Λοιπόν. Η ώρα της αλήθειας… κυριολεκτικά.
Πήρε μια βαθιά ανάσα και ανέβηκε τα δυο πρώτα σκαλιά γρήγορα. Μα στο τρίτο σκαλί παρατήρησε το φως κάτω από την πόρτα και θυμήθηκε ότι αυτός ήταν μέσα μόνος και το τι είχε έρθει να του πει… και έκανε μεταβολή και ξανά κατέβηκε στο πεζοδρόμιο.
Όχι. Απαπα, αποκλείεται. Δεν υπήρχε περίπτωση. Ναι μεν ίσως θα ήταν το σωστό να το πει, αλλά ήταν ένα πράγμα να το σκέφτεται μόνη στο σπίτι της και άλλο να βρίσκεται εδώ στα αλήθεια, έτοιμη να το ξεφουρνίσει. Δεν υπήρχε περίπτωση να…
Έκανε μια γκριμάτσα πόνου. Μα δεν μπορούσε να μην του το πει κιόλας. Όσο ηλίθιος και να ήτανε, όσο σκατά κι αν ήταν τα πράγματα μεταξύ τους, δεν της πήγαινε η καρδιά να πάρει μόνη της την απόφαση και να τον αφήσει στην άγνοια. Γιατί… γιατί ήταν εκείνος. Και δεν μπορούσε να του το κάνει αυτό.
«Γαμώτο.» ψιθύρισε μέσα από τα δόντια της και ξαναγύρισε προς το σπίτι. Για άλλη μια φορά ανέβηκε τα σκαλιά, φτάνοντας τώρα μέχρι το τελευταίο. Απευθείας, κοίταξε το κουδούνι μουτρωμένα. Τα δάχτυλά της την έτρωγαν, μα δεν μπορούσε να τα κουνήσει.
Δάγκωσε τα χείλη της, διστάζοντας, και αφουγκράστηκε για ένα λεπτό. Βρήκε μόνο σιωπή ∙ όντως ήταν μόνος του. Αυτή ήταν η κατάλληλη στιγμή, έπρεπε μόνο να βρει τη δύναμη να το κάνει.
Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τα μπράτσα της, και έκλεισε τα μάτια. Δεν ήταν τίποτα, δεν ήταν τίποτα… Όλα θα πήγαιναν καλά, είπε στον εαυτό της. Μα και να μη πήγαιναν, θα το άντεχε. Θα ήταν χίλιες φορές προτιμότερο από το να ζει μέσα στο ψέμα και τα μυστικά έστω και για ένα λεπτό παραπάνω.
Το απαλό κίτρινο φώς που διαπερνούσε το ημιδιάφανο τζάμι της πόρτας ήταν το μόνο που φώτιζε τον σκοτεινό, νωπό δρόμο. Μπορούσε να νοιώσει τη ζεστασιά να αναδεύει από το σπίτι, να περνάει από τις χαραμάδες και να χαϊδεύει απαλά το δέρμα της, προσκαλώντας την στα θαλπωρή της.
Πήρε μια βαθιά ανάσα, και χτύπησε το κουδούνι. Τρεις φορές.
Ε τι να κάνουμε, όπως της βγήκε τώρα.
Άκουσε βήματα να πλησιάζουν, βαριά και κουρασμένα. «Ποιος είναι;» τον άκουσε να ρωτάει με βαριεστημένη φωνή.
Κι απευθείας έχασε τα λόγια της. «Ε…»
«Ε;!» ξεφώνησε αυτός, αναγνωρίζοντας την κατευθείαν. Τα βήματα σταμάτησαν, μετά άκουσε κάτι σαν απανωτούς γδούπους. «Εεεε, μισό λεπτό… Τώρα, τώρα!» είπε, η φωνή του ξαφνικά πανικοβλημένη.
Ωραία ξεκινήσαμε.
«Έρχομαι, είναι κάτι δω… ψιτ, ψιτ!» κι άλλοι γδούποι.
Πάει, τα 'χασε τελείως.
«Τώρα έρχομαι.» είπε, λαχανιασμένος τώρα.
Μα τι έκανε, χοροπήδαγε; Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα θα είχε σίγουρα γελάσει μαζί του, μα αυτή τη φορά το γέλιο της στάθηκε στο λαιμό.
Δύο γδούποι ακόμα, και η πόρτα άνοιξε διάπλατα μπροστά της.
Και να τος. Στα μαύρα του όπως πάντα, με τα γένια των δύο ημερών και τα μαλλιά του φρέσκο-σουλουπωμένα, λες και τα είχε μόλις πατικώσει στην προσπάθεια του να τα φτιάξει όπως έκανε πάντα, και αυτή αμέσως του τα χάλαγε και του έσπαγε τα νεύρα. Για ένα σύντομο δευτερόλεπτο πέρασε από το μυαλό της η σκέψη να απλώσει το χέρι της και να περάσει μέσα τους τα δάχτυλα της, να νοιώσει άλλη μια φορά το πόσο απαλά ήταν κάτω από το άγγιγμα της. Φυσικά, αμέσως καθάρισε τον λαιμό της και απέσπασε βίαια το μυαλό της στο παρόν.
«Καλησπέρα.» του είπε, με τον πιο κόσμιο τόνο που είχε χρησιμοποιήσει μαζί του από τον χωρισμό τους. Προσπάθησε μάλιστα να του χαμογελάσει κιόλας, αν και αυτό που της βγήκε έμοιαζε περισσότερο με γκριμάτσα.
Τα μάτια του, σαστισμένα, περιβάλλονταν από μια μαύρη σκιά που πρόδιδε πως δεν κοιμόταν σωστά τις τελευταίες μέρες. Φυσικά είχαν γίνει και όλα αυτά με τον γάμο και την εξαφάνιση της ξινής… και μάλλον του είχαν πέσει βαριά. Από την άλλη δεν έδειχνε να τον απασχολεί και τόσο η Μήνα όταν ξημεροβραδιαζόταν στο σπίτι της, όταν της έλεγε πως την αγαπούσε και την παρακάλαγε να του δώσει ένα λόγο να τα διαλύσει όλα.
Και η αλήθεια ήταν πως, την παρηγορούσε αφάνταστα αυτό. Η εγκυμοσύνη δεν άλλαζε κάτι όσον αφορούσε τη σχέση τους στα μάτια της, μα αν αποφάσιζε να το κρατήσει και αυτός ήθελε να είναι μέρος της ζωής του, τότε θα έπρεπε αναπόφευκτα να τον έχει και στη δική της. Και το ότι της είχε δείξει τέτοια δείγματα, χωρίς να έχει ιδέα για το μωρό, σίγουρα της έδινε κουράγιο τώρα. Όσο χαμένη και τρομοκρατημένη κι αν ένοιωθε, ήξερε πως αυτός ήθελε να την έχει κοντά του. Μέχρι στιγμής, τουλάχιστον.
«Κα-καλησπέρα.» Της είπε, και χωρίς να την αφήσει από τα γεμάτα έκπληξη μάτια του, έσκυψε να φτιάξει το παπούτσι του, που προφανώς πάνω στην ταραχή του είχε βάλλει λάθος.
Της ξέφυγε ένα νευρικό χαχανητό. «Ε…»
«Τι;» ρώτησε και χαμογέλασε.
Αυτή έχασε τα λόγια της. «Ε… εμ…» κατάπιε, «Η…»
«Ναι;»
«Μήπως… η ώρα…»
Ταυτόχρονα, κοίταξαν και οι δύο τους καρπούς τους, ενώ κανένας τους δεν φορούσε ρολόι. «Η ώρα είναι-»
«Όχι!» τον έκοψε. Δεν εννοούσε αυτό. Έδειξε προς τα έξω, το δρόμο. «Εμ… Μήπως να…»
Κατάλαβε. «Μα όχι, τι λες τώρα; Έλα! Πέρνα μέσα.» Είπε γρήγορα, και της έκανε νόημα να περάσει.
