.


If our grave was watered by the rain
Would roses bloom?

Help, I lost myself again
But I remember you


6 χρόνια μετά

Χάραμα. Πόσο παράξενο να γλιστρά από τον ύπνο όσο ο ουρανός ήταν ακόμα σκοτεινός. Τέτοια ώρα συνήθως γυρνούσε σπίτι, μα την τελευταία εβδομάδα σαν να είχε ρυθμιστεί ο οργανισμός της διαφορετικά. Δεν είχε σημασία τι ώρα έκλεινε τα μάτια της μήτε πόσο κουρασμένη ήταν, τώρα με το πρώτο φως έπρεπε να στέκεται στα πόδια της και ήταν σαν το σώμα της να το είχε καταλάβει από μόνο του.

Άνοιξε τα μάτια και μόνο σκοτάδι αντάμωσε. Τα βλέφαρά της ανοιγόκλεισαν άκοπα, σάλεψαν γύρω της τα σεντόνια σαν τεντώθηκε. Το πρωινό αγέρι έμπαινε άπλετο από το ανοιχτό παράθυρο, έκανε τις κεντητές κουρτίνες να ανεμίζουν αθόρυβα. Ήταν διαφορετικός ο αέρας το πρωί. Είχε μια μυρωδιά αλλιώτικη, σα να μπορούσες να μυρίσεις το οξυγόνο.

Τη θυμόταν αυτή τη μυρωδιά. Την είχε συνδέσει με την ανάμνηση από απαλά χέρια να της χτενίζουν τα μαλλιά, και ένα απαλό, φάλτσο σιγομουρμουριτό να γαργαλάει τα αυτιά της.

Τώρα μονάχα ανάσες αντηχούσαν μεσ' τη κάμαρη, βαθιές από τον ύπνο.

Το χέρι της γλίστρησε στο στρώμα, και ήταν νωπό όταν το άγγιξε. Δεν την ξάφνιασε, μονάχα αναστέναξε. Γύρισε πλευρό χωρίς να δίνει σημασία, και τράβηξε κοντά της το σωματάκι του μικρού, τυλίγοντας το χέρι της γύρω του. Βύθισε το πρόσωπο στο σβέρκο του, τα μαλλάκια του της χάιδεψαν το πρόσωπο, και η σταθερή του ανάσα ξύπνησε τη δική της.

Τον άκουσε να μουρμουρίζει στον ύπνο του και του άφησε ένα φιλί στο αυτί, χαϊδεύοντάς το με τη μύτη της. Η μυρωδιά των ούρων ποτέ δεν μπόρεσε να βεβηλώσει τη δική του.

Δεν κοιμήθηκε ξανά, μα άργησε να σηκωθεί. Όταν το αποφάσισε είχε ήδη ξημερώσει, οι πρώτες αχτίδες είχαν αρχίσει να ζεσταίνουν την άχρωμη Αθήνα. Χάιδεψε τη πλάτη του μικρού, μισώντας λίγο περισσότερο τον εαυτό της που τον έπαιρνε από τα όνειρά του. Αν ήταν στο χέρι της θα τον άφηνε για πάντα εκεί, σε έναν ύπνο αιώνιο.

Το είχε σκεφτεί, κάποτε. Να τον αφήσει να κοιμηθεί. Να κοιμηθεί κι εκείνη μαζί του. Και ίσως να ξυπνούσαν σε ένα μέρος μακριά από εδώ, εκεί που το γέλιο αντηχούσε απ' άκρη σ' άκρη και οι σκιές ήταν φόβοι μακρινοί, δεν θα μπορούσαν ποτέ να τους αγγίξουν. Θα ζούσαν μαζί μέσα στο φως. Θα τους χωρούσε ο τόπος που τους έθρεφε, θα τους άνηκαν οι εαυτοί τους, θα συναντούσαν το σπουργίτι που τώρα θα πετούσε ελεύθερο στα ανοιχτά ουράνια. Θα πετούσαν μαζί του.

«Ξύπνα αγάπη μου…» του τραγούδησε τρυφερά, ζωγραφίζοντας ένα χαμόγελο στο πρόσωπό της με μπογιές από κοχύλια. «Η νύχτα τέλειωσε, τ' αστέρια χάθηκαν… πρέπει να φύγεις…»

«Μμμ…» αναστέναξε εκείνος. Γύρισε μπρούμυτα και βύθισε το πρόσωπό του στο μαξιλάρι.

