλα, είναι η πιο σημαντική πηγή δυστυχίας. Της είχε απαντήσει τότε, όπως περπατούσαν στην έρημη παραλία.

Και δεν είχε άδικο. Κάπου-κάπου καλό θα είναι να διακόπτουμε για λίγο την αναζήτηση της ευτυχίας και απλά να είμαστε ευτυχισμένοι. Ο σχεδιασμός για την ευτυχία πετυχαίνει σπάνια. Η ευτυχία απλά συμβαίνει. Το να επιδιώκει κανείς ένα στόχο που είναι εξ ορισμού ανέφικτος, σημαίνει να καταδικάζει τον εαυτό του σε μια κατάσταση αέναης δυστυχίας.

Μα εδώ… εδώ δεν μιλούσε για κάτι ανέφικτο. Δεν ήταν ακατόρθωτο το να ήταν μαζί, ελεύθεροι, χωρίς φόβο. Δεν ήταν αδύνατη η αγάπη τους. Λένε ότι η αληθινή ευτυχία είναι να αναπολείς το παρόν. Και μόνο αυτό έκανε τις μέρες που πέρασαν στις Σπέτσες, και κάθε μέρα από τότε. Κάθε φορά που την έκανε να γελάει, κάθε φορά που έπλεκε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Θα ήταν τόσο καλά μαζί οι δυο τους, αν έδιναν στη σχέση τους μια ευκαιρία - μια πραγματική ευκαιρία. Θα τρέλαιναν ο ένας τον άλλο συνεχώς, μα-να πάρει- θα ήταν ευτυχισμένοι. Και αυτό δεν ήταν κάτι ανέφικτο.

Ήταν όμως ένα ρίσκο. Και αυτός φοβόταν να ρισκάρει, δεν το είχε κάνει ποτέ στη ζωή του. Δεν ήταν σαν αυτή, νέος αυθόρμητος, ατρόμητος… κάθε άλλο. Ήταν ένας δειλός, και όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούσε να είναι σίγουρος ότι είναι δυστυχισμένος παρά να ρισκάρει να είναι ευτυχισμένος. Μια ζωή έπαιρνε αποφάσεις που μόνο ενίσχυαν αυτό, και ύστερα τις στόλιζε με ψαγμένα αποφθέγματα περί του εκτιμώντας του τι έχουμε και βρίσκοντας την ευτυχία στο παρόν. Μα η ευτυχία δεν είναι κατάσταση, είναι στιγμές. Και ναι, μπορεί να έρχονται χωρίς να τις καταλάβει κάποιος, αλλά γλιστρούν από τα χέρια του με την εξίσου ίδια ευκολία, και η δουλειά του είναι να σφίξει τη γροθιά του, να τις πιάσει, να τις κρατήσει. Αν δεν παλέψει για αυτές, τότε γιατί να τις αξίζει; Πώς έχει δικαίωμα να καταναλώνει την ευτυχία, όταν δεν την παράγει;

Την είχε εδώ, μπροστά του. Και θα την έχανε, το ήξερε πως θα την έχανε. Δεν μπορούσαν να συνεχίσουν έτσι για πάντα. Σύντομα θα γλιστρούσε από τα χέρια του, και θα έμενε με την ανάμνηση της, να αναπολεί το γέλιο της και τις ξανθές της μπούκλες.

Και για πρώτη φορά, ο Κωνσταντίνος ήθελε να παλέψει. Ήθελε να κερδίσει το δικαίωμα να είναι ευτυχισμένος. Ήθελε να ρισκάρει ∙ για αυτόν, για αυτήν, και για τους δύο. Για πρώτη φορά φαντάστηκε πώς θα ήταν αν χώριζε την Μήνα. Και για πρώτη φορά, η σκέψη, η αβεβαιότητα δεν τον τρομοκράτησε – γιατί μπορεί να είχε πολλά να χάσει, μα δεν μπορούσαν να συγκριθούν με αυτά που θα κέρδιζε.

Δεν είχε ξανανιώσει τόση ανακούφιση στη ζωή του όση ένιωσε όταν το συνειδητοποίησε αυτό.

Θα μιλούσε στη Μήνα. Πήρε την απόφαση εκείνο το δευτερόλεπτο. Έσφιξε τις γροθιές του και έπιασε την ευτυχία από το μαλλί, και δεν είχε σκοπό να την αφήσει. Δεν άφησε τον δειλό να πάρει τα ινία. Δεν ήταν ξενέρωτος, ούτε μπουχέσας… Ήταν αυτός.

Αυτός. Ο Κωνσταντίνος.

Έτσι απλά.

Φαινόταν λες και είχαν περάσει αιώνες, μα η δεύτερη τηγανιά μαρίδες δεν ήταν ακόμα έτοιμη. Πίσω στο παρόν, είδε τη Μαρίνα να γυρίζει τα ψάρια μια τελευταία φορά προτού γίνουν.