Και το έκανε. Έκανε μερικά βήματα μέχρι που έφτασε στην περίφημη μπανιέρα του, ενώ τα πόδια της είχαν μουδιάσει από το φόβο. Τον άκουσε να κλείνει την πόρτα και να την ακολουθεί, και το στομάχι της σφίχτηκε. Όλα καλά, όλα καλά… επανέλαβε στον εαυτό της, και γύρισε να τον αντικρίσει.
Αυτός συνέχιζε να προχωράει προς το μέρος της, μέχρι που έφτασε πιο κοντά από ότι αυτή θα ήθελε. Δεν θα μπορούσε να σκεφτεί με αυτόν ένα μέτρο μακριά. Καθάρισε τον λαιμό της και έκανε ένα βήμα πίσω, μέχρι που η φτέρνα της ακούμπησε στο μάρμαρο της μπανιέρας. Του έδειξε την πολυθρόνα.
Ευτυχώς αυτός κατάλαβε για άλλη μια φορά τι ήθελε, και χωρίς δεύτερη σκέψη της το έδωσε. Πήγε και στάθηκε μπροστά στην πολυθρόνα, και μετά κοντοστάθηκε για μια στιγμή. «Θα…» είπε, και έγνεψε προς τον καναπέ, ρωτώντας την με τον τρόπο του αν θέλει να καθίσει.
Φαίνεται πως και οι δυο τους είχαν ένα θέμα με την επικοινωνία σήμερα.
«Ω, όχι. Ήρθα…» Του είπε αυτή. Της πήρε μια στιγμή να θυμηθεί την δικαιολογία που είχε βρει για το γιατί ήρθε, σε περίπτωση που κόμπιαζε. Όπως τώρα, δηλαδή. «Έχω βιβλίο.»
«Α.» είπε αυτός, προσπαθώντας ξανά να βάλλει σωστά το παπούτσι του. Προφανώς δεν είχε δουλέψει την πρώτη φορά. «Ναι, κι εγώ. Έχω πολλά.» την ενημέρωσε.
Παρ' όλη την ταραχή της, χαμογέλασε. «Όχι, εμ…» κάλυψε το στόμα της, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στο τι έλεγε. «Σπίτι μου.»
«Ε;» έκανε, και συνοφρυώθηκε μπερδεμένος, προσπαθώντας να καταλάβει και παράλληλα να φτιάξει το αναθεματισμένο παπούτσι. «Που; Που είναι;»
Βλεφάρισε. «Το σπίτι μου;»
«Όχι, το βιβλίο.» είπε, κι επιτέλους τελείωσε και στάθηκε όρθιος ξανά.
«Α. Ωχ, ε… Χα! …Το ξέχασα.» κοίταξε κάτω και μούντζωσε νοητικά τον εαυτό της. Πάρ' τα να μη στα χρωστάω, μωρή, μαντάρα τα έκανες.
Δεν φάνηκε να τον πειράζει πάντως το ότι προφανώς του έλεγε μπούρδες. Ίσα ίσα που της χαμογέλασε κιόλας. «Α. Ε, καλά δε…» έκανε μια χειρονομία, λες και δεν είχε σημασία. «Δεν πειράζει.»
Μετά από λίγο, ξαναέδειξε τον καναπέ. «Ε, θα…»
«Μπα. Ο- όχι.» αρνήθηκε να κάτσει ξανά. Δεν ήξερε γιατί, αλλά είχε την ανάγκη να βρίσκεται όσο πιο κοντά στην έξοδο γινόταν.
Τον είδε να παίζει με τα χέρια του, μη ξέροντας τι να κάνει, και αυτή έφτιαξε το μαλλί της νευρικά. Η πιο άβολη σιωπή που είχε ζήσει κάλυψε το δωμάτιο, και κανείς τους δεν ήξερε τι να κάνει. Αυτός τραύλιζε μερικά φωνήεντα προσπαθώντας να βρει κάτι να πει, κι εκείνην την έπιασαν τα γέλια. Μα ο ήχος ήταν λάθος. Δεν είχε καμία σχέση με το σύνηθες ξέγνοιαστο και κελαριστό γέλιο της, που όπου αντηχούσε δημιουργούσε χαμόγελα. Αυτό το γέλιο ακούστηκε σαν να πνιγόταν.
Γιατί δεν ήταν αστείο. Το ότι στο ίδιο σημείο που στεκόντουσαν τώρα, στεκόντουσαν λίγους μήνες πριν, με αυτή να πηδάει σκοινάκι και να λέει τον μονόλογο της Αντιγόνης, και αυτόν να γελάει και να την ενθαρρύνει. Το ότι σε αυτό το δωμάτιο είχαν κοιμηθεί και ξυπνήσει αγκαλιασμένοι, είχαν περάσει ώρες υπέροχες βλέποντας αξέχαστες ταινίες, είχαν κάνει έρωτα στο κρεβάτι, στον καναπέ, μέχρι και πάνω στο τραπέζι εκεί που μαγείρευε κι μετά είχαν φάει τα καμένα της μακαρόνια. Τόσες αναμνήσεις, τόσες στιγμές που έπεφταν γύρω τους σαν το χιόνι, απαλές, γαλήνιες, νοσταλγικές, αξέχαστες. Μα αυτοί στέκονταν αμίλητοι στη μέση, ανήμποροι έστω να αντικρίσουν ο ένας τον άλλο. Σαν τίποτα από όλα αυτά να μην είχε συμβεί. Σαν να ήταν δύο ξένοι.
Όχι. Δεν ήταν καθόλου αστείο.
Ξαφνικά ο χώρος έγινε αποπνικτικός. Η Μαρίνα σοβάρεψε ξαφνικά, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί και να κάνει επιτέλους αυτό που ήρθε για να κάνει, έτσι ώστε να μπορέσει να φύγει. «Ε… Τι κάνεις;» τον ρώτησε, προσπαθώντας να ανοίξει συζήτηση.
«Καλά, εσύ;»
«Α, καλά. Καλά.» είπε.
«Πολύ καλά.» Έκανε αυτός, και κάθισε στην πολυθρόνα πίσω του.
Τον μιμήθηκε, και κάθισε στο χείλος της μπανιέρας. «Ναι… Καλύτερα δεν γίνεται.»
Τα μάτια του φωτίστηκαν. «Ωραία ταινία! Τη θυμάσαι;» είπε ενθουσιασμένος, και ξανασηκώθηκε.
Φυσικά και την θυμόταν. Μια ανάμνηση, μια χιονονιφάδα που στριφογύριζε γύρω τους, χορεύοντας ανέμελα στο χώρο. Στον καναπέ πίσω τους την είχαν δει, με αυτόν ξαπλωμένο στη ποδιά της και αυτή να πλέκει τα δάχτυλα της στα μαλλιά του, ακριβώς όπως ήθελε να κάνει νωρίτερα. Ακριβώς όπως ήθελε να κάνει και τώρα.
'Μου θυμίζει τη ζωή μου.' Της είχε ψιθυρίσει κάποια στιγμή χαμογελώντας, φιλώντας το ελεύθερό της χέρι.
'Γιατί;'
'Ε να, βρίσκω τον εαυτό μου να ταυτίζεται με τον Νίκολσον. Είμαι κι εγώ πολύ… απόλυτος και κλειστόμυαλος με κάποια θέματα. Και απότομος με τους τρόπους μου θα έλεγε κανείς, ίσως και αγενής πολλές φορές. Και χρειάστηκα κι εγώ το σκυλάκι μου για να συνειδητοποιήσω κάποια πράγματα.'
'Ω… Δεν ήξερα ότι ο Τίτος σήμαινε τόσα για σένα.'
'Μα για εσένα μιλάω.'
'Με είπες σκύλα, τώρα;' Του είχε πει, χτυπώντας του το κεφάλι, και εκείνος είχε γελάσει.
'Όχι, αδελφούλα. Αυτό που θέλω να σου πω είναι πως, για μένα… εσύ είσαι ο παράγοντας μου με έκανε να ξυπνήσω. Είσαι αυτή που μου άνοιξε τα μάτια και μου έφερε τον κόσμο άνω κάτω. Που μου έμαθε να χαμογελάω, να βρίσκω την ομορφιά στα πιο μικρά πράγματα. Με έχεις αλλάξει, αμετάκλητα. Το ξέρεις;'
'Χμ…' είχε μουρμουρίσει χαμογελώντας. 'Κάτι έχω καταλάβει.'