Η Δρόσω του τσίμπησε το μάγουλο. «Ρε υπναρά. Ξημέρωσε, έλα».

Το κεφάλι του ήταν κόκκινο και ζαρωμένο σαν έγειρε να την κοιτάξει μέσα από μισάνοιχτα βλέφαρα.

«Να τα, τα ματάκια μου τα όμορφα… Καλημέρα».

«Καλημέρα», είπε βαριεστημένα.

«Τι μούτρα είναι αυτά;»

Βύθισε το κεφάλι του ξανά στο μαξιλάρι.

«Έτσι θα ξεκινήσουμε τη πρώτη μέρα στο σχολείο; Όχι…» έχωσε τα δάχτυλα της στη μασχάλη του και τα κούνησε προκλητικά. «Δε νομίζω…»

«Μη!» φώναξε και πετάχτηκε κατευθείαν.

«Που είναι το χαμόγελό μου; Θέλω το χαμόγελό μου».

«Μη! Μαμά!», τσίριξε, μα το δωμάτιο γέμισε γέλια. Και σαν τον γαργαλούσε και φωτίστηκε ο κόσμος, ένα δεύτερο μουγκρητό έσπασε τη μικρή τους φούσκα.

Έφερε το ένα δάκτυλο στα χείλη της και τα γέλια έπαψαν. Έκαναν νόημα ο ένας στον άλλο να ησυχάσει, και μετά βγήκαν χαμογελώντας στις μύτες των ποδιών τους στη κουζίνα κι έκλεισαν τη πόρτα.

Μέχρι να τον βοηθήσει να πλυθεί και να φορέσει τη μπλε στολή του, είχε ξεχάσει ήδη το ατύχημα. Και μαζί με αυτό ξεχάστηκαν και τα μούτρα του.

Ανυπομονούσε να πάει στο σχολείο. Όλη τη περσινή χρονιά δε σταματούσε να μιλάει για αυτό, η γλώσσα του έτρεχε ροδάνι για τους φίλους που θα έκανε, τις ζωγραφιές που θα έφτιαχνε στη δασκάλα του, τα τόσα πράγματα που θα έβαζε στη σάκα του. Τελικά ήταν μόνο ένα μολύβι, μια σβήστρα και ένα τετράδιο. Κι ένα μήλο για κολατσιό, να το έτρωγε στο διάλειμμα. Η Δρόσω είχε διαλέξει από τον πάγκο το πιο γυαλιστερό και το πιο κατακόκκινο μήλο, κι ας το ακριβοπλήρωσε.

Έτρωγαν το πρωινό τους όταν η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε και βαριά βήματα σύρθηκαν στο διάδρομο. «Μέρα».

«Καλημέρα», απάντησε εκείνη και φόρεσε ένα χαμόγελο. «Έλα, έχω φτιάξει ομελέτα».

«Α… έχουμε χαρούλες σήμερα, ε;» είπε ο Τάκης σαν τους πλησίασε, και ζούληξε τον ώμο του μικρού. «Ε, μπόμπιρα;»

Εκείνος την κοίταξε.

«Ναι», απάντησε η Δρόσω για χάρη του. «Κάτσε να σε σερβίρω».

«Δε κάθομαι, πάω να αλλάξω. Από τη χαρά σου μας κατούρησες πάλι ρε;»

«Τάκη!»

«Τι έγινε, διπλή βάρδια απόψε; Είπες να κάνεις λούτσα και το δικό μας;»

Ο μικρός κοίταξε αμίλητος το πιάτο του.

«Σταμάτα», σύριξε εκείνη και το πιρούνι της έσκασε με έναν μεταλλικό ήχο στη πορσελάνη. «Είσαι με τα καλά σου; Τι του λες;»

«Πλάκα κάνω μωρέ Δρόσω, δεν είπα τίποτα. Ακόμα δε σηκωθήκαμε αρπάζεσαι».

«Εγώ;», έκοψε τον εαυτό της και κοίταξε τον μικρό. Το βλέμμα του χαμηλό, και το στόμα του πιεσμένο σε μια ίσια γραμμή. «Ωραία, κάτσε κάτω και λίγα τα σχόλια σε παρακαλώ».