Ήταν λες και το δευτερόλεπτο που πήρε την απόφαση όλα είχαν τελειώσει. Ένιωσε όσο ξέγνοιαστος είχε νιώσει εκείνο το βράδυ στης κυρά-Νίτσας, μα χωρίς ίχνος αλκοόλ στον οργανισμό του αυτή τη φορά. Ήταν ένα τόσο πρωτόγνωρο συναίσθημα.

Μια στιγμή αργότερα συνειδητοποίησε ότι κρατούσε ακόμα τη σακούλα με τη σκυλοτροφή στο χέρι του. Μια ματιά και ο Τίτος είχε κουλουριαστεί στον καναπέ, φαγωμένος, και πλέον κοιμόταν του καλού καιρού. Με ένα μικρό χαμόγελο και αυτή την καινούρια ξεγνοιασιά στο στήθος του, ο Κωνσταντίνος ακούμπησε τη σκυλοτροφή στο τραπέζι και μόνο που δεν έτρεξε στην ντουλάπα. Έβγαλε από τη κρυψώνα στο πάνω ράφι τη κόπια του από το σιντί της Χαρούλας που είχαν αγοράσει μαζί στο γυρισμό από το νησί, και την έβαλε στο κασετόφωνο της Φλώρας, ανοίγοντας την φωνή στο διαπασών.

Η Μαρίνα κοκάλωσε όταν άκουσε την εισαγωγή του Μπάρμπα-Γιαννακάκη, και γύρισε για να τον κοιτάξει με έκπληκτα μάτια και ένα χαμόγελο που όλο και μεγάλωνε. «Τι είναι τούτο;»

«Χαρούλα, τι άλλο;» της απάντησε, χαμογελώντας και αυτός σαν χαζός.

Άιντε, άιντε, Μπάρμπα Γιαννακάκη…

«Καλέ, θα μας ακούσει όλη η γειτονιά!»

«Ας ακούσει ότι θέλει, αδελφούλα.» είπε αυτός, και ήρθε γύρω από το τραπέζι για να σταθεί πίσω της, και να τυλίξει τα χέρια του γύρω από τη μέση της.

Που'ναι, που'ναι…

«Πουν' το Μαρινάκι…» τραγούδησε στο αυτί της, αλλάζοντας το όνομα όπως είχε κάνει και εκείνο το βράδυ.

«Α, εσύ τα 'χεις παίξει τελείως.» δήλωσε αυτή και άρχισε να γελάει.

Πήρε μια βαθειά ανάσα με το πρόσωπό του βυθισμένο στις μπούκλες της, εισπνέοντας τη μυρωδιά της, όπως ακριβώς ήθελε να κάνει προηγουμένως. Και μετά αυτή έβαλε μια ξαφνιασμένη στριγγλιά καθώς την τράβηξε να χορέψουν, στη μέση της κουζίνας.

Ψαράκια τηγανίζει μεσ'το μαγεριό.
Εγώ θα σου το πάρω και θα το παντρευτώ.

Περιττό να ειπωθεί ότι την κάψανε τη δεύτερη τηγανιά.


Δεν ήταν και το πιο δύσκολο πράγμα τελικά.

…Εντάξει, ήταν, αλλά όχι οι λέξεις αυτές καθ' αυτές. Το να μην κοτιάσει και να κάτσει δίπλα στη Μήνα στον καναπέ λέγοντας το 'πρέπει να μιλήσουμε', αυτό ήταν το δύσκολο. Θα ήταν τόσο εύκολο να μην πει τίποτα και απλά να φάνε το βραδινό τους και να την καληνυχτίσει το βράδυ ∙ εξάλλου δεν είχε πει τίποτα στη Μαρίνα για το τι σκόπευε να κάνει. Δεν είχε κάνει υποσχέσεις σε κανέναν άλλο… Μόνο στον εαυτό του. Μα ήταν καιρός να αρχίσει να υπολογίζει και αυτόν, έτσι δεν είναι;

Όταν γύρισε από το ταξίδι της τρεις μέρες αργότερα, λοιπόν, δεν την φίλησε. Την ρώτησε πως πέρασε, και είχαν απλώς μια τυπική συζήτηση. Και ήταν μόνο τότε που συνειδητοποίησε ότι δεν έκανε κάτι πέραν του συνηθισμένου τους. Και αυτό του έδωσε ώθηση. Της είπε να μιλήσουνε, και την κάθισε στο καναπέ. Και έχασε τα λόγια του καμιά εικοσαριά φορές, και κόντεψε να μείνει καραφλός από το πόσο τραβούσε τα μαλλιά του στην απελπισία του, μα τελικά τραύλισε την αναθεματισμένη πρόταση.