'Αλλά έχεις και το νοητικό επίπεδο ενός σκυλιού, εδώ που τα λέμε.'
'Εϊ!'
Στο παρόν, έπιασε τον εαυτό της να έχει χαθεί στη ανάμνηση και πήρε μια κοφτή ανάσα. Σηκώθηκε όρθια, όπως είχε κάνει κι αυτός. «Ναι.» μουρμούρισε. «Τη θυμάμαι.»
Αυτός έγνεψε, αποφεύγοντας το βλέμμα της. «Μα… Μα γιατί δεν κάθεσαι;»
«Ό…» πήγε να αρνηθεί, και μετά απλά κούνησε το κεφάλι της.
Έγνεψε ξανά, και την άφησε στην ησυχία της. Μετά από λίγο, τη κοίταξε επιτέλους, με ένα διστακτικό χαμόγελο. «Πάντως… στις ομορφιές σου είσαι. Σε – σε είδα και το μεσημέρι.»
Α, ναι. Που είχε έρθει στο πλατό και τον είχε δει να μιλάει με τον Τόλη και της είχαν σπάσει τα νεύρα… και για κάποιο λόγο μετά την είχαν πιάσει τα κλάματα στο καμαρίνι. Ένα περίεργο πράγμα, τελευταία όταν θύμωνε όλο έκλαιγε. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί.
«Κι εσύ.» Του είπε. Και το εννοούσε- αν εξαιρούσε κανείς τα κουρασμένα του μάτια.
Έβαλε τα χέρια του πίσω από την πλάτη του. «Ευχαριστώ.» Την ξανακοίταξε. «Ε… Μέσα σου;»
Η καρδιά της ξαφνικά σταμάτησε. «Ε - Τι μέσα μου;!» Ξεφώνησε, υπερβολικά δυνατά, και μετά προσπάθησε να μαζέψει τον τόνο της για να μη καρφωθεί. «Μέσα μου; Τι μέσα μου;» ξαναρώτησε.
Την κοίταξε κάπως περίεργα. «Όχι λέω… μέσα σου, πως είσαι;»
«Α.» ξεφύσηξε με ανακούφιση. «Ε… καλά. Καλά είμαι.»
«Καλά… κι εγώ καλά.»
«Ναι, ε…»
«Μα-» είπε ξανά και περπάτησε προς τον καναπέ. «Γιατί δεν… να πάρουμε ένα ποτό, να-»
«Ω, όχι όχι. Δε… δεν.» Δεν έκανε, κιόλας, στην κατάστασή της. Αλλά δεν μπορούσε να το πει δυνατά. Άθελά της, έριξε μια κλεφτή ματιά στη πόρτα.
Κι αυτός το πρόσεξε.
«Καφέ;» τη ρώτησε, η ελπίδα φανερή στον τόνο του. Προσπαθούσε να βρει κάτι να την κάνει να μείνει.
«Όχι.» απάντησε. Ούτε ο καφές έκανε.
«Όχι…» επανέλαβε κι αυτός, απογοητευμένος. Έτριψε το μάγουλό του, σπάζοντας το κεφάλι του για κάτι άλλο να της προτείνει.
Μα αυτή ξανακοίταξε την πόρτα.
Δέκα βήματα και θα βρισκόταν στο δρόμο. Ένα καληνύχτα, και θα πήγαινε σπιτάκι της, στο κρεβάτι της, θα έβαζε και καμία ελληνική ταινία να ξεχαστεί και δεν θα χρειαζόταν να του πει τίποτα. Ήταν τόσο δελεαστικό.
Τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της, να πασχίζει ακόμα να σκεφτεί κάτι άλλο να της προσφέρει.
«Λίγο νερό, αν σου είναι εύκολο.» μουρμούρισε διστακτικά.
Άξαφνα σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε έκπληκτος, και το πρόσωπό του ολόκληρο φωτίστηκε. Ήταν λες το είχε σίγουρο πως την είχε χάσει και θα εξαφανιζόταν από στιγμή σε στιγμή μπροστά στα μάτια του. Βέβαια, και η ίδια δεν μπορούσε να υποσχεθεί πως αυτό δεν θα γινόταν, μα για την ώρα… Για την ώρα ήταν εδώ.
«Νερό! Νεράκι, τέλεια. Μισό λεπτό!» Είπε γρήγορα και έτρεξε στην κουζίνα να της βάλλει, κοπανώντας τα ντουλάπια και σχεδόν σπάζοντας ένα ποτήρι στη βιασύνη του.
Αυτή τον παρακολούθησε για ένα λεπτό, μέχρι που τελικά – με μια βαθιά ανάσα – αποφάσισε να εγκαταλείψει τη θέση της δίπλα στην μπανιέρα. Σκεπτόμενη το κάθε της βήμα πριν το κάνει, πλησίασε αργά τον καναπέ και κάθισε στη μία άκρη.
Επέστρεψε κι αυτός με το νερό της, και ένα χαμόγελο βρήκε τα χείλη του όταν πρόσεξε πως είχε μετακινηθεί στον καναπέ. «Ορίστε.» είπε και της έδωσε το ποτήρι, και μετά κάθισε δίπλα της.
Δεν είχε καν καταλάβει πως είχε περάσει περισσότερη ώρα απ' ότι άρμοζε κοιτώντας τον, μέχρι που αυτός καθάρισε τον λαιμό του. Ξαφνιασμένη ανοιγόκλεισε τα μάτια της, και εκείνος την κοίταξε με απορία, χαμογελώντας ελαφρώς. Η Μαρίνα κοκκίνισε, και κοίταξε κάτω τα χέρια της που ήταν ακουμπισμένα στη ποδιά της. Έπλεξε και ξέμπλεξε τα δάχτυλά της νευρικά. Πώς υποτίθεται ότι θα ξεκινούσε καν τη συζήτηση; 'Ε, Κωστάκη, θυμάσαι που μιλούσαμε για θεωρητικά παιδιά στις Σπέτσες; Είσαι να συνεχίσουμε τη συζήτηση τώρα που θα γίνουν και κυριολεκτικά;' Δεν λέει…
«Είναι κάτι που θέλεις να μου πεις;» την ρώτησε, διακόπτοντας τον συνειρμό της.
Σήκωσε το κεφάλι της και συνάντησε το βλέμμα του. Του χαμογέλασε λυπημένα. «Φαίνεται, ε;»
«Ναι, κάτι…», κάγχασε ελαφρά, «κάτι φαίνεται.»
«Χμμμ.» έκανε και αναστέναξε. Το στομάχι της είχε γίνει ένας κόμπος, όμως έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές και μάζεψε όλο το κουράγιο της. «Ναι, υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθεις.» είπε σθεναρά. «Όμως δεν μου είναι καθόλου εύκολο να σου το πω.» πρόσθεσε, η φωνή της πιο ευάλωτη τώρα.
Την παρακολούθησε για ένα δευτερόλεπτο, και το χέρι του συσπάστηκε ελαφρά, λες και ήθελε να την ακουμπήσει με αυτό, μα δεν το άφησε να κουνηθεί από τη θέση του. «Νομίζω, εμείς οι δύο έχουμε ξεπεράσει κατά πολύ το στάδιο των υπεκφυγών.» είπε τελικά, η φωνή του απαλή σαν την αύρα του καλοκαιριού. «Οπότε απλά πες το μου, ότι και να 'ναι. Και θα βρω ένα τρόπο να το διαχειριστώ, αν είναι τόσο τρομερό.»
Αυτή ένευσε, νοιώθοντας ευγνωμοσύνη για τα λόγια του. Μα ήταν όντως τρομερό; Συνταρακτικό, ναι. Σοκαριστικό, εννοείται. Μα τρομερό… όχι, δεν ήταν η σωστή λέξη.