Έφαγαν ήσυχα το πρωινό τους όσο εκείνη έριχνε στραβές ματιές στον Τάκη, και μόνο όταν ο μικρός πήγε μέσα να πάρει τη σάκα του της απευθύνθηκε κανονικά. «Τώρα είναι άδικο αυτό που κάνεις, μόνο εσύ πειράχτηκες».

«Μετά», του είπε κοφτά. «Όταν γυρίσω θα τα πούμε».

Έπιασε τον μικρό από το χέρι και κατέβηκαν τα σκουριασμένα σκαλιά που έβγαζαν από τον όροφό τους στο πεζοδρόμιο. Πέρασαν μέσα από το στενό σοκάκι κι έσκυψαν κάτω από τα απλωμένα ρούχα, προσπερνώντας το χαρτόκουτο στο οποίο είχε φωλιάσει μια γάτα που μόλις είχε γεννήσει. Ο μικρός έσκυψε μια στιγμή για να τη χαιρετήσει, χαϊδεύοντας πρώτα εκείνη και μετά τα κεφαλάκια από τα γατάκια. Όταν τον ρώτησε γιατί, της είπε ότι ήθελε να δείξει στη μητέρα τους ότι είχε καλές προθέσεις πριν τολμήσει να τα ακουμπήσει.

Εκείνη μονάχα έγνεψε.

Λίγο πριν στρίψουν στην ευθεία του δημοτικού σχολείου του έσφιξε το χέρι να τον συγκρατήσει. Την κοίταξε με απορία όταν χαμήλωσε στο ύψος του. Ήταν έξυπνο παιδί. Ήξερε ότι αυτό σήμαινε μια σοβαρή συζήτηση, μα δεν ήξερε τι είχε κάνει για να την προκαλέσει.

«Συγνώμη», της είπε αμέσως, και εκείνης της στάθηκαν οι λέξεις στο λαιμό.

«Συγνώμη; Για ποιο πράγμα;»

«Που ήρθα στο κρεβάτι σας. Και που…»

«Καρδούλα μου», τον έκοψε πριν της κάνει τη καρδιά χίλια κομμάτια. «Ποτέ, ποτέ μη ζητάς συγνώμη για αυτό. Το ξέρεις ότι δεν έγινε τίποτα, δεν πειράζει. Κι ο Τάκης δεν το εννοούσε, πλάκα έκανε. Πάντα μπορείς να έρχεσαι στο κρεβάτι μας, όποτε το θες. Εκεί θα είμαι. Ναι;»

Έγνεψε. «Ναι».

«Άλλο ήθελα να σου πω…» Και δεν της ήταν καθόλου εύκολο τώρα. Του την είχε κάνει τη συζήτηση χίλιες φορές - από την πρώτη στιγμή που άρχισαν να συζητούν για το σχολείο - μα κάθε φορά το ίδιο δύσκολο της ήταν να την ξεκινήσει. «Θυμάσαι αυτά που λέγαμε, για το τι μπορεί να ακούσεις στο σχολείο;»

Της το έκανε εύκολο όταν έγνεψε ξανά.

«Ωραία. Και θυμάσαι τι σου είχα πει;»

«Ότι δεν έχουν σημασία», είπε υπάκουα. «Ότι είμαστε μια μοναδική οικογένεια και αγαπιόμαστε, και μόνο αυτό μετράει».

«Και δεν κρατάμε όσα μας λένε, ναι; Αν ακούσεις κάτι κακό… για μένα, για σένα, για τον Τάκη… Απλά άστο να περάσει. Δεν είναι κακοί άνθρωποι, απλά έχουν μάθει αλλιώς και τους φαινόμαστε παράξενοι. Εσύ μη τους ακούς. Δεν μας ξέρουν, εντάξει; Μόνο… εμείς μας ξέρουμε».

«Εντάξει. Μαμά;»

«Ψυχή μου».

«Τι παράξενο έχουμε εμείς;»

Η Δρόσω τον κοίταξε.

«Απλά γιατί… δεν ξέρω τι να τους απαντήσω».

«Εγώ λέω να μην τους απαντήσεις».

«Γιατί;»

«Γιατί δε χρειάζεται. Μερικές φορές η σιωπή είναι η καλύτερη απάντηση».

«Μα αφού δεν κάνουμε κάτι κακό. Ε μαμά;» της έπιασε το χέρι. «Ε;»

Κούνησε το κεφάλι της. «Δεν κάνουμε».