«Θέλω να χωρίσουμε.» της είπε. Γιατί δεν προχωρούσε άλλο. Γιατί αυτός ήταν αλλού, και δεν ήταν σωστό να την κοροϊδεύει, ούτε να κοροϊδεύει τον εαυτό του. Γιατί και στους δύο τους άξιζε καλύτερα από μια σχέση αδιάφορη και τυπική. Γιατί ήταν καιρός να απαιτήσουν κάτι καλύτερο. Της τα είπε όλα αυτά, κρατώντας τη φωνή του όσο πιο ήρεμη και απαλή γινόταν, προσπαθώντας να μην την αναστατώσει υπερβολικά.

Έλα που η Μήνα ήταν αυτή που την πέταξε την βόμβα τελικά. «Γι' αυτό το τσόλι;» τον ρώτησε, με φλεγόμενα μάτια.

«Τι πράγμα;» έκανε αυτός, μη πιστεύοντας στα αφτιά του.

«Θα πας σε αυτήν την πουτάνα; Είσαι σοβαρός, τόσο κάτω έχεις πέσει;!»

«Μήνα, δεν σου επιτρέπω!»

Τα ήξερε όλα. Όλα, με το πι και με το σίγμα. Νόμιζαν πως την κορόιδευαν τόσο καιρό μα αυτή ήταν που τους γελούσε τελικά. Κάθε συνάντηση, κάθε τηλεφώνημα, το διήμερο στις Σπέτσες – τίποτα δεν της είχε διαφύγει. Μα δεν είχε πει τίποτα. Γιατί… γιατί δεν είχε πει τίποτα; Γιατί είχε μείνει μαζί του; Και αυτοί, χαμένοι στον έβδομο ουρανό, δεν είχαν πάρει χαμπάρι. Τι άλλο έμενε; Ποιος άλλος ήξερε, η Φλώρα; Η Ντένη; Να το βγάζανε και στις εφημερίδες τότε να τους έφευγε και το άγχος! …Και για κάποιο λόγο ξαφνικά αυτό δεν του φάνηκε και τόσο φριχτό ενδεχόμενο.

Η Μήνα είχε ένα άγαρμπο ξέσπασμα. Φώναζε και έβριζε, κάτι πολύ ενάντια στον χαρακτήρα της. Του θύμισε το όνειρο που είχε δει μετά το βράδυ εκείνο στη σοφίτα… Ευτυχώς δεν υπήρχαν οι σπάθες του πατέρα του κοντά, γιατί του έδωσε την εντύπωση πως πραγματικά δεν ήξερε για τι ήταν ικανή.

Φώναξε λοιπόν. Ούρλιαξε. Έβρισε.

Και μετά πήρε την τσάντα της και έφυγε.

Τρία χρόνια, και το μόνο σημάδι που άφησε η Μήνα στο σπίτι ήταν η κορνίζα στη βιβλιοθήκη, την οποία αυτός σχεδόν αμέσως βούτηξε και έχωσε σε ένα συρτάρι.

Όσο για την καρδιά του… αν την έψαχναν για αποτυπώματα, θα έβρισκαν μόνο της Μαρίνας.


Την πήρε τηλέφωνο σχεδόν αμέσως, και της είπε να έρθει.

«Δεν είναι εκεί η Μήνα;» ρώτησε αυτή απορημένη.

«Όχι.» απάντησε αυτός, και σχεδόν το ξεφούρνισε εκείνη τη στιγμή, μα ήθελε να της το πει από κοντά. Κρατήθηκε λοιπόν, μετά βίας όμως.

Είκοσι λεπτά αργότερα του χτύπησε το κουδούνι.

Της άνοιξε, και αυτή γρήγορα πέρασε μέσα, ρίχνοντας μια ματιά πάνω από τον ώμο της από συνήθεια, μήπως τους είδε κανένας. Με το που ακούστηκε η πόρτα να κλείνει, γύρισε και τύλιξε τα μπράτσα της γύρω από τον λαιμό του και τον φίλησε χαμογελώντας, βγάζοντας ένα από εκείνα τα μικρά μουρμουρητά ευχαρίστησης που τον σκότωναν κάθε φορά.

«Γεια σου, αδελφούλη.» του είπε μόλις τα χείλη τους χωρίστηκαν, και άφησε ένα μικρό γελάκι. Αμέσως μετά τον άφησε και γύρισε για να περάσει μέσα με ένα τόσο χαρωπό βήμα, που σχεδόν χοροπήδαγε. Και με κάθε κίνηση το δωμάτιο γέμιζε χρώμα.