Η Μαρίνα πήρε μια βαθιά ανάσα, και με το βλέμμα της χαμηλά, προσπάθησε να κρατήσει το μυαλό της κενό και την φωνή της ίσια, καθώς αποφάσισε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να πει τα πράγματα ακριβώς όπως έγιναν. Δεν τον κοίταξε, παρά προσποιήθηκε πως ήταν ο Τόλης απέναντί της, και του τα έλεγε για μια ακόμη φορά. Της ήταν αρκετά πιο εύκολο έτσι.
«Το βράδυ πριν τον γάμο,» ξεκίνησε, μην μπορώντας να πει 'τον γάμο σου', «στο μπάρτσελορ της Μήνας στη Μπουάτ, είχα σηκωθεί να χορέψω ένα ζεϊμπέκικο.» είπε, και ξαφνικά ευχήθηκε να μην το είχε πει. Δεν ήταν κάτι που ήθελε απαραίτητα να το μάθει αυτός. Ήταν μια αρκετά προσωπική στιγμή, ένας χορός που είχε βγει από την καρδιά της, μαζί με όλον τον πόνο και όλη την απόγνωση που έκρυβε μέσα της, και δεν ήθελε αυτός να ξέρει για κανένα από αυτά.
«Α, κι εγώ.» είπε αυτός. «Στο δικό μου το πάρτι όμως, φυσικά. Δεν το είχα σκοπό, αλλά μπήκε το 'Σε Πέντε Ώρες Ξημερώνει Κυριακή' της…»
«…της Χαρούλας.» συμπλήρωσε αυτή, άναυδη. «Το ίδιο χόρεψα κι εγώ.»
Κοιτάχτηκαν για ένα λεπτό, σαστισμένοι. Αναμνήσεις πλημύρισαν το νου τους στο άκουσμα του ονόματος, αισθήματα πρωτόγνωρα που είχαν νιώσει εκείνο το σαββατοκύριακο στις Σπέτσες ακούγοντας τα τραγούδια της Αλεξίου. Και για τους δύο είχε χαραχτεί στη μνήμη τους ως κάτι δικό τους, ένα κομμάτι του έρωτα τους, κάτι που μοιράζονταν μόνο αυτοί. Και προφανώς, τα αντίγραφα των δίσκων που και οι δύο έκρυβαν ακόμα στην ντουλάπα τους δεν ήταν το μόνο που τους απέμεινε από τότε. Μόλις και οι δύο τους είχαν ακούσει την φωνή της Χαρούλας εκείνο το βράδυ το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να σηκωθούν και να χορέψουν για τον χαμένο ερωτά τους.
Και τώρα το ήξεραν και οι δύο.
Η Μαρίνα προσπάθησε να το προσπεράσει. Χαμήλωσε το βλέμμα της και καθάρισε το λαιμό της, συνεχίζοντας την ιστορία της. «Σηκώθηκα να χορέψω λοιπόν, και κάποια στιγμή προς το τέλος… ζαλίστηκα. Η Μήνα είχε γονατίσει μπροστά μου και χτυπούσε παλαμάκια, και θυμάμαι ότι άρχισε να γίνεται θολή μπροστά στα μάτια μου, το δωμάτιο άρχισε να γυρίζει και από ασπρόμαυρη η ταπετσαρία άρχισε να σκουραίνει, να γεμίζει κουκίδες μέχρι που έγινε όλη μαύρη. Κι εγώ έπεσα κάτω, λιποθύμησα. Δεν θυμάμαι πολλά μετά από αυτό, υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Θυμάμαι να ακούω σειρήνες και κάποιον να με σηκώνει. Και το επόμενο που ξέρω, ξυπνάω στο νοσοκομείο.»
«Νοσοκομείο;» επανέλαβε αυτός, μπερδεμένος. Μπορούσε να διακρίνει την αγωνία στα μάτια του. «Μα πότε… Μα γιατί δεν έμαθα εγώ τίποτα; Τι έγινε;»
Κάτσε Χριστιανέ μου, θα σου πω! Σκέφτηκε, και στραβοκατάπιε. «Ναι, ο γιατρός μου είπε πως η Μήνα με πήγε στο νοσοκομείο. Του είπε, λέει, ότι είναι συγγενής μου κι έτσι της είπε την διάγνωση, και μετά αυτή αμέσως πήρε τις τσάντες της και έφυγε.»
«Δηλαδή… σε πήγε στο νοσοκομείο και μετά εξαφανίστηκε… μόλις άκουσε τη διάγνωση; Ποια διάγνωση; Τι είχες;» ρώτησε απανωτά, τα φρύδια του σμιγμένα και η φωνή του άνιση.
«Όχι 'είχα'. Έχω.» Τον διόρθωσε αυτή. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Είμαι έγκυος.»
Του πήρε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει τη σημασία της λέξης. «…Έγκυος;» επανέλαβε.
Όσο για αυτήν, ξαφνικά της βγήκαν όλα σε ένα παραλήρημα λέξεων, τόσο γρήγορο και χαοτικό που δύσκολα έβγαζε κανένας νόημα από αυτό. «Ναι! Έγκυος. Και στην αρχή νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα – γιατί δεν υπήρχε περίπτωση. Δεν υπάρχει περίπτωση. Εγώ; Μάνα; Εγώ δεν μπορώ να προσέξω εμένα καλά καλά, πως υποτίθεται ότι θα μεγαλώσω ένα παιδί; Εγώ έγκυος… Είναι αδύνατο… είναι απίθανο. Αλλά κι όμως, μου έδειξαν τις εξετάσεις, μέχρι και υπέρηχο έκαναν και άκουσαν την καρδιά του. Την… την άκουσα κι εγώ. Χτυπούσε, δυνατά και γρήγορα, τόσο γρήγορα λες και θα έσκαγε ένα πράγμα. Και το είδα, ένα φασολάκι ήτανε. Είναι. Δεν είναι παιδί ή κάτι, είναι ένα φασολάκι με καρδιά. Και δεν το ήθελα, δεν το θέλω - δεν ξέρω αν το θέλω. Δηλαδή δεν με πειράζει τώρα, ούτε τα μωρά με ενοχλούν, αλλά τα παιδιά είναι… είναι τελείως άλλη ιστορία, και εγώ δεν είμαι φτιαγμένη για τέτοια, δεν ξέρω πώς να το κάνω, ειδικά μόνη μου. Και από την άλλη δεν ήθελα να σου το πω, γιατί δεν ήθελα να γυρίσεις σε εμένα για το παιδί. Και δεν ήξερα αν θέλω το παιδί, για να υπάρχει κάποιος λόγος να σου το πω. Ήθελα να κάνω έκτρωση, το σκέφτηκα πολύ… ακόμα δεν ξέρω τι θα κάνω. Μα ο Τόλης με έπεισε – κι είχε δίκιο – ότι πρέπει να σου το πω ούτως ή άλλως, γιατί και δικό σου είναι και έχεις κι εσύ δικαίωμα να εκφράσεις τη γνώμη σου, οπότε είπα τουλάχιστον να σου δώσω την ευκαιρία να το κάνεις. Αν θες. Αλλιώς θα… θα βρω εγώ τι θα κάνω. Δεν χρειάζεται δηλαδή να εμπλακείς σε τίποτα, απλά σκέφτηκα ότι το δίκαιο είναι να σου το πω να το ξέρεις, και από εκεί και πέρα να κάνεις ότι θέλεις. Αν – αν θες… Κωνσταντίνε;»
Ο Κωνσταντίνος δεν είχε κουνηθεί ένα εκατοστό, παρ' όλα τα λεπτά που περνούσαν. Ο χτύπος του ρολογιού είχε ευθυγραμμιστεί με την καρδιά της καθώς τα δευτερόλεπτα κυλούσαν σα βροχή, μα αυτός το μόνο που έκανε είναι να κοιτάει έντονα τη κοιλιά της.