«Άρα γιατί να μην τους απαντήσω;»

Εκείνη σώπασε. Περνούσαν τα λεπτά χωρίς να βγάζει άχνα, μέχρι που εκείνος σήκωσε το χεράκι του και της χάιδεψε το μάγουλο, τα γαλανά του μάτια θλιμμένα.

«Μη κλαις».

«Συγνώμη». Σκούπισε τη μύτη της. «Για σήμερα μην τους απαντήσεις. Και θα το συζητήσουμε άλλη μέρα, ναι;»

«Ναι».

Και σηκώθηκε να τον πάρει ξανά από το χέρι. Τον άφησε έξω από τα μπλε κάγκελα του σχολείου, με το χέρι της να χαιρετά το ίδιο ξέφρενα με τους χτύπους της καρδιάς της.

Δεν την πείραξαν τα βλέμματα που κάρφωναν την πλάτη της, το πρόσωπό της, τους γυμνούς της ώμους. Σε εκείνα πλέον είχε πάθει ανοσία, τόσα την ξεσκόνιζαν κάθε μέρα που χρόνια τώρα είχε πάψει να τα νιώθει. Μόνο το δικό του κοιτούσε με αγωνία, μέχρι που το κεφαλάκι του εξαφανίστηκε πίσω από ένα τοίχο με καραβάκια ζωγραφισμένα πάνω σε γαλάζιο.

Γυρνώντας σπίτι πέρασε από το Πασαλιμάνι. Κάθε μέρα στης θάλασσας τα λημέρια τριγυρνούσε. Καθώς έσκαγε το γκρίζο κύμα στην τσιμεντένια προβλήτα, αλμυρά σταγονίδια μπλέκονταν στα ξανθά μαλλιά της. Ήταν μουντός ο ουρανός, συννεφιασμένος. Τα θαλασσοπούλια δεν πετούσαν, μόνο είχαν κουρνιάσει στα κατάρτια και στα βράχια να αποφύγουν το δυνατό αέρα. Μακριά αχνοφαινόταν το νησάκι του Παρασκευά, που έμοιαζε τόσο μικρό μπροστά στο δέος της αγριεμένης θάλασσας. Μια στάλα λευκό ανάμεσα σε μαύρο. «Σταλίδα το λέγανε παλιά», θυμόταν τον Τάκη να της λέει κάποτε, σε εκείνην την πρώτη βόλτα τους στον Πειραιά. «Σαν εσένα, λουλούδι μου».

Σαν εκείνη, όντως. Το ίδιο αβοήθητη ένιωθε ανάμεσα στα κύματα. Το ίδιο μικρή.

Έφτασε σπίτι και τον βρήκε γερμένο στο τραπέζι, ένα ποτήρι τσίπουρο αδειανό δίπλα στη σφιγμένη του γροθιά. Εκείνη κρέμασε το παλτό της και στάθηκε στο κατώφλι της πόρτας που οδηγούσε στη κρεβατοκάμαρα. Μόνο τότε πρόσεξε σε τι κατάσταση βρισκόταν το δωμάτιο. Το κρεβάτι ξεστρωμένο, τα συρτάρια ανοιγμένα, ρούχα πεταμένα παντού σαν κουρέλια, το κεντητό ξεκαρφωμένο από τον τοίχο.

Δεν ρώτησε, δε χρειάστηκε. Την πήρε την απάντηση όταν συνάντησε το βλέμμα του.

«Τόση ώρα και προσπαθώ να καταλάβω», η φωνή του ήταν μαζεμένη, μα όχι σκεφτική. Ήξερε πολύ καλά τι ήθελε να πει, σαν λόγια που είχε πολύ καλά προβάρει. «Εγώ κάνω τα πάντα για να σας προσφέρω μια καλύτερη ζωή. Κι εσύ χώνεσαι όλο και πιο βαθιά στο βούρκο».

Το χέρι του τράβηξε ένα ματσάκι χαρτονομίσματα από το σακάκι του.

«Τι είναι αυτό;»

Εκείνη μόνο κούνησε το κεφάλι της.

«Τι είναι αυτό;» φώναξε δυνατότερα και έσκασε το ματσάκι πάνω στο τραπέζι. «Πάλι τα ίδια;»

Δεν του απάντησε.