Μόλις την είδε, ο Τίτος σηκώθηκε όρθιος στον καναπέ όπου ήταν ξαπλωμένος , ξαφνικά ενθουσιασμένος. Αυτή πήγε και κάθισε δίπλα του κατευθείαν, κι έσκυψε για να τον χαϊδέψει. «Τιτούλη! Που είσαι, βρε όμορφε;» του είπε γλυκά, κοιτώντας τον στα μάτια. «Τι κάνεις;»

Της κούνησε την ουρά, γλύφοντας τον αέρα – προσπαθώντας να την φτάσει. Αυτή γέλασε απαλά και του έδωσε ένα φιλί στο κούτελο.

«Πιο πολύ ασχολείσαι με τον σκύλο παρά με εμένα; Ωραία είσαι, αδελφούλα.»

«Ζηλεύουμε, ζηλεύουμε;» του είπε παιχνιδιάρικα, σουφρώνοντας τα χείλη της.

Αυτός απλά χαμογέλασε και πήγε στο γραφείο του να πάρει ένα τσιγάρο από το πακέτο που είχε ακουμπισμένο. «Όχι. Γιατί είσαι όλη δική μου.»

Αυτή κούνησε το κεφάλι της. «Να μην το σχολιάσω αυτό τώρα καλύτερα.»

«Χμμμ...» έκανε αυτός, προσπαθώντας να μη χαμογελάσει – πήγαινε από μόνη της η συζήτηση τελικά. Αλλά άλλαξε θέμα. «Παρήγγειλα κινέζικο.»

Αυτή βλεφάρισε. «Α. Πώς κι έτσι;»

«Ε, έχω την εντύπωση ότι θα είναι μια αξέχαστη εμπειρία να σε δω να χειρίζεσαι ξυλάκια.»

«Μμμ, κρυάδες! Παγώσαμε.»

Άναψε ένα τσιγάρο και ρούφηξε μια τζούρα. «Και επίσης εγώ είμαι άχρηστος στη μαγειρική προς το παρόν, και δεν ήθελα να περάσω πάλι μια ώρα κοιτώντας τον πισινό σου, όσο ακαταμάχητος και να είναι.»

Ρουθούνισε, εμφανώς διασκεδάζοντας. «Μάλιστα, μάλιστα… Και τι εννοείς 'προς το παρόν'; Σκοπεύεις να παρατήσεις την Αντιγόνη και να πιάσεις τα σουτζουκάκια;»

«Όχι...» Γέλασε. «Ούτε την Αντιγόνη παρατάω ούτε τίποτα. Απλώς σκέφτηκα να γίνω λίγο πιο ανεξάρτητος βρε παιδί μου… Λείπει και η Φλώρα και τα βρήκα σκούρα. Και δεν είναι δίκαιο να μου μαγειρεύεις συνέχεια εσύ - αν και έχω μια αδυναμία στα καμένα σου μακαρόνια.»

«Α! Α να χαθείς, ρε!» είπε και σηκώθηκε, πήγε σε αυτόν και του έχωσε μια στο μπράτσο. «Να πεις στην ξενέρωτή σου να σου τα κάνει, που τα φτιάχνει καλύτερα!»

Να το πάλι… Χαμογέλασε από αφτί σε αφτί. «Θα μου μάθεις, λοιπόν;»

«Να μαγειρεύεις; Σοβαρά τώρα;»

«Σοβαρότατα. Να, θα γίνω εγώ ο μαθητής και εσύ η καθηγήτρια.»

Σήκωσε τα φρύδια της και τον κοίταξε πονηρά. «Ωπα και η ανταλλαγή ρόλων… δεν μας τα 'χες πει αυτά, αδελφούλη.» του είπε και του βούτηξε το τσιγάρο, και πήρε μια ρουφηξιά. Φύσηξε τον καπνό στα μούτρα του, και του χαμογέλασε.

Και τότε χτύπησε το κουδούνι.

Ο Κωνσταντίνος της έδωσε ένα σκαστό φιλί στη μύτη και πήγε να ανοίξει. Παρέλαβε το φαγητό και έδωσε και ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα στο παιδί – μα πώς αλλιώς; Τόση χαρά είχε σήμερα που δεν ήξερε πώς να τη συγκρατήσει. Κοίτα να δεις πώς κάτι που φοβόταν τόσο, τελικά τον έκανε να πετά. Δεν είχε καν καταλάβει πως ένοιωθε καταπιεσμένος, μέχρι που όλα τελείωσαν και συνειδητοποίησε ότι είχε ξεμάθει να ανασαίνει κανονικά, ξέγνοιαστα.

Κάθισε απέναντί της στο τραπέζι και εκείνη έβγαλε τα κουτάκια από τη σακούλα και άνοιξε ένα. Το μύρισε, δοκιμαστικά, και φάνηκε να της αρέσει γιατί πήρε αμέσως ένα ζευγάρι ξυλάκια και ξεκίνησε να τρώει.