Είχε πάθει σοκ, συνειδητοποίησε. Μετά από ένα λεπτό αναστέναξε. «Θέλεις να φύγω;» τον ρώτησε όταν εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. «Να σε αφήσω να το σκεφτείς και να μιλήσουμε αύριο;»
«Όχι!» Αρνήθηκε ξαφνικά, σηκώνοντας τα χέρια. «Όχι, προς Θεού! Απλά… εγώ…» κατάπιε με θόρυβο και ξανακοίταξε την κοιλιά της. «Εγώ…» ξαναείπε, και πέρασε τα δάχτυλά του στα μαλλιά του, τραβώντας τα με απόγνωση. Μετά κοίταξε μακριά γρήγορα, και μετά ξανά αυτήν. «Μην κουνηθείς.» τη διέταξε, και έτρεξε στο μπαρ, βούτηξε ένα μπουκάλι ουίσκι, το άνοιξε, και κατευθείαν άρχισε να ρουφάει γουλιές σαν ερημίτης σε όαση.
Δεν ξέρει γιατί, αλλά η αντίδρασή του ήταν τόσο αυτός που της ξέφυγε ένα γελάκι, και κάλυψε το στόμα της γρήγορα.
Στο άκουσμα του αυτός κατέβασε τη μπουκάλα και της έριξε μια δύσπιστη ματιά. «Γελάς;» τη ρώτησε, βρίσκοντας το ελαφρώς διασκεδαστικό και ο ίδιος.
«Συγνώμη.» είπε αυτή και κάλυψε με τα χέρια της το πρόσωπό της.
Αυτός αναστέναξε και ήπιε άλλη μια γουλιά. «Ώστε γι 'αυτό εξαφανίστηκε η Μήνα…» συνειδητοποίησε φωναχτά.
«Ναι…» είπε κι αυτή και σοβάρεψε. «Συγνώμη γι 'αυτό, δεν ήθελα να καταστρέψω το γάμο σου.»
«Μη ζητάς συγνώμη – δεν έφταιγες εσύ, και δεν ξέρεις τι καλό μου έκανε.»
Δεν ήξερε τι να απαντήσει σε αυτό.
«Έγκυος…» μονολόγησε αυτός ξανά, και το βλέμμα του ξαναπήγε στη κοιλιά της. Ήπιε ακόμα μια γερή γουλιά.
«Σε βλέπω να το κατεβάζεις όλο.»
«Κι εγώ αυτό βλέπω.» είπε και ξαναήπιε.
Αυτή γέλασε αμήχανα.
«Δεν είναι αστείο!» είπε, ξινίζοντας τη μούρη του. «Ένα μωρό… Παναγία μου! Και γιατί δεν μου είπες τίποτα;»
«Έλα κάτσε μη πάθεις τίποτα, γέρος άνθρωπος.» του έκανε νόημα προς τον καναπέ, κι αυτός ήρθε κι έκατσε δίπλα της, με το μπουκάλι στο χέρι. «Και τώρα που σου το λέω πάλι καλά να λες.»
«Έγκυος.» επανέλαβε αυτός ξανά, ακούγοντας την μόνο με τη μισή προσοχή του.
«Ναι…» μουρμούρισε αυτή, και τύλιξε τα χέρια της γύρω της.
«Και είναι δικό μου; Σίγουρα;»
Του έριξε ένα άγριο βλέμμα.
«Καλά ντε, μια κουβέντα είπα.» είπε αθώα, και ήπιε άλλη μια γουλιά.
«Δικό σου είναι.» τον διαβεβαίωσε, γυρνώντας ξανά μπροστά. Δικό μας.
Αυτός αναστέναξε. «Χριστέ μου, τι θα κάνουμε;»
«Δεν… δεν ξέρω.» είπε αυτή, αναστενάζοντας επίσης. Μετά σήκωσε το χέρι της και πήγε να του πάρει το μπουκάλι.
«Επ, επ, επ! Τι κάνεις εκέι;» είπε με γουρλωμένα μάτια και της το τράβηξε.
«Μια γουλιά δεν πείραξε κανένα ποτέ.»
«Πως δεν πείραξε, και να βγει το παιδί λειψό είσαι σοβαρή;»
«Καλά, κάτσε να βγει πρώτα και βλέπουμε.»
«Λες… να το ρίξεις;» τη ρώτησε. Η φωνή του χαμήλωσε ελαφρά, όχι πολύ αλλά αρκετά ώστε αυτή να το προσέξει. «Θέλω να πω, το σκέφτεσαι;»
«Δεν… δεν ξέρω.» απάντησε ειλικρινά, και ήταν σίγουρη πως αυτός μπορούσε να ακούσει στη φωνή της πόσο μπερδεμένη ήταν. «Εσύ τι σκέφτεσαι;»
«Εγώ…» είπε και έτριψε το κούτελό του. Ξεφύσησε. «Δεν ξέρω τι να σκεφτώ, μου ήρθε πολύ…»
«…Ξαφνικό, το ξέρω.» έγνεψε με κατανόηση. «Εμένα να δεις πως μου είχε έρθει η κεραμίδα. Μια φορά στα Γρεβενά μου είχε έρθει κυριολεκτικά ένα κεραμίδι στο κεφάλι γιατί είχε απίστευτο αέρα και ξεκόλλησε, και λιγότερο σοκ είχα πάθει τότε.» τον είδε να την κοιτάει με την άκρη του ματιού του. «Τι;»
«Τίποτα.» αναστέναξε ξανά, πλέκοντας πάλι τα δάχτυλά του στα μαλλιά του.
«Αν συνεχίσεις να τραβάς τα μαλλιά σου έτσι θα σου πέσουν.»
«Το ότι μου έχουν μείνει μαλλιά είναι ένα θαύμα.»
«Έι!» είπε και του χτύπησε το μπράτσο. «Δεν φταίω εγώ που με γκάστρωσες, ντάξει;»
«Μα πώς στο διάβολο έγινε αυτό;» αναρωτήθηκε κοιτώντας ψηλά με παράπονο. «Προφυλακτικό δεν είχαμε πάντα;»
«Μήπως σου βγήκε;»
«Δεν νομίζω, δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο.» είπε και συνοφρυώθηκε.
«Ναι, ούτε κι εγώ…» συμφώνησε αυτή. Θυμόταν άλλα πράγματα, βέβαια. Ω, θυμόταν πολλά άλλα… Και φάνηκε να τα θυμάται κι αυτός, γιατί για μια στιγμή και οι δύο χάθηκαν στις σκέψεις τους, και σιωπή απλώθηκε στο δωμάτιο.
«Ποιος άλλος το ξέρει;» την ρώτησε λίγο αργότερα.
«Ο Τόλης.» απάντησε αυτή. «Μόνο ο Τόλης, μέχρι στιγμήν.»
«Μέχρι στιγμής.» τη διόρθωσε, τρίβοντας το σβέρκο του.
«Εκεί κόλλησες τώρα;» τον αγριοκοίταξε.
«Όχι λέω… και πώς το πήρε;»
«Ε, έπαθε την πλάκα του εδώ που τα λέμε… μετά ηρέμησε. Πιο πολύ τον πείραξε που είχα κόψει τα αντισυλληπτικά.»
Η προσοχή του αποσπάστηκε ξανά, το βλέμμα του χάθηκε στο βάθος του δωματίου καθώς αυτή μιλούσε. «Έγκυος…» ψιθύρισε, και τράβηξε μια γερή ρουφηξιά ουίσκι.
«Να σου πω, να φύγω και να ξανάρθω;» του πρότεινε, βλέποντας τη ταραχή του.
«Όχι, θα τρελαθώ άμα μείνω μόνος μου. Απλά… δώσε μου ένα λεπτό.» μουρμούρισε, κοιτώντας τη κοιλιά της ξανά. Αμέσως έκλεισε τα μάτια του και έτριψε το πρόσωπό του με τα χέρια του. «Πω πω…»
Η Μαρίνα τον κοίταξε για ένα λεπτό, νοιώθοντας μόνο συμπόνια. Είχε περάσει και αυτή τη δική της κρίση όταν το είχε μάθει, και θυμόταν πόσο χαμένη ένοιωθε. Αποφάσισε να του δώσει αυτό που της ζήτησε, και έκατσε πίσω στον καναπέ αμίλητη, περιμένοντας τον να συνέλθει.