Εκείνος γέλασε, ένα γέλιο πικρό. «Ούτε δυο μήνες δεν άντεξες αυτή τη φορά. Στο αίμα σου την έχεις την πουτανιά, έτσι;»

Η παλάμη της έσκασε στο μάγουλό του πριν καταφέρει να τη συγκρατήσει. Ήταν οξύς ο πόνος στο δέρμα της, ο ήχος της έσκισε τα αυτιά. Ο Τάκης την κοίταξε με απορία. Μα το χέρι της την έκαιγε, και ο λαιμός της έκλεινε, και δεν είχε μυαλό για να το μετανιώσει. «Τολμάς και μιλάς; Τσίπα δεν έχεις πάνω σου;»

«Έτσι και ξαναπλώσεις χέρι πάνω μου θα σου το κόψω το κουλό σου».

«Δε θα προλάβεις, Τάκη», του είπε. «Σου το είπα, στην πρώτη ευκαιρία γίνομαι καπνός. Το παίζεις θιγμένος, αλήθεια τώρα; Που με άφηνες μήνες ολόκληρους να ελπίζω για τη δουλεία, και μόλις βρίσκω τη θεία σου μου λέει πως σε έχει για μακαρίτη χρόνια τώρα, δεν ήξερε καν ότι ζεις. Για ακόμα μια φορά ούτε που ρώτησες για τη θέση, ενώ ξέρεις ότι όταν ψάχνω μόνη μου τρώω πόρτα πριν καν πω καλημέρα. Και για ακόμη μια φορά μαθαίνω από τον Νώντα ότι προχτές που έχασες στο τζόγο -που τάχα είχες κόψει- του ζήτησες αύξηση και για τους δυο μας».

Απλά βγήκαν τα λόγια της, σαν να άφηνε έναν αναστεναγμό. Είχε περάσει καιρός από όταν είχε μάθει, δεν είχε άλλο παράπονο ή πόνο να βγάλει. Μόνο κούραση.

«Είπες σύντομα δε θα χρειάζεται να ντρέπομαι για τίποτα, ότι θα του προσφέρω αυτά που αξίζει, και όχι μόνο δε με βοηθάς, με σαμποτάρεις σε κάθε ευκαιρία. Κάνω ένα βήμα μπροστά και εσύ με τραβάς πίσω, και τώρα είναι αργά γιατί ο μικρός πλέον καταλαβαίνει. Ξέρει. Με βλέπει να βάζω κάτω το κεφάλι και θα αρχίσει να το βάζει κι εκείνος, εξαιτίας μου. Κάθε βράδυ βλέπει εφιάλτες. Τρίζει το πάτωμα από την υγρασία στην κουζίνα και νομίζει ότι βγαίνουν δαίμονες και φαντάσματα από τα σάπια ξύλα και περνούν μπροστά από το ντιβάνι του, φοβάται. Μου υποσχέθηκες ότι πότε δε θα φτάναμε σε αυτό το σημείο, ότι θα γινόμασταν μια κανονική οικογένεια… και κοίτα μας Τάκη. Κοίτα με».

Το έκανε. Το βλέμμα του ήταν άδειο.

«Μ' άφησες να ονειρεύομαι ενώ ήξερες ότι η θέση μου ήτανε σε αυτό το παλιομάγαζο που με πέταξες, να με χαϊδολογούν μεθυσμένοι πελάτες και να με κερνάνε ξεθυμασμένες σαμπάνιες».

«Δεν ήθελα να σε πληγώσω», της εξήγησε.

«Νοιάστηκες εσύ για τα δικά μου αισθήματα; Καρφάκι δε σου καίγεται. Αρκεί να έχεις δίπλα σου ένα κορόιδο να σου κρατάει συντροφιά τα βράδια».

«Αυτό είναι άδικο».

«Αυτή τη συντροφιά έψαξα κι εγώ, Τάκη. Σε άλλες αγκαλιές όμως. Και η σχέση μου μαζί τους είναι πιο ξεκάθαρη από τη δική μας. Τους δίνομαι και μου δίνουν, δεν τους νοιάζει μόνο να παίρνουν σαν εσένα».