Το να βλέπει τη Μαρίνα να τρώει κινέζικο ήταν το πιο διασκεδαστικό πράγμα που είχε δει στη ζωή του. Ήταν χίλιες φορές χειρότερη από ότι είχε αρχικά φανταστεί. Κρατούσε ένα ξυλάκι στο κάθε χέρι και φέρνοντας τα μαζί σχεδόν κάθετα, προσπαθούσε να φέρει το φαγητό στο ήδη ανοιχτό από την συγκέντρωση στόμα της, με κόκκους ρυζιού να πέφτουν άτσαλα στο τραπέζι, στη ποδιά της, στο πάτωμα, παντού. Όταν η τρίτη της προσπάθεια κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία, με το ρύζι να εκσφενδονίζεται – πώς στα κομμάτια τα κατάφερε- ακριβώς πάνω στο πρόσωπό του, αυτός δεν άντεξε άλλο και έσκασε στα γέλια.

Μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι την παρακολουθούσε από την αρχή και του έριξε ένα άγριο βλέμμα. Μετά όμως είδε πως τον είχε κάνει χάλια και η έκφρασή της μαλάκωσε. «Ωχ… Συγνώμη!» είπε και άπλωσε το χέρι της για να του καθαρίσει το πρόσωπο, ενώ αυτός ακόμη γελούσε.

«Είσαι απίστευτη.» της είπε ανάμεσα σε χαχανητά, και έπιασε το χέρι της για να φιλήσει την παλάμη της.

«Έλα κόφτο, δεν έχω ξαναφάει.» είπε, βγάζοντας έξω το κάτω χείλος της.

«Ποτέ;»

«Ποτέ.»

Της φίλησε ξανά το χέρι, και τοποθέτησε και τα δύο ξυλάκια μέσα του. «Τα κρατάς μαζί, με αυτά τα δάκτυλα κι έχεις αυτό για κόντρα. Και τα ανοιγοκλείνεις έτσι για να πιάσεις το φαγητό. Βλέπεις;»

Έγνεψε, επεξεργαζόμενη τις οδηγίες. Δέκα λεπτά αργότερα είχε τελειώσει το φαγητό της, χειριζόμενη τα ξυλάκια σαν επαγγελματίας. Κι αυτός δεν μπορούσε να διώξει το χαμόγελο από τα χείλη του.

Ήπιαν το κρασάκι τους - κόκκινο αυτή, λευκό αυτός – πέταξαν τις συσκευασίες στα σκουπίδια και αυτή πήγε και κάθισε στον καναπέ, παίρνοντας τον Τίτο αγκαλιά. «Ταινία;» πρότεινε, και ακούμπησε το χέρι της στη κενή θέση δίπλα της, προσκαλώντας τον να κάτσει.

Άντ' αυτού, εκείνος κατευθύνθηκε προς το κρεβάτι και κάθισε εκεί. Έβγαλε τα παπούτσια του. «Μπα… βαριέμαι.»

Αυτή συνοφρυώθηκε ελαφρά. «Εμ… πρόβα, τότε;» πρότεινε ξανά.

«Με την καμία.» Κούνησε το κεφάλι του.

Σούφρωσε τα χείλη της. «Μουσική;»

«Ούτε.»

Ξεφύσησε και τον κοίταξε με απορία. «Ε, τι θες πια;!»

Αυτός γέλασε, και χαχάνισε κι αυτή. Ανακάθισε έτσι ώστε να είναι ο μισός ξαπλωμένος στη μέσα πλευρά του κρεβατιού, με τη πλάτη του να στηρίζεται στα μαξιλάρια. «Δεν έρχεσαι από το κρεβάτι, που έχω να σου κάνω μια πρόταση;» πρότεινε, με επίτηδες προκλητική φωνή.

Αυτή χαμογέλασε, πιάνοντας το υπονοούμενο. Άφησε ξανά τον Τίτο στον καναπέ και τον πλησίασε για να κάτσει δίπλα του στο κρεβάτι. «Α ναι; Αναρωτιέμαι τι να είναι…»

Τύλιξε γύρω της το ένα χέρι του, και απότομα γύρισε ανάποδα και την τράβηξε από κάτω του. Αυτή έβγαλε μια παιχνιδιάρικη στριγκλιά καθώς παγιδεύτηκε κάτω από το σώμα του, μα αμέσως αγκάλιασε τον λαιμό του με τα μπράτσα της και ακούμπησε το μέτωπό της στο δικό του. «Λοιπόν, ακούω.» είπε αργά, με τη φωνή της να βαθαίνει.

«Λοιπόν ακούς…» τη μιμήθηκε, και πλησίασε ακόμα περισσότερο τα πρόσωπά τους. Η μύτη του χάιδεψε το μάγουλό της, και η καυτή ανάσα της μπλέχτηκε με την δική του στο μικρό κενό ανάμεσα στα στόματά τους. «Τι θα έλεγες… να-»

«Ναι;» τον έκοψε, ανυπόμονη όπως πάντα, και με μία γρήγορη κίνηση τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του, και ανασήκωσε τους γοφούς της έτσι ώστε να τριφτεί πάνω του.