Κάποια στιγμή μέσα σε όλο αυτό, ένοιωσε μια υγρή μουσούδα να της ακουμπάει το χέρι. Ξαφνιασμένη κοίταξε προς το μέρος του, και είδε τον Τίτο να την κοιτάει, κουνώντας της την ουρά του. Αχ, με όλα αυτά, είχε ξεχάσει τελείως αυτόν τον μπόμπιρα, παρ' ότι του είχε τόση αδυναμία.
'Γεια σου.' Του είπε βουβά με ένα χαμόγελο, μη θέλοντας να ενοχλήσει τον Κωνσταντίνο. Έγειρε μπροστά και χάιδεψε το κεφάλι του, κι αυτός ανταποκρίθηκε κατευθείαν. Σηκώθηκε στα πίσω πόδια, και ακούμπησε τα μπροστινά του στην ποδιά της, δίνοντας της καλύτερη πρόσβαση σε αυτόν. Παράλληλα όμως, απέκτησε κι αυτός καλύτερη πρόσβαση στη κοιλιά της, και μετά έκανε κάτι που η Μαρίνα δεν περίμενε με τίποτα. Το σκυλί πλησίασε τη μουσούδα του στη κοιλιά της και τη μύρισε εξεταστικά, με την έκφραση του να δείχνει διστακτική και συγκεντρωμένη συνάμα. Και ύστερα από λίγο, κούνησε ξαφνικά την ουρά του σε αναγνώριση, και ακούμπησε τη μουσούδα του απαλά πάνω στο στομάχι της, κοιτώντας την στα μάτια.
Η Μαρίνα έμεινε άναυδη. Ένοιωσε το στόμα της να χάσκει, την καρδιά της να πηδά ένα χτύπο καθώς το στήθος της πλημμύρισε με θέρμη. Έκπληκτη, χάιδεψε απαλά το κεφαλάκι του Τίτου, με το χέρι της να τρέμει ελαφρώς. Κοίταξε στα μάτια του σκυλιού, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που είχε μόλις κάνει.
Και τότε ένοιωσε το βλέμμα του Κωνσταντίνου πάνω τους, και γύρισε να τον κοιτάξει. Στα μάτια του είδε να καθρεπτίζεται η έκπληξή της, μα είδε ακόμα ένα είδος δισταγμού. Πρόσεξε πως το χέρι του συσπάστηκε, λες και πάλευε με την ιδέα να το σηκώσει, να αγγίξει και αυτός την κοιλιά της πλάι με τον σκύλο. Υπήρχε μια παιδικότητα στο πρόσωπό του, μια περιέργεια που έμοιαζε με αυτή του Τίτου σε σημείο σχεδόν κωμικό… σε σημείο που έκανε τη σκηνή τόσο απίστευτα γλυκιά.
«Μη το ρίξεις.» της είπε τότε μέσ' την ησυχία, σφίγγοντας όμως το χέρι του έτσι ώστε να το κρατήσει στη θέση του. «Ας το κρατήσουμε.»
Αυτή ανοιγόκλεισε τα μάτια, γυρνώντας προς το μέρος του. «Κοίτα δεν είναι τόσο εύκολο.»
«Το ξέρω, είναι μεγάλη απόφαση – αλλά υπάρχει ήδη. Είναι ένα μωρό και-»
«Α, μη μου αρχίσεις κι εσύ τα 'είναι δολοφονία' τώρα! Δεν νιώθει τίποτα ακόμα εντάξει;» είπε εκνευρισμένα.
«Δεν λέω αυτό.» την έκοψε. «Δε σε πιέζω να κάνεις τίποτα, απλά σου λέω ότι εγώ, το θέλω. Και είμαι πρόθυμος να αναλάβω τις ευθύνες μου. Και είναι μεγάλη ευκαιρία και για εμάς, τώρα που και εγώ είμαι μόνος μου κι εσύ μόνη σου, χωρίς τη Μήνα και τον Λάμπη, και δεν έχουμε κάτι να μας σταματάει, μπορούμε να…»
«Να το κάνουμε και το παιδάκι μας, να παντρευτούμε κιόλας, και να ζήσουνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.» Είπε, αγριοκοιτάζοντας τον. «Είσαι σοβαρός τώρα;»
«Γιατί; Κακό είναι;» έκανε αυτός, αθώα.
«Ααα, κάτσε γιατί δεν θα τα πάμε καλά.» Είπε εκνευρισμένη και σηκώθηκε από τον καναπέ. «Για την εγκυμοσύνη ήρθα να μιλήσουμε, όχι για εμάς.»
Σηκώθηκε και αυτός. «Ναι, αλλά το ένα δεν αποκλείει το άλλο.»
«Εγώ λέω πως το αποκλείει.»
«Εγώ πάλι όχι.»
«Κωστάκη, κάτσε καλά γιατί θα φύγω.»
Αυτός κάθισε και βολεύτηκε καλά στον καναπέ επιδεκτικά. «Λοιπόν;»
Του έριξε μια μισή ματιά. «Καταρχήν-»
«Καταρχάς.»
«Αρχικά,» πέταξε πίσω από τον ώμο της μια ξανθιά μπούκλα, «αν είναι να το κρατήσουμε, θα το κάνουμε χώρια.»
Συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»
«Γιατί κλάνει το γατί. Γιατί έτσι! Άκου γιατί… Τι περιμένεις δηλαδή, ότι θα κάνω τα πάντα πέρα για το παιδί, σαν τις νοικοκυρούλες μη-χέσω; Για τέτοια με έχεις; Εγώ είμαι Σαρακατσάνα, δεν με ξέρεις καλά εμένα.» Είπε και τεντώθηκε, βάζοντας τα χέρια στη μέση της.
«Καταρχάς, κάτσε κάτω γιατί με έπιασε ο σβέρκος μου.»
«Ότι θέλω θα κάνω!» Είπε και κάθισε.
Τον είδε να προσπαθεί να κρύψει ένα χαμόγελο. «Κατά δευτέρας, σε ποια 'πάντα' αναφέρεσαι; Τι είναι αυτό το τόσο τρομερό που σου έκανα δηλαδή που δεν μπορείς να ξεπεράσεις;»
«Ααα… Να σου πω, δεν θα μιλήσουμε για αυτά τώρα, 'ντάξει;»
«Όχι. Δώσε μου ένα λόγο. Γιατί εγώ δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν είμαστε μαζί.» επέμεινε αυτός.
Έτριξε τα δόντια της, κοιτώντας μακριά του. «Γιατί, γιατί…» Ξεφύσησε. «Γιατί είσαι χέστης και φοβάσαι να αγαπήσεις.» Τον κοίταξε. «Γι' αυτό. Γκε-γκε;»
«Μα σ' αγαπάω.» Της είπε απλά, τα μάτια του στα δικά της. Και για πρώτη φορά δεν τραύλισε.
Και αυτή το πρόσεξε.
Τράβηξε το βλέμμα της μακριά του, και έσφιξε τα χέρια της σε γροθιές. «Αυτό να μη το ξαναπείς.» είπε στεγνά. «Μ' ακούς;»
Αυτός έβγαλε ένα καταπιεσμένο ήχο, που έμοιαζε σχεδόν με γρύλισμα. «Και τι θέλεις να σου πω; Τι θες να κάνω για να με πιστέψεις, τι θέλεις από μένα;»
«Τίποτα δεν θελω!» Γύρισε και του φώναξε. «Να μη γυρίσεις μαζί μου για το παιδί, αυτό θέλω! Αυτό φοβάμαι.»
«Για το παιδί; Είσαι σοβαρή; Είμαι δύο μήνες που σε κυνηγάω σαν τον τρελό. Σε θέλω, σε αγαπάω, τι δεν καταλαβαίνεις;»
Το πρόσωπό της σκοτείνιασε. «Σταμάτα να το λες αυτό.»