Εκείνος έτριψε το πρόσωπό του, και το χέρι του έτρεμε από το θυμό σαν το έκανε. Οι κοφτές του ανάσες γέμιζαν το δωμάτιο με τη δυσοσμία του αλκοόλ. «Αυτόν τον τρόπο βρήκες να με εκδικηθείς;»

«Από όσα σου είπα αυτό κατάλαβες;» Η Δρόσω γέλασε. Ξεκίνησε μικρό το γέλιο της μα άρχισε να μεγαλώνει, μεγάλωσε και μεγάλωσε μέχρι που έγινε σκληρό και άσχημο. Το σιχάθηκε και εκείνη. «Θα κάνω ό,τι χρειαστεί για να τον πάρω από εδώ όσο πιο γρήγορα γίνεται, κι αυτή τη φορά δε θα με εμποδίσεις. Αφού δε βοηθάς, τουλάχιστον σεβάσου το και άφησε με να τα καταφέρω όπως μπορώ. Μόνο αυτό θέλω από εσένα».

Όταν δεν της απάντησε, εκείνη έγειρε και μάζεψε τα χαρτονομίσματα που είχαν σκορπίσει στο τραπέζι. Τα έδεσε ξανά σε ένα ματσάκι και μετά κοίταξε ολόγυρα.

«Θα με βοηθήσεις να μαζέψω το χαμό;» η φωνή της ήταν άψυχη. «Πριν γυρίσει από το σχολείο και τα δει έτσι;»

Ο Τάκης δεν απάντησε, μονάχα κοίταξε τα συντρίμμια γύρω του – απομεινάρια από έξι ολόκληρα χρόνια. Μόνο αυτά τους έμειναν συνειδητοποίησε, και έπειτα ένευσε ήσυχα. Άρχισαν να μαζεύουν μηχανικά χωρίς να κοιτάζονται, κι όταν τελείωσαν η Δρόσω πήγε στην κουζίνα με την πρόφαση ότι έπρεπε να ετοιμάσει κάτι να φάνε. Μα τη σταμάτησε στο κατώφλι, με τη φωνή του μονάχα.

«Όταν μάθει τι έκανε η μάνα του για εκείνον, θα είναι περήφανος;»

Τα λόγια του αιωρήθηκαν εκεί, απόλυτα. Κλείδωσαν τις αρθρώσεις της, την κράτησαν παγωμένη. Μικρή και ανήμπορη, σαν εκείνο το νησάκι στη μέση της θάλασσας.

Τα μαύρα κύματα άρχισαν να την καταπίνουν.

Κι εκείνη τα άφησε.

Όταν ο μικρός γύρισε από το σχολείο του και της είπε ότι δεν έκανε φίλους, ακούστηκε σαν να το περίμενε. Κι όταν της υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε ξανά αύριο, ακούστηκε σαν εκείνο το νανούρισμα που του τραγουδούσε για να ησυχάσει από τους εφιάλτες του.

Τον άφησε να κοιμάται στο μικρό ράντζο στη κουζίνα, του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο πριν κλείσει την πόρτα και τα τακούνια της αντηχήσουν στο τσιμέντο, πιο δυνατά από ό,τι άντεχε. Κατέβηκε τις σκάλες στις μύτες των ποδιών της, μην τον ξυπνήσει, μην την ακούσει. Δεν είχε προσέξει ότι τα μάτια του ήταν ανοιχτά.

Όταν έφτασε στη Χαβάη δεν είχε ακόμα μαζευτεί πολύς κόσμος. Τα περισσότερα φώτα ήταν αναμμένα μα ο χώρος ήταν ήδη σκεπασμένος με μια κουβέρτα πυκνού καπνού από τσιγάρο που κόλλησε κατευθείαν στο δέρμα της, το έβαψε κίτρινο. Ο Τάκης δεν ήταν εκεί. Δεν ρώτησε για εκείνον.

Είχε δέκα λεπτά πριν βγει στη σκηνή, και τα πέρασε στο καμαρίνι. Έβγαλε από το στήθος της το ματσάκι και το έκρυψε σε ένα κουτάκι με κοσμήματα. Πέρλες, σμαράγδια, κεχριμπάρι, ψεύτικα όλα. Ήταν η πρώτη φορά που η κοσμηματοθήκη κρατούσε κάτι πολύτιμο.

Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Μάτια βαμμένα σκούρα, χείλη κατακόκκινα. Μια στέκα στα μαλλιά της, σκουλαρίκια από όνυχα να της βαραίνουν τα αυτιά, το μαύρο της φόρεμα να λαμπιρίζει κάτω από τα φώτα του καμαρινιού. Ήξερε πως θα γυρνούσε σπίτι με τη στέκα χωμένη σε ανακατεμένα μαλλιά, με μάτια βρεγμένα και χείλη πασαλειμμένα. Θα έσταζε από παντού, δάκρυα, σάλια, χύσια. Θα στραβοπατούσε προσπαθώντας να φτάσει μέχρι το μπάνιο να ξεράσει ό,τι είχε καταπιεί. Πατσαβούρα. Σακούλα με άπλυτα.