Πήρε μια κοφτή ανάσα, και το μυαλό του θόλωσε. Όταν κοίταξε τα γαλανά της μάτια, σχεδόν ξέχασε τελείως τι ήθελε να πει.

Σχεδόν.

Έγλειψε τα ξερά του χείλη, και διένυσε το τελευταίο εκατοστό ανάμεσα στα στόματά τους. Και με τα χείλη του να αγγίζουν απειροελάχιστα τα δικά της με ένα απολαυστικό τρόπο που έκανε και τους δύο να ανατριχιάσουν, της ψιθύρισε απαλά: «Πάμε για ύπνο;»

Η αναπνοή της σταμάτησε και έκανε λίγο πίσω. Τον κοίταξε μπερδεμένη, βλεφαρίζοντας ακατάπαυστα. «Ε;»

Πώς κρατήθηκε και δεν έσκασε στα γέλια με την αντίδρασή της ακόμα δεν ξέρει. «Να κοιμηθούμε, λέω.» εξήγησε ξανά.

«Τι λες, παιδί μου;»

Την κοίταξε αθώα. «Νυστάζω.»

«Μα… εγώ…» έκανε, μπερδεμένη.

Συγκράτησε ένα χαμόγελο. «Γιατί, κατάλαβες κάτι άλλο;»

Με έναν αναστεναγμό, έλυσε το κράτημά της στο λαιμό του και άφησε τα χέρια της να πέσουν άψυχα στο στρώμα. «Μα δεν σε χόρτασα σήμερα. Δεν θέλω να φύγω ακόμα.» παραπονέθηκε, μα προφανώς δεν θα τον πίεζε άμα ήταν κουρασμένος.

«Σου ζήτησε κανείς να φύγεις;» την ρώτησε, ανασηκώνοντας το ένα φρύδι.

Του έβγαλε αμέσως τη γλώσσα, λίγο πιο άψυχα απ' ότι θα είχα κάνει κανονικά. Μόνο όταν πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα πάνω από το συνηθισμένο και αυτός απλά την κοίταζε, κατάλαβε ότι μιλούσε σοβαρά. «Τι λες καλέ;»

«Εδώ να μείνεις, λέω.» είπε, και χαμήλωσε το κεφάλι του για να αφήσει ένα φιλί στη βάση του λαιμού της. «Της καληνύχτας τα φιλιά μη μου τα δίνεις.»

«Πας καλά παιδάκι μου; Άμα έρθει η Φλώρα το πρωί να σου φτιάξει το καφέ σου και μας δει στα σεντόνια τι θα της πεις, ότι την τελειοποιήσαμε όρθια την Ιουλιέτα και την πιάσαμε τώρα στο ξαπλωτό;»

Γέλασε, η ανάσα του ζεστή πάνω στο δέρμα του λαιμού της. «Η Φλώρα είναι στης Ντένης, απόλυτα θυμωμένη μαζί μου, θυμάσαι; Δεν πρόκειται να έρθει.»

«Η ξενέρωτη, τότε.» αντέθεσε αυτή.

Της έδωσε άλλο ένα απαλό φιλί, στην κλείδα αυτή τη φορά. «Ούτε αυτή πρόκειται να εμφανιστεί.»

«Μπα. Ξανάφυγε; Πολύ μόνο σου σε αφήνει. Ωραία είναι, τι να σου πω.» είπε σαρκαστικά.

Χαμογέλασε, και σχεδόν της το είπε – αλλά την τελευταία στιγμή έσκυψε και την ξαναφίλησε, για να κρατήσει το στόμα του απασχολημένο.

Μετά από ένα λεπτό, αύτη ξαναμίλησε. «Πότε θα γυρίσει, λοιπόν; Γιατί Σάββατο αύριο δεν έχω εκπομπή, και δεν θέλω να ξυπνάω στις έντεκα τα ξημερώματα σαν τη τρελή μη μας πιάσει αυτή. Βασικά ξέρεις τι, θα φύγω από τώρα να μην έχουμε το άγχος. Και άμα σε αφήσει καθόλου μόνο αύριο πάρε με να συναντηθούμε, οκέυ;» Του είπε και φίλησε τον ώμο του έτσι όπως ήταν ακόμη σκυμμένος πάνω της. «Αλλά να ξεκουραστείς σήμερα να μου είσαι φρέσκος αύριο, ντάξει; Σαραβαλάκι.»