Της άρπαξε το σαγόνι και σήκωσε το κεφάλι της έτσι ώστε να την αναγκάσει να τον κοιτάξει. «Σ' αγαπάω, γαμώτο μου!» Γρύλισε, με φλόγες να ξεσπούν τα καστανά του μάτια. «Σ' αγαπάω, άκουσε με!»
Και για μια ατέλειωτη στιγμή, το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να τον κοιτάει ξέπνοη, με τις λέξεις του να ηχούν στα αφτιά της ξανά και ξανά σαν κασέτα στο ραδιόφωνο.
Σ' αγαπάω… Σ' αγαπάω…
Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, υπερβολικά υγρά ξαφνικά. Τραβήχτηκε πίσω, και το χέρι του έπεσε άψυχα στην ποδιά του. Κατέβασε το κεφάλι της, και δεν είπε τίποτα.
«Τώρα…» ψιθύρισε αυτός σιγανά μετά από μια στιγμή απέραντης σιωπής, μια πίκρα στη φωνή του. «Ποιος φοβάται τώρα;»
Κοκάλωσε στα λόγια του. «Δεν φοβάμαι.» μουρμούρισε, σμίγοντας τα φρύδια της.
Αυτός έβγαλε ένα ήχο δυσπιστίας, και κάθισε πίσω στον καναπέ. Βούτηξε το μπουκάλι από το τραπέζι, και ήπιε μια γερή γουλιά ουίσκι.
Να φοβόταν λέει… άκου εκεί φοβόταν. Ήταν Σαρακατσάνα αυτή, δεν φοβόταν τίποτα. Εδώ δεν κώλωσαν στα φουσάτα του Αλί Πασά, σε αυτόν θα κώλωνε; Και να φοβόταν τι; Αυτός ήταν ο χέστης της υπόθεσης. Αυτός ήταν που έχανε τα λόγια του κάθε φορά που την πλησίαζε και την έκανε μπουχός, που δεν χώριζε με την καλή του μη και δεν έχει κάποια να του φτιάχνει το τσάι του, που φοβόταν να αφεθεί ενώ ήταν ευτυχισμένος…
Άθελά της, κατάπιε με θόρυβο στο τελευταίο.
Δώσε μου ένα λόγο, της είπε πριν λίγο. Ένα λόγο για τον οποίο δεν ήταν μαζί.
Δεν φοβάμαι, άκουσε ξανά τη δική της φωνή να λέει.
Κατάπιε ξανά, και του έριξε μια λοξή ματιά. Και γρήγορα, του βούτηξε το μπουκάλι από το χέρι και ήπιε μια μεγάλη γουλιά, γέμισε το στόμα της με αλκοόλ και το κατέβασε με μανία, απολαμβάνοντας το κάψιμο που άφησε στο λαιμό της στο πέρασμά του. Σχεδόν μονομιάς, ένιωσε μα ζεστασιά να αναδεύει στο σβέρκο και το κεφάλι της, το μυαλό της να θολώνει ελαφρώς. Ρούφηξε άλλες δύο γουλιές και άφησε το μπουκάλι να πέσει από τα χείλη της, αναστενάζοντας με ανακούφιση.
Με τα μάτια της κλειστά, χαμήλωσε το κεφάλι της. «Ίσως… ίσως να φοβάμαι λίγο.» είπε με μια φωνούλα.
Αυτός δεν έβγαλε άχνα, αλλά τον ένιωσε να χαμογελάει ελαφρώς.
Δεν άνοιξε τα μάτια της όμως. «Αλλά δεν θέλω να μιλήσουμε για αυτό απόψε. Γκε-γκε;»
«Όχι απόψε… άρα δηλαδή θα μιλήσουμε κάποια στιγμή;» τον άκουσε να ρωτάει, μια δόση ανακούφισης στη φωνή του.
«Θα δείξει.» του απάντησε ξερά, κάνοντας το σαφές ότι ήθελε να αλλάξουν θέμα. Όμως… έπρεπε να ομολογήσει ότι μετά βίας μπόρεσε να συγκρατήσει και το δικό της χαμόγελο. Καθάρισε το λαιμό της. «Λοιπόν, στο θέμα μας τώρα.» είπε κι άνοιξε τα μάτια της. Τον είδε γυρισμένο προς το μέρος της, με το στόμα του ευθεία μα τα μάτια του χαμογελώντας πλατιά.
«Ναι.» συμφώνησε αυτός, σκύβοντας κοντά της.
Ανοιγόκλεισε τα μάτια της, το πρόσωπο του ξαφνικά εκατοστά μακριά. «Ε…»
«…Ναι;»
Ξεροκατάπιε. «Τ-το…»
«Μμμ;» είπε, με το βλέμμα του να πέφτει στα χείλη της, και μετά ξανά στα μάτια της.
«Το… μωρό…»
«Ναι. Το μωρό.» συμφώνησε αυτός, η φωνή του απαλή. «Τι;»
«Δεν…» αναστέναξε, με τη ζεστή της ανάσα να χαϊδεύει το πρόσωπό του. «Τι θα… Τι θα κάνουμε;»
Οι άκρες των χειλιών του σηκώθηκαν. «Με το μωρό τι θα κάνουμε…» μουρμούρισε, και ένιωσε ένα δάχτυλό του να χαϊδεύει απαλά τον ώμο της. «Ε, τι να κάνουμε…»
Αυτή ξεροκατάπιε ξανά. «Θα το κρατήσουμε, δηλαδή;»
Εκείνος κάγχασε σε αυτό. Και επιτέλους τραβήχτηκε λίγο πίσω, αφήνοντας της χώρο να ανασάνει… να σκεφτεί. «Έχεις αντίρρηση;»
Ανοιγόκλεισε τα μάτια της και πήρε μια βαθιά ανάσα. Μετά καθάρισε τον λαιμό της, και μαζί του τον ειρμό της. «Ε, όχι. Όχι ακριβώς. Απλώς είναι πολλά που πρέπει να σκεφτούμε.»
Έγνεψε, σοβαρός τώρα. «Ναι, έχεις δίκιο. Είναι όντως πολλά. Αλλά δεν χρειάζεται να τα συμφωνήσουμε όλα απόψε, νομίζω έχουμε κάνει μια καλή αρχή. Τι λες κι εσύ;»
«Ναι. Συμφωνώ.»
Εκείνος έγνεψε ξανά. «Ωραία, χαίρομαι.»
«Ναι…» είπε κι αυτή, και έστρεψε το βλέμμα της μακριά του. Χρειαζόταν ένα διάλειμμα από τα καστανά, εκφραστικά μάτια του. Ο Τίτος ήταν ακόμη καθισμένος κοντά της, και κοιμόταν κουλουριασμένος στα πόδια της τώρα. Ήταν ο τέλειος περισπασμός, και με μιας έσκυψε και χάιδεψε το σωματάκι του.
«Να σε ρωτήσω κάτι;» έκανε αυτός, μια στιγμή αργότερα.
«Ναι πες.»
«Γιατί έκοψες τα αντισυλληπτικά;»
«Α», είπε απηυδισμένη και αναστέναξε με πίκρα. «Τα έπαιρνα για τον Λάμπη!»
«Α, μάλιστα.» έκανε και έγνεψε. «Ναι, λογικό.»
Χωρίς να το σκεφτεί του χτύπησε απαλά τον ώμο, και αμέσως χαμογέλασαν ελαφρώς και οι δύο.
«Οπότε… δεν θα σε πείραζε να μείνεις έγκυος με το δικό μου το παιδί, δηλαδή;» τη ρώτησε, όταν σκέφτηκε αυτό που μόλις του είχε πει.
«Δεν… δεν είναι αυτό, ακριβώς. Αλλά με τον Λάμπη ήθελα να είμαι 100% σίγουρη… καταλαβαίνεις. Δεν ήξερα τι θα έκανα αν έμενα έγκυος από αυτόν.»
Της έριξε μια ματιά. «Ενώ τώρα ξέρεις;»
Σούφρωσε τη μύτη της. «Όχι.»
Εκείνος γέλασε απαλά.