Το ήξερε.

Κοίταξε τον εαυτό της στα μάτια, μάτια που πλέον δεν ήταν γαλανά. Άχρωμα ήταν, διάφανα. Διαμπερή σαν να μην υπήρχαν. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Άρπαξε το κραγιόν και έβαψε ξανά τα κατακόκκινα της χείλη. Ξανά και ξανά. Έτρεχαν τα δάκρια και εκείνη τα σκούπιζε όσο το βλέμμα της είχε κλειδώσει εκεί και δεν μπορούσε να το τραβήξει μακριά. Έτσι έσβησε τα φώτα να μη βλέπει. Καθάρισε το λαιμό της, καθάρισε το μυαλό της, και με κάθε βήμα προς τη σκηνή εκείνη βρώμιζε ξανά ολόκληρη.

«Για τα μάτια σας μόνο», άκουσε θολά τα λόγια, σαν το κεφάλι της να ήταν κάτω από το νερό και εκείνα τα μαύρα κύματα να άφριζαν μανιασμένα στην επιφάνεια. Μακριά της. Ήταν ήδη πολύ μακριά.

«Κατευθείαν από το παλάτι του εμίρη της Αραβίας Αμπντουλάχ Μπαλάχ Σαλένγκο, το λουλούδι της Ανατολής… η μία και μοναδική… Ρόζα».

Το χειροκρότημα ήταν βουβό, ένας βόμβος παράταιρος σαν έφτασε μέσα στο σκοτάδι το μικρόφωνο. Κι όταν άνοιξε το φως, εκείνη πάλι δεν έβλεπε. Κοιτούσε ευθεία, το μαύρο νερό. Τραγούδησε για δαντέλες, καυτές ανάσες και αισθησιακούς χορούς, χαμένη μεσ' την άβυσσο. Ήταν τόσο πιο εύκολο έτσι. Δεν ένιωθε πάνω της τα βλέμματα, δεν είχε δέρμα να τα νιώσει.

Η τελευταία νότα μικροφώνησε, άσχημη στα αυτιά της. Άφησε το χέρι της να γλιστρήσει από το μικρόφωνο, το σώμα της να γλιστρήσει από τη σκηνή σαν σκιά ξεχασμένη στο χρόνο. Η Κούλα την πλησίασε και ο ψίθυρος από ένα νούμερο την έκανε να ανατριχιάσει. Ακόμα την ανατρίχιαζε, ήταν αστείο. Μα το νούμερο αυτό δεν άνηκε σε τραπέζι, όχι όπως έκανε τόσα χρόνια. Πλέον σε δωμάτιο άνηκε, στον πάνω όροφο. Της έδωσε ένα κλειδί, και μαζί ένα βλέμμα γνώριμο μα πονεμένο. Δεν το ένιωσε ούτε εκείνο. Κανένα βλέμμα δεν ένιωθε πια.

Ανέβηκε τις σκάλες που ήταν ντυμένες με κόκκινη μοκέτα, τα δάχτυλά της ξεχασμένα πάνω στον ασορτί τοίχο, να χαϊδεύουν κάθε ξεφτισμένη ίνα. Δεν ένιωθε τη γη κάτω από τα πόδια της. Σαν να έπλεε ένιωθε, να αιωρείται σε ένα τίποτα. Κάπως έτσι θα ένιωθαν τα φαντάσματα που γλιστρούσαν το βράδυ στη κουζίνα. Της έμοιαζαν. Ίσως να τρόμαζε ο μικρός αν την έβλεπε τώρα. Ή ίσως εκείνη να ήταν που φοβόταν από την αρχή.

Έφτασε στην πόρτα με το νούμερο 18, το λαχείο της για απόψε. Μα όταν την άνοιξε κοντοστάθηκε σαν συνάντησε δυο μάτια γνώριμα. Δυο μεγάλα καστανά μάτια που ξάφνου βρέθηκαν να καθρεπτίζουν τα δικά της.

Το βλέμμα του καρφώθηκε πάνω της, γεμάτο πόνο και απορία.

Και ήταν το πρώτο που ένιωσε.

Το μόνο.