Άφησε ασχολίαστο το 'έντεκα τα ξημερώματα'. Όπως και το 'σαραβαλάκι'. Έναντι αυτού, έσφιξε τα χέρια του γύρω της, κλείνοντάς την σε μία λαβή από την οποία δεν θα μπορούσε να ξεφύγει. «Εγώ λέω… να κάτσεις σήμερα να κοιμηθούμε αγκαλιά. Και να κάτσεις αύριο όλη τη μέρα μαζί μου. Και το ίδιο και την Κυριακή. Και την Δευτέρα το πρωί να πας στην εκπομπή κι εγώ στη σχολή, και το μεσημέρι να ξανάρθεις και να μείνεις ως το άλλο πρωί, και ουτ' ο καθεξής.»

«Χαχα. Ξέρω κι ένα άλλο πιο ωραίο με τον Τοτό.» είπε ξινά.

Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε με ένα σκανδαλιάρικο βλέμμα. «Με βλέπεις να αστειεύομαι;»

Έβγαλε ένα ενοχλημένο βογγητό. «Όχου! Μην παίζεις με τον πόνο μου, 'ντάξει;»

«Παίζω; Εγώ; Έλα Παναγία μου.»

«Κωνσταντίνε.» Τον μάλωσε, ενοχλημένη τώρα.

«Εγώ απλά μια πρόταση σου έκανα.» Είπε αθώα.

Του έριξε μια άγρια ματιά, σοβαρή τώρα. «Να μη την κάνεις. Δεν είσαι σε θέση να την κάνεις. Χώρισε πρώτα την καλή σου και ξεκαθάρισε τη θέση σου, και μετά έλα και πες μου να μείνω, και θα το κάνω. Και δεν θα ξαναφύγω ποτέ. Αλλά τώρα δεν μπορείς να μου κάνεις τέτοιες προτάσεις και το ξέρεις. Οπότε κόφτο, και μη παίζεις με τον πόνο μου – εντάξει;»

Έγλυψε τα χείλη του ξανά, και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Εντάξει.» της είπε. «Στο λέω.»

Τον κοίταξε. «Ε;»

«Στο λέω. Μείνε.» επανέλαβε, η φωνή του απαλή.

Η Μαρίνα βόγκηξε ξανά, και κάλυψε με τα χέρια της το πρόσωπό της. «Αν είναι δυνατόν, τι πρόβλημα έχεις;!»

Του ξέφυγε ένα μικρό γελάκι. «Μου είπες να σου πω να μείνεις όταν ξεκαθαρίσω τη θέση μου.» εξήγησε αργά, για να την κάνει να πιάσει αυτό που της έλεγε. «Και στο λέω τώρα. Μείνε.»

Και επιτέλους, σχεδόν άκουσε το κλικ στο μυαλό της όταν ένωσε τα κομμάτια μαζί. Το σώμα της από κάτω του πάγωσε, μεταμορφώθηκε σε ένα μαρμάρινο γλυπτό σε μια στιγμή. Αργά – τόσο αργά που ήταν σχεδόν βασανιστικό να την περιμένει – έβγαλε τα χέρια της από το πρόσωπό της, αποκαλύπτοντας τα μπλε, συγχυσμένα μάτια της.

Την κοίταξε απλώς και τον κοίταξε και αυτή, και πολύ αργά άφησε όλον τον αέρα να βγει από τα πνευμόνια της, και το στήθος της χαμήλωσε. Μετά πήρε άλλη μια βαθιά και αργή ανάσα, λες και φοβόταν πως αν κουνιόνταν πιο γρήγορα κάτι θα έσπαγε, κάποιος θα της φώναζε, η στιγμή θα χανόταν. Στην επόμενη εκπνοή της, άφησε ένα μικρό ψίθυρο να αιωρείται στο λιτά φωτισμένο δωμάτιο.

«Τι;»

Ήθελε να της χαμογελάσει, αλλά ξαφνικά υπήρχε ένας κόμπος στο λαιμό του. Καθάρισε τον λαιμό του για να τον ξεφορτωθεί, και χωρίς το βλέμμα του να αφήνει το δικό της, πήρε κι αυτός μιαν ανάσα.

«Χωρίσαμε με τη Μήνα.» της είπε, και οι άκρες των χειλιών του συσπάστηκαν ελαφρά.

Αυτή γούρλωσε τα μάτια της και τον κοίταξε άναυδη. Και μετά επανέλαβε, δύο οκτάβες ψηλότερα, «Τι;!»

Απότομα τον έσπρωξε από πάνω της και ανασηκώθηκε στο κρεβάτι, κι αυτός έκανε το ίδιο.

«Τι εννοείς χωρίσατε;» απαίτησε, σοκαρισμένη. «Πότε, πώς; Γιατί;»

«Ε, να…» έκανε αυτός, «σήμερα το πρωί. Γύρισε από το ταξίδι και της το είπα.»

«Της είπες τι πράγμα;»

«Ότι είμαστε μαζί.» απάντησε απλά.

«Τι έκανε λέει;!» τσίριξε.