«Αλλά…» συνέχισε. «Θυμάσαι… θυμάσαι αυτά που σου είχα πει στο ταβερνάκι στις Σπέτσες;»
«Τι ότι… ότι θες ένα σπουδαίο πατέρα για τον 'γιό' σου;» της είπε ειρωνικά.
«Ναι.» συμφώνησε εκείνη προς έκπληξη του. «Λοιπόν, να…» δάγκωσε το κάτω χείλι της, και χαμογέλασε διστακτικά. «Παρ' όλα τα άλλα… χαίρομαι που… να, που – που είσαι εσύ.»
Στα λόγια της, ένα έκπληκτο χαμόγελο βρήκε τα χείλη του. Και αυτή τη φορά, δεν του πήρε καθόλου καιρό να απαντήσει. «Κι εγώ χαίρομαι… που είσαι εσύ.» της είπε ειλικρινά.
Τον κοίταξε για ένα λεπτό, τα γαλάζια μάτια της σαστισμένα. Όσα και να σήμαινε για αυτήν το σ' αγαπώ… δεν είχε προετοιμαστεί, δεν είχε ιδέα, για το τι θα ένιωθε όταν άκουσε την φράση αυτή από τα χείλη του.
Της πήρε λίγη ώρα μα τελικά κατάφερε να αναγκάσει το μυαλό της να δουλέψει ξανά. Του χαμογέλασε. «Που είμαι εγώ ο πατέρας;» τον πείραξε.
«Όχι, η μητέρα.» διόρθωσε αυτός, γελώντας απαλά. Και γέλασε κι αυτή μαζί του. Χαχανητά πλημμύρησαν το δωμάτιο, τα κορμιά τους χαλαρά ακουμπισμένα στον καναπέ με τα γόνατά τους να αγγίζονται σχεδόν, με το ζεστό φώς του καθιστικού να παίζει με τις σκιές στα πρόσωπά τους.
Τον είδε να κοιτάει ξανά κάτω, την κοιλιά της. Όταν το βλέμμα του ξανά συνάντησε το δικό της, του σήκωσε ελαφρώς το ένα φρύδι, ερωτηματικά.
Εκείνος δίστασε για μια στιγμή. Μετά όμως της χαμογέλασε. «Μπ- μπορώ;» ρώτησε, και τέντωσε το χέρι του.
Ελαφρώς σαστισμένη, έγνεψε. Και αυτός έγειρε μπροστά, και ακούμπησε την παλάμη του στο τοίχωμα της κοιλιάς της.
Ήταν τόσο περίεργο… τόσο περίεργο να τον έχει να την ακουμπάει έτσι. Όπως είχε δει τόσα άλλα ζευγάρια να κάνουν, σε ταινίες, σε διαφημίσεις, σε περιοδικά… Ζευγάρια που πλημμύριζαν από ευτυχία και μόνο στη σκέψη του καινούριου πλάσματος που ο έρωτάς τους είχε δημιουργήσει. Ήταν τόσο περίεργο να βρίσκεται τώρα αυτή στη στάση αυτή, με το χέρι του στη κοιλιά της και μια ζωή μέσα της και τα μάτια του να την κοιτούν ξαφνικά λες και μπορούσε μέσα στα δικά της να δει το σύμπαν ολόκληρο.
Και ναι, φοβόταν γαμώτο. Φοβόταν ότι μια μέρα δεν θα έβλεπε μέσα στα μάτια της τα αστέρια. Φοβόταν πως αυτό που είχαν θα φθειρόταν με τον χρόνο, με τη καθημερινότητα, όπως είχε φθαρεί και η κάθε άλλη αγάπη της. Γιατί ο έρωτας ήταν μια πράξη ποιητική… Αυτός της το είχε μάθει αυτό. Και η ρουτίνα τον σκοτώνει. Και αυτή φοβόταν ότι η θέληση της για μάθηση θα γινόταν με τον καιρό εκνευριστική. Ότι το τσαγανό της θα γινόταν ξεροκεφαλιά. Φοβόταν όσο τίποτα άλλο ότι εκείνος θα κατέληγε να την μισήσει για τα ίδια πράγματα που την είχε αγαπήσει.
Μα… ήταν τελικά η αγάπη ένα συναίσθημα, ή ήταν μια επιλογή; Το "αίσθημα της αγάπης" συχνά εξαφανιζόταν ή ξεθώριαζε, τα συναισθήματα πάντοτε άλλαζαν και δεν ήταν δυνατό να οικοδομηθεί κάτι που θα διαρκούσε σε ένα τόσο ασταθές θεμέλιο. Μα ίσως τελικά η αγάπη να ήταν μια συνειδητή δέσμευση, κάτι που κανείς επέλεγε να κάνει να δουλέψει κάθε μέρα με ένα άτομο που είχε επιλέξει το ίδιο πράγμα, κάποιον που ήταν αφιερωμένος να βρίσκει κάτι για να λατρεύει σε αυτόν ακόμα και στις πιο άσχημες μέρες.
Εκείνη τη στιγμή ο Κωνσταντίνος σήκωσε το βλέμμα του από την κοιλιά της, και την κοίταξε με μια ξαφνική χαρά, μια λαχτάρα που της έκοψε την ανάσα. Τα καστανά του μάτια έλαμπαν, ολόκληρό του το πρόσωπο είχε φωτιστεί με ένα τρόπο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Την κοίταξε και χωρίς μια του λέξη… εκείνη ξαφνικά κατάλαβε. Μέσα σε δευτερόλεπτα σταμάτησε να τρέμει στη σκέψη του ότι μια μέρα, εκείνος θα κοιτούσε στα μάτια της και δεν θα έβλεπε πια τα αστέρια.
Γιατί ήξερε ότι θα επέλεγε να κοιτάει μέσα τους, μέχρι να τα βρει.
Και αυτό ήταν αρκετό.
«Μαρίνα;» είπε το όνομά της σαν προσευχή, με την φωνή του να σπάει από τον ενθουσιασμό.
Αυτή χαχάνισε. «Το ξέρω.» είπε, ξέροντας ακριβώς τι σκεφτόταν.
«Θα γίνουμε γονείς.» συνέχισε εκείνος, γεμάτος θαυμασμό.
«Το ξέρω.»
Και τα γέλια τους που αντήχησαν στο πλατύ δωμάτιο δεν ήταν παρά μια υπόσχεση που και οι δυο τους θα τηρούσαν. Για μια φορά δίχως φόβο και αναστολές, θα αφηνόντουσαν. Γιατί μπορούσαν να είναι ευτυχισμένοι. Και… Γιατί όχι, ρε γαμώτο;
Δέκα λεπτά αργότερα, της κρατούσε ανοιχτή την πόρτα καθώς αυτή κατέβαινε τα σκαλιά.
«Να σε πετάξω σπίτι;»
«Όχι καλέ, ήρθα με το αμάξι μου.» του απάντησε, χαμογελώντας. «Σ' ευχαριστώ, πάντως.»
Κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, εγώ σ' ευχαριστώ.»
Συνοφρυώθηκε. «Για ποιο πράγμα;»
«Σε ευχαριστώ που… που μου είπες την αλήθεια. Ξέρω ότι δεν θα ήταν και το πιο εύκολο πράγμα, να έρθεις εδώ και να μου το πεις. Ούτε που θέλω να φανταστώ τι θα είχε συμβεί αν το είχες κρατήσει κρυφό. Οπότε… σε ευχαριστώ που μου το είπες. Πραγματικά σε ευχαριστώ.»
Κοντοστάθηκε, και τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη. «Εμ… παρακαλώ, τότε.»
Αυτός γέλασε. «Οπότε… θα μιλήσουμε αύριο, ε;»
«Ναι, τα λέμε αύριο. Καληνύχτα.»
«Καληνύχτα.» της είπε απαλά.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της μόνο όταν αυτή μπήκε στο αμάξι, μα όπως οδηγούσε μπορούσε ακόμα να δει τη σκιά του να αντιθέτει το ζεστό φώς, καθώς αυτός στεκόταν ακίνητος με το χέρι του ακουμπισμένο στο ημιδιαφανές τζάμι.