Εκείνος επιτέλους σταμάτησε να συγκρατεί το χαμόγελο που απειλούσε τόση ώρα να φωτίσει το πρόσωπό του. «Ναι. Και ότι θέλω να χωρίσουμε. Το οποίο δεν πήρε και τόσο καλά, εδώ που τα λέμε, αλλά τι να κάνουμε.»

Κούνησε το κεφάλι της, μη πιστεύοντας στα αφτιά της. «Σε παρακαλώ πες μου ότι δεν με δουλεύεις, γιατί δεν είναι καθόλου αστείο…»

«Για τέτοιο με έχεις;» ρώτησε και έλαβε μια στραβή ματιά ως απάντηση. «Ήταν ρητορική ερώτηση, ξέρεις. Τέλος πάντων, αλήθεια σου λέω. Χωρίσαμε.»

Και επιτέλους τον κοίταξε κατάματα. Και εκείνος ήξερε τη στιγμή που αυτή είδε την ειλικρίνεια στα μάτια του, την ξεγνοιασιά, την υπερηφάνεια, ακόμα, για τον εαυτό του. Τη στιγμή που συνειδητοποίησε τι είχε μόλις γίνει, ολόκληρο το πρόσωπό της φωτίστηκε. Και ήταν τόσο όμορφο που ακόμη και η φθονερή σελήνη θα ζήλευε την ομορφιά του.

Και τότε κάλυψε το στόμα με τα χέρια της, και έβγαλε μια δυνατή τσιρίδα.

«Αου!» ξεφώνησε κι αυτός γελώντας, και εκείνη όρμησε πάνω του και τον αγκάλιασε με τόση φόρα που έπεσαν κι οι δυο πίσω στο κρεβάτι.

Γελώντας και τσιρίζοντας με ενθουσιασμό που μόνο εκείνη μπορούσε να δείξει, άρχισε να τον φιλά ξανά και ξανά και ξανά. Φώναζε το όνομά του, επιφωνήματα που ποτέ του πριν δεν την είχε ξανακούσει να βγάζει, και τελικά τον αμόλησε και τον παράτησε σύξυλο στο κρεβάτι για να σηκωθεί και να αρχίσει να αναπηδά στα πόδια της με τα χέρια να της καλύπτουν το στόμα, σαν παιδάκι που δεν ήξερε πώς να διαχειριστεί την υπέρμετρη χαρά του.

Κι εκείνος στηρίχτηκε στους αγκώνες του και την χάζεψε, γελώντας με την ψυχή του. Δεν θα μπορούσε να είχε ελπίσει για καλύτερη αντίδραση, πόσο απίστευτα αξιολάτρευτη ήταν!

Αφού με τα πολλά ανέκτησε τον έλεγχο του κορμιού της, σταμάτησε να πηδά, κατακόκκινη και λαχανιασμένη, με τα μαλλιά της να πετούν προς όλες τις κατευθύνσεις κι ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη της.

«Σ' αγαπάω.» ήταν το μόνο που του ήρθε να πει, καθώς κοιτούσε τα γαλάζια της μάτια, τεράστια από την αγαλλίαση. Και η καρδιά του χτύπησε διπλά, δηλώνοντας την επιβεβαίωση της.

Η Μαρίνα εξέπνευσε απότομα, και μαζί με την ανάσα της γλίστρησε από το πρόσωπό της και ο ενθουσιασμός της. Τον κοίταξε άναυδη για ένα λεπτό, μέχρι που τα χέρια της γλίστρησαν μακριά από το πρόσωπό της και τα μάτια της γυάλισαν κάτω από το φώς της λάμπας.

Εε, τι είναι αυτά τώρα; Ήθελε να της πει. Γιατί κλαίς; Και σηκώθηκε από το κρεβάτι για να διασχίσει τα λίγα μέτρα που τους χώριζαν.

Μα σαν άνοιξε το στόμα του, δεν ήταν παρά οι καινούργιες αυτές δυο λέξεις που γλίστρησαν ξανά από τη γλώσσα του.

«Σ' αγαπώ.» είπε καθώς την πλησίαζε. «Σ' αγαπώ.» είπε ξανά, έκπληκτος, σαν τα χέρια του κράτησαν το πρόσωπό της.

Ήταν ότι δεν ήξερε πως είχε να της πει τόσο καιρό. Όλα όσα σήμαινε για εκείνον, όλα όσα ήθελε να εκφράσει συμπυκνωμένα σε δυο τόσες δα λεξούλες, που βλακωδώς τόσο καιρό απέφευγε.

Τι βλάκας!

«Σ' αγαπώ.» μουρμούρισε σαν προσευχή για να τ' ακούσουνε κι οι δυο, και έσκυψε για να φιλήσει τα τρεμάμενα μα συνάμα χαμογελαστά της χείλη.

Τόσο βαθύ, τόσο απλό, τόσο μεγάλο.